Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds but allows partial review of additional compensation claim.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding the inadmissibility of the exhaustion defense due to lack of specificity in the lower court's reasoning. While the court rejected the argument that the defense was vague, it found the appeal admissible concerning the assessment of evidence regarding additional compensation. Consequently, the case was remitted to the Court of First Instance for further examination of this specific issue.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially admit an appeal when the appellant raises inadmissibility arguments on one ground while the appeal is admissible on another distinct ground, requiring remittal for further examination of the admissible portion.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 948 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 948/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κυριακουλάκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Κατσερέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2022 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 947/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2979/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυνάμενη να γίνει είτε ρητά, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρά, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαία ο περί αποδοχής σκοπός.
Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραίτησης από την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης δύναται να συντρέχει και όταν ο αναιρεσείων δικαιούχος πριν από την άσκησή της εισπράττει το μέρος της τελεσιδίκως σ' αυτόν επιδικασθείσας απαίτησης μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, χωρίς επιφύλαξη από αυτόν δια το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του, ως προς το οποίο απερρίφθη η αγωγή του (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 636/2023, 958/2021, 314/2018), που έχει ως δικονομική συνέπεια την απόρριψη της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 300/2022, 1474/2019).
Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για να ισχύσουν τα ανωτέρω είναι να έχει γίνει η καταβολή και η λήψη του επιδικασθέντος ποσού με τους τόκους και τα έξοδα πριν την άσκηση του ενδίκου μέσου (ΑΠ 636/2023, 1713/2018). Ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου περί σιωπηρής παραίτησης προβάλλεται με την ποινή της απόρριψης του ως απαραδέκτου, με τις προτάσεις αυτού (αναιρεσιβλήτου), οι οποίες πρέπει να κατατεθούν μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 570 ΚΠολΔ προθεσμία και ειδικότερα 20 ημέρες πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως, και ερευνάται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 636/2023, 1279/2021, 1253/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Επί της από 20-1-2022 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε την επιδίκαση ποσού 45.220 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών και ποσού 30.765 ευρώ ως οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η υπ' αριθ. 947/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.887 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης.
Επί της από 11.10.2022 έφεσης του ενάγοντος εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 2979/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα για οφειλόμενες αποδοχές το ποσό των 10.318,66 ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης το ποσό των 11.970,90 ευρώ και συνολικά το ποσό των 22.289,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ο ενάγων άσκησε την ένδικη από 31.7.2023 με αριθμ. καταθ. 6469/652/2023 αίτηση αναίρεσης. Η αναιρεσίβλητη με τις από 30.1.2024 προτάσεις της που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 30.1.2024, είκοσι (20) ημέρες από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), προτείνει την ένσταση του απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ισχυριζόμενη ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση αυτής, αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου χωρίς επιφύλαξη, δεδομένου ότι στις 6.7.2023 της κοινοποίησε ακριβές αντίγραφο εκ του με αριθμ. ...
πρώτου απογράφου εκτελεστού με επιταγή προς πληρωμή συνολικού ύψους 28.731,46 ευρώ, το οποίο αυτή του κατέβαλε στις 7.7.2023 με την παραλαβή εκ μέρους του της υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδόσεως της εταιρείας ... σε διαταγή αυτής (αναιρεσίβλητης), πληρωτέας στην ... και ότι με την ανεπιφύλακτη είσπραξη από τον αντίδικό της του τελεσίδικα επιδικασθέντος ποσού μετά των νομίμων τόκων και της δικαστικής δαπάνης έγινε εκ μέρους του πλήρης αποδοχή της τελεσίδικης απόφασης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσκομιζόμενης από 7.7.2023 απόδειξης παραλαβής επιταγής, που φέρει την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι ο ενάγων α) παρέλαβε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Σ. Χ. την υπ' αριθμ. ...
επιταγή εκδόσεως της εταιρείας ... σε διαταγή της εναγομένης ποσού 28.731,46 ευρώ, πληρωτέας εκ του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της στην Τράπεζα ... που οπισθογραφήθηκε από τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο αυτής σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησής του εκ της από 6.7.2023 επιταγής προς πληρωμή κάτω του απογράφου της υπ' αριθμ. 2979/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) παρέδωσε το απόγραφο της ως άνω απόφασης στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης.
Πλην, όμως, και ανεξαρτήτως του ότι δεν προσκομίζεται από την αναιρεσίβλητη βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας περί είσπραξης της επιταγής από τον αναιρεσείοντα, η ως άνω δήλωση του τελευταίου στην από 7.7.2023 απόδειξη παραλαβής επιταγής, ότι παρέλαβε αυτή σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησής του από την από 6.7.2023 επιταγή προς πληρωμή κάτω του απογράφου της υπ' αριθμ. 2979/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και ότι παρέδωσε το απόγραφο της απόφασης, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι εμπεριέχει παραίτηση από το δικαίωμά του να ασκήσει αναίρεση ως προς το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του, ως προς το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε η αγωγή του, αφού πέραν των ανωτέρω, δεν υφίστανται και άλλα νομικώς αξιόλογα στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί η εκδοχή ότι ο αναιρεσείων εκδήλωσε σιωπηρά βούληση αποδοχής της εφετειακής απόφασης, κατά το μέρος που τον έβλαπτε, και αντίστοιχης παραίτησής του από το δικαίωμά του να επιδιώξει την αναίρεση της ως προς το μέρος της κατά το οποίο είχε ηττηθεί, εφόσον, μάλιστα δεν δηλώνεται σ' αυτή (απόδειξη) ότι ουδεμία απαίτηση έχει η διατηρεί κατά της αναιρεσίβλητης και ως προς απορριφθέν αυτό μέρος.
Επομένως ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, η από 31.7.2023 με αριθμ. καταθ. 6469/652/1.8.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 2979/15.6.2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1-2, 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/1957, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, ορίζεται ότι: "Μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού Οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου να αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρώσι είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου.
Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν.Δ. 3198/1955, ως και των διατάξεων του Ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη και του Β.Δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920 "περί επεκτάσεως του Ν.2112 περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών", πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν".
Περαιτέρω, με τη διάταξη της υποπαράγραφου 12 (που φέρει τον τίτλο "Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου") της παραγράφου ΙΑ (που φέρει τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τον ΟΑΕΔ-Ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας") του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/12 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016" (Α 222/12.11.2012), όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αυτής, αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 34 παρ. 9 και 10 του ν. 4111/2013 (Α 18/25.1.2013), αντίστοιχα, ορίζονται τα εξής: "1.
Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 (Α' 67), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και το εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α' 115), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010 (Α' 212) αντικαθίστανται ως εξής: 1. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησης της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους α)..., β)..., γ)..., δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση.
Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο ιδιωτικό υπάλληλο κατά τα ανωτέρω, καταβάλει στον απολυόμενο το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 3.1.
Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου, ως εξής: Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη [...] 16 έτη συμπληρωμένα και άνω, ποσό αποζημίωσης 12 μηνών.
Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α' 98) εξακολουθεί να ισχύει. 3. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των 17 ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επί πλέον της προβλεπομένης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης κατά την εξής αναλογία για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 1 μηνός αποζημίωση, για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 2 μηνών αποζημίωση, για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 3 μηνών αποζημίωση, για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 4 μηνών αποζημίωση, για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 5 μηνών αποζημίωση, για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση, για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση, για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση, για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση, για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση, για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση, για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω 12 μηνών αποζημίωση.
Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: α) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του και β) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955. 4.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οποιαδήποτε διάταξη ευνοϊκότερη των περιπτώσεων 2 και 3 της παρούσας υποπαραγράφου, προσαρμόζεται στα προβλεπόμενα από αυτές όρια". Με τις διατάξεις αυτές καταργήθηκαν οι ρυθμίσεις του προηγουμένου νομοθετικού καθεστώτος που προέβλεπαν μεγαλύτερη αποζημίωση για τους έχοντες προϋπηρεσία πλέον των 16 ετών συμπληρωμένων στον ίδιο εργοδότη, της οποίας το ύψος περιορίσθηκε το πολύ σε δώδεκα μηνιαίους μισθούς για τους έχοντες 16 και άνω συμπληρωμένα έτη προϋπηρεσίας.
Επιπρόσθετα όμως ο νομοθέτης, με στόχο τη μερική διασφάλιση των δικαιωμάτων των ήδη εργαζομένων με αυξημένη άνω των 16 ετών προϋπηρεσία, οι οποίοι απασχολούνταν στον ίδιο εργοδότη, περιέλαβε, ως μεταβατική διάταξη, την ως άνω παράγραφο 3 της υποπαραγράφου 12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 34 του ν. 4111/2013, η οποία προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι που κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (12.11.2012) έχουν συμπληρώσει υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη 17 έτη και άνω δικαιούνται πρόσθετης επιπλέον αποζημίωσης, με βάση τα συμπληρωμένα έτη υπηρεσίας τους κατά την ημερομηνία αυτή (12.11.2012) και με μέγιστο όριο τους δώδεκα (12) επί πλέον μισθούς για τους έχοντες συμπληρώσει κατά την εν λόγω ημερομηνία άνω των 28 ετών υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, ανεξαρτήτως του χρόνου που θα λάβει χώρα η καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης, χωρίς, στην περίπτωση αυτή, να προσμετράται η υπηρεσία που ο μισθωτός θα διανύσει στον ίδιο εργοδότη μετά την 12.11.2012 για τον υπολογισμό της αποζημίωσής του.
Δηλαδή, η επιπλέον αυτή αποζημίωση παγιώνεται στον αριθμό των μισθών στον οποίο αυτή είχε ανέλθει την 12.11.2012, οποτεδήποτε και αν απολυθεί, μετά την ημερομηνία αυτή, ο ιδιωτικός υπάλληλος με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε στις 12.11.2012 υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη άνω των 17 ετών, καθώς ο μεταγενέστερος χρόνος υπηρεσίας του δεν θα λαμβάνεται πλέον υπόψη (ΑΠ 846/2023, 2106/2022, 1184/2017).
Το ύψος δε της κατά τα ανωτέρω πρόσθετης αποζημίωσης υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό τον περιορισμό ότι αυτές δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Ο ανωτέρω όμως περιορισμός του ποσού των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ μηνιαίως για τον υπολογισμό της πρόσθετης αυτής αποζημίωσης, δεν ισχύει και για τον υπολογισμό της από το 40% (ή 50%) αποζημίωσης που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 περ.
β του ν. 3198/1955 για τους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους από τον εργοδότη μισθωτούς, που έχουν συμπληρώσει τις κατά τις οικείες ρυθμίσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος των επικουρικά (ή μη επικουρικά) ασφαλισμένων μισθωτών, όπως ορίζει το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 της υποπαραγράφου 12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπου ρητώς προβλέπεται ότι σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/55, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/55 (ήτοι του ορίου του 8πλασίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη επί 30 ημέρες).
Επομένως για τον υπολογισμό του 40% (ή 50%) της κατά τα ανωτέρω πρόσθετης αποζημίωσης στις περιπτώσεις αποχώρησης ή απομάκρυνσης του μισθωτού λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων λήψης από αυτόν πλήρους σύνταξης γήρατος, θα ληφθούν υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, έστω και εάν αυτές υπερβαίνουν το όριο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ μηνιαίως, υπό τον όρο ότι δεν υπερβαίνουν το προαναφερθέν όριο 8πλασίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη επί 30 ημέρες μηνιαίως (ΑΠ 846/2023, 2106/2022, 1184/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ασφαλιστική και φορολογική νομοθεσία σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο προσδιορισμός του ύψους των μισθών και των πάσης φύσεως επιδομάτων ή λοιπών εργοδοτικών χρηματικών παροχών που εμπίπτουν στην έννοια των τακτικών αποδοχών γίνεται αφηρημένα, ήτοι σε ποσά που εκφράζουν αποδοχές οι οποίες δεν καταβάλλονται πραγματικά σε κάθε συγκεκριμένο εργαζόμενο (μικτές αποδοχές).
Από τον κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμό των αποδοχών, με τις οποίες αφηρημένα δικαιούται να αμειφθεί ο εργαζόμενος, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατήσει και αποδώσει αρμοδίως τις ασφαλιστικές εισφορές και το φόρο εισοδήματος, που επιβαρύνουν τον εργαζόμενο λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες και εφαρμοζόμενες διατάξεις της ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας.
Μόνον ύστερα από αυτό, ο εργοδότης δύναται να καταβάλει στα χέρια του δικαιούχου το εναπομένον υπόλοιπο (καθαρές αποδοχές). Εφ' όσον, λοιπόν, διεκδικούνται δικαστικώς δεδουλευμένες αποδοχές έναντι των οποίων ουδέν έχει καταβληθεί, μετά τον προσδιορισμό τους σε μικτές αποδοχές, ο εργοδότης θα υποχρεωθεί μεν να καταβάλει το ποσό που προκύπτει, αλλά κατά την εκτέλεση, αφού παρακρατήσει τις ως άνω επιβαρύνσεις, θα καταβάλει στο δικαιούχο τις καθαρές αποδοχές και θα απαλλαγεί.
Αν όμως, έναντι των δεδουλευμένων μικτών αποδοχών έχουν γίνει μερικότερες καταβολές καθαρών αποδοχών, για την εξεύρεση του οφειλόμενου υπολοίπου το δικαστήριο της ουσίας πρέπει είτε να αναγάγει τις εισέτι οφειλόμενες μικτές αποδοχές σε καθαρές και κατόπιν να αφαιρέσει τις ήδη καταβληθείσες, είτε να αναγάγει τις καταβληθείσες καθαρές αποδοχές σε μικτές και κατόπιν να τις αφαιρέσει από τις οφειλόμενες (ΑΠ 1749/2022, 1522/2018, 1645/2018).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 26 παρ 5 ν. 1846/1951 προκύπτει ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τους ασφαλισμένους και να αποδίδει στα ασφαλιστικά ταμεία, που αποτελούν μέρος του νόμιμου μισθού αλλά εφόσον παρακρατούνται και αποδίδονται ως άνω, δεν συνυπολογίζονται κατά τον καθορισμό του ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται ο μισθωτός στην περίπτωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και στην περίπτωση της πλήρους συνταξιοδότησης λόγω γήρατος (ΑΠ 1533/2021, πρβλ.
ΑΠ 1065/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, 1/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, είχε προσληφθεί στις 5.3.1993 από την εταιρεία ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργάζεται ως μηχανικός συντηρητής των βιομηχανικών της εγκαταστάσεων, ότι εργάσθηκε μέχρι τις 31.12.2012, ότι στις 13.1.2013 η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις ίδιες ως άνω υπηρεσίες σ' αυτήν, ότι με το από 13.1.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε α)να αναγνωρισθεί ως χρόνος προϋπηρεσίας του ενάγοντος η συνολική υπηρεσία που παρείχε στην ως άνω προηγούμενη εργοδότριά του και για τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και β) να αναδεχθεί η εναγόμενη τις οφειλόμενες στον ενάγοντα από την αρχική εργοδότριά του αποδοχές συνολικού ποσού 32.484 ευρώ.
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 2.500 ευρώ, ότι ο ενάγων στις 30.9.2021 απολύθηκε από την εναγόμενη έχοντας συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον Ε.Φ.Κ.Α. αλλά και επικουρικής από Ε.Τ.Ε.Α.Π., ότι η εναγόμενη κατέλαβε στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 3.629,10 ευρώ, ότι αυτός έχοντας συμπληρώσει υπηρεσία στις 12.11.2012 (ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4093/2012) 18 ετών, 10 μηνών και 18 ημερών, δικαιούταν αποζημίωσης απόλυσης ισούμενη με δώδεκα (12) μισθούς, υπολογιζόμενη με τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα απασχόλησης (2.500 ευρώ) και επιπλέον πρόσθετη αποζημίωση δύο (2) μισθών υπολογιζόμενη στο ποσό των 2.000 ευρώ και ότι συνολικά δικαιούταν αποζημίωση σε ποσοστό 40% της πλήρους αποζημίωσης (άρθρο 8 εδ.
β ν. 3198/1955) που ανερχόταν στο ποσό των 15.600 ευρώ [1/6 Χ (2.500 Χ 12 μισθοί) + (2.000 Χ2 μισθοί) Χ 40% = 15.600) και μετ' αφαίρεση του ποσού των 3.629,10 ευρώ, δέχθηκε ότι η εναγόμενη του οφείλει τη διαφορά των 11.970,90 ευρώ. Με βάση τους γενόμενους ως άνω υπολογισμούς, ορθά υπολογίσθηκε από το Εφετείο η κύρια αποζημίωση των δώδεκα (12) μηνών για τα πρώτα δεκαέξι (16) έτη συμπληρωμένης υπηρεσίας του ενάγοντος στην εναγομένη στις 12.11.2012 με βάση το σύνολο των τακτικών καθαρών αποδοχών του κατά τον τελευταίο πριν την αποχώρησή του μήνα ύψους 2.500 ευρώ μηνιαίως.
Αντίθετα η επί πλέον πρόσθετη αποζημίωση των δύο (2) μισθών λόγω συμπληρωμένης υπηρεσίας του ενάγοντος στην εναγομένη δεκαοκτώ (18) ετών την ως άνω ημερομηνία (12.11.2012), εσφαλμένα και κατά παράβαση του τελευταίου εδαφίου της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης της παραγράφου 3 της υποπαραγράφου 12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 υπολογίσθηκε με βάση το ανώτατο όριο των 2.000 ευρώ, εφόσον ο περιορισμός των 2.000 ευρώ δεν ισχύει, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω αποχώρησης ή απομάκρυνσης του μισθωτού, που συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, κατ' εφαρμογή του εδαφίου β του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση της προαναφερθείσας διάταξης του ν. 4093/2012, το Εφετείο υπολόγισε την πρόσθετη αποζημίωση των δύο (2) μισθών λόγω συμπληρωμένης υπηρεσίας στην εναγομένη δεκαοκτώ (18) ετών στις 12.11.2012 με βάση το όριο των 2.000 ευρώ.
Αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων προσάπτει με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα υπολογίσθηκε από το Εφετείο η κύρια αποζημίωση των δώδεκα (12) μηνών για τα πρώτα δεκαέξι (16) έτη συμπληρωμένης υπηρεσίας του στην εναγομένη με βάση τις τακτικές καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, κατά τον τελευταίο πριν την αποχώρησή του μήνα, ύψους 2.500 ευρώ, ενώ έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τις ακαθάριστες αποδοχές του που ανερχόταν στο ποσό των 4.395 ευρώ το μήνα, καθότι το Εφετείο ορθά υπολόγισε την αποζημίωση αυτή με βάση τις καθαρές αποδοχές του ενάγοντος, αφαιρώντας το καταβληθέν στον αναιρεσείοντα για την ως άνω αιτία ποσό των 3.629,10 ευρώ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 16/2023, 308/2020).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 9/2023, 409/2022, 268/2020, 517/2019).
Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 855/2021, ΑΠ 284/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να αφαιρέσει από την επιδικασθείσα αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης το ποσό των 3.629,10 ευρώ, χωρίς τέτοια καταβολή να έχει γίνει εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από αυτόν με την αγωγή του ή με τις προτάσεις του, καθότι αυτός ισχυρίσθηκε στο δικόγραφο της αγωγής του ότι στο έγγραφο της εναγομένης περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναφερόταν ως οφειλόμενο ποσό αποζημίωσης το ποσό των 3.629,10 ευρώ, χωρίς όμως να του έχει καταβληθεί, όπως ανέφερε και στην αγωγή του.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ότι "Ακόμη προέκυψε ότι ο ενάγων (συνομολογεί και ο ίδιος) κατά την 30-9-2021 έχοντας συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης...απολύθηκε από την εναγόμενη, καταβάλλοντας του ως νόμιμη αποζημίωση το ποσό των 3.629,10 ευρώ" δεν δέχθηκε "πράγμα" που δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως ισχυρίζεται αυτός, αλλά στα πλαίσια διερεύνησης της ένδικης αξίωσης αυτού για αποζημίωση λόγω της συνταξιοδότησής του και του υπολογισμού του ύψους της, αλλά και του προβληθέντος ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της εναγομένης ως εφεσίβλητης ισχυρισμού της περί απόσβεσης κάθε αγωγικής απαίτησης του ενάγοντος-εκκαλούντος λόγω εξόφλησης, δέχθηκε ότι προέκυψε από τις αποδείξεις, στις οποίες συμπεριέλαβε και την ομολογία του ενάγοντος, ότι η εναγόμενη του κατέβαλε ως αποζημίωση το ως άνω ποσό των 3.629,10 ευρώ, το οποίο και αφαίρεσε από το ποσό που δέχθηκε ότι δικαιούταν ο ενάγων για την ως άνω αιτία.
Κατά το μέρος δε που με τον ως άνω αναιρετικό λόγο πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 3.629,10 ευρώ (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο λόγος αυτός καθίσταται εκ της αιτίας αυτής απαράδεκτος (ΑΠ 416/2023, 777/2022, 1229/2020). Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα.
Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη. Αν δε, το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση - αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της ένστασης είναι αόριστο - αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 του ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1749/2022, 510/2022) και όχι από τον αριθμό 1 του ιδίου ως άνω άρθρου, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ (ΑΠ 510/2022, 455/2021, 856/2017) Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση εξόφλησης που προέβαλε η εναγόμενη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθότι η εναγόμενη ανέφερε καταβολές προς αυτόν που έγιναν με καταθετήρια χρηματικών ποσών σε τραπεζικό του λογαριασμό, χωρίς προσδιορισμό των επί μέρους ποσών που κατέλαβε προς αυτόν και την αιτία καταβολής τους, όπως όφειλε για το ορισμένο της ένστασης αυτής.
Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί δεν θεμελιώνεται αιτίαση, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αοριστίας της ένστασης εξόφλησης, λόγω μη προσδιορισμού των επί μέρους καταβολών και της αιτίας αυτών, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Σε κάθε περίπτωση και εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι με το λόγο αυτό προβάλλεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι, επίσης, απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν περιέχονται στο λόγο αυτό οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ως εκκαλούντος και ποιος είναι ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε, με την αποδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ως ορισμένης (ΑΠ 510/2022, 1170/2017).
Τέλος και καθό μέρος με τον ως άνω λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της τα προσκομισθέντα από την εφεσίβλητη, προς απόδειξη της ένστασής της, καταθετήρια χρηματικών ποσών, ενώ από αυτά δεν προκύπτει η αιτία καταβολής, ούτε αν αφορούν τη μισθοδοσία αυτού ή σε υποχρεώσεις της αντιδίκου του από τη σύμβαση εργασίας, πλήττεται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, που αφορά στην πρόσθετη αποζημίωση των δύο (2) μηνών, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το περιεχόμενο στην αίτηση αναίρεσης νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2979/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ