Supreme Court allows partial annulment of voluntary enforcement judgment regarding property auction necessity.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece partially annulled a final judgment ordering the auction of properties under voluntary enforcement proceedings. The National Bank of Greece argued the auction was unnecessary because the properties were unsellable or had low market value, while the debtor contested the court's assessment of these facts. The court rejected the bank's claims as mere re-evaluation of evidence rather than legal error, but found the specific reasoning regarding the necessity of auctioning the first two properties flawed, thus remanding the case for further examination.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment in voluntary enforcement proceedings is admissible if filed timely, but grounds based solely on re-evaluation of evidence or assessment of facts without legal error are inadmissible, whereas a specific finding that the enforcement measure is unnecessary may be annulled if unsupported by sufficient reasoning.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 883 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 883/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δοκιμάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Δ. του Ν., συζ. Ι. Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μιμιγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως Εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις - Μη Δικαιούχου Διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Hoist Finance AB (publ)" (Hoist), που εδρεύει στη Στοκχόλμη Σουηδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας (Hoist), ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ AE" και το δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Σ. του Α., κάτοικο … και 3) Α. Δ. του Ν., κάτοικο …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7-12-2018 (αρ. κατ.4/2018) αίτηση αναίρεσης της κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3. ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 739 επ. Κ.Πολ.Δ.) εκδοθείσης υπ' αρ. 54/2018 οριστικής απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Nάξου, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ.
γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευτεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Νέα Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 6-11-2020 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στην αναιρεσείουσα, την αναιρεσίβλητη και στους προς ων η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης (βλ.
τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ.2151Β/1-12-2020, 6391β/4-12-2020, 6394β/4-12-2020, 6390β/4-12-2020 και 2155Β/1-12-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Εφετείο Αθηνών Σ. Τ. η πρώτη και η τελευταία και της δικαστικής επιμελήτριας της δικαστικής περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου Κ.
Ψ. οι λοιπές), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "HOIST FINANCE A.B..", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση …/…-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 21-12-2018 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου …/…-12-2018, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "HOIST FINANCE A.B.", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα την Στοκχόλμη Σουηδίας η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 21-12-2018 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με την αναιρεσίβλητη. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ).
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ` αριθμ.9097/3-7-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά Ά. Α. Σ., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 22-5-2019) και κλήση για να παρασταθεί στη δικάσιμο αυτή, οπότε λόγω εκτάκτων συνθηκών ανεστάλη η συζήτηση, προσδιορίστηκε δε εκ νέου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κατ' άρθρο 74 παρ.2 ν.4690/2020 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευσης ως προς όλους τους διαδίκους, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην προς ην η κοινοποίηση υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση τραπεζική εταιρεία (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, υπέρ ής η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Ομοίως η κρινόμενη αίτηση έχει επιδοθεί και στον Ι. Σ. και Α. Δ., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν (βλ τις με αρ. 6207Β/5-9-2019 και 6261Β/17-9-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αιγαίου Ε. Κ.).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 10-4-2014 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 15/10-4-2014 αίτησή της η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές της που απορρέουν από τις στην αίτηση αναφερόμενες συμβάσεις δανείου, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της, επικουρικά δε την ρύθμιση των χρεών της, με εξαίρεση από την ρευστοποίηση των περιγραφομένων ακινήτων ιδιοκτησίας της, μεταξύ των οποίων και αυτό που χρησιμοποιείται ως κυρία κατοικία της, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση και με σκοπό την απαλλαγή της.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ. 99/2015 οριστική απόφαση του, αφού έκρινε νόμιμη την παραπάνω αίτηση, στην συνέχεια την δέχτηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η καθ' ης η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου την από 16-1-2018 έφεση της κατατεθείσα στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με αρ.
έκθεσης κατάθεσης 1/2018 και στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου με αρ. κατάθεσης 4/2018. Το ως Εφετείο δικάσαν πιο πάνω δικαστήριο με την με αρ. 54/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την παρ.2 του άρθρου 9 του ν.3869/2010,όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 πρ.1 του ν.4161/2013 και ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. "Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας."......
Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο......Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ` εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του.
Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. "Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών." (Όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 προστέθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 85 του Ν.3996/2011,ΦΕΚ Α 170/5.8.2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφ.
α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017), αφού από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ.759 παρ.3).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/ 2004).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, που περιέχει ειδική ρύθμιση για τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο αυτού του νόμου, "Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου με το να μην απορρίψει, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, την υπό κρίση αίτηση παραβίασε, κατ' άρθρα 111 παρ. 2, 118, 216 και 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, είναι απαράδεκτος, καθόσον όλες οι επικαλούμενες "ελλείψεις" του δικογράφου της αίτησης που συνίστανται στο ότι δεν αναφέρεται σ'αυτό συγκεκριμένα:
α) ποιές ήταν οι συγκυρίες που οδήγησαν την αναιρεσίβλητη σε αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών της β)ποιά ήταν η εισοδηματική της κατάσταση κατά τον χρόνο λήψης των δανείων γ) ποια η ημερομηνία ανάληψης των δανείων και δ) ποιο το ύψος των εισοδημάτων της από την εκμετάλλευση των αγροτικών ακινήτων της ή αν είναι δικαιούχος κρατικής επιδότησης δεν ανάγονται στη νομική αοριστία της αίτησης αλλά σε λόγο αντίστοιχο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, (παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου), ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.
Ανεξάρτητα από αυτό, τα παραπάνω (ορισμένα από τα οποία περιέχονται στην αίτηση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της) δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης για τη ρύθμιση χρεών (άρθρ. 4 παρ. 1 ν. 3869/2010), ούτε προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του νόμου αυτού (άρθρ. 1 του ίδιου νόμου) και, άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην αίτηση.(Α.Π. 64/2017).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, συγκεκριμένα η μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μη λήψη υπόψη του νομίμως προταθέντος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμού περί μη περιέλευσης της αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της .Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του νομίμως προταθέντος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμού περί του ότι ως έχουσα εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο κυρίας κατοικίας της οφειλέτριας, το οποίο εξαιρέθηκε από την εκποίηση, πρέπει να ικανοποιηθεί προνομιακά σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 ν. 3869/2010.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου , με την προσβαλλόμενη παραπάνω 54/2018 απόφασή του δέχθηκε, τα ακόλουθα, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο της αναίρεσης. "Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα διατείνεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως και πέραν των προβλεπομένων στο άρθρο 9 παρ 2 του ν. 3869/20210 δεν διέταξε την προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που είχαν ήδη εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου της εφεσίβλητης, ότι όφειλε δηλαδή να διατάξει την προνομιακή ικανοποίηση αυτής καθώς είναι η μοναδική εκ των πιστωτών που έχει εμπράγματη ασφάλεια επί του ακινήτου της κυρίας κατοικίας της εφεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός, επίσης, κρίνεται παραδεκτός και νόμιμος και ως εκ τούτου θα εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα". Παρά την παραπάνω αναφορά, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξέτασε ως προς την ουσιαστική βασιμότητα τον παραπάνω ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν απάντησε σε αυτόν.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην τυχόν συνδρομή των όρων για προνομιακή ικανοποίηση της αναιρεσείουσας κατά την διαδικασία εξαίρεσης από την εκποίηση της κυρίας κατοικίας της αναιρεσίβλητης, παρέλκει δε η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
κατά τον οποίο εσφαλμένα το δικαστήριο δεν διέταξε την προνομιακή της ικανοποίηση ως πιστώτριας με εμπράγματη ασφάλεια, αφού ο λόγος αυτός καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του αμέσως πιο πάνω λόγου που γίνεται δεκτός. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, συγκεκριμένα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χωρίς επαρκή αιτιολογία έκρινε εσφαλμένα ότι τα ακίνητα της αναιρεσίβλητης είναι δήθεν ασύμφορα για εκποίηση και εξ αυτού του λόγου δεν δύνανται να προσφερθούν προς ικανοποίηση των πιστωτών της.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου , με την προσβαλλόμενη παραπάνω 54/2018 απόφασή του δέχθηκε, τα ακόλουθα, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο της αναίρεσης: "Η αιτούσα εργάζεται από έτος 2014 ως γραμματέας στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου και λαμβάνει αποδοχές ύψους 535,00 ευρώ, μηνιαίως, καθώς επίσης λαμβάνει 300,00 ευρώ περίπου, μηνιαίως, από έξι μικρά διαμερίσματα κατά τους μήνες του θέρους.
Έχει στην κυριότητά της μία (1) οριζόντια ιδιοκτησία ισογείου ορόφου, στη θέση "…" της .., που αποτελείται από δύο (2) δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, χωλ, τουαλέτα και βεράντα, επιφάνειας 93,30 τ.μ και η οποία αποτελεί την κυρία κατοικία της αιτούσης και της οικογένειάς της. Η εν λόγω κατοικία έχει ως βοηθητικό χώρο μία (1) αποθήκη υπογείου ορόφου, επιφάνειας 156 τ.μ και η αιτούσα είναι συγκυρία κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου επ' αυτής, ενώ η αξία της οικίας και της αποθήκης ανέρχεται σε 66.269,07 ευρώ.
Επίσης, είναι κυρία ενός (1) οικοπέδου που ονομάζεται "…", στη θέση "ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ" Αγίου Αρσενίου Δήμου …, έκτασης 992 τ.μ και επ' αυτής έχουν ανεγερθεί τα ως άνω διαμερίσματα, αλλά διεκδικείται από το Δημόσιο, με αποτέλεσμα να καθίσταται ασύμφορο εκποίησης. Περαιτέρω, είναι κυρία ενός (1) οικοπέδου που ονομάζεται "….", στη θέση "ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ" Αγίου Αρσενίου Δήμου …, έκτασης 997 τ.μ, μη οικοδομήσιμου και καλλιεργήσιμου, διότι βρίσκεται δίπλα στην αλυκή και αξιοποιείται μόνο ως βοηθητικός χώρος του συνωνύμου οικοπέδου, ώστε να είναι ασύμφορο εκποίησης.
Είναι, ακόμη, συγκυρία επί ενός οικοπέδου, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, που βρίσκεται στη θέση "…" του οικισμού Αγίας Άννας Αγίου Αρσενίου Δήμου …., έκτασης 3.003 τ.μ και αξίας του μεριδίου της 20.000,00 ευρώ περίπου. Επιπλέον, διαθέτει στην κυριότητά της έναν (1) αγρό που ονομάζεται "ΚΟΠΡΟΥ", βρίσκεται στη θέση "…." ή "…." Αγίου Αρσενίου Δήμου …, έκτασης 2.841,11 τ.μ και αξίας 5.000,00 ευρώ περίπου, καθώς και ένα (1) αγροτεμάχιο που ονομάζεται "…" στη θέση "…." Αγίου Αρσενίου Δήμου …, έκτασης 2.939,14 τ.μ.
και αξίας 5.000,00 ευρώ περίπου. Τέλος, είναι συγκυρία, κατά ποσοστό 1/4 αδιαιρέτου, επί ενός (1) αγροτεμαχίου στη θέση "Άγιος Αθανάσιος" του Δήμου …. συνολικής έκτασης 470,80 τ.μ και αξίας 4.237,20 ευρώ. Όλα τα προπεριγραφόμενα ακίνητα λόγω της μειωμένης ζήτησης, των εξόδων ρευστοποίησης, της αμοιβής του εκκαθαριστού και των οφειλών προς την Εφορία εκ της φορολογήσεώς των, ύψους 7.579,20 ευρώ, κρίνονται ασύμφορα εκποίησης.
Σημειώνεται ότι, ο σύζυγος της αιτούσης επιβαρύνεται με φορολογικές οφειλές ύψους 1.559,29 ευρώ. Έτι περαιτέρω, η αιτούσα έχει στη συγκυριότητά της ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου οχήματος, μάρκας OPEL CORSA, 1200cc, έτους κυκλοφορίας 2001 και αξίας 800,00 ευρώ, ενώ η ιδανική μερίδα της αιτούσης επ' αυτού (400,00 ευρώ) λόγω της χαμηλής αξίας, της παλαιότητας του οχήματος και των εξόδων ρευστοποίησης καθίσταται ασύμφορη εκποίησης.
Η αιτούσα στερείται άλλων εισοδημάτων...
Το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της δυνατότητας εκποίησης των ακινήτων ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης για την ικανοποίηση των πιστωτών της, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου όσον αφορά την αναγκαιότητα και το ασύμφορο εκποίησης των ακινήτων.
Ειδικότερα αναφέρει ότι η εκποίηση των δύο πρώτων ακινήτων είναι ασύμφορη, διότι το πρώτο διεκδικείται από το Δημόσιο το δε δεύτερο είναι μη οικοδομήσιμο και καλλιεργήσιμο, αξιοποιούμενο μόνο ως βοηθητικός χώρος, ενώ για τα λοιπά κρίνεται ασύμφορη η εκποίηση λόγω της μειωμένης ζήτησης, των εξόδων ρευστοποίησης, της αμοιβής του εκκαθαριστή και των προς την εφορία οφειλών που αναφέρονται στην απόφαση.
Οι ως άνω φερόμενες από την αναιρεσείουσα, ελλείψεις πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν πάντων των προαναφερθέντων πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που προαναφέρθηκε, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή εκτός εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 54/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως.
Και
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου