Supreme Court annuls lower court judgment and orders return of costs paid under voluntary execution.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court annulled the final judgment of the Plenary First Instance Court of Chalkidiki and remanded the case for retrial. The appellants argued that the respondent had voluntarily executed the lower court's decision, necessitating a return to the pre-judgment status quo. The court accepted this claim, ruling that the respondent must repay the 850 euros paid by the appellants along with legal interest from the date of the annulment decision.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576(2) and 579(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; If a judgment is annulled and voluntary execution is proven, the court must order the return of the executed amount to restore the parties to their original position.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 989 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 989/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Πετρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Κ. Β. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2007 αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιερισσού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4/2010 μη οριστική και 77/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-12-2014 αίτησή τους την οποία επαναφέρουν προς συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 26-4-2018 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 27-2-2018 έκθεση εισήγησης του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Φιοράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις 3859 Ζ' και ….60 Ζ/8-6-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ.
Β. ,που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι: α) επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αρχική δικάσιμο της 7.3.2018, (κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε και στη συνέχεια ματαιώθηκε η συζήτησή της) και β) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ακριβές αντίγραφο της από 24-6-2018 κλήσης των αναιρεσειουσών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην δικάσιμο της 19-9-2018 ,κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε (αντιμωλία των διαδίκων) για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-3-2019),χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευσή του αναιρεσίβλητου, καθόσον η εγγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως (άρθρο 226 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ ' ΚΠολΔικ. Με την από 12-12-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες 77/2014 οριστική και 4/2010 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής,που δίκασε ως Εφετείο έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 110/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιερισσού Χαλκιδικής (τακτικής διαδικασίας) η οποία (εκκληθείσα απόφαση) εξαφανίστηκε μετά την κατ' ουσία παραδοχή της πιο πάνω έφεσης και στη συνέχεια απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 25.1.2007 διεκδικητική αγωγή του αρχικού ενάγοντος Γ.
Σ., στη θέση του οποίου, μετά το θάνατό του στις 25.2.2010, υπεισήλθαν οι αναιρεσείουσες ως μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι του, οι οποίες συνεχίζουν για εκείνον την παρούσα δίκη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552 ,553 παρ.2, 556, 558,564, 566§1 ,569 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου,όπως προκύπτει από την 6/2014 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Είναι συνεπώς παραδεκτή(άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, ττου προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2 ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή στην κατ' έφεση δίκη νόμος που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, έστω και αν προσδόθηκε σν αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη, με την οποία καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευομένου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, εξαιτίας της παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολουθηθεί νέο στάδιο, κατά το οποίο το εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία (άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ), υπο καθ ιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της διάταξης του άρθρου 2 του ΑΚ, που προπαρατέθηκε, να εφαρμόσει το νέο νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδήγησε σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.
ΑΠ 30/1998, ΑΠ 33/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας και ιδίως από το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα συνάγεται, ότι το ακίνητο που παραχωρείται ως κλήρος σε πρόσωπο δικαιούμενο αγροτικής αποκατάστασης θεωρείται από την παραχώρησή του ότι διατελεί κατά νόμο στην αποκλειστική καλόπιστη νομή του κληρούχου και αν ακόμη αυτός δεν έχει επιληφθεί της κατοχής του κλήρου.
Γι" αυτό και δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλον, ο οποίος έτσι δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ούτε να αντιτάξει κατά του διεκδικούντος τον κλήρο κληρούχου ή των κληρονόμων του την από το άρθρο 249 ΑΚ ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής.
Όμως, από 23-5- 1968 ίσχυσε ο α.ν. 431/1968, που όριζε στο μεν άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου (επιφυλασσομένης της ισχύος του άρθρου 27 του ν.δ. 2185/1952) επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση με δικαιοπραξίες εν ζωή των πάσης φύσεως κλήρων τους, με το μοναδικό περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, ο οποίος ισχύει και για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση, στο δε άρθρο 2 παρ.1 εδάφ.
β' αυτού, ότι σε περίπτωση κατάσχεσης ή πλειστηριασμού του κλήρου με επίσπευση του ενυπόθηκου δανειστή τηρείται μόνον ο περιορισμός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις του α .ν. 431/1968, ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 37 παρ. 1 στοιχ. β' του ν. 4061/2012, προκύπτει ότι η απαγόρευση της κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής αποτελεί γενική αρχή που εφαρμόζεται στη μεταβίβαση της κυριότητας του κλήρου όχι κληρούχου.
Επομένως από την ισχύ του α.ν. 431/1968 ο κληρούχος παύει να λογίζεται κατά πλάσμα νομέας του κλήρου και αν δεν τον κατέχει πραγματικά και είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, όχι όμως και του τμήματος του, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του κληροτεμαχίου.
Η απαγόρευση δηλαδή της κατάτμησης δεν αναφέρεται μόνο στον κατά κυριότητα τεμαχισμό του κληροτεμαχίου, αλλά και στον κατά νομή τεμαχισμό, αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μια φορά της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων.
Ο τρίτος, που επιλήφθηκε της νομής τμήματος κληροτεμαχίου και όχι του όλου, δεν προστατεύεται ούτε κατά τον νομέα του όλου, ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, γιατί αλλιώς θα είχε διαρκή προστασία, που θα επέφερε κατάτμηση.
Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνο η κτήση της κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρούχου ή των καθολικών ή των ειδικών διαδόχων του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση απόδοσης του τμήματος του κλήρου (άρθρο 272 Α.Κ.) αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από το νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου (Ολ.ΑΠ 15/2004, Ολ.ΑΠ 568/1986, Ολ.ΑΠ 1520/1982, ΑΠ 758/2013).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ7 ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ7 αριθ. ...80/04.10.1962 τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. ...., περιήλθε κατά κυριότητα στον ενάγοντα, λόγω αγροτικής αποκατάστασης, στα πλαίσια της οριστικής διανομής του έτους 1957, το υπ' αριθ.
….35 κληροτεμάχιο, έκτασης 6.021 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής του δημοτικού διαμερίσματος ..., και συνορεύει..... Στον εναγόμενο εξάλλου, τμήμα, έκτασης 4.000 τ.μ., του όμορου υπ' αριθμ. …34 κληροτεμαχίου, που είχε συνολική έκταση 8.032 τ.μ., είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. ...76/23.08.1973 συμβολαίου του συμβολαιογράφου, Γ.
Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα...., λόγω αγοράς από τον πατέρα του, Π. Β.. Στον τελευταίο είχε περιέλθει κατά κυριότητα το ως άνω μείζον κληροτεμάχιο των 8.032 τ.μ., λόγω αγροτικής αποκατάστασης, δυνάμει της οριστικής διανομής του έτους 1957 που κυρώθηκε με το ν.δ. 3958/1959, βάσει της οποίας εκδόθηκε ο υπ' αριθ. 235.005/02.10.1962 τίτλος κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας, που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … ....Ο εναγόμενος το έτος 1973 δυνάμει της υπ' αριθ.
…48/17.10.1973 οικοδομικής άδειας, ανήγειρε εντός του κληροτεμαχίου του και στο κέντρο περίπου αυτού ισόγειο κτίσμα, στο οποίο, μετά την αποπεράτωση των εργασιών, άρχισε να λειτουργεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (αρχικά ντισκοτέκ και στη συνέχεια club - εστιατόριο). Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, διαπιστώνοντας τις ανάγκες της επιχείρησης του και προκειμένου να εξασφαλίσει την καλύτερη λειτουργία αυτής, προέβαινε σταδιακά σε διάφορες εργασίες και κατασκευές, διαμορφώνοντας ανάλογα τον προαύλιο χώρο του καταστήματος του, προς εξυπηρέτηση των πελατών του, στάθμευση των αυτοκινήτων των τελευταίων κλπ.
Έτσι, ενόψει του ότι στο σημείο που γειτνιάζει το ακίνητο του με αυτό του ενάγοντος, το έδαφος είναι βραχώδες, πλην όμως ιδιαίτερα επικλινές, προέβη σε εκσκαφές και επιχωματώσεις αυτού, με σκοπό την εξομάλυνση του φυσικού ανάγλυφου και τη δημιουργία αναβαθμών. Μετά δε τις συντελεσθείσες επιχωματώσεις, και καθώς το χώμα, το οποίο είχε τοποθετήσει στην επιφάνεια του εδάφους, δεν είχε στήριγμα και ολίσθαινε, άρχισε να κατασκευάζει τοιχία αντιστήριξης, με τις πέτρες που είχε εξάγει από το έδαφος του ακινήτου του κατά το στάδιο της εκσκαφής.
Ειδικότερα, με προσωπική εργασία τόσο του ίδιου, όσο και του πατέρα και του πεθερού του, κατασκευάσθηκαν δύο τοιχία από ξερολιθιές, μήκους 28 περίπου μέτρων το καθένα από αυτά, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο, στο τμήμα του ακινήτου που εφάπτεται της εθνικής οδού ... - ….κατασκευάσθηκαν δύο μικρότερα πέτρινα τοιχία μήκους 8 μ.
το καθένα και δημιουργήθηκαν δύο αναβαθμοί, ύψους 2,5 μ. έκαστος, για την κάλυψη συνολικής υψομετρικής διαφοράς 5 μ. από το δρόμο. Τμήμα των ως άνω τεσσάρων τοιχίων αντιστήριξης ωστόσο, κατασκευάσθηκε εντός του ακινήτου του ενάγοντος, καταλαμβάνοντας έκταση του τελευταίου. Το γεγονός αυτό διαπίστωσε ο ενάγων το έτος 2006, όταν με αφορμή την μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου του στις κόρες του, ανέθεσε σε τοπογράφο μηχανικό την μέτρηση αυτού και την εφαρμογή των ορίων του επί του εδάφους.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το από 7.12.2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Β. Μ., ο εναγόμενος είχε ενσωματώσει στο ακίνητο του, τμήμα τριγωνικού σχήματος, έκτασης 447,29 τ.μ. που ανήκε στο ακίνητο του ενάγοντα. Το αποτέλεσμα της ως άνω μελέτης, αμφισβήτησε ο εναγόμενος, ισχυριζόμενος ότι θα ανέθετε την μέτρηση σε δικό του τοπογράφο, κάτι όμως που ουδέποτε έπραξε.
Για το λόγο αυτό αναγκάστηκε ο ενάγων και άσκησε την κρινόμενη αγωγή του κατά την εκδίκαση της οποίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο εναγόμενος δεν παραστάθηκε. Ήδη ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το ως άνω τμήμα των 447,29 τ.μ. που περιγράφεται στην αγωγή του αντιδίκου του και είναι εν προκειμένω επίδικο, είναι τμήμα των 4.000 τ.μ.
που απέκτησε το έτος 1973 κατά τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, λόγω αγοράς από τον πατέρα του, και ότι συνεπώς του ανήκει κατά κυριότητα. Ο ισχυρισμός αυτός, περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι, όπως προέκυψε από την από 21.04.2010 έγγραφη γνωμοδότηση της πραγματογνώμονα, Ι.
Γ., που διορίσθηκε με την υπ' αριθ. 4/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το τριγωνικό εδαφικό τμήμα που σχηματίζεται....εμπεριέχεται στο υπ' αριθ. 1135 κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Η ως άνω έκθεση, η οποία εκτιμάται ελεύθερα, ενισχύεται και από το αναφερόμενο ανωτέρω από 07.12.2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β.
Μ., με το οποίο ταυτίζεται απόλυτα, τόσο ως προς την έκταση του επιδίκου, όσο και ως προς το μήκος και τα όρια των επιμέρους πλευρών του τριγώνου που περικλείει αυτό...Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η εκσκαφή και επιχωμάτωση του εδάφους του ακινήτου του εναγομένου που επεκτάθηκε και στο επίδικο, καθώς και η κατασκευή των τοιχίων αντιστήριξης, που επακολούθησε, μέρος των οποίων βρίσκεται εντός του επιδίκου, είχε ολοκληρωθεί ήδη από το έτος 1978....
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η κατάληψη του επιδίκου με την οποία προσβλήθηκε το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος έλαβε χώρα το έτος 1978 και ότι από τότε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής το έτος 2007, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας, με αποτέλεσμα το σχετικό δικαίωμα του ενάγοντος για την άσκηση της διεκδικητικής αγωγής να έχει παραγραφεί.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός περί του ότι ο ενάγων διαμαρτυρόταν στον εναγόμενο κάθε φορά που έβλεπε τον τελευταίο να καταπατά τμήμα του ακινήτου του, περί του οποίου κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας Γ. Τ. δεν κρίνεται πειστικός. Διότι αν πράγματι ο ενάγων είχε διαπιστώσει σε προγενέστερο χρόνο κάτι τέτοιο, δεν θα είχε αφήσει να παρέλθει άπρακτο τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (10 -15 ετών όπως ισχυρίζεται) χωρίς να προβεί στη λήψη κανενός μέτρου και χωρίς να ζητήσει ένδικη προστασία.
Και τούτο πολύ περισσότερο, ενόψει και του γεγονότος ότι, όχι μόνον είχαν γίνει οι ως άνω κατασκευές και διαμορφώσεις επί τμήματος του ακινήτου του από τον εναγόμενο, αλλά και του ότι ο τελευταίος είχε επιπλέον τοποθετήσει συρμάτινη περίφραξη ως διαχωριστικό όριο μεταξύ των ακινήτων τους, έχοντας συμπεριλάβει στο δικό του και το επίδικο, όπως τούτο συνομολογεί ο ενάγων με την αγωγή του.
Τη συρμάτινη αυτή περίφραξη, η οποία δεν αποδείχθηκε πότε ακριβώς τοποθετήθηκε...., βρήκε επί του εδάφους και η διορισθείσα πραγματογνώμονας, όπως τούτο προκύπτει από την έκθεση της. Μάλιστα, σύμφωνα με την τελευταία, όλη η συρμάτινη περίφραξη με την οποία υλοποιούνται τα όρια μεταξύ των δύο όμορων ακινήτων βρίσκεται σε λάθος θέση και θα πρέπει να μετατοπιστεί, καθόσον υπό την υπάρχουσα κατάσταση, μεταξύ του υπάρχοντος ορίου και του ορίου που συμφωνεί με τη διανομή, τα οποία υλοποιούνται με δύο νοητές γραμμές που τέμνονται μεταξύ τους, σχηματίζονται δύο τρίγωνα, το κάτω από τα οποία, καταλαμβάνει ο εναγόμενος, αν και ανήκει στο κληροτεμάχιο του ενάγοντα, και το πάνω από τα οποία καταλαμβάνει ο ενάγων αν και ανήκει στο κληροτεμάχιο του εναγομένου.
Από τα παραπάνω το Δικαστήριο εξάγει το συμπέρασμα ότι η ως άνω περίφραξη υφίσταται από πολλά έτη εκεί και ότι τόσο ο ενάγων, όσο και ο εναγόμενος, πίστευαν ότι στο σημείο της συρμάτινης περίφραξης βρισκόταν το κοινό μεταξύ των ακινήτων τους όριο και συνεπώς τα όσα επικαλείται ο ενάγων περί παραπόνων του στον εναγόμενο, στα οποία ο τελευταίος κώφευε δεν κρίνονται πειστικά, διότι άλλως θα είχε φροντίσει να αρθεί και τούτη.
Ακόμη δε και αν υποτεθεί ότι ο εναγόμενος προέβαινε πράγματι σταδιακά στις ως άνω κατασκευές και διαμορφώσεις του εδάφους του ακινήτου του και ο ενάγων, βλέποντάς τον να καταπατά σιγά σιγά μέρος του ακινήτου του, διαμαρτυρόταν σε αυτόν και ζητούσε την από κοινού πρόσληψη τοπογράφου για την διακρίβωση των μεταξύ τους ορίων, οι απλές διαμαρτυρίες ή έκφραση παραπόνων, χωρίς τη λήψη κανενός δραστικού μέτρου κατά της προσβολής της περιουσίας του, όπως έκανε το πρώτον το έτος 2007 με την έγερση της κρινόμενης αγωγής του, δεν αναιρεί την αδράνειά του και μάλιστα για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ούτε και αποτελεί γεγονός διακοπτικό της παραγραφής.
Κατόπιν τούτων θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ7 ουσίαν η σχετική ένσταση παραγραφής, την οποία πρότεινε νομότυπα ο εναγόμενος με την έφεσή του και να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της". Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και δεχόμενο ότι συμπληρώθηκε χρόνος χρησικτησίας από τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο επί τμήματος κληροτεμαχίου του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόνιων, κατά την περίοδο 1978-2007, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 παρ. 2 εδ.
β' του ν. 4131/1968, εφόσον κατά τη διάρκεια ισχύος τούτου (1968-2012) ήταν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη ανεπίτρεπτη τοιαύτη χρησικτησία, κατά τον βάσιμο περί τούτου μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι 559) ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση ψ" αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 ,191 παρ.2 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που καταβλήθηκαν από αυτές. Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.
ΑΠ 5/2001).. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, υποβάλουν αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέφει στην καθεμία το ποσό των (1.700:2) 850 ευρώ το οποίο οι αναιρεσείουσες κατέβαλαν σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης για δικαστική δαπάνη 1.700 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, άλλως από την έκδοση της απόφασης επ' αυτής, άλλως από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί Η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη,το αίτημα δε καταβολής τόκων είναι νόμιμο μόνο από την επίδοση της παρούσας απόφασης και αποδεικνύεται και ως ουσία βάσιμη από την προσκομιζόμενη με ημερομηνία 30-10-2014 απόδειξη του αναιρεσιβλήτου.
Με βάση τα προαναφερόμενα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται ως προς τις αναιρεσείουσες, πρέπει ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει σε καθεμία αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή της άνω αιτήσεως της ως ουσιαστικά βάσιμης, το ως άνω ποσό των 850 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής και μέχρις εξοφλήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 77/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής που δίκασε ως Εφετείο και την (συμπροσβληθείσα) 4/2010 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Δέχεται την αίτηση των αναιρεσειουσών περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει σε καθεμία από τις αναιρεσείουσες το ποσό των οκτακοσίων πενήντα (850) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της απόφασης αυτής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Αυγούστου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ