Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
983/2023 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against debt restructuring ruling due to failure to assess family living needs.

Geschäftsnummer 983/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment rendered under the voluntary jurisdiction procedure for debt restructuring. The lower court failed to consider the appellant's family's basic monthly living expenses when evaluating solvency, violating the statutory requirement to balance income against essential costs. Consequently, the appeal was accepted, the lower decision was annulled, and the case was remitted for further examination.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 560 of the Code of Civil Procedure: The court must assess the debtor's ability to pay by comparing liquid income with the basic monthly living needs of the debtor and their family to determine eligibility for debt restructuring under the voluntary jurisdiction procedure.

Schlagwörter

KI-generiert
debt restructuring voluntary jurisdiction family living expenses solvency assessment appeal admissibility income vs expenses remittal for retrial

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 495 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 14 of Law 3869/2010
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 para. 2 of Law 4335/2015
Art. 560 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 para. 3 of Law 4335/2015
Art. 746 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 983 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 983/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Τ. Τ. Ε. Α. Τ. Ε." και αυτής ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α. Τ. Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βασιλικών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15972/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 12-9-2019 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως .../21-11-2019) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 15.972/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 40/2016 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βασιλικών και αφορά υπόθεση του Ν. 3.869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), ήτοι, προ πάσης επιδόσεως, εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).

Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (Φ.Ε.Κ. 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος, που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση, με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και, συγκεκριμένα, όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας, που διαθέτει.

Άλλωστε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικώς η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).

Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικώς με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 641/2019, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 1226/2014, Α.Π. 208/2020).

Ως αδυναμία πληρωμής ορίζεται, κατ' αρχήν, η έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη δηλαδή χρημάτων, όσων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκριθεί στα (ληξιπρόθεσμα) χρέη του. Το πραγματικό ζήτημα της αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών κρίνεται με έλεγχο της προσωρινότητας ή μη των αιτίων μη πληρωμής.

Παροδικά αίτια ή μεταβατικές καταστάσεις συνιστούν προσωρινές καταστάσεις. Όσον αφορά το στοιχείο της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δεν υπάρχει χρονικό όριο για την μονιμότητα. Προκύπτει, πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δε δύναται να παρακολουθήσει το ληξιπρόθεσμο των οφειλών του και να προβεί στη σχετικώς άμεση ικανοποίησή τους.

Η ανεργία του οφειλέτη ή η μείωση των εισοδημάτων του, κατά τρόπο που δεν διαφαίνεται να αναστρέφεται σύντομα, αποτελούν στοιχεία μονιμότητας. Εν γένει, είναι μόνιμη η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, αν είναι στάσιμη και δεν βελτιώνεται ή δεν αναμένεται να βελτιωθεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προς διευκόλυνση της ροής χρημάτων και προς ικανοποίηση των πιστωτών.

Άλλωστε, με άξονα και υπό το πρίσμα του σκοπού του Ν. 3869/2010, ο οποίος προωθεί την κοινωνική αποκατάσταση των υπερχρεωμένων οφειλετών, ο οφειλέτης βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, εάν με βάση τα εισοδήματά του δύναται να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του, αλλά σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του.

Επομένως, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με την αξιοπρεπή κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και όχι με βάση ακόμη και την ίδια την κάλυψη του συνόλου των χρεών του. Η δολιότητα που προβλέπει ο νόμος, αναφέρεται στην αδυναμία πληρωμής και όχι στον τρόπο περιελεύσεως του οφειλέτη σε αδυναμία (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 208/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας, δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 171/2022). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και αυτός ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2022, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσείων, με την από 5-12-2012 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως …12-12-2012) αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς την καθής η αίτηση - αναιρεσίβλητη χρηματικών οφειλών του, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ώστε με την τήρηση της ρυθμίσεως να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 40/2016 απόφασή του, δέχτηκε την αίτηση εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αφού απέρριψε την προβληθείσα από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα ένσταση ότι ο αιτών δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς την ουσία, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών, ηλικίας ήδη 44 ετών (γεννηθείς τη …1974), είναι έγγαμος με τη Κ.

Σ., ηλικίας 49 ετών (γεννηθείσα την ..1969), με την οποία έχει αποκτήσει δύο τέκνα, ανήλικα εισέτι, τον Θ. Χ., ηλικίας 16 ετών (γεννηθέντα τη…) και τη Μ. Χ., ηλικίας 14 ετών (γεννηθείσα την…). Ο αιτών υπηρετεί στην Ελληνική Αστυνομία, φέρων το βαθμό του Αρχιφύλακα (στο μηνιαίο εκκαθαριστικό του μηνάς Φεβρουάριου 2018 αναφέρεται στην κατηγορία:

ΠΕ Αρχιλοχίας, Κατηγορία Β', κλιμάκιο 14), ενώ η σύζυγός του είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. από τις 11-06-2014 έως 06-05-2018 (ορ. τις προσκομισθείσες με αριθμούς ... βεβαιώσεις του Ο.Α.Ε.Δ. και το προσκομισθέν αποδεικτικό ανανέωσης), ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει εάν έχει απασχοληθεί και σε ποια εργασία κατά το παρελθόν ούτε εάν υφίσταται επαγγελματική κατάρτιση και σε ποιο αντικείμενο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών έχει στην κυριότητα τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία: α) μία διώροφη κατοικία αποτελούμενη από ημιυπόγειο εκτάσεως 88 τμ, ισόγειο εκτάσεως 76 τμ και πρώτο όροφο 28 τμ, κείμενη σε οικόπεδο εκτάσεως 4.000 τμ, στην περιοχή του αγροκτήματος ..., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...

συμβολαίου αγοράς της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Δ. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών στον τόμο ..., και του υπ' αριθμόν ... συμβολαίου σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομής επικοίνου περιουσίας μεταξύ συγκυριών, προ της ανέγερσής της, της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Δ.

Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 79.038,81 ευρώ, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν φύλλο υπολογισμού του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Α. Κ., β) την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος 4ου ορόφου σε οικοδομή, κείμενης στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού…, εμβαδού μικτού 60,87 τμ και καθαρού 47 06 τμ, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...

συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Σ. Σ. - Χ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο .... Σύμφωνα δε με το προσκομισθέν πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ του έτους 2016 η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 42.618,71 ευρώ, ενώ προκύπτει από την προσκομισθείσα κατάσταση μισθωμάτων του έτους 2016 ότι ο αιτών έχει προβεί στην εκμίσθωσή του έναντι ποσού 200,00 ευρώ.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι σε χρόνο προγενέστερο από την κατάθεση της αίτησης ο αιτών έλαβε τα ακόλουθα δάνεια, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και τα τελευταία υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης ..., ενώ τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα συνεχίζουν να εκτοκίζονται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της παρούσης απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010), και οφείλει τα ακόλουθα ποσά: 1) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "E. E. Α.Ε.", το ποσό των 72.169,43 ευρώ προερχόμενο:

αμφότεροι οι αιτούντες από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (κατά την 3η-02-2016), για την οποία έχει εγγράφει προσημείωση υποθήκης επί της διωρόφου με ημιυπόγειο κύριας κατοικίας του, δυνάμει της υπ' αριθμόν 26800/11-07-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), 2) στην τράπεζα EFG E. E. Α.Ε., από την υπ' αριθμόν ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 70.574,78 ευρώ (κατά την 3η-02-2016), για την οποία έχει εγγράφει προσημείωση υποθήκης επί της διωρόφου με ημιυπόγειο κύριας κατοικίας του, δυνάμει της υπ' αριθμόν 30900/08-08- 2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), 3) στην τράπεζα….

Α.Ε., από την υπ' αριθμόν ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 55.057,89 ευρώ (κατά την 3η-02- 2016), για την οποία έχει εγγράφει προσημείωση υποθήκης επί της διωρόφου με ημιυπόγειο κύριας κατοικίας του, δυνάμει της υπ' αριθμόν ../08-08-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), 4) στην ανώνυμη τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "E. E. Α.Ε.", με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου (συγχώνευση ένεκα απορρόφησης) του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Ν.

Τ. Τ. Ε. Α. Τ. Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "..." και αυτού ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α. Τ. Ε.", με την οποία ο αιτών συνήψε τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 2.483,00 ευρώ, κατά την ημερομηνία της 3ης-02-2016. Επομένως, η συνολική οφειλή του, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, ανέρχεται στο ποσό των (72.169,43 + 70.574,78 + 55.057,89 + 2.483,00) 200.285,10 ευρώ.

Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι τόκοι πέραν της ημερομηνίας αυτής και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της απόφασης, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζει να εκτοκίζεται η απαίτηση από τις συμβάσεις, για τις οποίες υφίσταται εμπράγματη εξασφάλιση (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010) και ειδικότερα με εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των αιτούντων ...

δεν προκύπτουν, αφού οι πιστώτριες τράπεζες δεν προβαίνουν στον υπολογισμό τους κατά μήνα τουλάχιστον μέχρι τον χρόνο συζήτησης της αίτησης, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να προβεί αναλογικά στον υπολογισμό τους μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασής του. Επιπροσθέτως, από τις προσκομισθείσες φορολογικές δηλώσεις του αιτούντος και τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2009-2016 προέκυψε ότι το συνολικό ετήσιο εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν:

για το έτος 2009 από μισθωτές υπηρεσίες του στο ποσό των 22.319,14 ευρώ ενώ το εισόδημα της συζύγου του ήταν μηδενικό, για το έτος 2010 από μισθωτές υπηρεσίες του στο ποσό των 22.565,75 ευρώ ενώ το εισόδημα της συζύγου του ήταν μηδενικό, για το έτος 2011 από μισθωτές υπηρεσίες του στο ποσό των 17.541,17 ευρώ ενώ το εισόδημα της συζύγου του ήταν μηδενικό, για το έτος 2012 από μισθωτές υπηρεσίες του στο ποσό των 19.353,81 ευρώ ενώ το εισόδημα της συζύγου του ήταν μηδενικό, για το έτος 2013 από μισθωτές υπηρεσίες του στο ποσό των 16.595,50 ευρώ ενώ το εισόδημα της συζύγου του ήταν μηδενικό, για το έτος 2014 από μισθωτές υπηρεσίες του στο ποσό των 12.751,95 ευρώ ενώ το εισόδημα της συζύγου του ήταν μηδενικό, για το έτος 2015 από μισθωτές υπηρεσίες του στο ποσό των 22.086,82 ευρώ ενώ το εισόδημα της συζύγου του ήταν μηδενικό, για το έτος 2016 από μισθωτές υπηρεσίες του στο ποσό των 20.027,58 ευρώ ενώ το εισόδημα της συζύγου του ήταν μηδενικό.

Πρέπει δε στο σημείο αυτό ότι η σημαντική μείωση που παρουσίασε το εισόδημα του αιτούντος κατά τα έτη 2012-2014 οφείλεται στο γεγονός ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα, η οποία ωστόσο έχει αρθεί δυνάμει της υπ' αριθμόν 5/2014 Απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθυπαστυνόμων- Αρχιφυλάκων-Αστυφυλάκων, ήτοι η μείωση αυτή ήταν παροδική.

Συνακόλουθα, λαμβάνοντας υπ' όψιν τα ανωτέρω παρατιθέμενα οικονομικά δεδομένα, κρίνεται ότι η αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας και της οφειλής του αιτούντος κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστο στο εγγύς μέλλον λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας, που καθιστά εξαιρετικά αβέβαιη την προσδοκώμενη αύξηση των μισθολογικών του αποδοχών αλλά και εξαιρετικά δύσκολη την ανεύρεση εργασίας από τη σύζυγό του, λαμβανομένης υπ' όψιν της ηλικίας της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει ο αιτών στην πληρωμή της ληξιπρόθεσμης οφειλής του.

Έτσι στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, ο οποίος δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή πραγματική αδυναμία πληρωμής της ληξιπρόθεσμης οφειλής του προς τις καθ' ων η αίτηση. Εντούτοις, πρέπει να επισημειωθεί ότι αποδεικνύεται πως ο αιτών προέβη στη σύναψη πληθώρας δανείων, τριών στεγαστικών και ενός καταναλωτικού.

Εντούτοις, μολονότι πρόκειται περί τριών στεγαστικών δανείων δεν αποδεικνύεται ότι άπαντα ελήφθησαν για αγορά κατοικίας, καθώς μετά το έτος 2006, οπότε και συνήφθη το με αρ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του αγροτεμαχίου με τίμημα ύψους 100.000,00 ευρώ και μετά το έτος 2007 οπότε και ανεγέρθηκε η προαναφερόμενη οικία του, ο αιτών δεν απέκτησε έτερο ακίνητο ίσης αξίας με το δανεισμό του από τα εν λόγω δάνεια, με τη σημείωση ότι ο αιτών δεν προσκομίζει τις δανειακές συμβάσεις, ώστε να διακριβωθεί ο χρόνος σύναψης τους ούτε το ποσό που αρχικώς εκταμιεύθηκε, ενώ έτι περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι το εκταμιευθέν ποσό διατέθηκε εξ ολοκλήρου στην κατασκευή της διωρόφου κατοικίας του αιτούντος.

Εξάλλου ούτε ο ίδιος ο αιτών διευκρινίζει στην αίτησή του ποιες υποχρεώσεις τον ανάγκαζαν να καταφύγει σε ολοένα μεγαλύτερο δανεισμό με τη λήψη τριών στεγαστικών δανείων και ενός καταναλωτικού, με δεδομένο ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου υπολογίσθηκε στο συνολικό ποσό των 79.038,81 ευρώ, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν φύλλο υπολογισμού του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Α.

Κ., ενώ το οφειλόμενα ποσά εκ των τριών στεγαστικών δανείων ανέρχονται στο συνολικό ποσό των (72.169,43 + 70.574,78 + 55.057,89) 197.802,10 ευρώ, ήτοι υπερβαίνουν κατά πολύ την αξία του ακινήτου. Μολονότι δε, με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι πράγματι ο αιτών προσέφυγε σε διαρκώς μεγαλύτερο δανεισμό, εντούτοις, εάν πράγματι ήταν επιμελής δανειολήπτης, τούτο θα σήμαινε ότι τουλάχιστον οι οφειλές του έναντι παλαιών δανείων δεν θα ήταν πλέον εκκρεμείς, καθώς με το νέο δάνειο θα είχε τουλάχιστον εξοφλήσει τα παλαιότερα, πλην όμως ούτε αυτό συνέβη, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, ο αιτών παραμένει οφειλέτης πολυάριθμων δανείων, στεγαστικών, καταναλωτικών (βλ.

προσκομισθείσες βεβαιώσεις οφειλών), συνεπώς ο ανακυκλούμενος δανεισμός δεν αποτελεί, ούτε άλλωστε ο αιτών το επικαλείται, στην προκειμένη περίπτωση, στοιχείο έλλειψης δόλου, αλλά το αντίθετο, αφού εξακολουθούν και οφείλονται παλαιά δάνεια ... Μετά ταύτα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο αιτών δεν εμπίπτει στην έννοια του έντιμου και καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη, ο οποίος τυγχάνει προστασίας από το ν. 3869/2010.

Συγκεκριμένα ο αιτών σε κάθε περίπτωση όφειλε να μην προβεί στην αγορά ενός αγροτεμαχίου έκτασης 4.000 τμ αξίας 100.000,00 ευρώ αλλά και στην ανέγερση κατοικίας με τρεις ορόφους, με τη σημείωση ότι στην κρινόμενη αίτηση αναφέρεται ως διώροφη με ημιυπόγειο, αλλά, εντούτοις, δεν προσκομίζεται η οικοδομική άδεια, ώστε να ελεγχθεί η υφιστάμενη κατάσταση της οικοδομής, αλλά σε οικία εμβαδού, σύμφωνα με τις οικονομικές του δυνατότητες, αντιθέτως όφειλε να προβεί στη σύναψη ενός μόνον στεγαστικού δανείου, για το οποίο θα εδύνατο να καταβάλει τις οφειλόμενες μηνιαίες δόσεις ίσου ποσού, και επομένως να μην περιέλθει σε έλλειψη ρευστότητας και αδυναμία πληρωμής του χρέους του κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης.

Με την εκ μέρους του σύναψη ολοένα περισσότερων στεγαστικών δανείων και σύμβασης καταναλωτικού δανείου, δίχως να παρέχεται πειστική εξήγηση για την ανάγκη σύναψής τους, ήτοι επίκληση απρόβλεπτων δυσχερειών και έκτακτων γεγονότων κατά τα έτη που αυτά συνήφθησαν, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικά περιορισμένες και αμετάβλητες εισοδηματικές του δυνατότητες, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι η σύζυγος του αιτούντος δεν προέκυψε ότι απασχολήθηκε στο παρελθόν σε οιαδήποτε θέση εργασίας, και επομένως κρίνεται ότι ο αιτών προέβλεψε ότι θα οδηγηθεί με αυξημένη πιθανότητα σε κατάσταση αδυναμίας αποπληρωμής των ως άνω ληξιπρόθεσμων δανείων, που έλαβε από τις καθ' ων και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, καθιστώντας δυσμενέστερη τη θέση των πιστωτριών τραπεζών κατά τη διαδικασία του Ν. 3869/2010, του οποίου ζητεί την εφαρμογή.

Συμπερασματικά, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αιτών, μολονότι επί σειρά ετών είχε ετήσιες αποδοχές, περίπου στις 20.000,00 ευρώ ετησίως, καθόσον δεν προκύπτει ότι αυτές υπερέβαιναν το ανωτέρω ποσό, καθώς επίσης και η σύζυγός του ως ουδέποτε απασχολούμενη δεν είχε εισόδημα, εντούτοις εξετέθη σε υπερβολικό για το ύψος των εισοδημάτων του δανεισμό.

Άλλωστε, από τα προσκομισθέντα φορολογικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι οι αποδοχές του υπερέβαιναν σε καμία περίπτωση τις 22.000,00 ευρώ ετησίως, ώστε να κριθεί βασίμως ότι είχε την προσδοκία ότι θα δύναται και στο μέλλον να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, με τη σημείωση ότι δεν προσκομίζονται εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών κατά τα οποία συνήψε ο αιτών με τα καθ' ων πιστωτικά ιδρύματα τις επίδικες δανειακές συμβάσεις (2006 - 2008).

Καθίσταται δε πρόδηλο ότι μετά την άρση της διαθεσιμότητάς του και την επάνοδό του στην υπηρεσία του, οι αποδοχές του δεν παρουσιάζουν παρά μικρή μόνον απόκλιση από αυτές που ελάμβανε πριν τεθεί σε αυτή και συνεπώς δεν υφίσταται ουσιώδης μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης. Από το σύνολο των ανωτέρω επομένως αποδείχθηκε ότι ο αιτών γνωρίζοντας ότι δεν ανέμενε αύξηση των εισοδημάτων του, προέβλεψε την αδυναμία του να ανταποκριθεί στην πληρωμή των χρεών του και παρά ταύτα αποδέχτηκε το ως άνω αποτέλεσμα, διογκώνοντας αλόγιστα το παθητικό της περιουσίας του.

Περιήλθε λοιπόν σε δόλια αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, καθώς προέβη σε ενέργειες που εν γνώσει του χειροτέρευσαν την οικονομική του κατάσταση, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, καθώς είχε συμφωνήσει τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό και μολονότι οι ετήσιες αποδοχές του αιτούντος δεν υπερέβαιναν τις 20.000,00 ευρώ, στερεί από αυτόν τη δυνατότητα να ενταχθεί στην ευεργετική ρύθμιση του νόμου 3869/2010, ο οποίος, εκ της παιδευτικής του λειτουργίας, επιβραβεύει καλόπιστους μόνον δανειολήπτες ...".

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω Δικαστήριο, παραβίασε, σύμφωνα με την νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία παραβίασε ευθέως. Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται μεν τα ετήσια εισοδήματα του αναιρεσείοντος, όχι, όμως και οι βασικές, τουλάχιστον, μηνιαίες βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της οικογενείας του (συζύγου του και των δύο ανηλίκων τέκνων τους), προκειμένου να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παραλλήλως με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αναιρεσείων - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, ώστε να μην περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, επομένως, να μην υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχήν του προαναφερόμενου λόγου της και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων, από το άρθρο 560 αριθμ. 5 και 6 Κ.Πολ.Δ., λόγων (δευτέρου και τρίτου, αντιστοίχως), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.

Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1, άρθρο ένατο, παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6, εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 15.972/2018 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ