Legislator Giurisprudenza & Legislazione
636/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding Article 559(9)(c) Civil Procedure Code. The court held that partial acceptance of a claim does not constitute leaving a request undiscussed. The appeal was rejected because the lower court adjudicated the request and dismissed it, thus not leaving it undiscussed. The appeal was rejected because the lower court adjudicated the request and dismissed it, thus not leaving it undiscussed. The appeal was rejected because the lower court adjudicated the request and dismissed it, thus not leaving it undiscussed.

Numero d'incarto 636/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a limited liability company against a First Instance Court judgment. The appellant argued that the appellate court left a request undiscussed under Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure, claiming the lower court only partially accepted the claim. The court ruled that since the lower court examined and rejected the request, it did not leave it undiscussed, rendering the appeal inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, costs were assigned to the appellant, and the lower judgment was upheld.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure: A request is considered undiscussed only if the court fails to examine it; partial acceptance of a claim does not constitute leaving a request undiscussed if the court has adjudicated it.

Parole chiave

Generato dall'IA
Article 559 Civil Procedure Code leaving request undiscussed partial acceptance of claim inadmissibility of appeal adjudication of request finanziamento di progetti invito a presentare proposte risorse proprie

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 294, 297, 298 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 98, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 9, letter c of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
AP 958/2021
Supreme Court dismisses appeal due to implied acceptance of lower court judgment before filing the appeal.
AP 314/2018
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to defendant's acceptance of final judgment without reservation.
AP 2011/2017
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to implied waiver via bank checks and procedural error regarding appealable decision.
AP 823/2017
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to prior acceptance of the contested judgment by the appellant.
AP 175/2011
Greece Supreme Court allows appeal against second creditor's appeal dismissal, remanding case for further trial.
AP 348/2006
Supreme Court dismisses appeal due to defendant's failure to appear after valid summons.
AP 1019/2022
Supreme Court partially allows appeal against commercial agency contract dispute, remanding case for retrial on validity of oral agreement.
AP 988/2021
Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, ruling no ground for annulment was raised in lower court.
AP 467/2021
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing failure to raise new arguments within appeal limits.
AP 54/2017
Supreme Court allows appeal regarding premature dismissal of promotion claim due to factual error on tenure requirements.
AP 431/2016
Supreme Court dismisses appeal on non-contradiction grounds but partially allows interest claim and keeps case for final judgment.
AP 353/2020
Supreme Court partially allows appeal against interest award in tort damages case violating principle of disposition.
AP 567/2009
Supreme Court partially allows appeal against labor court verdict regarding vacation pay calculation errors.
AP 1586/2008
Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment as inadmissible due to improper target of review.
AP 677/2019
Supreme Court dismisses appeal on car damage claim, ruling original suit did not constitute legal notice to defendant.
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 636 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 636/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "A. C. S..R..L..", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίτωνα Σταυρόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Ο." και τον διακριτικό τίτλο "Ο. A.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ε. Ν..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6417/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4563/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυνάμενη να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.

Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραίτησης από την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου δύναται να συντρέχει και όταν ο αναιρεσείων δικαιούχος πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης εισπράττει το μέρος της τελεσιδίκως σ' αυτόν επιδικασθείσης απαιτήσεως μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, χωρίς επιφύλαξη από αυτόν δια το υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεώς του, ως προς το οποίο απερρίφθη η αγωγή του (ΑΠ 958/2021, ΑΠ 314/2018, ΑΠ 2011/2017, ΑΠ 823/2017, ΑΠ 175/2011, ΑΠ 348/2006).

Εξ άλλου, ναι μεν η παραίτηση από του δικαιώματος προς άσκηση ενδίκου μέσου, όπως και αυτή της αναιρέσεως, προϋποθέτει, κατά το άρθρο 98 εδ. β' ΚΠολΔ, την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητος προς τον Δικηγόρο, ο οποίος προβαίνει στη σχετική δήλωση, πλην όμως η από την έλλειψη αυτή επερχομένη ακυρότητα, όπως προκύπτει από το άρθρο 544 αριθ. 4 του ιδίου κώδικος, διασταλτικώς ερμηνευομένου, θεραπεύεται δια της εκ των υστέρων εγκρίσεως των γενομένων πράξεων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, με αποτέλεσμα η δηλωθείσα παραίτηση από του δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου, να ισχυροποιείται αναδρομικώς, (Ολ.ΑΠ 626/1980).

Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει ρητώς ή και σιωπηρώς. Η αποδοχή δε της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 1279/2021). Στις αμέσως παραπάνω περιπτώσεις ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου προβάλλεται με την ποινή της απορρίψεώς του ως απαραδέκτου, με τις προτάσεις αυτού (αναιρεσιβλήτου), οι οποίες πρέπει να κατατεθούν μέσα στην οριζομένη από το άρθρο 570 ΚΠολΔ προθεσμία και ειδικότερα 20 ημέρες πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως, και ερευνάται από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως (ΑΠ1279/2021, ΑΠ 314/2018, ΑΠ 1253/2017).

Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 4563/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και την αντέφεση της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την 6417/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την από 31-7-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να της καταβάλει ως αμοιβή για τη διαμεσολάβησή της προς σύναψη της καταρτισθείσας με τις αλλοδαπές εταιρείες σύμβασης το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής των 46.650, 21 ρουμανικών λέι νομιμοτόκως από 10.9.2014.

Η αναιρεσίβλητη δια των κατά την διάταξη του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ, εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε 20 ημέρες πριν την παρούσα δικάσιμο, προέβαλε τον περί απαραδέκτου της ασκηθείσας αναιρέσεως ισχυρισμό λόγω σιωπηρής αποδοχής από την αναιρεσείουσα της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, προ της εκδόσεώς της.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι: την 27.9.2019 ο Χ. Σ., που ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας στα δικαστήρια της ουσίας και είχε εντολή και πληρεξουσιότητα από την τελευταία, προώθησε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Ε. Ν., (σχετ. προσκομιζόμενο 5Α) τα νομιμοποιητικά έγγραφα και τον τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσείουσας, όπως του τα είχε αποστείλει προηγουμένως κατά την 26-9-2019 ο Ν.

Ζ., νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος με δικό του μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (ίδιο ως άνω σχετ.), αφενός αποστέλλει τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού της αναιρεσείουσας και το πιστοποιητικό εγγραφής της στο Ρουμανικό εμπορικό μητρώο (σχετ. 5Β, αμφότερα αναγκαία για την καταβολή της επιδικασθείσας απαίτησης), αφετέρου (αποστέλλει) τα στοιχεία επικοινωνίας του, προκειμένου να επικοινωνήσει η αναιρεσίβλητη εταιρεία μαζί του για τυχόν διευκρινίσεις σε σχέση με την επιδικασθείσα (και καταβλητέα) ως άνω απαίτηση.

Ακολούθως (ισχυρίζεται ότι) με το από 2-10-2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (σχετ.6) ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης εταιρείας Ε. Ν. επικοινώνησε απευθείας με το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας και του ζήτησε να αποστείλει ενυπόγραφη βεβαίωση της τράπεζάς του ότι ο λογαριασμός ΙΒΑΝ που είχε αποστείλει με το προηγούμενο (υπό στοιχ. 5Α) μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ανήκει στην A.

C. S. (αναιρεσείουσα), προκειμένου να καταβληθεί η επιδικασθείσα απαίτηση, ο δε νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας Ν.. Ζ. με αντίστοιχο ηλεκτρονικό μήνυμα κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία (σχετ. 7Α και 7Β), απέστειλε τη ζητηθείσα βεβαίωση της τράπεζάς του. Ότι την 3-10-2019 με ηλεκτρονικό μήνυμα του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης (σχετ.8) εστάλη στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Χ..Σ., το ποσό που θα κατέβαλε η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα σε εκτέλεση της ως άνω επιδικασθείσας με την 6417/2017 απόφαση απαίτησης που επικυρώθηκε με την 4563/2019 απόφαση του Εφετείου.

Ότι το ποσό αυτό απεστάλη αναλυτικά κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, ώστε να προκύπτει σαφώς ότι καταβάλλεται σε ολοσχερή εξόφληση της επιδικασθείσας απαίτησης και η καταβολή του αποδεικνύεται από το αποδεικτικό καταβολής στην Εθνική τράπεζα (σχετ. προσκομιζόμενο υπό στοιχ. 10) στον τραπεζικό λογαριασμό που υποδείχθηκε από τον ίδιο τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας (7Α και 7Β).

Ότι το εν λόγω αποδεικτικό καταβολής φέρει αιτιολογία ότι αφορά την εξόφληση της επιδικασθείσας απαίτησης σε συμμόρφωση προς την 6417/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επικύρωσε η προσβαλλόμενη 4563/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αντιδίκου Ν.

Ζ. τελούσε εν γνώσει της καταβολής του ποσού της ανωτέρω επιδικασθείσας απαίτησης στο λογαριασμό της αναιρεσείουσας που υπέδειξε στην αναιρεσίβλητη, απεστάλη δε τούτο (αποδεικτικό καταβολής) με το από 4-10-2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας (σχετ.

υπό στοιχ. 11), χωρίς ο τελευταίος να διατυπώσει οιαδήποτε επιφύλαξη για το υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας ως προς το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή της, σύμφωνα και με το από 3-10-2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (σχετ. 9), σε αντίθεση με την αναιρεσίβλητη η οποία με το σχετ. 8 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιφυλάχθηκε ρητά του δικαιώματος ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους της.

Ότι από τις παραπάνω ενέργειες του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, αλλά και του ιδίου του νομίμου εκπροσώπου αυτής, οι οποίοι αντάλλαξαν εν γνώσει τους τα κρίσιμα και αναγκαία για την πραγμάτωση της επικείμενης εξόφλησης της επιδικασθείσας απαίτησης ηλεκτρονικά μηνύματα με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης, συμφώνησαν στον ακριβή προσδιορισμό του ύψους των επί μέρους κονδυλίων της οφειλής της αναιρεσίβλητης, όταν αυτά αναλυτικά τους απεστάλησαν, εν συνεχεία κατατέθηκαν στον οικείο και υποδειχθέντα ως ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσείουσας, (ενέργεια που κατά τους ισχυρισμούς της συνιστά είσπραξη από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας), χωρίς ουδείς εξ αυτών να διατυπώσει οιανδήποτε επιφύλαξη για το απορριφθέν με την αγωγή μέρος της απαίτησης, προκύπτει σαφής βούληση του εν λόγω νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας περί εγκρίσεως των πράξεων του πληρεξουσίου του δικηγόρου, εντεύθεν δε και περί αποδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως, δια της οποίας, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, είχε επιδικασθεί μέρος του δια της αγωγής της αναιρεσείουσας ζητηθέντος ποσού, εισπραχθέντος κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.

Υπό τους ως άνω ισχυρισμούς και με την επίκληση και προσκόμιση των προπαρατεθέντων αποδεικτικών στοιχείων, ζήτησε η αναιρεσίβλητη να απορριφθεί η μετά ταύτα ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Ωστόσο, ούτε μόνη η διεκπεραιωτική συμμετοχή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας και εκείνη του νομίμου εκπροσώπου της στην ανταλλαγή e-mails με τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης, που ζήτησε τον αριθμό του τραπεζικού της λογαριασμού, ούτε η εν συνεχεία κατάθεση απλώς του επιδικασθέντος ποσού εκ μέρους της, στο πλαίσιο της εκούσιας συμμόρφωσής της με την προσβαλλόμενη απόφαση, μπορεί να ερμηνευθεί ως εμπεριέχουσα παραίτηση από το, εντελώς διαφορετικό και ανεξάρτητο, δικαίωμά της να ασκήσει αναίρεση ως προς τα κεφάλαια (και γενικώς κατά το μέρος) της αποφάσεως κατά τα οποία ηττήθηκε, αφού πέραν των ανωτέρω και της εν λόγω καταβολής του άνω χρηματικού ποσού, δεν υφίστανται και άλλα νομικώς αξιόλογα στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί η εκδοχή ότι αυτή εκδήλωσε σιωπηρώς βούληση αποδοχής της εφετειακής απόφασης, κατά το μέρος που την έβλαπτε, και αντίστοιχης παραίτησής της από το δικαίωμα της να επιδιώξει την αναίρεση της ως προς το μέρος της κατά το οποίο είχε ηττηθεί.

Ως εκ των ανωτέρω ο εν λόγω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί και να ερευνηθεί η παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση ως προς τους επί μέρους λόγους της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 § 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Από την ως άνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι:

α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης και β) η κατάρτιση της σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη. Για να συμβεί αυτό, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αφενός της δραστηριότητας του μεσίτη ως αιτίου και αφετέρου της καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως ως αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν θα είχε επέλθει, οπωσδήποτε, χωρίς τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη του μεσίτη (ΑΠ 1391/2019, AΠ 720/2018 ΑΠ 441/2015, ΑΠ 17/2014).

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που αξιώνει την καταβολή μεσιτικής αμοιβής (ΑΠ 1607/2013). Τα όσα έλαβαν χώρα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σχετικά με την εντολή, που δόθηκε στον μεσίτη και τις ενέργειες του, ως ζητήματα καθαρά πραγματικά, κρίνονται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ].

Η κρίση, όμως, αν αυτά τα πραγματικά περιστατικά, που κυριαρχικώς διαπιστώθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί (ή μη) ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος, που έχει παραχθεί, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του ως άνω άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ, ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 1391/2019, ΑΠ 964/2006).

Εξάλλου, πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη ευκαιρίας δεν ορίζεται στο νόμο, αλλά, συνήθως, εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης.

Είναι ενδεχόμενο, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε, η μεσολάβηση να περιλαμβάνει, επιπλέον, την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών. Ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει, απλώς, τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν της υπόδειξης του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ή άλλη δευτερεύουσα ενέργεια αυτού να είναι, υπό ορισμένες συνθήκες, επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, ώστε να καθιστά δυνατή την απευθείας διαπραγμάτευση.

Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο (ΑΠ 1391/2019, ΑΠ 720/2018, ΑΠ 980/2015, ΑΠ 229/2014), ενώ η υποχρέωση πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής βαρύνει, κατ' αρχήν, το πρόσωπο που έδωσε την εντολή για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας στο μεσίτη (ΑΠ1040/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ4/2005, ΑΠ2032/2022). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ773/2022).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης (αλλοδαπή), που εδρεύει στο ... και μεταξύ άλλων έχει ως αντικείμενο την παρουσίαση σε ενδιαφερόμενους πελάτες ευκαιριών για την ανάληψη έργων και τη σύναψη συμβάσεων με ιδιωτικές ή κρατικές εταιρίες στη ...

ή με το .... Η εναγομένη δε (αναιρεσίβλητη), είναι ανώνυμη εταιρία (ελληνική), που εδρεύει στο ... και έχει ως αντικείμενο την παροχή σπουδών σε όλα τα επιστημονικά πεδία, την παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών κατάρτισης, επανακατάρτισης, επιμόρφωσης ως και την παραγωγή, απόκτηση, διαχείριση και διάδοση της γνώσης για την ανάπτυξη των τομέων των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των συμπεριφορών, με τη χρήση όλων των μέσων και μεθόδων εκπαίδευσης, καθώς και την εκπόνηση, παραγωγή και εφαρμογή προγραμμάτων και παροχή κάθε μορφής συμβουλευτικών υπηρεσιών στην κατεύθυνση της εκπαίδευσης- κατάρτισης σε όλα τα επιστημονικά πεδία, τις νέες τεχνολογίες, τις τηλεπικοινωνίες και την πληροφορική.

Στα πλαίσια των ως άνω δραστηριοτήτων των διάδικων εταιριών, συνήφθη μεταξύ τους η από 23-2-2009 σύμβαση συνεργασίας, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η ανάθεση στην ενάγουσα από την εναγομένη της μεσολάβησης, έναντι προμήθειας και για λογαριασμό της εναγομένης, για την προώθηση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών-προγραμμάτων της τελευταίας και για τη σύναψη-υλοποίηση συμβάσεων παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών με ενδιαφερόμενους-πελάτες της εναγομένης στη ..., χρησιμοποιώντας η ενάγουσα τη δική της επιχειρηματική οργάνωση.

Επίσης, συμφωνήθηκε ρητά ότι η ενάγουσα δεν καθίστατο αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος της εναγομένης, ούτε είχε τη δυνατότητα να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό της οποιαδήποτε πράξη ή να τη δεσμεύει με οποιονδήποτε τρόπο ή ενέργεια, ότι σε καμία περίπτωση, δεν δημιουργείτο μεταξύ των διαδίκων οποιαδήποτε σχέση εργασίας εξαρτημένης ή ανεξάρτητης και εν γένει σχέση προστήσαντος - προστηθέντος, ενώ "για συγκεκριμένες εργασίες - Project Αντικείμενα" θα συμφωνούνταν γραπτώς μεταξύ των διαδίκων και άλλοι ειδικοί όροι, πέραν των όρων της εν λόγω σύμβασης, οι οποίοι θα αποτελούσαν παράρτημα αυτής (βλ.

άρθρο 2 ειδικός όρος της ανωτέρω σύμβασης). Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούτο να καταβάλει στην ενάγουσα, αμοιβή, με τη μορφή της προμήθειας και σε ποσοστό 10% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος, των συναφθεισών και υλοποιημένων συμβάσεων εκπαίδευσης για τις οποίες η ενάγουσα είχε μεσολαβήσει, καθώς και ότι η εν λόγω προμήθεια θα καταβαλλόταν με την εξόφληση στην εναγομένη των εκδοθέντων τιμολογίων από τους εκάστοτε υπόχρεους, βάσει των συναφθεισών συμβάσεων και εντός δέκα πέντε (15) ημερών (βλ.

υπ' αρ. 6.2 όρο της εν λόγω σύμβασης). Επίσης, όμως, με τον υπ' αρ. 6.3 όρο της ιδίας ως άνω σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι "Δεδομένης της ιδιομορφίας της σχετικής αγοράς στον τομέα της εκπαίδευσης, οι συνιστώσες και οι παράμετροι της οποίας διαφοροποιούνται σε σύντομα χρονικά διαστήματα λόγω της έντονα εξελισσόμενης τεχνολογικής προόδου, οι αναφερόμενες στην παρούσα σύμβαση προμήθειες δύνανται να διαφοροποιούνται και να αναπροσαρμόζονται κατά ποσόν, εύλογα και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς, ύστερα από κοινή συμφωνία των μερών, η οποία συντελείται με ανταλλαγή σχετικών επιστολών.

Θεωρείται ότι έχει περαιωθεί η ως άνω κοινή συμφωνία περί τροποποίησης, στην περίπτωση που η "..." αποστείλει στον "ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ" έγκαιρα (τουλάχιστον 10 ημέρες πριν την εφαρμογή) επιστολή με τις κατά δίκαιη κρίση, προταθείσες τροποποιήσεις των προμηθειών και ο "ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ" δεν προβάλλει αντιρρήσεις μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τη λήψη της σχετικής επιστολής." Στη συνέχεια, στον αμέσως επόμενο όρο της εν λόγω σύμβασης ορίστηκε ότι: "Στην περίπτωση κατά την οποία ο "ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ" προβάλλει αντιρρήσεις στην προταθείσα από την "..." τροποποίηση, θα πρέπει, για την ολοκλήρωση της σχετικής τροποποίησης, να επιτευχθεί κοινή έγγραφη συμφωνία των μερών.

Σε περίπτωση που η προταθείσα από την "..." τροποποίηση δεν γίνει αποδεκτή, έκαστο των συμβαλλομένων μερών δύναται να προβεί στην καταγγελία της παρούσας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 17 της παρούσας σύμβασης." Στο σημείο αυτό, πρέπει να ειπωθεί ότι, όπου στην παραπάνω σύμβαση αναφέρεται η λέξη "ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ", εννοείται ότι πρόκειται για την αντισυμβαλλόμενη εταιρία, ήτοι την ενάγουσα.

Τέλος, στο άρθρο 20 αυτής της ένδικης σύμβασης συμφωνήθηκε ότι για οποιαδήποτε διαφορά προέκυπτε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλόμενων μερών (ήτοι των ήδη διαδίκων) από την ερμηνεία ή την εκτέλεση αυτής της σύμβασης, θα επιλυόταν σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο και θα υπαγόταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων της Αθήνας, ανεξάρτητα από τον τόπο εκτέλεσης των ενεργειών ή μέρους αυτών.

Ενόψει των προαναφερθέντων όρων - οι οποίοι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ως προς τη γραμματική τους διατύπωση και το περιεχόμενό τους δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε κενό ή ασάφεια, αλλά ούτε και οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να χρειάζεται να καταφύγει σε ερμηνεία της βούλησής τους κατά τις διατάξεις των....

άρθρων 173 και 200 ΑΚ - προκύπτει ότι η μεσολάβηση της ενάγουσας τελείωνε με την υπογραφή της σύμβασης μεταξύ του πελάτη και της εναγομένης, ότι ουδεμία υποχρέωση είχε η ενάγουσα κατά το στάδιο υλοποίησης του έργου και ότι είχε συμφωνηθεί, ως αμοιβή της (της ενάγουσας), με τη μορφή προμήθειας, ποσό που θα ισούταν με ποσοστό 10% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος των συναφθεισών και υλοποιημένων συμβάσεων εκπαίδευσης, για τις οποίες η ενάγουσα είχε μεσολαβήσει, ενώ εάν αναλάμβανε άλλες συγκεκριμένες εργασίες Project - Αντικείμενα" θα συμφωνούνταν γραπτώς μεταξύ των διαδίκων και άλλοι ειδικοί όροι, πέραν των όρων της εν λόγω σύμβασης, οι οποίοι θα αποτελούσαν παράρτημα αυτής και καθοριζόταν η αμοιβή για τις εργασίες αυτές κατά τα συμφωνηθέντα στο εν λόγω παράρτημα.

Κατά αυτό τον τρόπο, άλλωστε, συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων τα εξής Ιδιωτικά συμφωνητικά - παραρτήματα: α) το από 21-12-2009 συμφωνητικό "ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ" (Παράρτημα 2), β) το από 74-2010 συμφωνητικό "ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ" (Παράρτημα 4), γ) το από 3-5-2010 Ιδιωτικό συμφωνητικό (Παράρτημα 5), δ) το από 8-6-2010 συμφωνητικό "ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ" (Παράρτημα 6) και ε) το από 9-8-2010 συμφωνητικό "ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ" (Παράρτημα 6).

Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι η χρονική διάρκεια της ένδικης σύμβασης ορίστηκε από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 και παρατάθηκε για ένα (1) ακόμα έτος, ήτοι από 1-1-2010 μέχρι 31-12-2010... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ενώ ήταν ακόμη σε ισχύ η ως άνω σύμβαση, η ενάγουσα υπέδειξε στην εναγομένη τη δυνατότητα συμμετοχής της σε σύμπραξη με τις εδρεύουσες στο ...

ρουμανικές εταιρίες "B. Ρ. Ι. S. «S. «T. R. C. S..A.." για την υποβολή πρότασης, αναφορικά με το επιδοτούμενο έργο της Ανεξάρτητης Διαχειριστικής Αρχής του Υπουργείου Εργασίας, Οικογένειας και Κοινωνικής Προστασίας της ...ς, που είχε ως αντικείμενο το έργο της "βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων" και διαμεσολάβησε για τη σύναψη της από 7-9-2009 σύμβασης συνεργασίας (σύμπραξης) μεταξύ της εναγομένης και των ως άνω δύο ρουμανικών εταιριών.

Δυνάμει δε της εντολής Νο 1164/23-8-2010 του Υπουργείου Εργασίας, Οικογένειας και Κοινωνικής Προστασίας της ...ς, εγκρίθηκε η πρόταση-αίτηση χρηματοδότησης της ως άνω σύμπραξης εταιριών και στις 22-11-2010, με την υπογραφή της με αρ. ... σύμβασης- χρηματοδότησης μεταξύ της εταιρίας "T. R. C. S..A.." ως αιτούσας - επικεφαλής εταίρου (της ως άνω σύμπραξης εταιριών) και της ανωτέρω Διαχειριστικής Αρχής, ανατέθηκε στην προαναφερόμενη εταιρία (T.

R. C. s.A..) - η υλοποίηση του έργου με τίτλο "Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω της βιώσιμης επιχειρηματικότητας ... (1D 62546)" ύψους 18.117.991 ρουμανικών λέι. Στις 21-12-2010 υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης και των ως άνω δύο ρουμανικών εταιριών νέα σύμβαση συνεργασίας, ήτοι η με αριθμό πρωτοκόλλου 100ΠΟ5, σε συμμόρφωση με την κατατεθείσα από αυτές πρόταση-αίτηση χρηματοδότησης και τη συναφθείσα από 22.11.2010 σύμβαση χρηματοδότησης.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η συμμετοχή της ενάγουσας δεν εξαντλήθηκε μόνο στη μεσολάβησή της, στην υπόδειξη της συγκεκριμένης ευκαιρίας - πρότασης προς την εναγομένη, που από μόνη της θεμελιώνει δικαίωμα για τη λήψη από μέρους της (της ενάγουσας) της προμήθειάς της, κατά τα συμφωνηθέντα στην προαναφερόμενη από 23-2-2009 σύμβαση συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, αλλά ήταν πολύ μεγαλύτερη, αφού ουσιαστικά λειτουργούσε ως εκπρόσωπος της εναγομένης στη ...

και απευθύνονταν σε εκείνη (την ενάγουσα) όλοι όσοι ήθελαν να απευθυνθούν στην εναγομένη, ενώ παράλληλα (η ενάγουσα) ασχολείτο με τη συλλογή, μετάφραση και εν γένει διεκπεραίωση των απαραίτητων δικαιολογητικών... Όμως, με βάση και τον προαναφερόμενο 6.3 όρο της σύμβασης συνεργασίας ο οικονομικός διευθυντής της εναγομένης, Σ.

Ι., απέστειλε στην ενάγουσα την υπ' αρ. πρωτ. 1047/7-6-2011 επιστολή του, στην οποία της ανέφερε ότι η συμμετοχή της (της ενάγουσας) ως προς την ανάληψη από την εναγομένη του σχετικού έργου για τη "βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μικρομεσαίων επιχειρήσεων" ήταν πολύ μικρή, ήτοι μόνο στο αρχικό στάδιο των επικοινωνιών με τις Αρχές της ...ς και της πρότεινε την καταβολή ποσοστού "1 το πολύ 1,5 %" επί του ποσού, το οποίο θα εισέπραττε η εναγομένη στην ως άνω από 21-12-2010 με αρ.

πρωτ. 100/705 συμφωνία σύμπραξης, το οποίο όριζε ως καταβλητέο "με την ολοκλήρωση της υλοποίησης του όλου έργου και την είσπραξη - καταβολή" της συνολικής αμοιβής στην εναγομένη από την ρουμανική Διαχειριστική Αρχή του εν λόγω έργου. Δηλαδή, η ως άνω επιστολή κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα πριν από την υλοποίηση του προαναφερόμενου έργου.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση επί των όσων αναφέρονταν στην ως άνω επιστολή, εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη της, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο 6.3 όρο της επίδικης σύμβασης (σημειωτέον ότι η μη ανανέωση της επίδικης σύμβασης συνεργασίας δεν επηρεάζει την εφαρμογή του συγκεκριμένου όρου στο εν λόγω έργο, διότι το τελευταίο κατακυρώθηκε εντός του χρόνου ισχύος της ένδικης σύμβασης συνεργασίας), αφού αντιρρήσεις πρόβαλε ο εκπρόσωπος της ενάγουσας, Ν.

Ζ. για πρώτη φορά στις 24-8-2011, ήτοι πλέον των δύο (2) μηνών από τότε που η ενάγουσα έλαβε την παραπάνω επιστολή (βλ. Ιδίως, το από 24-8-2011 "e-mail" που ο ανωτέρω εκπρόσωπος απέστειλε προς την εναγομένη). Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο 6.3 όρο της σύμβασης συνεργασίας, θεωρείται ότι, κατά τεκμήριο, είχε επέλθει κοινή συμφωνία των μερών ως προς το ποσοστό αμοιβής κατά 1,5 % επί του συνολικού ποσού αμοιβής, το οποίο θα εισέπραττε η εναγομένη, δεδομένου ότι η τελευταία είχε προτείνει 1-1,5% και η ενάγουσα το πλέον συμφέρον και μεγαλύτερο ποσοστό θεωρείται ότι (είχε) αποδεχθεί και όχι το μικρότερο ποσοστό.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η περίοδος υλοποίησης του έργου ολοκληρώθηκε στις 30-11-2013, ότι η συνολική αμοιβή που καταβλήθηκε τελικά στην εναγομένη ανερχόταν στο ποσό των 3.110.014,01 ρουμανικών λέι και ότι η καταβολή αυτής της αμοιβής ολοκληρώθηκε στις 9-9-2014, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής (βλ. ιδίως, τη σχετική επιστολή που απέστειλε η εταιρία "T.

R. C. s.A..). Επομένως, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα αμοιβή - προμήθεια, ποσού 46.650,21 ρουμανικών λέι (=3.110.014,01 ρουμανικά λέι Χ 1,5%), με τον νόμιμο τόκο από την 10-9-2014, ήτοι από την επομένη της είσπραξης του συνολικού ποσού αμοιβής από την εναγομένη, σύμφωνα με την, κατά τα ως άνω, κοινή συμφωνία των διαδίκων, όπως αποτυπώθηκε στην υπ' αρ.

πρωτ. 1047/07.06.2011 επιστολή της εναγομένης. Συνακόλουθα, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής του ποσού των σαράντα έξι χιλιάδων εξακοσίων πενήντα και 0,21 ρουμανικών λέι (46.650,21 ρουμανικών λέι), με τον νόμιμο τόκο από 10-9-2014 μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Τα ίδια δεχθέν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την παρούσα απόφαση κατά το άρθρο 534 Κ.Πολ,Δ., δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και την αντέφεση της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που κρίνοντας ομοίως είχε επιδικάσει ως αμοιβή της αναιρεσείουσας το προαναφερόμενο ποσό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα, για την καταρτισθείσα, με δική της υπόδειξη και μεσολάβηση, από 21-12-2010 σύμβαση έργου μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των ρουμανικών εταιρειών "B. Ρ. Ι. S. S." και "T. R. C. S..A..", δικαιούται ως μεσιτική αμοιβή, σύμφωνα με τον όρο 6.3 της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας από 23-2-2009 σύμβασης συνεργασίας (μεσιτείας) που διήρκεσε μέχρι τις 31-12-2010, ποσοστό 1,5% επί του συνολικού ποσού αμοιβής, που η αναιρεσίβλητη εισέπραξε για την εκτέλεση του παραπάνω ανατεθέντος σ' αυτή έργου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 703 παρ. 1α, 361 ΑΚ που ήσαν εφαρμοστέες, καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής κατά το επιδικασθέν μέρος της ένδικης απαίτησης, και δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 185 (περί προτάσεως για σύμβαση), 187 (περί αποσβέσεως προτάσεως για σύναψη σύμβασης), 189 (περί αποδοχής της πρότασης), 191 (περί καθυστερημένης αποδοχής) και 192 ΑΚ (περί κατάρτισης της σύμβασης), οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, α) με τον υπ' αρ. 6.3 όρο της ένδικης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι οι προμήθειες (αμοιβές) της αναιρεσείουσας δύνανται να διαφοροποιούνται και να αναπροσαρμόζονται κατά ποσόν, ύστερα από κοινή συμφωνία των μερών, η οποία συντελείται με ανταλλαγή σχετικών επιστολών, και ότι η κοινή αυτή συμφωνία περί τροποποίησης θεωρείται συντελεσθείσα στην περίπτωση που η αναιρεσίβλητη απέστελλε στην αναιρεσείουσα επιστολή με τις κατά δίκαιη κρίση, προταθείσες τροποποιήσεις των προμηθειών, και η αναιρεσείουσα δεν προέβαλλε αντιρρήσεις μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τη λήψη της σχετικής επιστολής, και β) με βάση τον ανωτέρω 6.3 όρο της σύμβασης, ο οικονομικός διευθυντής της αναιρεσίβλητης απέστειλε την υπ' αρ.

πρωτ. 1047/7-6-2011 επιστολή του στην αναιρεσείουσα, με την οποία, επικαλούμενος ότι η συμμετοχή αυτής, αναφορικά με το αναληφθέν έργο ήταν πολύ μικρή, πρότεινε την καταβολή ποσοστού "1 το πολύ 1,5 %", αντί της αρχικώς συμφωνηθείσας αμοιβής, χωρίς η αναιρεσείουσα να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη της επιστολής, όπως προβλεπόταν στον προαναφερόμενο 6.3 όρο της σύμβασης, με συνέπεια να έχει επέλθει κοινή συμφωνία των μερών ως προς το ποσοστό αμοιβής κατά 1,5% επί του συνολικού ποσού της ληφθείσας από την αναιρεσιβλήτης εργολαβικής αμοιβής.

Επίσης, ορθά το Εφετείο έκρινε, ότι η επελθούσα λήξη της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης στις 31-12-2010, δηλαδή πριν την αποστολή της επίμαχης από 7-6-2011 επιστολής του οικονομικού διευθυντή της αναιρεσίβλητης, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των συμβατικών όρων, που μετενεργούν και μετά το ως άνω χρονικό σημείο, άρα και του όρου 6.3, και συνακόλουθα διατηρούνται τα αποτελέσματα και οι έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν καθόν χρόνο λειτούργησε η ένδικη σύμβαση, ο όρος δε αναφορικά με την ύπαρξη της απαίτησης για καταβολή της μεσιτικής αμοιβής και δη με τη γέννηση και το ληξιπρόθεσμο αυτής είναι ανεξάρτητος και διαφορετικός του ανωτέρω όρου 6.3, που αφορά τον προδιορισμό του ύψους της αμοιβής.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.1 πλημμέλεια με την αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής των προπαρατεθεισών διατάξεων. Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ185/2004, ΑΠ 1503/2005).

Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004).

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των παραπάνω αναφερόμενων όρων της ένδικης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, αλλά αντιθέτως έκρινε ανελέγκτως ότι οι όροι αυτοί δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε κενό ή ασάφεια, αλλά ούτε και οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων και συνεπώς δεν όφειλε να προσφύγει ούτε και προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ862/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αναφερόμενο στην αγωγή της όρο 15.5 της ένδικης από 23-2-2009 σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο, με τη λήξη της σύμβασης αυτής, η "εκκρεμής" απαίτηση της αναιρεσείουσας για λήψη της μεσιτικής της αμοιβής κατέστη ληξιπρόθεσμη.

Ωστόσο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ειδικότερα από την παραδοχή ότι η συμμετοχή της αναιρεσείουσας, μεσολάβηση-υπόδειξη, στη σύναψη της επίμαχης σύμβασης που κατάρτισε η αναιρεσίβλητη στη ... θεμελιώνει το δικαίωμά της για λήψη της προμήθειάς της, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, ερεύνησε και δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό αναφορικά με τη γέννηση της επίμαχης απαίτησης, πλην, όμως, δέχθηκε ακολούθως (ορθώς κατά τα ήδη λεχθέντα),ότι για τον προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως του χρόνου που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, εξακολουθούσε να έχει εφαρμογή, και μετά τη λήξη της σύμβασης, ο προαναφερθείς όρος 6.3.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αίτηση, κατά την ανωτέρω έννοια αποτελεί και η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ( ΑΠ1019/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 431/2016, ΑΠ353/2020, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).

Η μερική παραδοχή της αγωγής δεν ιδρύει την ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο δίκασε το αίτημα και το απέρριψε, εν όλω ή εν μέρει, για οποιονδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή δικονομικό (ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1710/2011, ΑΠ 651/2009).

Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή της και όχι στο σύνολό της, άφησε αδίκαστο το μη επιδικασθέν αγωγικό αίτημά της, είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.7.2020 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " A. C. S." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4563/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ