Legislator Corpus giuridico & Giurisprudenza
997/2017 Generato dall'IA

997/2017 — 997/2017 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numero d'incarto 997/2017 (AP_997_2017)
Autorità giudiziaria
Data della decisione
Giurisdizione Grecia — Giurisprudenza (EL)

Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)

Generato dall'IA

Απόφαση 997 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη ...

Massima giurisprudenziale / Regesto

Generato dall'IA
Απόφαση 997 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη ...

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo integrale della sentenza — 997/2017

Απόφαση 997 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 997/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παλαιόλογο Παλαιολόγου, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνίου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5175/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 168/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/9/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη. Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ. η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 666/2009). Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 312/2011). Η δε παροχή των υπηρεσιών αυτών σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς κοινούς συμφωνηθέντες όρους, δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν τη σχέση ως εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών (σχετ. Ολ ΑΠ 28/2005). Ακόμη δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολουμένου, η μη ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η μη χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών, η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελεύθερων επαγγελματιών. Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστατικών που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και με βάση εκείνα που στη συνέχεια προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία προσδίδει τον ορθό χαρακτηρισμό στην καταρτισθείσα σύμβαση, χωρίς ν` ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ` αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλομένη απόφαση αυτού δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα [και ήδη αναιρεσείουσα] είναι πολιτικός μηχανικός, απόφοιτη του Πολυτεχνείου, με άδεια άσκησης επαγγέλματος από το έτος 1993 και μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Ο εναγόμενος [και ήδη αναιρεσίβλητος] είναι αρχιτέκτων - πολιτικός μηχανικός και δραστηριοποιείται στον κλάδο των οικοδομικών επιχειρήσεων ήδη από το έτος 1982, καθώς αρχικά διατηρούσε γραφείο τεχνολόγου μηχανικού δομικών έργων, και στη συνέχεια, δηλαδή από το έτος 1989 διατηρεί ως αρχιτέκτων - μηχανικός στη Δραπετσώνα Πειραιά επί της οδού ... ..., πλήρως οργανωμένο και εξοπλισμένο τεχνικό γραφείο ανάληψης μελετών και επιβλέψεων οικοδομικών και τεχνικών έργων, έκδοσης αδειών και ανέγερσης οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής. Στο ίδιο γραφείο από το έτος 1990 συστεγαζόταν και η κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" με αντικείμενο τη κατασκευή πολυκατοικιών και τη πώληση διαμερισμάτων. Μέλη της εταιρείας αυτής ήταν ο εναγόμενος, ο αδελφός του Α. Σ. και ο εργολάβος οικοδομικών έργων Α. Π.. Ο εναγόμενος, προκειμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που αναλάμβανε και επειδή ο κύκλος της πελατείας του ήταν μεγάλος, προερχόμενος από αναθέσεις έργων τόσο από προσωπικούς του πελάτες, όσο και από πελάτες της ως άνω εταιρείας, συνεργαζόταν με πολιτικούς μηχανικούς, αρχιτέκτονες μηχανικούς και ηλεκτρολόγους μηχανικούς, οι οποίοι απασχολούντο με την εκπόνηση σχετικών μελετών, την επίβλεψη έργων και την εν γένει διαδικασία κατάθεσης και έγκρισης αυτών από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Οι ως άνω προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο γραφείο του εναγομένου, το οποίο διέθετε τον κατάλληλο χώρο και τα απαραίτητα όργανα. Όλοι δε ενεργούσαν ως ομάδα συνεργασίας, ενώ ο εναγόμενος, στον οποίο και ανατίθεντο τα ως άνω έργα είχε την ευθύνη του συνόλου αυτών (των έργων) και βέβαια συμφωνούσε τη συνολική αμοιβή του με τους ιδιοκτήτες πελάτες, με τους οποίους πάντως στη συνέχεια συνεργάζονταν και τα μέλη της εκάστοτε επιστημονικής ομάδας. Τα τελευταία (μέλη), όπως ήταν φανερό, δεχόντουσαν τις οδηγίες και τον έλεγχο του εναγομένου, προκειμένου να εναρμονισθούν με τις επιθυμίες των πελατών, αλλά είχαν την αποκλειστική ευθύνη για τα έργα που έφεραν την υπογραφή τους και γιαυτό παρείχαν τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τους όρους τις επιστήμης και της τέχνης, συμμορφούμενοι προεχόντως με τις διατάξεις των ισχυόντων νόμων και κανονισμών. Περί τις αρχές του έτους 1994 και στα πλαίσια της παραπάνω δραστηριότητας του ο εναγόμενος κατάρτισε με την ενάγουσα στη Δραπετσώνα Πειραιά προφορική σύμβαση, με την οποία συμφώνησαν να παρέχει η πρώτη τις υπηρεσίες της ως πολιτικός μηχανικός έναντι αμοιβής, απασχολούμενη με την εκπόνηση μελετών οικοδομικών έργων που αναλάμβανε ο ενάγων, όπως και με τη διαδικασία κατάθεσης και έγκρισης των εκπονηθέντων [ενν. εκπονηθεισών] από αυτήν οικοδομικών μελετών στην αρμόδια Πολεοδομία. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο μέχρι την 18.5.2012. Στο γραφείο του εναγομένου, παράλληλα με την ενάγουσα, απασχολήθηκαν με το ίδιο αντικείμενο και σε διάφορα χρονικά διαστήματα και άλλοι πολιτικοί μηχανικοί. Το αντικείμενο απασχόλησης όλων των πολιτικών μηχανικών και επομένως της ενάγουσας ήταν η εκπόνηση μελετών οικοδομικών έργων, που αναλάμβανε να εκτελέσει ο εναγόμενος, όπως και η διαδικασία κατάθεσης και έγκρισης αυτών από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ως προς την ύπαρξη και τον βαθμό της νομικής και προσωπικής εξάρτησης της ενάγουσας από τον εναγόμενο προέκυψε ότι η τελευταία παρέσχε τις υπηρεσίες της ως ανεξάρτητη επαγγελματίας, αναπτύσσοντας πρωτοβουλία και έχοντας την αποκλειστική ευθύνη των έργων τα οποία υπέγραφε, υποκείμενη στους περιορισμούς των ισχυόντων νόμων και κανονισμών, λαμβάνοντας υπόψη τις επιθυμίες του εκάστοτε πελάτη και βέβαια σε ένα βαθμό, υποκείμενη στις γενικές οδηγίες και τον εξυπακουόμενο έλεγχο του έχοντος την ευθύνη του συνολικού έργου εναγομένου. Το γεγονός ότι απασχολείτο επί αρκετές ώρες στο γραφείο του εναγομένου δεν ήταν απόρροια συμβατικής υποχρέωσής της να ακολουθεί ορισμένο και υποχρεωτικό ωράριο στο εν λόγω τεχνικό γραφείο, αλλά οφειλόταν στο ότι αφενός ήταν μεγάλος ο όγκος των έργων που αναλάμβανε ο εναγόμενος και κατ’ επέκταση η ίδια στην επίδικη περίοδο, κατά την οποία, όπως είναι γνωστό, υπήρχε έντονη οικοδομική δραστηριότητα, και αφετέρου στο ότι το γραφείο του τελευταίου διέθετε πλήρη και υψηλής τεχνολογίας εξοπλισμό, όπως ηλεκτρονικούς υπολογιστές συνδεδεμένους σε δίκτυο, πλότερ, φωτοτυπικά μηχανήματα και εκτυπωτικά μηχανήματα σχεδίων κ.α. Επομένως το ως άνω γεγονός δεν προσδίδει οποιοδήποτε στοιχείο εξάρτησης της ενάγουσας ως προς το τόπο, τρόπο και χρόνο εκτέλεσης των υπηρεσιών που της είχαν ανατεθεί. Η τελευταία ενεργούσε αυτοβούλως και αυτοδικαίως, χωρίς να υπόκειται στις οδηγίες του εναγομένου, έχοντας την ελευθερία να οργανώσει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της, δεδομένου ότι τα συμβληθέντα μέρη με την ως άνω συμφωνία τους δεν θέλησαν και δεν απέβλεψαν στην παροχή των υπηρεσιών, ως εργασίας καθαυτής. Κατά το διάστημα των 18 ετών που η ενάγουσα συνεργάσθηκε με τον εναγόμενο, είχε τη δυνατότητα πέραν της απασχόλησής της στον εναγόμενο να εργασθεί και εργάσθηκε ως ελεύθερη επαγγελματίας. Έτσι η τελευταία, η οποία είναι ενεργό μέλος του Μητρώου Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.), ανέλαβε και εξέδωσε δικές της άδειες, στελέχωσε ανά διαστήματα εργοληπτικές επιχειρήσεις δημοσίων έργων, έλαβε άδεια ενεργειακού επιθεωρητή, εξέδωσε πιστοποιητικά ενεργειακής επιθεώρησης κτηρίων και τέλος έδωσε εξετάσεις και έγινε ελεγκτής δόμησης. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα σε αρκετές εκλογές του ΤΕΕ ήταν υποψήφια με τον συνδυασμό ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ. Περαιτέρω, ως προς τον τρόπο αμοιβής της τελευταίας, από τη στάθμιση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων εκτιμάται ότι η τελευταία για τις προσφερόμενες υπηρεσίες της είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο και λάμβανε από την αρχή της συνεργασίας τους κατά χρονικά διαστήματα αμοιβή, το εκάστοτε ακριβές ύψος της οποίας δεν προσδιορίσθηκε από την ίδια (εξαιρουμένου εκείνου των τελευταίων μηνών της απασχόλησής της), παρά το ότι στο διάστημα της πολύχρονης επίδικης συνεργασίας διαφύλαξε επιμελώς όλα τα έγγραφα που την αφορούσαν. Επίσης το ακριβές ύψος της αμοιβής της ενάγουσας, όπως και η τακτική και σταθερή μηνιαία καταβολή της δεν προέκυψε ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Ειδικότερα από τα έγγραφα που προσκομίζει η τελευταία και συγκεκριμένα από τις χειρόγραφες σημειώσεις του εναγομένου και της ίδιας, που υπάρχουν επί αντιγράφων αποδείξεων εισπράξεως της ΕΤΕ, οι οποίες σύμφωνα και με όσα αναφέρονται παρακάτω αφορούσαν τις ελάχιστες κατά νόμο αμοιβές πολιτικών μηχανικών για εκπόνηση μελέτης, προκύπτει ότι σε ημερομηνίες, οι οποίες όμως δεν είναι τακτές, αλλά αφορούν ορισμένους και όχι όλους τους μήνες των ετών 1997 και εντεύθεν γίνεται συνυπολογισμός ποσών που (με σημειώσεις της ίδιας της ενάγουσας, για τις οποίες πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προκύπτει ότι είναι σύγχρονες των αναφερομένων καταβολών ή μεταγενέστερες και πόσο) άλλοτε χαρακτηρίζονται ως αμοιβή και άλλοτε ως μισθός τόσο της ίδιας, όσο και άλλων συνεργατών του εναγομένου. Επίσης στη προσκομιζομένη από την ενάγουσα αναλυτική κίνηση κατάθεσης του κοινού λογαριασμού της ίδιας και του συζύγου της στην … Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρονται καταθέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται με τον όρο "προϊόν μισθοδοσίας" και οι οποίες και πάλι δεν είναι μηνιαίες τουλάχιστον μέχρι τον Απρίλιο 2009 και, επί πλέον, πολλές φορές αναφέρουν ως όνομα καταθέτη τον Α. Σ. (αδελφό του εναγομένου). Ειδικότερα στην παραπάνω κατάσταση αναφέρονται καταθέσεις: Α) 1) εντός του έτους 2000 στις ημερομηνίες 14.2.2000, 29.2.2000, 28.7.2000 των ποσών 125.400, 543.000, 570.000 δραχμών αντίστοιχα, 2) εντός του έτους 2001 στις ημερομηνίες 29.6.2001, 27.7.2001 των ποσών 4.811.000 και 4.988.000 δραχμών αντίστοιχα, 3) εντός του έτους 2002 στις ημερομηνίες 7.3.2002, 2.8.2002, 3.10.2002, 3.12.2002, 24.12.2002 των ποσών 1128, 3.000, 1500, 1232 και 1235 ευρώ αντίστοιχα, 4) εντός του έτους 2003 στις ημερομηνίες 23.4.2003, 27.6.2003, 1.8.2003, 1.10.2003 των ποσών 1700, 1100, 3.250 και 800 ευρώ αντίστοιχα, 5) εντός του έτους 2004 στις ημερομηνίες 30.4.2004, 5.8.2004, 2.12.2004 των ποσών 800, 3.500 και 1400 ευρώ αντίστοιχα, 6) εντός του έτους 2005 στις ημερομηνίες 18.7.2005, 30.12.2005 των ποσών 1450 και 1500 ευρώ αντίστοιχα. Στο έτος αυτό υπάρχει επίσης κατάθεση Χ. Σ. ύψους 7.798 ευρώ και Θ. Α. ύψους 1295 ευρώ, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ο μεν πρώτος είχε την κατασκευαστική εταιρεία που ανέλαβε την οικοδομή που κτίσθηκε σε οικόπεδο της οικογενείας της, ο δε δεύτερος είχε μαζί με την ίδια την εκπόνηση της μελέτης και την επίβλεψη της ίδιας οικοδομής, 7) εντός του έτους 2006 στην ημερομηνία 28.4.2006 του ποσού 1550 ευρώ, όπως και κατάθεση Χ. Σ. την 3.2.2006 ύψους 4.500 ευρώ, 8) εντός του έτους 2007 στις ημερομηνίες 31.1.2007, 27.9.2007, των ποσών 1500 και 3.580 ευρώ αντίστοιχα, όπως και κατάθεση Α. ποσού 1306 ευρώ την 26.9.2007, 9) εντός του έτους 2008 στις ημερομηνίες 10.1.2008, 6.3.2008, 27.3.2008, 11.4.2008 των ποσών 1250, 1200, 870 και 3.980 ευρώ αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, λαμβανομένων υπόψη και των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, οι ως άνω καταθέσεις διαφορετικών ποσών, αφενός μεν δεν είναι τακτικές και αφετέρου δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αποτελούσες καταβολές τακτικού μηνιαίου μισθού και επιδομάτων, Β) 1) εντός του έτους 2009 στις ημερομηνίες 30.4.2009, 7.7.2009, 17.7.2009, 1.10.2009, 7.10.2009, 7.12.2009, 23.12.2009 των ποσών 2.390, 1720, 1655, 850, 1265, 5.729 και 3.800 ευρώ αντίστοιχα, 2) εντός του έτους 2010 στις ημερομηνίες 18.1.2010, 1.2.2010, 2.2.2010, 11.2.2010, 2.3.2010, 31.3.2010, 16.4.2010, 1.6.2010, 30.6.2010, 30.7.2010, 29.9.2010, 26.10.2010, 1.11.2010, 30.11.2010, 30.12.2010 των ποσών 605, 2000, 1035, 150, 2000, 3000, 2240, 2000, 2000, 2000, 5000, 2000, 1865, 2000, 2000, 3800 ευρώ αντίστοιχα, 3) εντός του έτους 2011 στις ημερομηνίες 2.2.2011, 2.3.2011, 31.3.2011, 13.4.2011, 21.4.2011, 29.4.2011, 31.5.2011, 4.7.2011, 29.7.2011, 5.10.2011, 2.11.2011, 30.11.2011, 22.12.2011 των ποσών 2100, 2100, 2100, 1610, 1050, 2100, 2100, 2100, 5.250, 2000, 2100, 2100, 4.200 ευρώ αντίστοιχα και 4) εντός του έτους 2012 στις ημερομηνίες 1.2.2012, 2.3.2012, 3.4.2012, 3.5.2012, ων ποσών 2100, 2100, 2100 και 1430 ευρώ αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα παραπάνω στα έτη 2009 και 2010, αν και οι καταθέσεις είναι περισσότερες, εντούτοις και πάλι δεν είναι μηνιαίες. Αντίθετα στα έτη αυτά υπάρχουν άλλοτε μήνες χωρίς καμία κατάθεση και άλλοτε παρατηρούνται καταθέσεις περισσότερες της μίας μέσα στον ίδιο μήνα. Επίσης παρατηρείται ότι τα ποσά των ως άνω καταθέσεων κυμαίνονται από 605 ευρώ έως και 5000 ευρώ, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εξαγωγή συμπεράσματος ότι αφορούν καταβολή μισθού και επιδομάτων ως αμοιβή σταθερά παρεχομένης και εντός συγκεκριμένου ωραρίου εργασίας. Τα έτη 2011 και 2012, για τα οποία η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι επήλθε μεταβολή στη μορφή και το είδος της συνεργασίας της με τον εναγόμενο, οι καταθέσεις είναι μηνιαίες με το σχεδόν πάντα σταθερό ποσό των 2100 ευρώ. Πλην όμως από τη στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι κατά τα έτη αυτά υπάρχει διαφοροποίηση στο χρόνο απασχόλησης της ενάγουσας και συγκεκριμένα μείωση των ωρών και ημερών που απασχολείτο η τελευταία στο γραφείο του εναγομένου. Για το θέμα αυτό οι μάρτυρες της ενάγουσας δεν έχουν ιδία αντίληψη. Ειδικότερα, η μεν μάρτυρας [...]. Αντίθετα από τις καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντα προκύπτει (για τα ως άνω έτη 2010, 2011) η μείωση ωρών απασχόλησης της ενάγουσας κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να εξάγεται το συμπέρασμα αφενός ότι η απασχόληση της ενάγουσας συνδεόταν με τη δραστική μείωση της ύλης του γραφείου και αφετέρου ότι δεν τηρείτο και πάλι ωράριο εξαρτημένης εργασίας. Συγκεκριμένα [...]. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι η ενάγουσα το μεγαλύτερο τμήμα του χρονικού διαστήματος απασχόλησής της και κυρίως το χρονικό διάστημα της έντονης και αυξημένης οικοδομικής δραστηριότητας, εκπονούσε τις μελέτες των έργων και επιμελείτο τη διαδικασία κατάθεσης και έγκρισής τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες, όπως είχε συμφωνηθεί, ενώ κατά τα τελευταία έτη της απασχόλησής της, που συμπίπτουν και με τα έτη της οικονομικής κρίσης και της κατακόρυφης πτώσης της οικοδομικής δραστηριότητας, και επομένως της μείωσης του αριθμού των οικοδομικών έργων που αναλάμβανε ο εναγόμενος, ασχολήθηκε κυρίως με υπηρεσίες τακτοποίησης ημιυπαίθριων και αυθαίρετων χώρων. Άλλες εργασίες, πλην των ως άνω δεν αποδείχθηκε ότι εκτελούσε η ενάγουσα στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας. Η τελευταία μάλιστα, ενώ στην υπό κρίση αγωγή της δεν αναφέρει ότι εκτός από τη διαδικασία που διεκπεραίωνε για τις μελέτες που υπέγραφε η ίδια, διεκπεραίωνε και τη διαδικασία κατάθεσης και έγκρισης των μελετών που υπέγραφε ο εναγόμενος και άλλοι συνάδελφό της, στις προτάσεις της ενώπιον αυτού του δικαστηρίου όψιμα ισχυρίζεται και τέτοιες εργασίες. Μάλιστα σημειώνεται ότι από τους ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρές της [...]. Από τα παραπάνω σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα το δικαστήριο εκτιμά ότι οι υπηρεσίες που προσέφερε η ενάγουσα στα πλαίσια της επίδικης σύμβασης που καταρτίσθηκε το έτος 1994 και συνεχίσθηκε μέχρι την 18-5-2012 με το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια βούληση των συμβαλλομένων ως προς τη φύση και το είδος τους, αφορούσαν εργασίες σχετικά με τις μελέτες και τα έργα που εκπονούσε και υπέγραφε η ίδια. Περαιτέρω, εκτός από τα παραπάνω ποσά που κατατίθεντο στον λογαριασμό της ενάγουσας με την παραπάνω ακριβώς περιγραφόμενη συχνότητα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα για τις μελέτες που εκπονούσε εισέπραττε ποσοστό επί της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής της. Το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο ύψος του 10% τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια και στο ύψος του 12% τα τελευταία τέσσερα χρόνια". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού διέλαβε ειδική σκέψη περί μη εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση των ελαχίστων ορίων της νόμιμης αμοιβής των μηχανικών που ορίζονται στο εκδοθέν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του Ν. Δ/τος της 17.7/16.8.1923 "περί σχεδίου πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών" και του άρθρου μόνου του Ν. Δ/τος 2726/1953 Π. Δ/μα 696/1974, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Π.Δ/μα 515/1989, για το λόγο ότι η ενάγουσα κατά την εκπόνηση των σχετικών μελετών δεν ενεργούσε ως αντισυμβαλλομένη των κυρίων των έργων, αλλά στα πλαίσια των υπηρεσιών που προσέφερε στον εναγόμενο, στη συνέχεια δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "...Έτσι, όταν μετά την υπό της Αρχής έγκριση της μελέτης καταβαλλόταν σε αυτήν, ως δικαιούχο, η αμοιβή, προέβαινε σε εκκαθάριση με τον εναγόμενο, στον οποίο απέδιδε το μεγαλύτερο ποσοστό της αμοιβής και η ίδια κρατούσε το προαναφερθέν ποσοστό 10% και 12% επί του ποσού που προέκυπτε μετά την αφαίρεση των κρατήσεων υπέρ του ΤΕΕ και ολοκλήρου του προκαταβλητέου Φόρου Εισοδήματος Μηχανικών (ΦΕΜ). Μετά την εκκαθάριση αυτή ο εναγόμενος ανέγραφε τη λέξη εξοφλήθη και υπέγραφε επί του εκάστοτε αντιγράφου απόδειξης είσπραξης της ΕΤΕ. Πρέπει δε να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι τον παραπάνω φόρο εισοδήματος μηχανικών (ΦΕΜ) τον αναλάμβανε εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος, καθώς τα δελτία παροχής υπηρεσιών προς τους κυρίους των έργων τα εξέδιδε η "δικαιούχος" της αμοιβής - ενάγουσα. Με τον τρόπο αυτό και ενόψει του ευνοϊκού τότε ισχύοντος φορολογικού καθεστώτος, η ενάγουσα, η οποία κατά τα άνω είχε μεγαλύτερο συνολικό ετήσιο εισόδημα (πολύ ανώτερο των νομίμων αποδοχών των ανάλογης προϋπηρεσίας μηχανικών που προσφέρουν μισθωτή εργασία) και φορολογείτο ως ελεύθερη επαγγελματίας, είχε πάντα επιστροφή φόρου, ο δε εναγόμενος που είχε εισοδήματα και από την προαναφερθείσα κατασκευαστική εταιρεία δεν επιβαρυνόταν φορολογικά. Περαιτέρω καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών της ενάγουσας προς το ΤΣΜΕΔΕ από τον εναγόμενο δεν αποδείχθηκε. Ακολούθως σχετικά με τις επικαλούμενες καταβολές επιδομάτων εορτών και αδείας πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη κρίση του δικαστηρίου κατά τα έτη της έντονης οικοδομικής δραστηριότητας και των εξ αυτής μεγάλων κερδών ο ενάγων (όπως ομολογεί ο ίδιος) συνήθιζε να καταβάλλει στους συνεργάτες του και στην ενάγουσα, χρηματικά ποσά έναντι των αμοιβών που αυτοί δικαιούντο κατά τα συμφωνηθέντα, και την ίδια τακτική προσπάθησε να συνεχίσει και τα επόμενα έτη, δηλαδή τα έτη της πτώσης των εργασιών. Πλην όμως οι σχετικές καταβολές δεν αποτελούσαν υποχρεωτικά εκ του νόμου επιδόματα για παρασχεθείσα εξαρτημένη εργασία. Τέλος αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι από το έτος 1994 και στη διάρκεια των ετών που ακολούθησαν διατήρησαν συνεχή αρμονική συνεργασία με σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και εκτίμησης και η διακοπή της συνεργασίας αυτών επήλθε στις 18.5.2012 με αμοιβαία ουσιαστικά συμφωνία, ως αποτέλεσμα της σταδιακής και συνεχούς από το έτος 2009 μείωσης των εργασιών. Συνοψίζοντας τα ως άνω από την εκτίμηση των πραγματικών συνθηκών εκτελέσεως της εργασίας (χρονική ρύθμιση και τρόπος παροχής της εργασίας) λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε α) ότι οι διάδικοι θέλησαν ως αντικείμενο της συμφωνίας τους την παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, ως εργασία καθαυτή, β) ότι η αμοιβή της ενάγουσας καθορίσθηκε ότι θα οφείλεται και θα καταβάλλεται κάθε μήνα και ανεξάρτητα από τη συχνότητα, τον όγκο και το ρυθμό των εργασιών του εναγομένου, γ) ότι υπήρχε νομική και προσωπική εξάρτηση της εκκαλούσας [και ήδη αναιρεσείουσας] από τον εφεσίβλητο [και ήδη αναιρεσίβλητο], κατά την παραπάνω έννοια του δικαιώματος αυτού να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας της και να παρέχει δεσμευτικές εντολές και οδηγίες για τη προσήκουσα εκτέλεσή της παροχής της. Έτσι η επίδικη σύμβαση δεν είχε το χαρακτήρα της μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας, αλλά το χαρακτήρα της μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, οπότε η υπό κρίση αγωγή με την οποία αξιώνεται, με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της οφειλομένης αποζημίωσης, άλλως αποζημίωση λόγω καταγγελίας και επί πλέον αποδοχές και αποζημίωση αδείας και επιδόματα εορτών, κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ’ ουσία την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατ’ αυτής έφεση της τελευταίας.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες περί του ότι η ένδικη συμβατική σχέση έφερε τον χαρακτήρα σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και κατά συνέπεια ορθώς εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα η διαλαμβανομένη στην ένδικη αίτηση αναίρεσης αιτίαση ότι με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η αναιρεσείουσα είχε ενταχθεί στην οργανωμένη επιχείρηση - εκμετάλλευση του αρχιτεκτονικού γραφείου του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο ή να λαμβάνει επιχειρηματικές αποφάσεις, και επομένως η ένδικη συμβατική σχέση έφερε τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεν είναι βάσιμη, διότι ναι μεν η ένταξη αυτή αποτελεί σοβαρή ένδειξη της προσωπικής εξάρτησης του απασχολουμένου, πλην όμως δεν συνιστά αποκλειστικό και ασφαλές κριτήριο τέτοιας εξάρτησης και δεν έχει ως αυτοδίκαιη συνέπεια την εξάρτηση αυτή (πρβλ. περίπτωση επί της οποίας έκρινε η Ολ ΑΠ 28/2005), αφού στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε αφενός μεν ότι η αναιρεσείουσα παρείχε τις υπηρεσίες της ως ανεξάρτητη επαγγελματίας, αναπτύσσοντας πρωτοβουλία και έχοντας την αποκλειστική ευθύνη των σχεδίων - μελετών που υπέγραφε με βάση τις ισχύουσες ρυθμίσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας και έχοντας την ελευθερία να οργανώσει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί ορισμένο και υποχρεωτικό ωράριο εργασίας στο εν λόγω τεχνικό γραφείο του αναιρεσίβλητου και έχοντας τη δυνατότητα πέραν της απασχόλησής της αυτής να εργασθεί και ως ελεύθερη επαγγελματίας, όπως και εργάσθηκε, ενώ δεν λάμβανε τακτικά και μόνιμα μισθό και επιδόματα, ως αμοιβή σταθερά παρεχομένης και εντός συγκεκριμένου ωραρίου εργασίας, αφετέρου δε ότι οι οδηγίες και η εποπτεία του αναιρεσίβλητου προς αυτήν ήταν όλως περιορισμένη και αφορούσε στην εναρμόνιση του παραγομένου έργου με τις επιθυμίες των πελατών (προφανώς υπό τη μορφή κατευθυντηρίων οδηγιών). Κατά συνέπεια το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, ενόψει των πιο πάνω όρων και συνθηκών παροχής της εργασίας της αναιρεσείουσας, ως πολιτικού μηχανικού, δεν ήταν τοιαύτη, ώστε να προσδίδει τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας στη μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση. Περαιτέρω δεν ενέχουν αντίφαση οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι η αναιρεσείουσα παρείχε τις υπηρεσίες της ως ανεξάρτητη επαγγελματίας με το ότι οι μελέτες που εκπονούσε αφορούσαν πελάτες του αναιρεσίβλητου με τους οποίους αυτός συμβαλλόταν, εφόσον κατά τη προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη εξάρτησης αυτής αναγόταν στο τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών της σε συνδυασμό με τη δυνατότητα απασχόλησης αυτής και με δικούς της πελάτες ως ελεύθερη επαγγελματίας, ούτε ότι αυτή απασχολείτο επί πολλές ώρες στο γραφείο του αναιρεσίβλητου με το ότι δεν υπήρχε ορισμένο και υποχρεωτικό ωράριο εργασίας της, εφόσον κατά τη προσβαλλομένη απόφαση η πολύωρη κατά την περίοδο της άνθησης της οικοδομικής δραστηριότητας απασχόληση αυτής στο εν λόγω γραφείο οφειλόταν στον υπάρχοντα εκεί πλήρη και υψηλής τεχνολογίας εξοπλισμό σε συνδυασμό με τον όγκο της εργασίας, ενώ στη συνέχεια υπήρξε μείωση των ωρών απασχόλησης αυτής εξαιτίας της δραστικής μείωσης των εργασιών. Εξάλλου για τη πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του αριθμού των αδειών που εξέδωσε η αναιρεσείουσα για προσωπικούς της πελάτες. Ούτε υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών σχετικά με τη φύση των αμοιβών αυτής ως μισθού και τη λήψη επιδομάτων εορτών και αδείας ιδίως κατά το τελευταίο διάστημα της απασχόλησης αυτής, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αιτιολογεί πλήρως την κρίση του για ποίο λόγο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι επί μέρους καταβολές και ειδικότερα οι καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό της αναιρεσείουσας στην ΕΤΕ δεν αφορούσαν τη καταβολή μισθού ή επιδομάτων εορτών και αδείας, που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο εξαρτημένης εργασίας. Επομένως οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων και με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009). Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα Α) τις αναγραφόμενες στους λόγους αυτούς ένορκες βεβαιώσεις και συγκεκριμένα τις με αριθμούς: α) .../2014 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος I. S., β) ...2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Σ. Λ., γ) .../2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Κ. Σ., δ) ...2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ε. Λ., ε) .../2014 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ι. Θ., στ) .../2014 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Σ. Μ., ζ) .../2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Π. Μ. και η) .../2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Η. Τ., βάσει του περιεχομένου των οποίων, όπως αυτό διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης, η προσβαλλομένη απόφαση έπρεπε να καταλήξει σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, Β) τα μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα από την ίδια έγγραφα και συγκεκριμένα τα δελτία παροχής υπηρεσιών, … τον αριθμό, τις με αριθ. .../29.4.2008, .../31.10.2008, .../26.4.2010, .../13.4.2011 και .../ 26.4.2012 βεβαιώσεις εισφορών ΤΣΜΕΔΕ, τις υπ’ αριθ. ... αποδείξεις είσπραξης της ... Τράπεζας και το με αριθ. ... γραμμάτιο είσπραξης, τις οικοδομικές άδειες και συγκεντρωτική κατάσταση προμηθευτών - πελατών του αναιρεσίβλητου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 5ο και 6ο αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, καθώς και οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων γίνεται μνεία του αριθμού αυτών, του ονοματεπώνυμου του μάρτυρα και της αρχής στην οποία δόθηκαν, σε συνδυασμό με το ως άνω πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, ως και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της φύσης της μεταξύ των διαδίκων συμβατικής σχέσης, ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και συνακόλουθα να απορρίψει την έφεση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Επομένως οι από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση αυτών ως αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας, οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-9-2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 168/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ