Legislator Giurisprudenza & Legislazione
952/2024 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment due to insufficient reasoning on fraud claim.

Numero d'incarto 952/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court allowed the appeal against a final judgment on debt restructuring proceedings, finding the lower court's reasoning insufficient. The appellant argued the fraud claim was admissible, but the first-instance court dismissed it without examining the material facts or applying substantive law. Consequently, the Court declared the appeal admissible regarding the fraud argument and remitted the case for retrial.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 739 et seq. of the Civil Procedure Code; Article 3 of Law 3869/2010; A final judgment rendered in debt restructuring proceedings without the second defendant's presence is final and cannot be appealed via cassation until the possibility of annulment ceases; however, if the judgment lacks substantive reasoning on a key claim like fraud, the appeal is admissible to correct the legal basis.

Parole chiave

Generato dall'IA
debt restructuring proceedings fraud claim admissibility insufficient reasoning cassation appeal final judgment annulment civil procedure code remittal for retrial capacità di obbligarsi in via cambiaria

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 739 et seq. of the Civil Procedure Code
Article 3 of Law 3869/2010
Article 14 of Law 3869/2010
Article 560 of the Civil Procedure Code
Article 580 of the Civil Procedure Code
Article 28 of Law 2579/1998
Article 746 of the Civil Procedure Code
Article 8 of Law 3869/2010

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 952 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 952/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ρ. του Σ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πατούχα και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 11-9-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2014 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-11-2021 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 158/2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του ΚΠολΔ, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ... ως προς την οποία εχώρησε η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην, όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς αυτήν, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, η απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη και περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 23-10-2014, της ένδικης, από 16-10-2014, αιτήσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ.

Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι: "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι: "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης' επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:

α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει και οφείλει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, γνώριζε ή προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθΜ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί αποφάσεως ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.

ΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ.

ΑΠ 8/2018). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 16-10-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 111/2014) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών του), κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 119/2018 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού απέρριψε την προαταθείσα, από τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές, ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αίτηση του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ρύθμισε τα χρέη αυτού, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις ειδικότερα αναφερόμενες μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του επί πενταετία και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το 80% της αντικειμενικής της αξίας.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως το πρώτο καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" άσκησε την από 31-8-2020 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με τον τρίτο λόγο της οποίας επανέφερε την ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 58/2021 απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση περί δόλου του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου και περαιτέρω δέχθηκε τυπικά, ως προς το αναιρεσείον, την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, όσον αφορά την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο (ορθώς τρίτο) λόγο της εφέσεως το εκκαλούν προβάλλει αιτίαση περί δόλιας περιέλευσης του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, ισχυριζόμενο ότι ο αιτών προέβη σε υπέρογκο δανεισμό, συνάπτοντας δάνεια τα οποία εξαρχής ήταν αδύνατο να αποπληρωθούν λόγω της µη ύπαρξης επαρκών εισοδημάτων του αιτούντος σε συνδυασµό και µε τις λοιπές υποχρεώσεις του.

Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής (άρθρο 1 του Ν. 3869/2010) είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, διότι δε νοείται δολιότητα του δανειολήπτη µε µόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από το δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές.

Εν προκειμένω το εκκαλούν δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες ενέργειες, µε τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειµένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους. Επιπροσθέτως δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο αιτών γνώριζε την αδυναμία αποπληρωμής των δανείων κατά το χρόνο ανάληψης αυτών.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε δεχόμενο ότι ο αιτών δικαιούται να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και πρέπει ο τρίτος (και όχι τέταρτος όπως εσφαλμένα αναγράφεται) λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αόριστος". Επίσης, δέχθηκε το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, και τα εξής: "Με βάση τα προαναφερόμενα συντρέχουν στο πρόσωπο του ανωτέρω (σ.σ.αιτούντος-πρώτου εφεσιβλήτου) οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 του νόμου, καθώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο πρώτος εφεσίβλητος έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο".

Δηλαδή, το ως άνω δικαστήριο απέρριψε την προβληθείσα ένσταση περί δολιότητας του οφειλέτη εκτός από αόριστη και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ήδη, με τους πρώτο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ερευνώμενους συνδυαστικά κατά το οικείο μέρος τους (που αφορά την ένσταση δόλου), το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως ορθά εκτιμάται, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, για το λόγο ότι απέρριψε ως αόριστη την ένστασή του, περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου - αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, αξιώνοντας πρόσθετα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου, και εκ πλαγίου, με ανεπαρκή άλλως ελλιπή αιτιολογία, ως προς την απόρριψη της ένστασης αυτής λόγω μη απόδειξης της συνδρομής δόλου (ήτοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμης).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 31-8-2020 έφεσης του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτό παραδεκτά επανέφερε τον ισχυρισμό (ένσταση), περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - πρώτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, παραπονούμενο για την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ειδικότερα με τον τρίτο λόγο της έφεσής του επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση ...ούτος έλαβε τα ένδικα δάνεια δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, αφού τα εισοδήματά του κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού προέρχοντο... από τη μισθοδοσία του ως δημοσίου υπαλλήλου, το ύψος της οποίας ήταν εν πολλοίς γνωστό αλλά και δεν ανέμενε από την ανωτέρω εργασία του κάποια αύξηση των εισοδημάτων του και δη τέτοιας έντασης που να του επέτρεπε να είναι συνεπής στις δόσεις δανείων που ανέλαβε...έλαβε δάνεια συνολικού ύψους 131.048,68 ευρώ (κατά το χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως) όταν ο ετήσιος μισθός του ανέρχεται στο ποσό των 25.000 ευρώ περίπου, ήτοι έλαβε δανεισμό 5πλάσιο περίπου των οικονομικών του δυνατοτήτων ΜΗ επιδεικνύοντας επιμέλεια ή σύνεση κατά τη λήψη των δανείων και τη χρήση αυτών...περιήλθε σε κάθε περίπτωση σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του από δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό τραπεζικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός με βάσει τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του οικονομικές δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Κατά τα ως άνω υφίσταται δόλια αδυναμία πληρωμής του αντιδίκου και η κριθείσα αίτησή του έπρεπε να απορριφθεί για το λόγο αυτό και η εκκαλουμένη όφειλε να κάνει δεκτές τις εγερθείσες νομίμως ενστάσεις μας περί δόλιας περιέλευσης του αντιδίκου σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, η οποία προβλήθηκε πρωτοδίκως και παραδεκτά επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη, είναι σαφής και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 ΑΚ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου.

Πιο συγκεκριμένα, το αναιρεσείον μνημονεύει με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα: α) αναφέρει το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο αιτών - πρώτος αναιρεσίβλητος έλαβε από τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα και τα οποία οφείλει, ανερχόμενα στο ποσό των 131.048,68 ευρώ συνολικά, β) προσδιορίζει (έστω και κατά προσέγγιση) το χρόνο λήψης των δανείων, και δη προ του έτους 2006, γ) μνημονεύει τις οικονομικές δυνατότητες του αιτούντος, ήτοι τις μηνιαίες αποδοχές του, ανερχόμενες στο ποσό των 2.181,11 ευρώ και την έλλειψη άλλων περιουσιακών στοιχείων από πλευράς του, πλην της κύριας κατοικίας του, τριών (3) αγροτεμαχίων, εμβαδού 2.000 τ.μ., 1.000 τ.μ.

και 2.000 τ.μ., κειμένων στο Δήμο Ναυπακτίας και δύο (2) Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων και δ) αναφέρει ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα και ειδικότερα τις οικονομικές του δυνατότητες προερχόμενες από το μηνιαίο μισθό του, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, γνώριζε εξαρχής, ή σε κάθε περίπτωση προέβλεπε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε και ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου κατά την ανάληψη των χρεών του, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και της πρόθεσής του να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής του ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου.

Συνακόλουθα, κρίνοντας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο, απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, και απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 ΑΚ, διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις.

Περαιτέρω, κρίνοντας το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ότι η άνω προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, είναι (εκτός από αόριστη) απορριπτέα και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης αποφάσεως), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που παρατέθηκαν και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δη ότι η ανωτέρω περί δόλου ένσταση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς να διαλάβει καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του πραγματικού των ανωτέρω εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου κανόνων για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε και δη ότι η ως άνω προβληθείσα ένσταση περί δόλου είναι, εκτός από αόριστη, και ουσιαστικά αβάσιμη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα και για το λόγο αυτό, ήτοι και λόγω της ουσιαστικής αβασιμότητάς της.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το προεκτεθέν μέρος τους, που αφορά την ένσταση δόλου, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 6 αντίστοιχα, του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι ουσιαστικά βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου κατά τα λοιπά σκέλη του και του δεύτερου αναιρετικού λόγου, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους και πρέπει να αναιρεθεί, στο σύνολό της η απόφαση αυτή.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019).

Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 58/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ