Legislator Giurisprudenza & Legislazione
882/2019 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on debt collection, ruling lower court's factual assessment was legally sound.

Numero d'incarto 882/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a debt collection case. The appellant argued procedural errors and violations of insolvency laws, but the Court found the lower court's reasoning sufficient and its factual evaluation within its discretion. Consequently, the appeal was dismissed as unfounded, and the appellant's costs were ordered to be paid to the public treasury.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 560, 561 of the Code of Civil Procedure; Article 8 of Law 3869/2010: The Supreme Court must independently verify if a party expedited the appeal hearing; if no valid expedition is found, the appeal is inadmissible. Furthermore, appeals challenging the substantive evaluation of facts or the lower court's reasoning are inadmissible as they infringe upon the non-appealable judgment of the court of first instance.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility expedited hearing substantive review factual assessment debt collection insolvency law costs allocation mutamento delle condizioni finanziarie

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 560, number 6 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, item e of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, item b of Law 3869/2010
Article 3, paragraph b of Law 3869/2010

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 882 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 882/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ο. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Βενιέρη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου και συνεκδικάστηκε με την από 30-12-2015 αίτηση της Μαρίας Κάβουρα, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατική έδρα Λήμνου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον άλλο διάδικο που επέσπευσε τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, η συζήτηση της υπό κρίση, από 15-3-2018, αίτησης για αναίρεση της 317/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης είχε προσδιοριστεί για την παρούσα δικάσιμο με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αντίγραφο της αίτησης αυτής, με κλήση προς συζήτησή της, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ... (σχετ. η …55Δ/3-7-3018, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Η. Μ.), καλούμενη να παραστεί στην πιο πάνω συζήτηση.

Όμως αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του. Γι' αυτό, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη.

Επίσης, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, την δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 317/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. του Κ.Πολ.Δικ.), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών γεννήθηκε το έτος 1973, δηλαδή είναι 44 ετών.

Είναι υπαξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας, επισμηνίας και έγγαμος με τη νηπιαγωγό Μ. Κ., με την οποία έχουν δύο τέκνα, τον Π. και τον Α., 10 και 7 ετών αντίστοιχα. Δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, επομένως δεν δύναται να πτωχεύσει και ως εκ τούτου μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ανέρχονταν στο ποσόν των 1.811,51 ευρώ και μετά από την παρακράτηση φόρου και τις ασφαλιστικές κρατήσεις στο ποσόν των 1.241,30 ευρώ.

Από αυτό το ποσόν παρακρατούνταν ακόμη 684,61 ευρώ για την αποπληρωμή δανείου προς το εκκαλούν και ο αιτών λάμβανε τελικά καθαρό ποσόν 556,69 ευρώ μηνιαίως. Δυνάμει της χορηγηθείσας από την Ειρηνοδίκη Λήμνου προσωρινής διαταγής με ημερομηνία 19.1.2016 η παρακράτηση υπέρ του εκκαλούντος μειώθηκε από το ποσόν των 684,61 ευρώ στο ποσόν των 309 ευρώ.

Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της συζύγου του κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ανερχόνταν στο ποσόν των 1.579 ευρώ και μετά από την παρακράτηση φόρου και τις ασφαλιστικές κρατήσεις στο ποσόν των 1.154,04 ευρώ. Επομένως, το καθαρό οικογενειακό εισόδημα τους ανέρχονταν κατά τον κρίσιμο χρόνο στο ποσόν των (556,69 + 1.154,04) 1.710,73 ευρώ.

Ο αιτών δεν καταβάλλει μίσθωμα, διότι αγόρασε την κατωτέρω αναφερόμενη οικία με δάνειο που έλαβε από το εκκαλούν. Κατοικεί στη …. και εργάζεται στην περιοχή του αεροδρομίου της …., δηλαδή σε απόσταση περί τα 20 χιλιόμετρα μακριά, η δε σύζυγός του εργάζεται στο …., δηλαδή περί τα 30 χιλιόμετρα μακριά. Ο αιτών μεταβαίνει κάθε δεύτερη ημέρα στην εργασία του και η σύζυγός του καθημερινά, αμφότεροι με τα δικά τους οχήματα.

Η μετάβαση και η επιστροφή από την εργασία τους επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό τους με το ποσόν των περίπου 400 ευρώ μηνιαίως, περιλαμβανομένης, πλην της αγοράς καυσίμων, και της συντήρησης των οχημάτων. Λαμβανομένου υπ' όψιν ότι πρόκειται για τετραμελή οικογένεια, για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών τους, επιβαρύνονται με χρηματικό ποσόν περί τα 400 ευρώ για την αγορά τροφίμων και συναφών προϊόντων.

Επίσης, τα παιδιά τους εκτός των διατροφικών έχουν και εκπαιδευτικές ανάγκες. Παρακολουθούν μαθήματα αγγλικών και κιθάρας, για τα οποία ο αιτών και η σύζυγός του δαπανούν ποσόν 110 ευρώ μηνιαίως. Επιπλέον, ο μεγαλύτερος υιός τους υποβάλλεται σε ορθοδοντική θεραπεία, η οποία επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό του αιτούντος κατά 100 ευρώ μηνιαίως και εκτιμάται ότι θα είναι μακράς διάρκειας.

Το κόστος της θέρμανσης της οικίας τους ανέρχεται στο ποσόν των 165 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο με την επισήμανση ότι η θέρμανση δεν απαιτείται όλους τους μήνες του έτους. Για την πληρωμή των λογαριασμών ύδρευσης, ηλεκτροδότησης και τηλεφωνίας και του κόστους της εν γένει συντήρησης της οικίας τους δαπανούν κατά μέσο όρο το ποσόν των 100 ευρώ μηνιαίως.

Πρέπει πλην των ανωτέρω να καλυφθούν οι ανάγκες των μελών της οικογενείας του αιτούντος σε είδη ένδυσης και υπόδησης. Λαμβανομένης υπ' όψιν αφ' ενός αυτής της ανάγκης αφ' ετέρου του γεγονότος ότι οι προσωπικές ανάγκες του αιτούντος και των μελών της οικογενείας του είναι οι συνήθεις για πρόσωπα της ιδίας κοινωνικής, οικονομικής κατάστασης, ηλικίας και φύλου, και εκ τρίτου του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκαν άλλες, ιδιαίτερες περιστάσεις, επαυξάνουσες τις δαπάνες που απαιτούνται για τη διαβίωση της οικογενείας του αιτούντος, οι μηνιαίες συνήθεις δαπάνες που απαιτούνται την κανονική, δηλαδή χωρίς στερήσεις, διαβίωση της οικογενείας του ανέρχονται στο ποσόν των 1.575 ευρώ κατά μέσο όρο και σε αυτό το ποσόν ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Το Δικαστήριο δεν άγεται σε διαφορετικό συμπέρασμα, ευμενέστερο για τον αιτούντα, με βάση το επίπεδο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης της τετραμελούς οικογένειας δυνάμει των στοιχείων που εξέδωσε τη 10.4.2014 το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (άρθρο παρ. 2 ν. 4336/2015), διότι σύμφωνα με τις δύο πρώτες ομάδες δαπανών που αναγνωρίζει το ανωτέρω συμβούλιο ως εύλογες για τη διατήρηση του αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης μίας τετραμελούς οικογένειας, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογενείας του αιτούντος θα ήταν χαμηλότερο, δηλαδή 1.347 ευρώ (πρώτη ομάδα) και 1.527 ευρώ (δεύτερη ομάδα), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών και τα μέλη της οικογενείας του υποβάλλονται ή πρέπει να υποβάλλονται σε δαπάνες που ανήκουν στην τρίτη και τέταρτη ομάδα δαπανών (αγορά αγαθών διαρκείας, ηλεκτρικών συσκευών, οινοπνευματωδών ποτών, προϊόντων καπνού, μίσθωση τουριστικών καταλυμάτων, αγορά αεροπορικών εισιτηρίων), ώστε να γίνει δεκτό στην παρούσα δίκη ότι οι δαπάνες της αξιοπρεπούς διαβίωσής τους υπερβαίνουν το αποδειχθέν ποσόν των 1.575 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών είναι κύριος μίας αυτοτελούς και διαιρεμένης ιδιοκτησίας, που αποτελεί την κύρια κατοικία του ιδίου και της οικογενείας του υπό στοιχείο Κ1, και ανεγέρθηκε σε γεωτεμάχιο έκτασης 2.016,41 τετραγωνικών μέτρων στην περιοχή ... στη .... Η κατοικία του έχει επιφάνεια 99,65 τετραγωνικών μέτρων με ποσοστό συγκυριότητας 500/1000 επί του οικοπέδου και αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια, τραπεζαρία, καθιστικό, κουζίνα, αποθήκη, διάδρομο και λουτρό, παρακολούθημα δε αυτής της ιδιοκτησίας είναι η υπόγεια αποθήκη υπό στοιχείο Κ1.

Η αντικειμενική αξία της κατοικίας ανέρχεται στις 68.647,66 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη άλλης ακίνητης περιουσίας στην κυριότητα του αιτούντος. Επίσης, είναι κύριος ενός αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης εργοστασίου κατασκευής SUZUKI τύπου VITARA, υπ' αρ. πινακίδων κυκλοφορίας ...28, 1.590 κ.ε., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1998.

Η εμπορική αξία του οχήματος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ανέρχονταν στο ποσόν των 3.000 ευρώ. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο με βάση τον τύπο του οχήματος, την παλαιότητά του και το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε σύγκρουσή του σε συνδυασμό με τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπ όψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο στην αγορά των μεταχειρισμένων επιβατικών οχημάτων.

Αναφορικά με τις δανειακές υποχρεώσεις του αιτούντος αποδείχθηκε ότι αυτός βαρύνεται με τις εξής οφειλές. Το έτος 2005 έλαβε από το εκκαλούν δάνειο ποσού 135.388 ευρώ δυνάμει της δανειακής σύμβασης υπ' αρ. 11/18636/2005 με σκοπό την ανέγερση της ανωτέρω κατοικίας. Με την ίδια σύμβαση έλαβε επιπλέον δάνειο ποσού 3.178 ευρώ για τη χρηματοδότηση του τέλους χαρτοσήμου.

Οι απαιτήσεις αυτές είναι εξασφαλισμένες με υποθήκη πρώτης τάξης επί της ανωτέρω κατοικίας για την ικανοποίηση της απαίτησης του εκκαλούντος μέχρι του ποσού των 138.558 ευρώ. Η υποθήκη γράφτηκε δυνάμει της ανωτέρω δανειακής σύμβασης στον τόμο 10 με αριθμό 31 των βιβλίων υποθηκών του υποθηκοφυλακείου …. Επίσης, ο αιτών εγγυήθηκε την αποπληρωμή επισκευαστικού δανείου ποσού 60.000 ευρώ, το οποίο έλαβε η σύζυγός του Μ.

Κ. από την ... το έτος 2007 δυνάμει της δανειακής σύμβασης υπ' αρ. ...5845/23.8.2007, για να επισκευάσει την παλαιά οικία των γονέων της στο χωριό …. της …., της οποίας αυτή έχει την ψιλή κυριότητα και οι γονείς της την επικαρπία. Από την πρώτη δανειακή σύμβαση, στην οποία συνεβλήθη ως πρωτοφειλέτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο όφειλε στο εκκαλούν ποσόν 109.782,90 ευρώ από το πρώτο δάνειο και ποσόν 2.576 ευρώ από το δεύτερο δάνειο.

Από τη δεύτερη δανειακή σύμβαση, στην οποία συνεβλήθη ως εγγυητής, κατά τον κρίσιμο χρόνο όφειλε στο εκκαλούν ποσόν 54.156,30 ευρώ. Δηλαδή, οι συνολικές οφειλές του ανερχόταν στο ποσόν των 166.515,20 ευρώ. Όπως, αποδείχθηκε, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσόν των 556,69 ευρώ μηνιαίως και οι αντίστοιχες της συζύγου του στο ποσόν των 1.154,04 ευρώ, οι δε αναγκαίες δαπάνες για την αξιοπρεπή διαβίωση της οικογενείας του αιτούντος στο ποσόν των 1.575 ευρώ.

Με βάση την αναλογία των καθαρών εισοδημάτων τους (1 προς 2,07) ο αιτών υποχρεούται να συνεισφέρει στις ανάγκες του κοινού οίκου το ποσόν των 513 ευρώ και η σύζυγός του το ποσόν των 1.062 ευρώ κατ' άρθρο 1389 ΑΚ. Με βάση τους ανωτέρω υπολογισμούς οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος, αφού δηλαδή αφαιρεθεί και η μηνιαία εξοφλητική δόση των 684,91 ευρώ προς το εκκαλούν, επαρκούν για την καταβολή της συνεισφοράς του για την πλήρη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών για την αξιοπρεπή διαβίωση της οικογενείας του και απομένει υπόλοιπο (556,69 - 513) 43.69 ευρώ (Α.

Κ., ο.π., σελ. 118). Το υπόλοιπο αυτό δεν επαρκεί για την πληρωμή της μηνιαίας δόσης των περίπου 211 ευρώ προς την ... για την εξόφληση του ανωτέρω δανείου, την αποπληρωμή του οποίου εγγυήθηκε. Η σύζυγός του και πρωτοφειλέτρια μετά από την καταβολή της δικής της συνεισφοράς για την πλήρη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών για την αξιοπρεπή διαβίωση της οικογενείας τους διαθέτει υπόλοιπο (1.154 - 1.062) 92 ευρώ.

Ούτε το μηνιαίο διαθέσιμο υπόλοιπο της πρωτοφειλέτριας συζύγου του ούτε το άθροισμα των υπολοίπων μηνιαίων διαθεσίμων υπολοίπων αμφοτέρων των συζύγων, που ανέρχεται στο ποσόν των (43,69 + 92) 135,69 ευρώ επαρκεί για την καταβολή της μηνιαίας εξοφλητικής δόσης των 211 ευρώ προς την .... Επομένως, ο αιτών είτε στηριζόμενος σε αποκλειστικά ίδιες οικονομικές δυνάμεις είτε σε συνδυασμό με αυτές της πρωτοφειλέτριας συζύγου του, αδυνατεί να ανταποκριθεί στην εγγυητική ευθύνη του έναντι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Εάν το εκκαλούν δεν παρακρατούσε το ποσόν της μηνιαίας εξοφλητικής δόσης από τις αποδοχές του αιτούντος και αυτός επέλεγε να ανταποκριθεί στην εγγυητική ευθύνη του έναντι της Εθνικής Τράπεζας, δεν θα είναι δυνατό να συνεχίσει να καταβάλλει ολόκληρη τη μηνιαία εξοφλητική δόση του στο εκκαλούν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αδυναμία αυτή του αιτούντος είναι μόνιμη, διότι σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα αυξηθεί το εισόδημα του αιτούντος ούτε θα βελτιωθεί με άλλο τρόπο η οικονομική του κατάσταση, έτσι ώστε να καταστεί εκ νέου δυνατή η ικανοποίηση όλων των χρηματικών του υποχρεώσεων.

Παρά ταύτα δεν αποδείχθηκε ο γενικός χαρακτήρας της αδυναμίας του να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των χρηματικών οφειλών του. Ειδικότερα, ο αιτών δύναται να καταβάλλει, έστω και με την προαναφερθείσα παρακράτηση μέρους των αποδοχών του, τη μηνιαία οφειλή του προς το εκκαλούν, να καλύψει τη συνεισφορά που του αναλογεί για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών του και επιπλέον περισσεύει ποσόν 43,69 ευρώ, το οποίο δεν αρκεί για την πληρωμή του δανείου της συζύγου του προς την ..., για την εξόφληση του οποίου εγγυήθηκε ο αιτών.

Δεδομένου του ύψους της μηνιαίας δόσης του δανείου αυτού (περί τα 211 ευρώ), του μεγάλου τμήματος της δόσης αυτής που μπορεί να πληρωθεί από το μηνιαίο διαθέσιμο υπόλοιπο του αιτούντος και της πρωτοφειλέτριας συζύγου του (135,69 ευρώ) και της σύγκρισης του μέρους των οφειλών του, το οποίο δύναται να εξυπηρετεί ο αιτών [(684,91 + 43,69) 728,60 ευρώ], σε σύγκριση με το μέρος των οφειλών του, το οποίο δεν μπορεί να εξυπηρετεί ούτε ο ίδιος ούτε από κοινού με την πρωτοφειλέτρια σύζυγό του: [(211 - 43,69) 167,31 ευρώ στην πρώτη και (211 - 135,69) 75,31 ευρώ στη δεύτερη περίπτωση], το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο αιτών δύναται να συνεχίσει να εξοφλεί το σημαντικά μεγαλύτερο μέρος των χρηματικών υποχρεώσεών του και γι' αυτό δεν περιήλθε σε γενική αδυναμία πληρωμής.

Το εναπομένον τμήμα της μηνιαίας οφειλής προς την ..., το οποίο δεν είναι δυνατό να πληρωθεί, είναι πολύ μικρό σε σχέση με το ύψος των χρημάτων που αυτός δύναται να καταβάλει και ως εκ τούτου δεν δύναται να θεμελιωθεί επ' αυτού η γενικότητα αδυναμίας πληρωμής, η οποία είναι απαραίτητη για την υπαγωγή των οφειλών στις διατάξεις του ν. 3869/2010.

Το πολύ μικρό μέρος της απορρέουσας από την εγγυητική του ευθύνη οφειλής προς την ..., το οποίο αδυνατεί να πληρώσει ο αιτών ούτε μόνος του ούτε από κοινού με την πρωτοφειλέτρια σύζυγό του, ανέρχεται, όπως αποδείχθηκε στο ποσόν των 167,31 ευρώ στην πρώτη και 75.31 ευρώ στη δεύτερη περίπτωση. Πρόκειται για λίγα χρήματα, η έλλειψη των οποίων δεν αρκεί για την αποδοχή της υπό κρίση αίτησης και για την υπαγωγή όλων των οφειλών του αιτούντος στις ευμενείς για τους υπερχρεωμένους δανειολήπτες διατάξεις του ν. 3869/2010.

Με την εξοικονόμηση ορισμένων δαπανών, όπως ενδεικτικά με την εξοικονόμηση της δαπάνης από τη χρήση των δύο οχημάτων του αιτούντος και της συζύγου του και ιδίως του οχήματος του αιτούντος, εάν αυτός χρησιμοποιούσε υπηρεσιακό όχημα για τη μετάβαση στον τόπο εργασίας του και την επιστροφή του, θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν τα απαραίτητα χρήματα για την συμπλήρωση του ελλείποντος χρηματικού ποσού για τη συμπλήρωση της μηνιαίας δόσης των 211 ευρώ περίπου προς την ..., χωρίς να υποβαθμισθεί το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης του αιτούντος και των μελών της οικογενείας του.

Επικουρικώς, ας προστεθεί ότι η οφειλή αυτή των 211 ευρώ έχει ήδη ρυθμισθεί με την εκκαλούμενη απόφαση κατ' αποδοχή της προαναφερθείσας αίτησης της συζύγου του εδώ αιτούντος, σύμφωνα δε με τη ρύθμιση αυτή η μηνιαία δόση που οφείλεται στην ... μειώθηκε στο ποσόν των 130 ευρώ, το οποίο θα καταβάλλεται επί τρία έτη.

Επομένως, γενομένου δεκτού του τρίτου λόγου της έφεσης και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του, η αίτηση του πρώτου εφεσίβλητου υπ' αρ. καταθ. 40/30. 12.2015 αποδείχθηκε ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως απαραδέκτως ασκηθείσα κατά της δεύτερης εφεσίβλητης, να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί και να δικασθεί η αίτηση, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλούμενος πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 δεχόμενη ότι "ο αιτών δύναται να συνεχίσει να εξοφλεί το σημαντικό μέρος των χρηματικών υποχρεώσεων του και γι' αυτό δεν περιήλθε σε γενική αδυναμία πληρωμής", τούτο δε χωρίς να έχει προταθεί σχετικός ισχυρισμός από το αντίδικο και αφού υπέλαβε όλα τα παραπάνω, έκανε δεκτή την έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου και κράτησε και δίκασε την αίτηση και απέρριψε αυτή.

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση τόσο των προτάσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο δευτεροβάθμιο, αλλά και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο πρόβαλε και στο πρωτοβάθμιο αλλά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό περί ανυπαρξίας μόνιμης αδυναμίας πληρωμών ως θετικής προϋποθέσεως υπαγωγής του αναιρεσείοντος στη διαδικασία ρύθμισης των χρεών του ν. 3869/2010, διαλαμβάνοντας σχετικούς λόγους προς αιτιολόγηση των ισχυρισμών του, αλλά και το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί της ουσίας κρίση του σύμφωνα και με όσα αναφέρονται παραπάνω, ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων έχει περιέλθει σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλούμενος πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1α' ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι εξάρτησε την αξιολόγηση της μονιμότητας και γενικότητας της αδυναμίας πληρωμών των οφειλών του όχι από τις δικές του οικονομικές δυνατότητες ως οφειλέτη ατομικά αλλά σε συνδυασμό με τις οικονομικές δυνάμεις της συζύγου του, χωρίς να λάβει υπόψη ότι η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη για κάθε αιτούντα για υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι η αδυναμία του αναιρεσείοντος να εξυπηρετήσει τα χρέη του είναι μόνιμη "διότι σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα αυξηθεί το εισόδημα του αιτούντος ούτε θα βελτιωθεί με άλλο τρόπο η οικονομική του κατάσταση, έτσι ώστε να καταστεί εκ νέου δυνατή η ικανοποίηση όλων των χρηματικών του υποχρεώσεων".

Περαιτέρω όμως έκρινε ότι "παρά ταύτα δεν αποδείχθηκε ο γενικός χαρακτήρας της αδυναμίας του να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των χρηματικών οφειλών του... ότι ο αιτών δύναται να συνεχίσει να εξοφλεί το σημαντικά μεγαλύτερο μέρος των χρηματικών υποχρεώσεών του και γι' αυτό δεν περιήλθε σε γενική αδυναμία πληρωμής.

Το εναπομένον τμήμα της μηνιαίας οφειλής προς την ..., το οποίο δεν είναι δυνατό να πληρωθεί, είναι πολύ μικρό σε σχέση με το ύψος των χρημάτων που αυτός δύναται να καταβάλει και ως εκ τούτου δεν δύναται να θεμελιωθεί επ' αυτού η γενικότητα αδυναμίας πληρωμής, η οποία είναι απαραίτητη για την υπαγωγή των οφειλών στις διατάξεις του ν. 3869/2010".

Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο δέχτηκε με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και όχι με βάση αβέβαια και μελλοντικά περιστατικά και συνθήκες, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προαναφερομένης ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και απέρριψε την αίτηση ρύθμισης των χρεών του αναιρεσείοντος.

Επίσης αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών των οφειλών του από τον αναιρεσείοντα το δικαστήριο της ουσίας έκρινε την αδυναμία του αυτή με βάση την αυτοδύναμη ικανότητά του να αποπληρώσει ή όχι τις χρηματικές οφειλές του, η αναφορά δε στα εισοδήματα της συζύγου του καθόσον αυτή ήταν η πρωτοφειλέτρια του επισκευαστικού δανείου που έλαβε από την ..., την αποπληρωμή του οποίου εγγυήθηκε ο αιτών, έγινε για να καταστεί αντιληπτό ότι ο αιτών αδυνατεί να ανταποκριθεί στην εγγυητική ευθύνη του έναντι της Εθνικής τράπεζας είτε στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις, είτε σε συνδυασμό με αυτές της πρωτοφειλέτριας συζύγου του και όχι για να κρίνει αν η αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών του εξαρτάται και από άλλο πρόσωπο και καθορίζεται από αυτό όπως προσάπτει ο αναιρεσείων εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ότι η προσβαλλόμενη εσφαλμένα έκρινε ότι η αδυναμία πληρωμών του εξαρτάται από τις μελλοντικές αβέβαιες πληρωμές που θα κάνει η πρωτοφειλέτρια αλλά υπερχρεωμένη ως υπαχθείσα στη διαδικασία του ν. 3869/2010 σύζυγός του.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλούμενος πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 6 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι εμπεριέχει σφάλμα περί την αιτιολογία με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη νομικής βάσης και ανεπάρκεια αιτιολογίας, καθώς ο δικαστής έκρινε χωρίς να έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση όπως απαιτείται στην εκουσία διαδικασία και με ελλειπή νομική βάση και αιτιολογία, άλλως με αντιφατική αιτιολογία σε ζητήματα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα βασίστηκε σε μελλούμενα, αβέβαια περιστατικά και συνθήκες τα οποία δεν υπήρχαν κατά το σχηματισμό της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά ίσως να συμβούν στο μέλλον με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος στην ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Ότι ναι μεν η αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών του αιτούντος είναι μόνιμη, διότι σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα αυξηθεί το εισόδημα ούτε θα βελτιωθεί με άλλο τρόπο η οικονομική του κατάσταση, έτσι ώστε να καταστεί εκ νέου δυνατή η ικανοποίηση όλων των χρηματικών του υποχρεώσεων.

παρά ταύτα δεν αποδείχθηκε ο γενικός χαρακτήρας της αδυναμίας του να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των χρηματικών οφειλών του γιατί ο αιτών δύναται να καταβάλλει, έστω και με την παρακράτηση μέρους των αποδοχών του, τη μηνιαία οφειλή του προς το εκκαλούν, να καλύψει τη συνεισφορά που του αναλογεί για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών του και επιπλέον περισσεύει ποσόν 43,69 ευρώ, το οποίο δεν αρκεί για την πληρωμή του δανείου της συζύγου του προς την ..., για την εξόφληση του οποίου εγγυήθηκε ο αιτών.

Περαιτέρω δέχθηκε ότι ο αιτών δύναται να συνεχίσει να εξοφλεί το σημαντικά μεγαλύτερο μέρος των χρηματικών υποχρεώσεων του και γι' αυτό δεν περιήλθε σε γενική αδυναμία πληρωμής. Το εναπομένον τμήμα της μηνιαίας οφειλής προς την ..., το οποίο δεν είναι δυνατό να πληρωθεί, είναι πολύ μικρό σε σχέση με το ύψος των χρημάτων που αυτός δύναται να καταβάλει και ως εκ τούτου δεν δύναται να θεμελιωθεί επ' αυτού η γενικότητα αδυναμίας πληρωμής, η οποία είναι απαραίτητη για την υπαγωγή των οφειλών στις διατάξεις του ν. 3869/2010.

Με την εξοικονόμηση δε ορισμένων δαπανών, όπως ενδεικτικά με την εξοικονόμηση της δαπάνης από τη χρήση των δύο οχημάτων του αιτούντος και της συζύγου του και ιδίως του οχήματος του αιτούντος, εάν αυτός χρησιμοποιούσε υπηρεσιακό όχημα για τη μετάβαση στον τόπο εργασίας του και την επιστροφή του, θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν τα απαραίτητα χρήματα για την συμπλήρωση του ελλείποντος χρηματικού ποσού για τη συμπλήρωση της μηνιαίας δόσης των 211 ευρώ περίπου προς την ..., χωρίς να υποβαθμισθεί το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης του αιτούντος και των μελών της οικογενείας του.

Επίσης δέχθηκε ότι η οφειλή αυτή των 211 ευρώ έχει ήδη ρυθμισθεί με την εκκαλούμενη απόφαση κατ' αποδοχή της συζύγου του, σύμφωνα δε με τη ρύθμιση αυτή η μηνιαία δόση που οφείλεται στην ... μειώθηκε στο ποσόν των 130 ευρώ, το οποίο θα καταβάλλεται επί τρία έτη. Υπό τις ως άνω παραδοχές δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και το δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο τα ίδια δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η μη συνδρομή της γενικής αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του αναιρεσείοντος των χρηματικών του οφειλών.

Επομένως το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Μονομελές Πρωτοδικείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018 αίτηση για αναίρεση της 317/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ