Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
658/2022 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment, ruling it legally sound and final.

Geschäftsnummer 658/2022
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a final judgment from the Court of First Instance of Syros. The appellant argued the lower court erred in applying debt restructuring laws, but the court found the judgment legally sound and free of logical gaps. Consequently, the appeal was rejected without costs, as the specific debt restructuring law explicitly prohibits the award of court expenses in such proceedings.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010; Article 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 62(1) of Law 2214/1994; Article 8(6)(b) of Law 3869/2010: A final judgment rendered in absentia under the special procedure of voluntary jurisdiction for debt restructuring is legally sound and final, and the specific law governing such cases excludes the award of court expenses.

Schlagwörter

KI-generiert
debt restructuring procedure voluntary jurisdiction judgment in absentia court expenses prohibition legal soundness review finality of judgment deposit and loan fund

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 62(1) of Law 2214/1994
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Case 67/2020
Case 153/2017
Case 59/2021
Case 52/2019
Case 1400/2019

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 658 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 658/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Χ. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μισκεδάκη, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2013 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90ΕΜ/2015 μη οριστική και 18ΕΜ/2018 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-1-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 29-1-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 9/2020, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 18ΕΜ/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της εκ των εφεσιβλήτων δεύτερης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...". Παρά, όμως την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 153/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμ. 6.500Β'/25-6-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ.

Π., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 29-1-2019 (αριθμ. καταθ. 9/2020), αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 16-4-2021, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...".

Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 [άρθρο 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021)] και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 3 του ν. 4790/2021.

Κατά συνέπεια, αφού η ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή της, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Ο νομοθέτης σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, οφείλει να ασκήσει τη ρυθμιστική του παρέμβαση προς αντιμετώπιση του φαινομένου της υπερχρέωσης. Η υπερχρέωση αναδεικνύεται σε ένα από τα κρίσιμα κοινωνικά προβλήματα. Σηµαντικό µέρος των πολιτών έχει οδηγηθεί στη περιθωριοποίηση, καθώς, µη διαθέτοντας σοβαρή αγοραστική δύναµη και δυνατότητα απεγκλωβισµού από την υπερχρέωση, δεν είναι σε θέση να σχεδιάσει τη συμμετοχή του στην οικονοµική και κοινωνική ζωή.

Με το ν. 3869/2010 δόθηκε ακριβώς η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας επίσης πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία.

Η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία, χωρίς διέξοδο και προοπτική, κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.

Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά, μέσω των εν λόγω διαδικασιών, την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο (άρθρα 2 παρ.1, 21 παρ. 1 και 25 παρ. 1α του Συντάγματος).

Στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονοµική και κοινωνική ζωή µε την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Επομένως, ο ν. 3869/2010 δεν έχει σχεδιαστεί ως νομοθέτημα μεταβατικού χαρακτήρα, με σκοπό την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης, αλλά αντιθέτως η λειτουργία του προορίζεται να καταστεί παραπληρωματική προς εκείνη του Πτωχευτικού Κώδικα, διαλαμβάνοντας εκείνες τις περιπτώσεις υπερχρεώσεως που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου.

Εξ αυτής της απόψεως οι διατάξεις του συνιστούν ειδικό δίκαιο της εκκαθαρίσεως των οφειλών του ιδιώτη, το οποίο συντελεί από οικονομικής απόψεως στην (οιονεί κοινωνική) "ασφάλιση" των φυσικών προσώπων που έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και ως εκ τούτου συνιστούν αναγκαστικό δίκαιο, αφού η φύσις διατάξεων ως δημοσίας τάξεως ή αναγκαστικού δικαίου συνάγεται εκτός άλλων και εκ του γενικοτέρου σκοπού ή συμφέροντος τον οποίο υπηρετούν (άρθρο 3 ΑΚ).

Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) αφού η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 1-4-2013, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151). 3.

Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά ". Εξάλλου ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολόγησης και άλλες διατάξεις", ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεωλυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθό, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κανονισθησομένης κύριας και επικουρικής συντάξεώς του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α` και β` μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β` 677/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ` αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ.1).

Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως. Για την αναγγελία των εκχωρήσεων αυτών αρκεί η τήρηση των κοινών διατάξεων κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών ρυθμίσεων, όπως του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974. Εκχωρήσεις που έχουν γίνει οποτεδήποτε πριν από την εφαρμογή του παρόντος, χωρίς την εφαρμογή των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο ειδικών ρυθμίσεων, θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες, εφόσον τηρήθηκαν οι κοινές διατάξεις (παρ. 2).

Από την γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτόν ως προς την είσπραξη της απαίτησης από τον εκδοχέα -Τ.Π.Δ. και όχι η οριστική απόκτηση από αυτόν (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης.

Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις στο άρθρο 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Εξάλλου, κατά τη ρύθμιση των οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι αυτές έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, καθόσον ο νόμος αυτός περιέχει ειδικότερες ως προς το σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματά τους κατά του υπερχρεωμένου οφειλέτη.

Επιπρόσθετα, οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού δεν κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υπόχρεου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Με βάση τα ανωτέρω, επιβάλλεται από την καλή πίστη αλλά και από την ratio του νόμου, ο οποίος αποσκοπεί μεν στην προστασία του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, αλλά και στην εξισορρόπηση των συμφερόντων των πιστωτών, η διαφάνεια της περιουσιακής κατάστασης (καθήκον ειλικρίνειας έναντι των πιστωτών αλλά και της ίσης μεταχείρισης αυτών), η οποία υπαγορεύει την υποχρέωση του αιτούντα-οφειλέτη να συμπεριλάβει στην αίτησή του όλους τους πιστωτές του, αλλά και το σύνολο των ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών του, ώστε να μπορεί κάθε δανειστής να καθορίζει την στάση του, βάσει της συνολικής οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη του.

Συνεπώς η συλλογική διαδικασία με το γνωστό χαρακτηριστικό της καθολικότητας, σημαίνει ότι η διαδικασία καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές, με μόνη εξαίρεση τις οφειλές του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι εκ των στεγαστικών δανείων απαιτήσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Επομένως, σαφώς προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση δε που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητώς, όπως τούτο συνέβη στην περίπτωση οφειλών από τέλη προς Ν.Π.Δ.Δ.

Αντίθετο δεν προκύπτει από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010 που παρέχει τη δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων. Η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 αναφέρει τα χρέη εκείνα των οποίων δεν επιτρέπεται η ρύθμιση με δικαστική απόφαση.

Η ένταξη και των έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων χρεών στη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 θα σήμαινε διεύρυνση των περιπτώσεων της παραγράφου αυτής, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει ότι θέλησε ο νομοθέτης. Αντιθέτως ο τελευταίος, με την άνω διάταξη, έστω και αν δεν χρησιμοποιεί σχετική διατύπωση, ορίζει τις περιπτώσεις των μη υπαγόμενων στη ρύθμιση του νόμου χρεών.

Είναι πρόδηλο, ότι η εξαίρεση από τη ρύθμιση του νόμου των έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων χρεών, θα δημιουργούσε προνομιακή κατάσταση του τελευταίου έναντι των λοιπών δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου και κατά τις περιστάσεις υφίστανται την οριζόμενη με την δικαστική απόφαση περικοπή.

Η εξαίρεση των δανείων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 παρίσταται αδικαιολόγητη, εφόσον δεν εξαιρούνται ούτε οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια που χορήγησαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η ερμηνευτική εξαίρεση των οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τις διατάξεις του ν. 3869/2010 παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) κατά διττό τρόπο, διότι αφενός οι οφειλές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων θα στερούνταν αναιτιολόγητα την προστασία των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 έναντι των δανειοληπτών των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα θα υποχρεούνταν να δέχονται τη μείωση των χρηματικών απαιτήσεών τους μέσω της αναγκαστικής συμμετοχής τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010 σε αντίθεση με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων που θα διατηρούσε αλώβητες τις δικές του απαιτήσεις.

Ο δικαιολογητικός λόγος που ενδεχομένως θα μπορούσε να προβληθεί και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρα 1 και 2 π.δ/τος 95/1996 "Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων"), ήταν γνωστός στο νομοθέτη κατά τη θέσπιση και τις τροποποιήσεις του ν. 3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην το συμπεριλάβει στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρύθμισης του νόμου αυτού.

Ενδεικτικό προς τούτο πλέον είναι ότι μετά την τροποποίηση του ανωτέρω άρθρου με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, οι μόνες οφειλές έναντι του Δημοσίου γενικώς, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου πλέον είναι οι οφειλές, οι οποίες συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές. (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 883/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), την από 31-1-2014 έφεση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 2/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πάρου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαγωγή της αναιρεσιβλήτου στην ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 των υφισταμένων, έναντι του αναιρεσείοντος, χρεών, συνολικού ύψους 74.442,28 ευρώ, προερχομένων από δύο συμβάσεις στεγαστικών δανείων της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης με το αναιρεσείον, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα: ''.........

η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και πλέον της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων στηρίζεται και στο άρθρο 62 παρ. 1 ν. 2214/1994.

Ζήτημα προκύπτει, εάν είναι δυνατό να περιληφθεί σε ρύθμιση κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 μία οφειλή από δάνειο που έλαβε φυσικό πρόσωπο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον ήδη έχει εκχωρήσει μέρος των αποδοχών του σε αυτό. Κατ' αρχήν η εγκυρότητα της σύμβασης εκχωρήσεως συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απ' ευθείας από τον εργοδότη επί μισθωτού ή από τον ασφαλιστικό φορέα επί συνταξιούχου το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε.

Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του ν. 3869/2010 το δικαίωμα που έχει αποκτήσει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με τη σύμβαση εκχωρήσεως είναι δυνατό να αλλοιώνεται και δη να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης. Δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχωρήσεως, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή αλλά για εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, οι οποίες λόγω αυτής της φύσης τους επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση και ματαιώνουν την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, η οποία επιδιώχθηκε με την εκχώρηση της απαίτησης του δανειολήπτη επί τμήματος των αποδοχών του.

Η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων ακόμη και στο μη εμπορικό τομέα της οικονομίας. Πρόκειται, δηλαδή για διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν το κοινωνικό και κατ' επέκταση το δημόσιο συμφέρον και ως εκ τούτου δικαιολογείται ο περιορισμός του δικαιώματος των δανειστών να ικανοποιήσουν πλήρως τις χρηματικές απαιτήσεις τους, έστω και αν για την ικανοποίηση αυτή χρησιμοποιείται ως νομικό εργαλείο η σύμβαση της εκχώρησης απαιτήσεων και δη τμήματος των αποδοχών (μισθών ή συντάξεων) των οφειλετών.

Η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή η εκχώρηση εκ μέρους του υπερχρεωμένου δανειολήπτη της απαίτησής του να εισπράξει τμήμα των αποδοχών του καταλείπεται ανέπαφη από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, αντίκειται στη φύση των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, διότι θα είχε ως συνέπεια τη ματαίωση του σκοπού του νομοθέτη.

Δηλαδή, μέσω της σύμβασης εκχωρήσεως κατ' άρθρο 455 ΑΚ θα μπορούσαν οι δανειστές να απαγορεύσουν στον οφειλέτη να ασκήσει το δικαίωμα που του χορηγεί ο ν. 3869/2010 για να ρυθμίσει τα χρέη του. Τέτοια συμφωνία όμως, η οποία θα απαγόρευε στον υπερχρεωμένο δανειολήπτη να καταφύγει στις ευμενείς γι' αυτόν διατάξεις του ν. 3869/2010 θα ήταν άκυρη, διότι θα αναιρούσε το χαρακτήρα των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου (βλ.

Αθ. Κρητικός, ''ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων'', έκδ. 2014, σ. 113). Επομένως, ανεπίτρεπτη είναι και η ερμηνεία της σύμβασης εκχωρήσεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να συνεπάγεται εν τοις πράγμασι απαγόρευση του υπερχρεωμένου δανειολήπτη να αξιώσει την κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 ρύθμιση της οφειλής του, η οποία εξυπηρετείται μέσω της εκχώρησης μέρους του μισθού ή σύνταξης.

Το γεγονός ότι η εκχώρηση μέρους του μισθού ή σύνταξης του δανειζομένου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προσώπου είναι υποχρεωτική κατ' άρθρο 62 παρ. 1 ν. 2214/1994 δεν ασκεί έννομη επίδραση, διότι η ως άνω διάταξη αφορά την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των δανείων που χορηγεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά δεν είναι διάταξη δημόσιας τάξης, τα δε δικαιώματα που αποκτά το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέσω της εφαρμογής της υποκύπτουν ενώπιον της εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 3869/2010.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε ότι η οφειλή της πρώτης εφεσιβλήτου προς το εκκαλούν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και έκρινε ότι το ποσό που είχε εκχωρήσει από το μισθό της σε αυτό πρέπει να συμπεριληφθεί στο διαθέσιμο εισόδημά της για την ικανοποίηση όλων των πιστωτών της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και γι' αυτό είναι απορριπτέοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, οι οποίοι προβλήθηκαν με τους δύο λόγους της έφεσης...''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την, από 31-1-2014, έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 2/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πάρου. Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της πρώτης αναιρεσιβλήτου-αιτούσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, έστω και αν τα δάνειά της προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι ενήμερα, εξυπηρετούμενα κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό της, ενώ η οφειλή της προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη πιστώτριά της ανέρχεται σε πολύ μικρό ποσό, μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, του οποίου οι διατάξεις έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον η φύση διατάξεως ως δημοσίας τάξεως ή αναγκαστικού δικαίου συνάγεται εκτός άλλων και εκ του γενικοτέρου σκοπού ή συμφέροντος τον οποίο εξυπηρετεί, εν προκειμένω δε η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων ακόμη και στο μη εμπορικό τομέα της οικονομίας, αφού η απαλλαγή των χρεών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη εξυπηρετεί ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο.

Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται, για διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν το κοινωνικό και κατ' επέκταση το δημόσιο συμφέρον και ως εκ τούτου δικαιολογείται ο περιορισμός του δικαιώματος των δανειστών να ικανοποιήσουν πλήρως τις χρηματικές απαιτήσεις τους, έστω και αν για την ικανοποίηση αυτή χρησιμοποιείται ως νομικό εργαλείο η σύμβαση της εκχώρησης απαιτήσεων και δη τμήματος των αποδοχών (μισθών ή συντάξεων) των οφειλετών.

Η εξαίρεση των δανείων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από τη ρύθμιση του ν.3869/2010 παρίσταται αδικαιολόγητη, εφόσον δεν εξαιρούνται ούτε οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια που χορήγησαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η ερμηνευτική εξαίρεση των οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τις διατάξεις του ν. 3869/2010 παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) κατά διττό τρόπο, διότι αφενός οι οφειλές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων θα στερούνταν αναιτιολόγητα την προστασία των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 έναντι των δανειοληπτών των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα θα υποχρεούνταν να δέχονται τη μείωση των χρηματικών απαιτήσεών τους μέσω της αναγκαστικής συμμετοχής τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010 σε αντίθεση με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων που θα διατηρούσε αλώβητες τις δικές του απαιτήσεις.

Ο δικαιολογητικός λόγος που προβάλλεται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρα 1 και 2 π.δ/τος 95/1996 "Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων"), ήταν γνωστός στο νομοθέτη κατά τη θέσπιση και τις τροποποιήσεις του ν. 3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην το συμπεριλάβει στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρύθμισης του νόμου αυτού, ενώ κατά τη ρύθμιση των οφειλών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3869/2010 προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτές έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, καθόσον ο νόμος αυτός περιέχει ειδικότερες ως προς το σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματά τους κατά του υπερχρεωμένου οφειλέτη.

Επιπρόσθετα, οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού δεν κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010. Το γεγονός ότι η εκχώρηση μέρους του μισθού ή σύνταξης του δανειζομένου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προσώπου είναι υποχρεωτική κατ' άρθρο 62 παρ. 1 ν. 2214/1994 δεν ασκεί έννομη επίδραση, διότι η ως άνω διάταξη αφορά την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των δανείων που χορηγεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά δεν είναι διάταξη δημόσιας τάξης, τα δε δικαιώματα που αποκτά το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέσω της εφαρμογής της υποκύπτουν ενώπιον της εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 3869/2010.

Εξάλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ` όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του.

Κατά συνέπεια, οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 29-1-2019 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 9/2020), αίτηση, για αναίρεση της 18ΕΜ/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ