Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
785/2022 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment due to procedural errors and insufficient reasoning.

Geschäftsnummer 785/2022
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court rejected the appeal filed by the Savings and Loan Fund against a final judgment ordering debt restructuring for a natural person. The court found the appeal inadmissible because the lower court incorrectly applied the law regarding the applicant's insolvency status and failed to provide clear reasoning on how the applicant's dignity was protected. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety without the imposition of court costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court misapplies the law or fails to provide clear reasoning, and court costs are not awarded in debt restructuring appeals under Article 8 of Law 3869/2010.

Schlagwörter

KI-generiert
debt restructuring appeal insolvency law application insufficient reasoning court costs exemption procedural inadmissibility

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 1 of Law 3869/2010
Article 2 of Law 4336/2015
Article 8 paragraph 6 section b of Law 3869/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 785 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 785/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γαρυφαλλιά Γκατζιώλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 294/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 16-9-2019, με αριθμό δικογραφίας 32/2020 και με Αριθμό Κατάθεσης 05/ 17-09-2019 αίτηση αναιρέσεως του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" κατά του αναιρεσίβλητου Άγγελου Χαλκιά για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθμ. 294/2017 τελεσίδικης αποφάσεως του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), προ πάσης επιδόσεως, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 ΚπολΔικ. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας.

Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ.

Α4 άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 18-12-2015, της ένδικης, από 18-12-2015 και με αρ. κατάθ. 419/18-12-2015 αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρο 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).

Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.

Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν.3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ.19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 257/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 294/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: " ...Ο αιτών, ηλικίας 38 ετών κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, άγαμος και άτεκνος, είναι μόνιμος υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του, μετά από τις περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων λόγω της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, ανέρχονται στο ποσό των 1.198,39 € (όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας του αιτούντος μηνός Δεκεμβρίου 2016).

Το έτος 2010, όταν καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση δανείου, οι καθαρές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 1.413,42 Ε, δηλαδή το εισόδημά του μειώθηκε κατά 215.02 Ε. Άλλα εισοδήματα πέραν του μισθού του ο αιτών δεν έχει. Είναι αποκλειστικός κύριος ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου τετραώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην … επί της οδού ..., εμβαδού καθαρού 61,81 τ.μ.

και μικτού 75,97 τ.μ. πλέον ενός ημιυπαίθριου χώρου εμβαδού 12,51 τ.μ., με το παρακολούθημα αυτού, ήτοι ένα βοηθητικό χώρο (αποθήκη) εμβαδού 19,37 τ.μ., στο υπόγειο της ίδιας οικοδομής. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 50.667,12 €, που δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για απόκτηση πρώτης κατοικίας, όπως καθορίζεται από το άρθρο 21 του ν. 3842/2010 και κωδικοποιήθηκε με το Ν. 4141/2013 για την εξαίρεσή της από την εκποίηση.

Για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας, ο αιτών συνήψε με το καθ' ού την ένδικη υπ' αριθ. 11/21328/23-11-2010 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 125.000 €. Η οφειλή του από το δάνειο αυτό κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανέρχονταν στο ποσό των 113.416,24 € (όπως προκύπτει από την επικαιροποιημένη κατάσταση οφειλών του ΤΠΔ) και είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με υποθήκη.

Η μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση που παρακρατούνταν από το μισθό αιτούντος, πριν την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ανερχόταν στο ποσό των 653,57 €. Άλλη ακίνητη περιουσία δεν διαθέτει ο αιτών.Είναι αποκλειστικός κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής CITROEN τύπου XSARA, κυλινδρισμού 1.587 κυβικών εκατοστών, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2001, που αποτελεί το μοναδικό μεταφορικό του μέσο.

Η εμπορική του αξία, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του αυτοκινήτου και του χρόνου πρώτης κυκλοφορίας αυτού, δεν υπερβαίνει το στο ποσό των 1.500 €. Το όχημα αυτό πρέπει να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση, διότι τα έξοδα τυχόν ρευστοποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ) υπερβαίνουν το προσδοκώμενο αντάλλαγμα.

Έτσι που έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιόν του αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον έβδομο λόγο της έφεσης κρίνονται απορριπτέα. Με βάση τα ανωτέρω, το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βασικών δαπανών για τη διαβίωση του αιτούντος, στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, η μετακίνηση από και προς την εργασία του, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, ανέρχεται στο ποσό των 650 € μηνιαίως.

Κατά συνέπεια, ο αιτών, λόγω του ύψους του ανωτέρω δανείου και της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα, περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την έννοια ότι μετά την πληρωμή κάθε δόσης, το υπόλοιπο του μισθού του αιτούντος δεν επαρκεί για την εξασφάλιση των βασικών βιοτικών αναγκών αυτού.

Ως εκ τούτου, ο αιτών, ο οποίος δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη και διαρκή πραγματική αδυναμία πληρωμών προς το καθ' ού. Ειδικότερα δεν προέκυψε ότι ο αιτών περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του προς το καθ' ού, καθόσον ούτε γνώριζε κατά την ανάληψη του χρέους του ότι είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή του, ούτε αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό, ούτε προέβη σε αλόγιστο υπερδανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσει ένα επίπεδο πολυτελούς διαβίωσης ανώτερο αυτού που του επέτρεπαν οι οικονομικές του δυνατότητες, ούτε βρέθηκε από υπαιτιότητά του μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, η οποία, αποδίδεται στη μείωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής και στην αύξηση του μηνιαίου κόστους διαβίωσης με βάση πασίδηλα γεγονότα (αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης και λογαριασμών ύδατος και κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος)..................Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος στη ρύθμιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010.Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι ο οφειλέτης ο οποίος ζητά να υπαχθεί στις ευεργετικές γι αυτόν διατάξεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τριών ετών (άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, μετά την τροποποίησή του από το Ν. 4336/2015), το ποσό που δύναται να διαθέτει ο αιτών για την κάλυψη της οφειλής του προς το καθ' ού, με δεδομένη τη μείωση των εισοδημάτων του, ανέρχεται σε 550,00 € μηνιαίως, ποσό το οποίο βρίσκεται εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ότι έπρεπε να καταβάλει ο αιτών στο μοναδικό πιστωτή του το ποσό των 400 € μηνιαίως, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των προσκομιζόμενων ενώπιόν του αποδείξεων, δεκτού γενόμενου εν μέρει του έκτου λόγου της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου. Πρέπει, επομένως, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, εφόσον έσφαλε στο σημείο τούτο και να ρυθμιστεί το χρέος του αιτούντος - εφεσίβλητου, ως εξής: ......".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσία την υπ' αρ. 10/1-3-2017 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, εξαφάνισε εν μέρει την υπ' αριθμ. 13/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, όσον αφορά τη ρύθμιση των χρεών του καθ' ού κατά το άρθρο 8 Ν. 3869/2010, διακράτησε και δίκασε την αίτηση μόνο ως προς το μέρος αυτό, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε το χρέος του αιτούντος σύμφωνα με τα στην εν λόγω προσβαλλόμενη απόφαση οριζόμενα.

Κρίνοντας έτσι, το πιο πάνω δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, 323 και 340 ΑΚ, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, έστω και αν το μοναδικό δάνειό του προς το ΤΠΔ είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό του και δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο.

Το γεγονός ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη - αναιρεσίβλητου σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων του δανειστή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Κατά συνέπεια, Α) είναι αβάσιμος ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν. 3869/2010, επειδή δεν τελεί, ούτε τελούσε κατά τον χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησής του σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εξυπηρέτησης της μοναδικής και μη ληξιπρόθεσμης οφειλής του προς το αναιρεσείον Τ.Π.Δ., με την ειδικότερη αιτίαση πως ήταν γνωστές στον αιτούντα - ήδη αναιρεσίβλητο οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 (ειδικά για Τ.Π.Κ.Δ.) νομοθετικές ρυθμίσεις, δυνάμει των οποίων παρεχόταν και εξακολουθεί να παρέχεται σ' αυτόν από το αναιρεσείον Τ.Π.Κ.Δ.

η δυνατότητα προσαρμογής του ύψους της μηνιαίας δόσης του δανείου του στο ποσό που αυτός δύναται να καταβάλει με ευνοϊκότατους όρους, και από τις οποίες (κατά το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.) ευχερώς συνάγεται ότι ο αιτών δεν τελούσε, κατά την υποβολή της αίτησής του, σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, ώστε δεχόμενη τα αντίθετα η προσβαλλομένη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου).

Επίσης Β) είναι αβάσιμος ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες ως προς την αδυναμία πληρωμής της οφειλής του αναιρεσίβλητου, με την ειδικότερη αιτίαση πως αναφέρεται μεν (στην προσβαλλόμενη) η ανεπάρκεια του, μετά την αφαίρεση της παρακρατούμενης από το Τ.Π.Δ.

μηνιαίας δόσης, υπόλοιπου του μισθού του αναιρεσίβλητου για την εξασφάλιση των βιοτικών αναγκών του, δεν προσδιορίζεται όμως "με ποιον τρόπο διασφαλιζόταν, κατά την κρίση της αποφάσεως η αξιοπρεπής διαβίωση του ιδίου", καθόσον, με βάση τις παραδοχές που ανωτέρω αυτολεξεί παρατέθηκαν, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι (παρατεθείσες ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας) διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, 323 και 340 ΑΚ, εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι, αφού, όπως αναλυτικά παραπάνω εκτέθηκε, αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη τα εισοδήματα του αιτούντος τόσο κατά τον χρόνο που αυτός συνήψε την επίδικη σύμβαση δανείου όσο και κατά τον χρόνο κατάθεσης αίτησης, η μείωση αυτών, η μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση του δανείου του προς το Τ.Π.Δ., τα έξοδα αξιοπρεπούς διαβίωσής του, η (συνακόλουθη) αδυναμία πληρωμών του, προσδιορίστηκε η καταβλητέα μηνιαία δόση σε 550 μηνιαίως (αντί του ποσού των 400 ευρώ μηνιαίως που είχε κρίνει το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), αιτιολογήθηκε δε επαρκώς, πλήρως και σαφώς ότι ο αιτών δεν περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του προς το καθ' ού, ενώ δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να διευκρινιστεί με την προσβαλλόμενη, "με ποιον τρόπο διασφαλιζόταν, κατά την κρίση της αποφάσεως η αξιοπρεπής διαβίωση του ιδίου", όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Σεπτεμβρίου 2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 05/17-09-2019 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της με αριθμό 294/2017 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ