Legislator Giurisprudenza & Legislazione
922/2023 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment and orders restitution of paid amounts.

Numero d'incarto 922/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment, ordering a retrial in a different chamber. The appellant, a bank, had voluntarily paid the respondent approximately 6,762 euros to settle the disputed claim. The court ruled that if the original judgment is overturned, the respondent must return the paid sum plus interest because the respondent became overdue from the date of the annulment decision.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 74 of Law 4690/2020 and 83 of Law 4790/2021; Upon annulment of a judgment, the parties must be restored to the pre-judgment status, requiring the return of voluntarily paid sums and the imposition of interest from the date of the annulment decision.

Parole chiave

Generato dall'IA
annulment of judgment restitution of paid sums interest on overdue debt procedural time limits court suspension measures informazioni bancarie comunicazione dei dati false indicazioni su attività commerciali

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 74 of Law 4690/2020
Article 83 of Law 4790/2021
Article 579 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 922 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 922/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "A. B.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Ν., κατοίκου Αθηνών. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1531/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1931/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48/) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (ΑΠ 1130/2022). 2.Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 13-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1931/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου), η οποία, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και της αναιρεσείουσας- εναγομένης τραπεζικής εταιρείας κατά της υπ' αριθ.1531/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη και την έφεση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχτεί την από 5-7-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης -ενάγουσας και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα - εναγομένη, τραπεζική εταιρεία, να της καταβάλει το ποσό των 5.869,40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αναφερόμενη, στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης (παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων).

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 14.5.2021 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 1931/15.2.2019 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (16.2.2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 16.2.2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 και συνολικά χρονικού διαστήματος μέχρι την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης 7 μηνών και 17 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 14.5.2021.

Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης άσκησε και παρίσταται στο Δικαστήριο τούτο η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "A.

Τ. Α. Ε." και διακριτικό τίτλο "A. B.", ως καθολική διάδοχος της εκκαλούσας- εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την ίδια επωνυμία "A. Τ. Α. Ε." και διακριτικό τίτλο "A. B. ΑΕ" λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας.

2. Ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων...

β)...γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική.

δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.

ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. στ)... ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".

Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών.

β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1). Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ.

γ` της παρ.2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν.2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του (παρ.1). Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων....

β) ... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ.3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν.3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ` εντολή του (παρ. 1).

Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας... (παρ.3).

Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ` εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)".

Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1).

Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ.3).

Με το άρθρο 12 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ότι: "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε`, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.

Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης.

Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν.2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.

Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.

Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στη με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.

ια` του ν. 2472/1997, και γι` αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.

Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ` αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ.1 περ.γ` του ν.2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.

Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α` του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ` του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β` του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.

Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.

Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.

Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.

Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (Ολ.Α.Π.3/2020, Α.Π.958/2022).

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α` ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π.1/2016, Ολ.Α.Π.2/2013, Ολ.Α.Π.7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.Α.Π.28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.3/2020, Ολ.Α.Π.7/2006, Α.Π.958/2022, Α.Π.1140/2020). 3.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) στην κρινόμενη με στοιχείο Β' έφεση υπηρετεί το λειτούργημα του δικηγόρου,......

Την 31.05.2002 η ίδια μαζί με τη συνοφειλέτριά της και ήδη ελευθερωθείσα, Ι.-Α. Ρ.- Λ., συνήψε με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) στην κρινόμενη με στοιχείο Β' έφεση τη με αριθμό 1501/31.05.2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 184.000 ευρώ, όπως αυτή μεταγενέστερα τροποποιήθηκε με τις από 05.03.2013, 03.03.2015, 22.09.2015 και 18.11.2016 πρόσθετες πράξεις της, με τους όρους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα όρων της σύμβασης και το οποίο [παράτημα) επισυνάπτεται στη σύμβαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής.

Κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης η εναγόμενη τράπεζα συνέλεξε από την ίδια την ενάγουσα τα αναγκαία προς τούτο απλά προσωπικά δεδομένα αυτής, όπως επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός, οικογενειακή κατάσταση, ημερομηνία γέννησης, τα στοιχεία της αστυνομικής ταυτότητας, αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ), διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου (σταθερού και κινητού), επάγγελμα (όπως τούτο προκύπτει από την παραπάνω σύμβαση χορήγησης δανείου).

Στο μεταξύ, η εναγόμενη τράπεζα ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών με την επωνυμία "Π. Α. Ε. Δ. Ε. Α. Κ. Π. Υ. Ε. Π. ΑΕ", η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στην παροχή υπηρεσιών ενημέρωσης οφειλετών εταιριών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, δυνάμει της από 21.12.2009 σύμβασης παροχής υπηρεσιών, την ενημέρωση μέσω τηλεφώνου των οφειλετών της, για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής και ενδεχόμενα την πρόταση των τρόπων αποπληρωμής αυτής για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη είσπραξη από την τράπεζα.

Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και της εταιρίας ενημέρωσης οφειλετών και δεδομένου ότι η ενάγουσα είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποπληρωμή της οφειλής της προς την εναγόμενη τράπεζα από την ως άνω σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου, η εναγόμενη τράπεζα και ήδη εκκαλούσα διαβίβασε στην παραπάνω εταιρία ενημέρωσης οφειλετών τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής της από την ως άνω δανειακή σύμβαση, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει την ενάγουσα για τη διαβίβαση αυτή.

Ακολούθως, η εταιρία ενημέρωσης οφειλετών προέβη στην επεξεργασία των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σε αυτήν από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο της (Η/Υ) για τις ανάγκες εκτέλεσης της σύμβασης και στη χρήση αυτών, με τηλεφωνικές οχλήσεις στον αριθμό τηλεφώνου του γραφείου και της οικίας της ενάγουσας, καθώς επίσης στον αριθμό του φορητού τηλεφώνου της, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, στις 16.03.2017 και ώρα 16.40, στις 27.03.2017 και ώρα 14.33, στις 03.04.2017 και ώρες 14.11, 14.46 και 16.26, γεγονός για το οποίο δεν αντέλεξε ειδικά η εναγομένη, συναγόμενης ως εκ τούτου της ομολογίας της επί αυτού.

Γι' αυτή την ενέργεια της εναγομένης η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε με την από 21.04.2017 εξώδικη δήλωσή της, που της κοινοποίησε, ...., και έκτοτε η εταιρία ενημέρωσης οφειλετών έπαψε να την οχλεί. Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων της ενάγουσας και των πληροφοριών από την εναγομένη προς την παραπάνω εταιρία ενημέρωσης οφειλετών έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση της ενάγουσας και ότι η εν λόγω εταιρία επεξεργάστηκε αυτά τα στοιχεία χρησιμοποιώντας αυτά δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κάλεσαν την ενάγουσα στους αριθμούς (σταθερού και φορητού) τηλεφώνου της, κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, για ληξιπρόθεσμη οφειλή προερχόμενη από την εν λόγω δανειακή σύμβαση.

Η εναγομένη ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει με τον σχετικό λόγο της έφεσής της ότι κατά τη συλλογή των ως άνω προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας για τη σύμβαση του δανείου είχε προβεί σε σχετική ενημέρωση και ότι η ενάγουσα με την υπογραφή της στην παραπάνω αναφερόμενη σύμβαση χορήγησης δανείου συναίνεσε στη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων, παραπέμποντας (η εναγομένη) στον με αριθμό 18 όρο της εν λόγω σύμβασης, στον οποίο αναφέρεται επί λέξει: "18.

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ. Η Τράπεζα γνωστοποίησε στον οφειλέτη και στον εγγυητή, ότι, με σκοπό τη λειτουργία του δανείου και την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου, των πράξεων του Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος και των όρων της παρούσης, τηρεί αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ηλεκτρονική ή μη μορφή, στα οποία περιλαμβάνονται και όσα αναφέρονται στην παρούσα και στα λοιπά έγγραφα που έχει υποβάλει ή θα υποβάλλει ο οφειλέτης ή ο εγγυητής στη Τράπεζα, καθώς και όσα θα προκύψουν από την εξέλιξη της εννόμου σχέσεως, τα οποία επεξεργάζεται, ήτοι μεταξύ άλλων, συλλέγει, καταχωρεί, διατηρεί, αποθηκεύει και χρησιμοποιεί, είτε μόνη, είτε σε συνεργασία με τις εταιρίες που αυτή τυχόν συμμετέχει, στα πλαίσια της μετ' αυτών συνεργασίας και επιχειρηματικής δράσης.

Ο οφειλέτης και ο εγγυητής παρέχουν στην Τράπεζα τη ρητή συγκατάθεσή τους για την ως άνω επεξεργασία των ως άνω προσωπικών δεδομένων, αφού έλαβε γνώση και κατανόησε τα δικαιώματά του περί ενημέρωσης, πρόσβασης και αντιρρήσεων επί αυτών εκ των άρθρων 11,12 και 13 αντιστοίχως του νόμου 2472/1997". Από τη διατύπωση του ανωτέρω όρου, το περιεχόμενο του οποίου είναι σαφές και αναμφίβολο, ουδόλως συνάγεται ότι η ενημέρωση εκ μέρους τρίτων συνεργαζομένων με την εκκαλούσα επιχειρήσεων θα γίνεται για θέματα που αφορούν στην κίνηση του λογαριασμού της δανειακής σύμβασης, ήτοι ότι η όποια συγκατάθεση της ενάγουσας αφορούσε στη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων σε εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών.

Επιπλέον, από τον ανωτέρω όρο, ουδόλως αποδεικνύεται από την εναγόμενη, που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης ως υπεύθυνος επεξεργασίας κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής δεδομένων είχε ενημερώσει την ενάγουσα κατά τρόπο σαφή για την ταυτότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11 παρ. 1 α, β, γ Ν. 2472/1997.

Η εναγομένη, εξάλλου, δεν επικαλέστηκε, ούτε απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους προς την εταιρία ενημέρωσης οφειλετών. Επιπρόσθετα, στον ανωτέρω όρο της δανειακής σύμβασης δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλες εταιρίες που θα τηρούν ή στις οποίες θα διαβιβάζονται τα προσωπικά δεδομένα της πιστούχου - ενάγουσας.

Για την ορθή και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση της ενάγουσας από την εναγόμενη τράπεζα και τη συγκατάθεση της πρώτης για την επεξεργασία και διαβίβαση σε τρίτους των προσωπικών της στοιχείων, η εναγόμενη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να την ενημερώσει ειδικώς για την εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα κ.λπ), στην οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία της ενάγουσας και η οποία θα την καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής της, γεγονός που δεν απεδείχθη ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση.

Άλλωστε, ως "συγκατάθεση" υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη γνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά προσχώρησης του καταναλωτή, ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια.

Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης (δια των προστηθέντων οργάνων της) προσέβαλαν την προσωπικότητα της ενάγουσας και προκάλεσαν σε αυτήν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανά της, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση) των προσωπικών δεδομένων της, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή της, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης.

Ενόψει δε του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να οριστεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ (που είναι το ελάχιστο ποσό κατά τον ως άνω νόμο, ήτοι το ισόποσο των 2.000.000 δραχμών), καθόσον σκοπός του νομοθέτη δεν είναι ο πλουτισμός του υποκειμένου (εν προκειμένου της ενάγουσας), αλλά η συμμόρφωση των υπεύθυνων επεξεργασίας στις οριζόμενες από τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 και του Ν. 3758/2009, ως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4038/20012, υποχρεώσεις τους.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η υπαιτιότητα της εναγομένης τράπεζας τεκμαίρεται, η τελευταία δεν απέδειξε ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος της πραγματικά γεγονότα, ως έδει, για να απαλλαγεί από την ευθύνη της κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απορριπτομένου του αιτήματος της εκκαλούσας περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το εάν η συμβληθείσα με την τράπεζα εταιρία ενημέρωσης οφειλετών δύναται να θεωρηθεί ως εκτελούσα την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για λογαριασμό της τράπεζας και σε καταφατική περίπτωση εάν απαιτείται η προηγούμενη ενημέρωση του οφειλέτη από την τράπεζα σε περίπτωση επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων από την εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, διότι τούτο δεν κρίνεται αναγκαίο για την επίλυση της ένδικης διαφοράς.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας -εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ` αυτόν το ποσό των 5.869,40 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. 4.

Έτσι που έκρινε το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι η διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων της αναιρεσίβλητης και των πληροφοριών από την αναιρεσείουσα προς την παραπάνω εταιρία ενημέρωσης οφειλετών έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση της αναιρεσίβλητης και ότι η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει ειδικώς την αναιρεσίβλητη για την συνεργαζόμενη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία είχε διαβιβάσει τα προσωπικά της στοιχεία, προκειμένου να την καλέσει προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής της, παραβίασε με εσφαλμένη μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1, 3 του ν. 2472/1997, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Και τούτο διότι, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα τράπεζα, υπεύθυνη επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων της αναιρεσίβλητης, ενημέρωσε αυτήν (αναιρεσίβλητη) ως υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, διαλαμβάνοντας σχετικό όρο στην επίμαχη σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου, ότι αποδέκτες των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της, που αφορούσαν την λειτουργία του δανείου και την εξέλιξη της εννόμου σχέσεως, επομένως και την είσπραξη των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των αναλαμβανόμενων από την αναιρεσίβλητη με τη σύμβαση δανείου υποχρεώσεων, είναι, εκτός των άλλων, και συνεργαζόμενα με την αναιρεσείουσα τράπεζα νομικά πρόσωπα, η δε αναιρεσίβλητη, κατά τις ίδιες παραδοχές, συνήνεσε εγγράφως στη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων στις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών, η γενομένη ως άνω ενημέρωση πληρούσε την οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, υποχρέωση ενημέρωσης της αναιρεσίβλητης, κατά τρόπο πρόσφορο και σαφή, για τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και το σκοπό επεξεργασίας αυτών και, συνεπώς, η αναιρεσείουσα, διαβιβάζοντας, στη συνέχεια, όταν η αναιρεσίβλητη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποπληρωμή της οφειλής της από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην προαναφερόμενη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα της αναιρεσίβλητης, με το δυσμενές οικονομικό στοιχείο της οφειλής της από την ως άνω δανειακή σύμβαση, δεν παραβίασε τις ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2472/1997, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία, με αντικείμενο την είσπραξη απαιτήσεων, θεσπισθείσα το πρώτον με το ν. 3578/2009, δηλαδή μετά την κατάρτιση της συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων, με συνέπεια να μη μπορεί να αναγραφεί στην επίμαχη δανειακή σύμβαση ότι τα ως άνω δεδομένα θα διαβιβασθούν και σ` αυτή ονομαστικά, εμπίπτει στην έννοια των "συνεργαζομένων", με την αναιρεσείουσα, τράπεζα νομικών προσώπων, αφού είχε αναθέσει σ` αυτή να εισπράττει, για λογαριασμό της, από τους δανειολήπτες οφειλέτες της τις κατ` αυτών απαιτήσεις της και, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη ειδικά για τη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία τελικώς διαβίβασε τα προσωπικά της δεδομένα και η οποία κάλεσε την αναιρεσίβλητη προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής της, και άρα η ενέργειά της αυτή δεν συνιστά παραβίαση των ρυθμίσεων του άρθρου 11 παρ. 1, 3 του ν. 2472/1997.

Επομένως, δεν απαιτείτο και η κατ' άρθρο 5 παρ.1 ν.24721997 συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης για τη διαβίβαση από την αναιρεσείουσα των προσωπικών της δεδομένων στην, ενεργούσα για λογαριασμό της, ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών (εκτελούσα την επεξεργασία), με συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη της αναιρεσείουσας, λόγω παράλειψής της να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη για τη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων στη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών και να μη θεμελιώνεται, έτσι, αξίωση της τελευταίας για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή, κατ' εκτίμηση, των διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1, 3 και 5 παρ.1 του ν. 2472/1997, είναι βάσιμος. 5.Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Επίσης πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση .

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατ` άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2021,ΑΠ 704/2022, ΑΠ 989/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, υποβάλει αίτημα επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει σ` αυτήν, το ποσό των έξι χιλιάδων επτακοσίων εξήντα δύο ευρώ και οκτώ λεπτών (6.762,08) ευρώ, το οποίο η ίδια κατέβαλε σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα, από 5-4-2019 απόδειξη εξοφλήσεως, ποσού 6.762,08 ευρώ, που υπογράφεται από την αναιρεσίβλητη, η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην τελευταία το πιο πάνω ποσό των 6.762,08 ευρώ, σε εξόφληση των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσών για κεφάλαιο, νομίμους τόκους από 22.4.2017 μέχρι και 22.3.2019 και δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.

Με βάση τα προαναφερόμενα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται, στο σύνολό της, πρέπει η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή της αίτησής της ως ουσιαστικά βάσιμης, το ως άνω ποσό των 6.762,08 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ.1931/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των έξι χιλιάδων επτακοσίων εξήντα δύο ευρώ και οκτώ λεπτών (6.762,08).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ