Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to raise settlement claim at second instance.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a savings fund against a final first-instance judgment regarding debt restructuring. The appellant argued that a settlement agreement existed, but the court found this claim was not raised before the Court of Appeal. Consequently, the court ruled the argument inadmissible for lack of timely presentation and insufficient grounds.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 562 para. 2 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An argument regarding the existence of a settlement agreement is inadmissible if not raised before the second-instance court and lacks a valid ground for late presentation.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 920 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 920/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank AE" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως διαχειρίστριας των τιτλοποιημένων απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία "Daneion APC Limited", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 1-11-2023 δήλωση, καθώς με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2012 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 660/Φ3693/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9095/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 16-7-2021 (με αριθ. κατ. 60972/124/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9095/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 25-7-2012, της ένδικης, από 23-7-2012, αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1169/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχήν, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 71/2020).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1035/2021, Α.Π. 311/2021, Α.Π. 844/2020).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 656/2021). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 656/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π.. 551/2018). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 656/2021).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ., μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ. Με τη διάταξη αυτή, παρέχεται μεν η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ., ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών του συμβάσεων, όχι όμως και απαλλαγή, ανάλογη με την προβλεπόμενη από το ν. 3869/2010. Συνακόλουθα, τυχόν εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, δεν αναιρεί τη δικαστική διαδικασία του Ν. 3869/2010, με τις διατάξεις του οποίου προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, τις οποίες δεν μπορεί να στερηθεί ο δανειολήπτης (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 549/2023, Α.Π. 540/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αιτήσεως, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 1284/2023, Α.Π. 2000/2022, Α.Π. 883/2021).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1036/2023, Α.Π. 465/2023, Α.Π. 935/2021).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 172/2020), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε, ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 74/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16-11-2020)], η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, Α.Π. 1388/2021, Α.Π. 889/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Ο πρώτος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 23-7-2012 αίτησή του για ρύθμιση των οφειλών του προς το εκκαλούν Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ήδη αναιρεσείον) και τη δεύτερη εφεσίβλητη Τράπεζα Eurobank Ergasias (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), οι οποίες, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 142.403,26 € και αναλύονται ως ακολούθως: 1) Στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφείλονται συνολικά 126.401,71 € (από τo 1/97500 στεγαστικό δάνειο, που λήφθηκε στις 24-2-2004, για την εξασφάλιση αποπληρωμής του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί του αναφερόμενου στην αίτηση ακινήτου του πρώτου εφεσίβλητου, που αποτελεί την κύρια κατοικία του ... 2) Στην τράπεζα Eurobank Ergasias οφείλονται συνολικά 16.001,55 € από την 2068470816 σύμβαση καταναλωτικού δανείου.
Ο πρώτος εφεσίβλητος, ηλικίας 45 ετών σήμερα, έγγαμος (από το 2009) με την Α. Ζ., με την οποία έχουν αποκτήσει δύο ανήλικα τέκνα (ηλικίας 7 και 4 ετών), είναι αστυνομικός και η σύζυγός του είναι άνεργη (στο παρελθόν εργαζόταν ως κομμώτρια, χωρίς να αποδεικνύεται ότι και σήμερα ασκεί -έστω άτυπα, χωρίς να έχει προβεί σε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας - το εν λόγω επάγγελμα).
Διαμένει με την οικογένειά του στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον ίδιο, αντικειμενικής αξίας 62.920 €, ενώ περαιτέρω είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου με ελαιόδεντρα έκτασης 750 τ.μ. στην Κρηνίτσα Τρικάλων και του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, τύπου Corolla, κινητήρα 1.332 κ.ε., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1999.
Σχετικά δε με τη διαχρονική εξέλιξη των εισοδημάτων του πρώτου εφεσίβλητου (η σύζυγός του δεν έχει εμφανές τουλάχιστον εισόδημα), όπως προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από αυτόν εκκαθαριστικά σημειώματα της ΔΟΥ και τις βεβαιώσεις αποδοχών του, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Το έτος 2008 το μηνιαίο του εισόδημα ανερχόταν σε 1.615 € (αφαιρουμένου του ποσού του φόρου), το έτος 2009 σε 1.700 €, το έτος 2010 σε 1.677 €, το έτος 2011 σε 1.483 €, το έτος 2012 σε 1.486 €, το έτος 2013 σε 1.396 €, το έτος 2014 σε 1.424, το έτος 2015 σε 1.484 €, το έτος 2016 σε 1.460 € και το έτος 2017 σε 1.535 €.
Επισημαίνεται ότι στα ως άνω ποσά συμπεριλαμβάνονται τα παρακρατηθέντα από το μισθό του πρώτου εφεσίβλητου χρηματικά ποσά για την εξόφληση του δανείου, που έλαβε, από το εκκαλούν ΤΠΔ (809,35 € μηνιαίως μέχρι τις 31-12-2011 και 683,19 € μηνιαίως από την 1-1-2012).
Συνεπώς, το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση των δανείων του, αλλά και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις μη προσβαλλόμενες με λόγο έφεσης παραδοχές του, καθώς προκειμένου να καλυφθούν οι δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς του (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, υπηρεσίες υγείας, εστίαση, απόλαυση διαρκών αγαθών, καταναλωτικές δαπάνες, μετακινήσεις, δαπάνες ψυχαγωγίας - αναψυχής) και να εξασφαλιστεί σ' αυτή ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, απαιτείται περίπου το ποσό των 1.300 € μηνιαίως [...].
Το εκκαλούν με το μοναδικό πρόσθετο λόγο της έφεσης του ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εφεσίβλητος περιήλθε από δόλο σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του, ύψους 142.403,26 €, προς τους πιστωτές του, επικαλούμενο ότι προέβη στη λήψη των δανείων του γνωρίζοντας ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξυπηρέτησή τους και ειδικότερα ότι ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτό (ΤΠΔ) το έτος 2004 το ποσό των 683,19 € μηνιαίως ως δόση αποπληρωμής του δανείου του (επισημαίνεται ότι η δόση αποπληρωμής του δανείου, συμφωνήθηκε στο ποσό των 809,35 € μηνιαίως και όχι στο παραπάνω ποσό), αν και το κατά το χρόνο συνομολόγησης του δανείου και αναμενόμενο στο μέλλον εισόδημά του δεν επαρκούσε για την αποπληρωμή του και την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών.
Η ως άνω ένσταση, που προβάλλεται με τρόπο ορισμένο και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1§1 Ν. 3869/2010, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς ο εφεσίβλητος το έτος 2004, όταν έλαβε το στεγαστικό δάνειο από το εκκαλούν ΤΠΔ, είχε μηνιαίο εισόδημα ύψους 1.300 € (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα Δ.
Μ.), ενώ ακόμη δεν είχε δημιουργήσει οικογένεια (ο γάμος του με την Α. Ζ. τελέστηκε το 2009), με συνέπεια το εισόδημά του να επαρκεί για την αποπληρωμή του δανείου του και την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών. Πέραν των ανωτέρω, μέχρι το 2010 το μηνιαίο του εισόδημα αυξανόταν σταθερά, όπως καταδείχθηκε παραπάνω, με συνέπεια κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου από το ΤΠΔ, αλλά και του καταναλωτικού δανείου από την Τράπεζα Eurobank Ergasias (2003, ενώ μετέπειτα ο πρώτος εφεσίβλητος έλαβε νέο δάνειο από την ίδια τράπεζα, αποπληρώνοντας με το εκταμιευθέν κεφάλαιο το πρώτο δάνειο) να προσδοκά εύλογα ότι, ενόψει και της αναμενόμενης αύξησης των εισοδημάτων του, η οποία άλλωστε υλοποιήθηκε τα επόμενα έτη (οι εργαζόμενοι στα σώματα ασφαλείας λάμβαναν μέχρι το 2010 αυξήσεις στο μισθό τους κάθε έτος), θα μπορεί να εξυπηρετεί και στο μέλλον τις δανειακές του υποχρεώσεις, η δε μείωση των εισοδημάτων του από το 2011 δεν ήταν προβλεπτή το έτος 2004.
Άλλωστε, μέχρι και το έτος 2010 ο πρώτος εφεσίβλητος εξυπηρετούσε τα δάνειά του, γεγονός που φανερώνει ότι τα εισοδήματά του επαρκούσαν προς τούτο, η μεταγενέστερη δε αδυναμία του να αποπληρώνει τις δόσεις των δανείων του οφείλεται αφενός στη μη προβλεπτή κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων μείωση των εισοδημάτων του, αφετέρου στην αύξηση του κόστους διαβίωσής του, που εν μέρει οφείλεται και στη δημιουργία οικογένειας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η σύζυγός του δεν έχει εισοδήματα, ώστε να συνεισφέρει και αυτή στην αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών.
Συνεπώς, ο πρώτος εφεσίβλητος περιήλθε χωρίς δόλο σε αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων του προς το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) και τη δεύτερη εφεσίβλητη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής του, και ως εκ τούτου συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των χρεών του προς τους πιστωτές του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 ...".
Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης, υπ' αριθμ. 660/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, με όμοιες επί της ουσίας κρίσεις, δέχτηκε εν μέρει την αίτηση του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη αυτού και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον η προσβαλλομένη απόφασή του στερείται αιτιολογίας, άλλως διέλαβε σ' αυτήν ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, ως προς την κρίση του περί περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Με βάση όμως τις προαναφερθείσες παραδοχές, το ως άνω δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, όσον αφορά την περιέλευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της εφαρμογής της ως άνω διάταξης, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι συντρέχει η αναγκαία, για την υπαγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, προϋπόθεση, της περιέλευσης αυτού σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναφέρονται αναλυτικά 1) η ηλικία και η οικογενειακή κατάσταση του αναιρεσιβλήτου (45 ετών, έγγαμος, με δύο ανήλικα τέκνα, ηλικίας 7 και 4 ετών αντίστοιχα), 2) η επαγγελματική ιδιότητα αυτού (αστυνομικός), 3) το γεγονός ότι η σύζυγός του είναι άνεργη και δεν εμφανίζει εισοδήματα, τουλάχιστον από το έτος 2009 και εφεξής, 4) η προς αυτόν χορήγηση στεγαστικού δανείου από το αναιρεσείον κατά το έτος 2004, το υπόλοιπο του οποίου, κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αιτήσεως, ανερχόταν στο ποσό των 126.401 ευρώ, 5) η προς αυτόν χορήγηση καταναλωτικού δανείου από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Eurobank Ergasias κατά το έτος 2003, το υπόλοιπο του οποίου, κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως, ανερχόταν στο ποσό των 16.001,55 ευρώ, 6) τα μηνιαία εισοδήματά του από το χρόνο λήψης των δανείων (1.300 ευρώ, κατά το έτος 2004) και καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 2009 έως και το έτος 2017, τα οποία έβαιναν αυξανόμενα μέχρι και το έτος 2010, μετέπειτα όμως άρχισαν να μειώνονται, γεγονός που δεν μπορούσε να το προβλέψει κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, τα οποία, κατά το έτος 2015 (χρόνος συζήτησης της ένδικης αιτήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), ανέρχονται στο ποσό των 1.484 ευρώ, 7) η μη ύπαρξη άλλων εισοδημάτων, πλην αυτών από την εργασία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, 8) οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες αξιοπρεπούς διαβίωσης του ιδίου και της τετραμελούς οικογενείας του (1.300 ευρώ μηνιαίως), 9) η περιουσιακή του κατάσταση (ένα διαμέρισμα, εμβαδού 80 τ.μ., στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, ένα αγροτεμάχιο με ελαιόδενδρα, 750 τ.μ., στην Κρηνίτσα Τρικάλων και ένα αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, τύπου Corolla, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1999) και 10) η αρνητική σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη του και δη η ανεπάρκεια του μηνιαίου εισοδήματός του για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και για την ταυτόχρονη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του.
Με βάση δε τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, το άνω δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς το αναιρεσείον και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και ότι, συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010.
Τα περιστατικά αυτά, τα οποία, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης της περιέλευσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και την εντεύθεν υπαγωγή του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Αιτιολογείται δε με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, η περιέλευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμών και η μονιμότητα αυτής, οι οποίες οφείλονται, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στη μείωση των αποδοχών του κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αιτήσεώς του και στη σημαντική αύξηση των βιοτικών του αναγκών, λόγω του (μετά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων) γάμου του και της απόκτησης των τέκνων του και, συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, κρίνονται αβάσιμα.
Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναιρέσεως περαιτέρω αιτιάσεις, ότι δεν μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης κάθε δανείου, β) τα καθαρά εισοδήματα του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, γ) το ύψος των εισοδημάτων του, τόσο κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αιτήσεως, όσο και κατά το χρόνο συζήτησής της, δ) τα καθαρά εισοδήματα της συζύγου του (από εργασία ή άλλη πηγή), ε) ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο αυτή κατέστη άνεργη, στ) η μηνιαία δόση που όφειλε να καταβάλλει ο αιτών στο ίδιο (αναιρεσείον) και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, προς εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, τόσο κατά τη συνομολόγηση των δανείων, όσο και κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, ζ) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης αυτού και της οικογενείας του, η) η εξέλιξη των εισοδημάτων του από το χρόνο του δανεισμού έως το χρόνο συζήτηση της αιτήσεως και ι) ποια η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της συζύγου του, είναι απορριπτέες, οι μεν υπό στοιχεία α', β', γ', δ', ε', στ', ζ', η'και ι', ως αβάσιμες, αφού τα επικαλούμενα με αυτές ως ελλείποντα περιστατικά, αναφέρονται με επάρκεια στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως το περιεχόμενο αυτής προπαρατέθηκε, η δε υπό στοιχεία η', ως απαράδεκτη, καθόσον ανάγεται σε επιχείρημα του αναιρεσείοντος, προς επιστήριξη ενστάσεως δόλιας περιέλευσης του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, η κατ' ουσίαν απόρριψη της οποίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως.
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Επιπλέον, δεν ήταν αναγκαίο, για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, το άνω Δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει και να αναφέρει ενδεχόμενες προτάσεις του αναιρεσείοντος, προς το σκοπό οικονομικής ανασυγκρότησης του χρέους του πρώτου αναιρεσιβλήτου (όπως χρονική επιμήκυνση, μικρότερες δόσεις, χαμηλότερο επιτόκιο κ.λπ.), με βάση τις σχετικές νομικές διατάξεις τις οποίες το αναιρεσείον έχει θεσπίσει, ώστε, συνδυάζοντας αυτές με το εισόδημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, να αποφανθεί για την περιέλευση του τελευταίου σε αδυναμία πληρωμών, όπως αβάσιμα το αναιρεσείον διατείνεται.
Και τούτο διότι, ουδόλως προβλέπονται από το Ν. 3869/2010 τέτοιες προϋποθέσεις, προκειμένου να αποφανθεί το Δικαστήριο για την περιέλευση του δανειολήπτη σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ούτε, εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του Τ.Π.Δ.
και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, αναιρεί οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία, όπως η προκειμένη του Ν. 3869/2010, με τις διατάξεις του οποίου προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, τις οποίες δεν μπορεί να στερηθεί ο δανειολήπτης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Περαιτέρω, με τον ίδιο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, όπως εκτιμάται, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδαφ. β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με την έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους αυτής και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα:
α) την ένστασή του περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και β) τον ισχυρισμό του περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσίβλητου της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, κατά το μέρος που αφορά στην ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το άνω Δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος και την απέρριψε ρητά, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο ίδιος λόγος, κατά το ανωτέρω σκέλος του, κατά το μέρος που αφορά στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσίβλητου μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, αλλά αποτελεί αρνητικό, της ιστορικής και νομικής βάσης της ένδικης αιτήσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου, ισχυρισμό, σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως σαφώς συνάγεται ότι το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, καταλήγοντας σε αποδεικτικό πόρισμα (όσον αφορά την περιέλευση του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών), διαφορετικό από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ως ορθό.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις.
Κατά το άρθρο 871 του Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει, όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε, όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποιων προσώπων ή σε ποια έκταση.
Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση, στην οποία προβαίνει το ένα μέρος, δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό.
Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού.
Δηλαδή, με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (Α.Π. 1738/2017, Α.Π. 1527/2017, Α.Π. 669/2016).
Ειδικότερα, εάν, με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού, αυτός έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα μέρους της απαιτήσεως, με βάση την παλαιά έννομη σχέση, για την οποία η διένεξη, το δικαστήριο της ουσίας εκδίδει απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η ως άνω απαίτηση, όπως αυτή περιορίσθηκε με τη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού (πρβλ. Α.Π. 1070/2017), ενώ, εάν, με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού, αυτός έχει δημιουργικό χαρακτήρα κατάργησης της παλαιάς έννομης σχέσης, για την οποία η διένεξη, και δημιουργίας νέας, η αγωγή, ερειδόμενη στην παλαιά έννομη σχέση, απορρίπτεται (Α.Π. 127/2022).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, ενόψει του ότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Και στις εξαιρετικές όμως αυτές περιπτώσεις, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 74/2019).
Συνακόλουθα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 124/2023, Α.Π. 1745/2022, Α.Π. 1446/2022, Α.Π. 257/2021).
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ενώ, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπήρξε (κατ' εφαρμογή της διατάξεως του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3867/2010), συμφωνία μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, περί επιμήκυνσης του χρόνου εξόφλησης του δανείου και περί μειώσεως της μηνιαίας δόσης, από το αρχικό ποσό των 809,35 ευρώ, στο ποσό των 683,19 ευρώ, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι έχει καταρτισθεί μεταξύ τους σύμβαση συμβιβασμού, κατ' άρθρο 871 του Α.Κ., με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 62 του Ν. 2214/1994, 25 του Ν. 2867/2010, 871 του Α.Κ., 4 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αλλά και με ελλιπείς αιτιολογίες, έκανε δεκτή την αίτηση υπαγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο Ν. 3869/2010, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, δεσμευόμενο από το περιεχόμενο του συμβιβασμού.
Πλην όμως, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ούτε άλλωστε προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως του δικογράφου της από 5-10-2015 (αρ. κατ. 2037/2015), ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος, Πρωτοδικείου Αθηνών, εφέσεως αυτού (αναιρεσείοντος), ότι ο ανωτέρω, θεμελιωτικός του λόγου τούτου, ισχυρισμός (ανατρεπτική ένσταση συνάψεως συμβιβασμού), προβλήθηκε ρητά από το αναιρεσείον, ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επιπλέον δε, δεν γίνεται επίκληση κάποιου λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του, όπως απαιτείται, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη.
Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, με την επικαλούμενη συμφωνία επιμήκυνσης του χρόνου εξόφλησης του δανείου και μείωσης της μηνιαίας δόσης, δεν καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, κατ' άρθρο 871 του Α.Κ., αφού δεν υπήρξε, μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος και του αιτούντος- πρώτου αναιρεσιβλήτου, φιλονικία ή αβεβαιότητα ως προς τη συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση, που διαλύθηκε με αμοιβαίες υποχωρήσεις, αλλά χορηγήθηκαν στον αιτούντα διευκολύνσεις για την αποπληρωμή του δανείου του, με βάση τις επιταγές του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ.
του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 897/2020).
Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β του Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται" (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 60972/124/2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9095/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ