Supreme Court allows appeal against final judgment, ordering return of 1,200 euros paid under erroneous execution.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request for annulment of a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant had voluntarily paid 1,200 euros to the appellees to cover court costs based on the now-annulled decision. Consequently, the court ordered the appellees to return the 1,200 euros plus interest and awarded the appellant 3,000 euros in legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(1)(a) and 579(2) of the Code of Civil Procedure; If a final judgment is annulled, the parties must be restored to the pre-judgment status, requiring the return of any amounts paid under the erroneous execution.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 704 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 704/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Λ. του Π., κατοίκου ... Χαλκιδικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μακρίνα Μωυσιάδου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. Λ. του Π., 2) Μ. Λ. του Α., κατοίκων ... Χαλκιδικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο - Αλέξανδρο Γεωργιάδη που ανακάλεσε την από 3/11/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/2/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.
Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, η δοθείσα βεβαίωση ανεξαρτήτως βλάβης του καθού, δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 673/2018).
Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους, έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 673/2018). Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε χωρίς την τήρηση των άνω διατυπώσεων, λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
α ΚΠολΔ (ΑΠ 1034/2019, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1450/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, με αριθμό 32/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων και μετά από την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την επικουρική της βάση, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι είναι έγκυρη και ισχυρή η ανάκληση της δωρεάς, στην οποία είχε προβεί προς τις αναιρεσίβλητες, λόγω της επιδειχθείσας αχάριστης συμπεριφοράς τους και να υποχρεωθούν αυτές με καταδίκη σε δήλωση βούλησης να του αναμεταβιβάσουν τα επίδικα ακίνητα, το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε όσον αφορά την αλήθεια ή αναλήθεια κατά περίπτωση, των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να καταλήξει στην άνω κρίση του, και τις με αριθμούς 35/9-3-2017 και 36/9-3-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Α.
Λ. και Χ. Σ., αντίστοιχα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πολυγύρου, που είχαν δοθεί με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων (εναγομένων - εκκαλουσών), ενόψει της συζήτησης της υπόθεσης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατά την έρευνα δε του παραδεκτού των άνω ένορκων βεβαιώσεων σχετικά με την κλήτευση του αναιρεσείοντος, διέλαβε ότι αυτές, δόθηκαν, "κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του ενάγοντος προ δύο εργασίμων ημερών πριν τη λήψη τους, βλ.
σχετικά την υπ' αριθμ. 7272/3-3-2017 έκθεση επίδοσης του διορισμένου στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης και με έδρα στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δικαστικού Επιμελητή Ν. Δ., την οποία παραδεκτά προσκομίζουν οι εναγόμενες στην κατ' έφεση δίκη)". Ωστόσο, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, στην επιδοθείσα στον αναιρεσείοντα, με την άνω, υπ' αριθμ. 7272/3-3-2017 έκθεση επίδοσης δικαστικού Επιμελητή Ν.
Δ., από 2-3-2017 κλήση για να παραστεί κατά την εξέταση των μαρτύρων αυτών, δεν περιλαμβάνεται το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων και ως εκ τούτου οι δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις ανεξαρτήτως βλάβης του καθού, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, το Εφετείο εφόσον έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα παρά την υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα σχετική ένσταση, όπως τούτο προκύπτει από τις παραδεκτά επισκοπούμενες προτάσεις του, ενώπιον του εφετείου, υπέπεσε στην από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του συναφούς πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για τη λήψη υπόψη των άνω ένορκων βεβαιώσεων, που αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, καθώς στην επιδοθείσα σ' αυτόν κλήση δεν αναγράφονται τα άνω στοιχεία των βεβαιούντων μαρτύρων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στη συνέχεια, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες που νικήθηκαν στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατ' άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 989/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, υποβάλει αίτημα επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες να αποδώσουν σ' αυτόν, το ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, το οποίο ο ίδιος κατέβαλε σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, για δικαστική δαπάνη, νομιμοτόκως από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα, από 5-2-2020 αντίγραφο κατάθεσης/μεταφοράς χρημάτων, ποσού 1.200 ευρώ της Τράπεζας Πειραιώς και από 5-2-2020 βεβαίωση είσπραξης, ποσού 1.200 ευρώ, που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων κατέβαλε στις τελευταίες το πιο πάνω ποσό των 1.200 ευρώ, σε εξόφληση της επιδικασθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση, δικαστικής δαπάνης, αντίστοιχου ποσού.
Με βάση τα προαναφερόμενα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται, στο σύνολό της, πρέπει οι αναιρεσίβλητες να υποχρεωθούν να επιστρέψουν στον αναιρεσείοντα σε ολόκληρο καθεμία, κατά παραδοχή της αίτησής του ως ουσιαστικά βάσιμης, το ως άνω ποσό των 1.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής μέχρι την εξόφληση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθμ. 32/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Δέχεται την αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τις αναιρεσίβλητες να αποδώσουν στον αναιρεσείοντα το ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της παρούσας απόφασης.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ