Legislator Giurisprudenza & Legislazione
970/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, upholding lower court's decision based on statutory presumption of public ownership for forests.

Numero d'incarto 970/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision recognizing private ownership of forest land. The State argued that the land belonged to a defunct monastery, but the court found the evidence insufficient to overturn the statutory presumption of public ownership for unregistered forests. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 1, 2, and 3 of the Royal Decree of 17/29-11-1836 on private forests; where forests were not recognized as private property under the specified procedure, a legal presumption arises that they belong to the State.

Parole chiave

Generato dall'IA
forest ownership statutory presumption public property monastic assets appeal dismissal private title legal costs

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 1, 2 and 3 of the Royal Decree of 17/29-11-1836 on private forests
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 970 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 970/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ο. χήρας Θ. Κ., το γένος Κ. και Γ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαζουρά, που ανακάλεσε την από 15-2-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2006 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Θ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 26.10.2020 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 407/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 55/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.

Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι , για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ίδιου ως άνω διατάγματος, αναφέρουν ως ιδιωτικά δάση :

α) εκείνα για τα οποία δι'εγγράφων εκδοθέντων από τις αρμόδιες τουρκικές αρχές αποδεικνύονταν ότι υπήρχαν και πριν από την αρχή του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα πλήρεις ιδιοκτησίες ιδιωτών. β)εκείνα τα οποία κείνται σε ιδιωτικά χωρία - τσιφλίκια, εντός των ακριβώς υποδειχθέντων ορίων και σχηματίζουν αναγκαίο και φυσικό συστατικό μέρος αυτών και γ) εκείνα ,περί της ιδιοκτησίας των οποίων εγείρουν αξιώσεις Δήμοι ή Μοναστήρια στηριζόμενες σε νομικά έγγραφα που χαρακτηρίζουν ρητά την ιδιοκτησία του δάσους.

Με βάση τα παραπάνω, σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου μετά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριο των εκτάσεων που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές, (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 117/2020.ΑΠ749/2019, ΑΠ 27/2019).

Προϋπόθεση της εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008). Επί πλέον, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926," περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ71912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί δημοσίων κτημάτων από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.

Περαιτέρω, με τον ν. 4684/1930 περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας και περί συγχωνεύσεως των μικρών Μονών, βασικό νομοθέτημα για τη διοίκηση και διαχείριση και ιδίως τη ρευστοποίηση της περιουσίας των ιερών μονών που βρίσκονται στα όρια της Ελληνικής Επικράτειας προβλέφθηκε η ίδρυση ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Διοίκησης της Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας (άρθρο 1), ότι σκοποί αυτού είναι α) η ρευστοποίηση της μοναστηριακής περιουσίας, β) η διάθεση και διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας, πλην της περιουσίας των ναών και γ) η διάθεση του προϊόντος κατά τις διατάξεις του νόμου, ότι διοικείται από επταμελές Κεντρικό Συμβούλιο, ότι συνιστάται σε κάθε Μητρόπολη από ένα Τοπικό Συμβούλιο του ΟΔΕΠ που δεν αποτελεί χωριστό νομικό πρόσωπο, ότι από της ισχύος του νόμου περιέρχεται αυτοδικαίως στον ΟΔΕΠ η διοίκηση και διαχείριση όλης της υφιστάμενης κινητής και ακίνητης περιουσίας των Μονών πλην της ειδικά αφιέμενης σε αυτές περιουσίας, ότι η περιουσία των Μονών διαιρείται σε δύο κατηγορίες διατηρούμενη και εκποιητέα που θα προσδιορισθούν με εφ'άπαξ εκδιδόμενα προεδρικά διατάγματα και η εκποιητέα θα ρευστοποιηθεί και τέλος ότι των διατάξεων του νόμου αυτού εξαιρούνται οι μονές του Αγίου Όρους και Κρήτης.

Τα διαχωριστικά διατάγματα που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος άρθρου 8 του ν. 4684/1930 και αφορούν στις ιερές μονές όλης της Επικράτειας πλην του Αγίου Όρους και Κρήτης, κάθε ένα δε εξ αυτών δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και προβλέπει τα του διαχωρισμού της περιουσίας μίας εκάστης μονής σε διατηρητέα και εκποιητές, με αναλυτική περιγραφή ενός εκάστου περιουσιακού στοιχείου.

Τα Διαχωριστικά αυτά Διατάγματα που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930, όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 5141/1931, 5256/1931 και κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. της 14/22-4-1931 αποτελούν τίτλους εκ του νόμου για τα κτήματα των Ιερών Μονών και χωρίς να απαιτείται μεταγραφή τους, διότι αυτά αποκτούν με τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την απαιτούμενη από τις διατάξεις της μεταγραφής δημοσιότητα.

Ειδικότερα, τα Διαχωριστικά αυτά Διατάγματα συνιστούν ex lege τίτλο κυριότητας υπέρ της αναφερόμενης σ' αυτά Μονής, μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, διότι η διαπίστωση της κυριότητας επί της Μονής έγινε αυθεντικά από τον ίδιο το νομοθέτη. ΓΓ αυτό ισχύουν erga omnes και όχι μόνο απέναντι του Ελληνικού Δημοσίου, δεν αφορούν δε σύμβαση μεταξύ της Εκκλησίας και του Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εξουσιοδότηση του νομοθέτη κατ' αρχή καταγράφηκε η ανήκουσα σε κάθε Ιερά Μονή ακίνητη περιουσία και στη συνέχεια έγινε ο διαχωρισμός, που αναγκαστικά προϋπέθετε τον προσδιορισμό της ανήκουσας σε κάθε Μονή περιουσίας, δεδομένου ότι η Πολιτεία με τη νομοθετική αυθεντία της διαπίστωσε την προϋπάρχουσα κυριότητα κάθε Μονής, που είχε αποκτηθεί στο παρελθόν (ΑΠ 461/2023, ΑΠ1527/2022, ΑΠ 6/2020, ΑΠ 7/2019 ,ΑΠ 473/2015,ΑΠ 1338/2010) Εξάλλου, το άρθρο 51 παρ. 7 του ν. 4301/2014 ορίζει "7.

Τα εκδοθέντα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930 (ΑΙ 50), όπως κωδικοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα της 14/22-4-1931 (Α'328) διαχωριστικά διατάγματα και οι Πίνακες Α-Ε της Σύμβασης της 18-9-1952 (βασιλικό διάταγμα της 26-9-1952, Α'189), όπως τροποποιήθηκε με την από 27-12-1968 Σύμβαση (ΑΊ61) συνιστούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας και αποτελούν πλήρη απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των Ιερών Μονών και του Δημοσίου έναντι παντός τρίτου, χωρίς να απαιτείται η μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία" .

Έτσι με το άρθρο 51 παρ. 7 του ν. 4301 /2014 άρθηκε η οποιαδήποτε ασάφεια του ως άνω άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930, ως προς το αν τα κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντα προεδρικά διατάγματα συνιστούν ή όχι εκ του νόμου τίτλους κυριότητας υπέρ της μονής για την οποία το καθένα εκδόθηκε και επιβεβαιώθηκε η ορθότητα της αξιολόγησης των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 εκδοθέντων προεδρικών διαταγ μάτων ως εκ του νόμου τίτλων κυριότητας.

Ο νόμος αυτός (4301/2014) είναι γνήσιος ερμηνευτικός , αφού αναφέρεται σε έννομες σχέσεις που συντελέσθηκαν "άπαξ" πριν την έναρξη τυπικής ισχύος του, με την έκδοση περί το έτος 1933 των, κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 Διαχωριστικών Διαταγμάτων εφάπαξ και η ισχύς του ανατρέχει στο χρόνο έναρξης ισχύος της ερμηνευόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930, με την οποία ενσωματώνεται σε ένα σύνολο. (ΑΠ 461/2023).

Επίσης, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα σε σύμβαση (άρθρ 1033 ΑΚ) για το ορισμένο αυτής αρκεί κατ'αρχήν να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο απόκτησης αυτής (ΑΠ 1615/2023, ΑΠ 1612/2023).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων , αν δεν το έχει κάνει καθ'υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχο του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή η έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1615/2023).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφορά στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 982/2021, ΑΠ 432/2019, ΑΠ 547/2018 ). Κατά δε το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, ενώ , κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ'αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί , κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού.

Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ'αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 1615/2023, ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019).

Κατά δε το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γιαυτήν στο νόμο χρόνου νομής ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.

Συνεπώς, και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο αυτού του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει δική του νομή επί εικοσαετία κατά τους όρους του άρθρου 1045 ΑΚ, αλλά με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του.

Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 1183/2021, 548/2021, ΑΠ 540/2021, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 407/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι με αυτήν, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής: Η νυν ενάγουσα-εφεσίβλητη Ο.

χα Θ. Κ. δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Καλαβρύτων, Μ. Γ. Δ., η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαβρύτων ... αποδέχθηκε την κληρονομιά του συζύγου της Θ. Κ. του Παναγιώτη, ο οποίος αποβίωσε την 18.2.2013, ως μοναδική κληρονόμος αυτού, σύμφωνα με την ...

δημόσια διαθήκη του ανωτέρω ενώπιον της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Καλαβρύτων,... η οποία δημοσιεύθηκε δυνάμει των υπ' αριθμ. 11/10-5-2013 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων, στην οποία κληρονομιά, μεταξύ άλλων περιλαμβανόταν και ένας βοσκότοπος, άγονος και επικλινής στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ΔΔ Άνω Βλασίας του Δήμου Καλαβρύτων, έκτασης 140,656 στρεμμάτων περίπου, ο οποίος οριοθετείται ...

Το ως άνω ακίνητο ήταν τμήμα ευρύτερης έκτασης, η οποία ανήκε στην Ιερά Μονή Ταξιαρχών Αιγίου, στην οποία είχε παραδοθεί κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής προ του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 από την τότε τουρκική διοίκηση της περιοχής. Με το από 14-6-1933 προεδρικό διάταγμα περί διαχωρισμού της ακίνητης περιουσίας της ως άνω Μονής, το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Α' της Εφημερίδας της Κυβέρνησης με αριθμό φύλλου 146, υπήχθη, μεταξύ άλλων, στην εκποιητέα και διαχειριζόμενη υπό του Ο.Δ.Ε.Π.

περιουσία της Μονής αυτής, ένα λιβάδι στη θέση "..." Άνω Βλασίας, έκτασης 500 στρεμμάτων περίπου. Στις 17-12-1935 σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην Πάτρα ο ως άνω Οργανισμός κατ'εφαρμογή του ν. 4684/1930 και του διατάγματος 6/15-7-1931 "περί όρων και τρόπου εκποιήσεως Εκκλησιαστικών και Μοναστηριακών Ακινήτων", διενήργησε δημοπρασία του ως άνω ακινήτου, στην οποία ανακηρύχθηκε τελευταίος πλειοδότης ο Κ.

Γ. ή Π.. Συνεπεία της διενεργηθείσας δημοπρασίας και δυνάμει το υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε Συμβολαιογράφου Καλαβρύτων, Δ. Ν., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί..., ο ίδιος ως άνω Οργανισμός πώλησε και μεταβίβασε στον τελευταίο πλειοδότη το επίδικο ακίνητο έναντι του ποσού των 35.000 δρχ. Τα ανωτέρω προεδρικά διατάγματα διαχωρισμού της ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών σε εκποιητέα και διατηρητέα, αποτελούν τίτλο κτήσης εκ του νόμου υπέρ της κυριότητας της ως άνω Μονής στα αναφερόμενα στο πδ ακίνητα και ισχύουν έναντι πάντων από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης...

Κατά συνέπεια, όταν ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος της νυν ενάγουσας - εφεσίβλητης αγόρασε από τον ΟΔΕΠ το επίδικο ακίνητο κατόπιν του διενεργηθέντος δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού με το ως άνω αναφερόμενο συμβόλαιο, αγόρασε από αληθινό κύριο, και συγκεκριμένα από την Ιερά Μονή Ταξιαρχών, και συνεπώς δεν απαιτείται η προσκομιδή τίτλων (ταπί) για την απόδειξη της κυριότητας της ως άνω Μονής, τα δε περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα εκ μέρους του εναγομένου-εκκαλούντος τυγχάνουν αβάσιμα, καθώς τίτλο κτήσης εκ του νόμου αποτελούν τα ως άνω προεδρικά διατάγματα, τα οποία, ...

αποτελούν ex lege τίτλο κυριότητας υπέρ της αναφερομένης σε αυτά Μονής, μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση, διότι η διαπίστωση της κυριότητας της Μονής έγινε αυθεντικά από τον ίδιο το νομοθέτη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω αγοραστής εγκαταστάθηκε στο παραπάνω ακίνητο νεμόμενος αυτό έκτοτε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι την πώληση αυτού με το υπ'αριθμ. ...

συμβόλαιο αγοράς του τότε Συμβολαιογράφου Δύμης, Γ. Ζ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα..., σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους Π. Κ. του Δ., πεθερό της νυν ενάγουσας - εφεσίβλητης και Σ. Κ. του Δ. (θείο του συζύγου της νυν ενάγουσας - εφεσίβλητης). Οι παραπάνω αγοραστές συνιδιοκτήτες από τον ως άνω χρόνο εγκαταστάθηκαν στο εν λόγω ακίνητο νεμόμενοι αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι και το έτος 1965 ο μεν Π.

και μέχρι και το έτος 1973 ο δε Σ., κυρίως με βοσκή των ποιμνίων τους, εκμίσθωση για βοσκή προς άλλους ποιμένες, οριοθέτηση, επίσκεψη και επιτήρηση αυτού. Ακολούθως, το έτος 1965, επ'ευκαιρία του γάμου του συζύγου της νυν ενάγουσας - εφεσίβλητης με την τελευταία και προς το σκοπό ενίσχυσης και οικονομικής αυτοτέλειας του τέκνου του, ο ως άνω πατέρας του τελευταίου, Π.

Κ., του μεταβίβασε ατύπως το ως άνω ποσοστό του συνιδιοκτησίας του επί του ως άνω επιδίκου ακινήτου, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφο Δύμης, Μ. Κ., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί... ο ως άνω θείος του συζύγου της νυν ενάγουσας - εφεσίβλητης του μεταβίβασε το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας του επί του επιδίκου ακινήτου.

Έκτοτε, ο σύζυγος της νυν ενάγουσας - εφεσίβλητης, Θ. Κ. κι αρχικώς ενάγων, από το έτος 1965 για το ποσοστό του ΛΑ εξ αδιαιρέτου και από το έτος 1973 για το λοιπό ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου νεμόταν και κατείχε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου το εν λόγω ακίνητο, ασκώντας σ'αυτό είτε ατομικά είτε δι' αντιπροσώπων τις προσήκουσες σε αυτό πράξεις νομής και κατοχής (βοσκή ποιμνίων, εκμίσθωση, επίβλεψη, επίσκεψη), γενόμενος κύριος αυτού κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο με τα ως άνω αναφερόμενα συμβόλαια μεταβίβασης εκ μέρους αληθινών κυρίων, για δε το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής με διάνοια κυρίου και του χρόνου νομής του ως άνω δικαιοπαρόχου αυτού.

Συνεπώς, η νυν ενάγουσα - εφεσίβλητη δυνάμει της ως άνω αναφερόμενης αποδοχής κληρονομιάς, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα, κατέστη αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου, και ειδικότερα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο με τα ως άνω αναφερόμενα συμβόλαια μεταβίβασης εκ μέρους αληθινών κυρίων, για δε το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής με διάνοια κυρίου και του χρόνου νομής με διάνοια κυρίου του ως άνω δικαιοπαρόχου αυτής...".

Με τις παραπάνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Πατρών επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως περί της κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: 1) ότι την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου που είναι βοσκότοπος, άγονος και επικλινής και βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ΔΔ Άνω Βλασίας του Δήμου Καλαβρύτων, έκτασης 140,656 στρεμμάτων περίπου, απέκτησε η αναιρεσίβλητη με παράγωγο τρόπο, δυνάμει της νόμιμα μεταγραμμένης ...

πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Καλαβρύτων, Μ. Γ. Δ., με την οποία αυτή αποδέχθηκε την κληρονομιά του αληθούς κυρίου αυτού, συζύγου της, Θ. Κ. του Π., που αποβίωσε την 18.2.2013, ως μοναδική κληρονόμος του, σύμφωνα με την ... δημόσια διαθήκη του ανωτέρω, ενώπιον της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Καλαβρύτων, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 11/10-5-2013 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων. 2) ότι στον ως άνω άμεσο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης το επίδικο ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, το έτος 1965 με άτυπη μεταβίβαση αυτού από τον αληθή (συγ)κύριο πατέρα του, Π.

Κ. του Δ., προς οικονομική του ενίσχυση και αυτοτέλεια επ' ευκαιρία του γάμου του και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εξ αγοράς με το νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Δύμης, Μ. Κ., από τον αληθή (συγ)κύριο αυτού θείο του Σ. Κ. του Δ.. 3) ότι στους ως άνω απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, εξ αγοράς με το νόμιμα μεταγραμμένο ...

συμβόλαιο αγοράς του τότε Συμβολαιογράφου Δύμης, Γ. Ζ., από τον αληθή κύριο αυτού Κ. Γ. Π., στον οποίο είχε περιέλθει ως τελευταίο πλειοδότη σε δημοπρασία που διενεργήθηκε στις 17.12.1935 σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην Πάτρα από τον Ο.Δ.Ε.Π. ως διαχειριστή της εκποιητέας περιουσίας της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Αιγίου κατ'εφαρμογή του ν. 4684/1930 και του διατάγματος 6/15-7-1931 "περί όρων και τρόπου εκποιήσεως Εκκλησιαστικών και Μοναστηριακών Ακινήτων" και με την εν συνεχεία μεταβίβασή του σε αυτόν από τον ίδιο Οργανισμό με το νόμιμα μεταγραμμένο ...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τότε Συμβολαιογράφου Καλαβρύτων, Δ. Ν., οπότε ο ως άνω αγοραστής εγκαταστάθηκε στο παραπάνω ακίνητο νεμόμενος αυτό έκτοτε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι την πώλησή του. 4) ότι στην απώτατη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ιερά Μονή Ταξιαρχών Αιγίου είχε παραδοθεί κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής προ του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 από την τότε τουρκική διοίκηση της περιοχής ευρύτερη περιοχή και συγκεκριμένα ένα λιβάδι στη θέση "..." Άνω Βλασίας, έκτασης 500 στρεμμάτων περίπου, που περιλάμβανε και το επίδικο ακίνητο, η οποία μείζων έκταση με το από 14-6-1933 προεδρικό διάταγμα περί διαχωρισμού της ακίνητης περιουσίας της Μονής, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Α' της Εφημερίδας της Κυβέρνησης με αριθμό φύλλου 146, υπήχθη, μεταξύ άλλων, στην εκποιητέα και διαχειριζόμενη υπό του Ο.Δ.Ε.Π.

περιουσία αυτής. 5) ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας από το έτος 1965 για το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου, που του είχε παραχωρηθεί άτυπα από τον πατέρα του και από το έτος 1973 για το λοιπό ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου που αγόρασε από τον θείο του , νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο, ασκώντας σε αυτό είτε ατομικά είτε δι' αντιπροσώπων τις προσήκουσες σε αυτό πράξεις νομής και κατοχής (βοσκή ποιμνίων, εκμίσθωση, επίβλεψη, επίσκεψη), όπως το νεμόταν και οι ως άνω δικαιοπάροχοι του συνιδιοκτήτες αυτού από τον χρόνο που ο καθένας εγκαταστάθηκε στο εν λόγω ακίνητο, μέχρι και το έτος 1965 ο μεν Π.

Κ. και μέχρι και το έτος 1973 ο Σπυρίδωνας Κιούσης, κυρίως με βοσκή των ποιμνίων τους, εκμίσθωση για βοσκή προς άλλους ποιμένες, οριοθέτηση, επίσκεψη και επιτήρηση αυτού. Επί πλέον, το Μονομελές Εφετείο Πατρών διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι τα ανωτέρω προεδρικά διατάγματα διαχωρισμού της ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Αιγίου σε εκποιητέα και διατηρητέα, αποτελούν ex lege τίτλο κυριότητας υπέρ της ως άνω Μονής, μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση, εφόσον η διαπίστωση της κυριότητας της Μονής στα αναφερόμενα στο π.δ/γμα ακίνητα, έγινε αυθεντικά από τον ίδιο το νομοθέτη, και ότι από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης ισχύουν έναντι πάντων (erga omnes) και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Πατρών αποφαινόμενο εν τέλει ότι όταν ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης αγόρασε από τον ΟΔΕΠ το επίδικο ακίνητο κατόπιν του διενεργηθέντος δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού με το ως άνω αναφερόμενο συμβόλαιο, αγόρασε από αληθινό κύριο, ήτοι από την Ιερά Μονή Ταξιαρχών Αιγίου, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή τίτλων (ταπί) για την απόδειξη της κυριότητας της ως άνω Μονής και συνεπώς η αναιρεσίβλητη δυνάμει της ως άνω αναφερόμενης αποδοχής κληρονομιάς, του άμεσου δικαιοπαρόχου της η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα, κατέστη αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου, και ειδικότερα κατά το ΛΑ εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο με τα ως άνω αναφερόμενα συμβόλαια μεταβίβασης εκ μέρους αληθινών κυρίων, για δε το υπόλοιπο 14 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής με διάνοια κυρίου και του χρόνου νομής με διάνοια κυρίου του ως άνω δικαιοπαρόχου της, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 3 ν. 998/1979, των άρθρων του ν.

ΑΧΝ/1888, 57 του ν. 3877/1917, 45 του ν. 4173/1929, 1 του ν.δ. 86/1969, τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του από 17/29 .11. 1836Β.Δ/τος "περί ιδιωτικών Δασών", τις διατάξεις της από 2.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, του άρθρου 1 του Β.Δ/τος 3/12.12.1833 Β.Δ/τος και του άρθρου 21 του ν.

της 21.6.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 4684/1930 περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας και περί συγχωνεύσεως των μικρών Μονών και την ίδρυση ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Διοίκησης της Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας, των διαχωριστικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ως άνω ν. 4684/1930, όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 5141/1931, 5256/1931 και κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ.

της 14/22-4-1931, του διατάγματος 6/15-7-1931 "περί όρων και τρόπου εκποιήσεως Εκκλησιαστικών και Μοναστηριακών Ακινήτων" του άρθρου 51 παρ. 7 του ν. 4301/2014, σύμφωνα με το οποίο τα εκδοθέντα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930 (Α' 150), όπως κωδικοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα της 14/22-4-1931 (Α' 328) διαχωριστικά διατάγματα και οι Πίνακες Α-Ε της Σύμβασης της 18-9-1952 (βασιλικό διάταγμα της 26-9-1952, Α'189), όπως τροποποιήθηκε με την από 27-12-1968 Σύμβαση (ΑΊ61) συνιστούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας και αποτελούν πλήρη απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των Ιερών Μονών έναντι παντός τρίτου, και του Δημοσίου χωρίς να απαιτείται η μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1583, 1033 , 1045 και 1051 Α.Κ.

περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο κτήσης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον διέλαβε στις ως άνω παραδοχές του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατ'ακολουθία των οποίων κατέληξε στο ως άνω πλήρες και σαφές αποδεικτικό πόρισμα, περί κτήσεως κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη με τον προαναφερόμενο τρόπο.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Πατρών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με την εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή τους και στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης με τον προαναφερόμενο τρόπο.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι και απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι, το αναιρεσείον , με τις αιτιάσεις του ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας έκτασης της οποίας αποκλειστικός κύριος είναι το ίδιο είτε διότι αυτό είχε το χαρακτήρα ιδιωτικού δάσους και δεν αποδεικνύονται τίτλοι κτήσεως από την απώτατη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης εντός της τασσόμενης ετήσιας προθεσμίας από της δημοσιεύσεως του από 17/29 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/γματος "περί ιδιωτικών Δασών", άλλως ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητά του δυνάμει της από 2.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουλίου Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως, ως λιβάδι ή βοσκότοπος από το έτος 1833 ή ως αδέσποτο και τέλος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και ότι κατά συνέπεια ο απώτατος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης δεν απέκτησε κυριότητα αυτής με το ως άνω συμβόλαιο του έτους 1934 εφόσον δεν είχε αποκτήσει την κυριότητά της η μεταβιβάζουσα αυτήν Ιερά Μονή Ταξιαρχών Αιγίου, καθώς και ότι, σε κάθε περίπτωση η επίδικη έκταση δεν ανήκε στην εκποιητέα περιουσία της ίδιας ώστε να μπορεί να εκποιηθεί, αλλά ανήκε στην διατηρητέα περιουσία της, υπό το πρόσχημα της παραβίασης των διατάξεων του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει στην πραγματικότητα την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετικά ανεξέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επιπλέον, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα έστω και εσφαλμένο (ΑΠ. 1093//2020, ΑΠ 1071/2015), διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 438/2021, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 2032/2009, ΑΠ 1278/2006). Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 438/2021, 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).

Ακόμη, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά την εκτίμησή του, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι αυτή παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά.

Ειδικότερα αιτιάται το αναιρεσείον με τον λόγο αυτό αναίρεσης, ότι το Μονομελές Εφετείο Πατρών σχημάτισε την κρίση του ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης αγόρασε την έκταση αυτή από αληθή κύριο ήτοι την Ιερά Μονή Ταξιαρχών Αιγίου, ως ανήκουσα στην εκποιητέα περιουσία αυτής διαχειριζόμενη από τον Ο.Δ.Ε.Π., στηριζόμενο αποκλειστικά στο ως άνω από 14.6.1933 προεδρικό διάταγμα περί διαχωρισμού της περιουσίας της ως άνω Μονής (ΦΕΚ Α' 146), όπου όμως η συγκεκριμένη μείζων έκταση, ήτοι "...

στη θέση ... της Άνω Βλασίας, 500 στρεμμάτων", τμήμα της οποίας δέχθηκε το Εφετείο, ότι αποτελεί η επίδικη έκταση , δεν αναφέρεται ως ανήκον στην εκποιητέα περιουσία , αλλά στη διατηρητέα περιουσία της ως άνω Μονής, καθώς και ότι στον μεθεπόμενο μεταβιβαστικό τίτλο της επίδικης έκτασης, ήτοι στο 10068/1954 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ..., αναφέρεται ότι το αγορασθέν αφορά "το δικαίωμα βοσκής αιωνίως επί εκτάσεως 1.000 στρεμμάτων εις την θέση ......".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης περί παραμόρφωσης των ως άνω εγγράφων είναι πρωτίστως απαράδεκτος , λόγω αοριστίας του, διότι , κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη (άρθρο το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), στην προκείμενη περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείον είναι το εκκαλούν, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ως έδει, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έστω και αν αυτός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της εφέσεως και των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ως εκκαλούντος ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών προκύπτει, ότι τέτοιος ισχυρισμός περί του ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης , η οποία δεν ανήκε στην εκποιητέα περιουσία της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Αιγίου, αλλά στη διατηρητέα περιουσία αυτής, σύμφωνα με το ως άνω προεδρικό διάταγμα, περί διαχωρισμού της περιουσίας αυτής σε εκποιητέα και διατηρητέα, και επομένως η επίδικη έκταση μεταβιβάστηκε στον απώτατο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης από μη αληθή κύριο, γεγονός που κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος επιβεβαιώνεται από τον ως άνω μεταγενέστερο μεταβιβαστικό τίτλο, στον οποίο φέρεται να μεταβιβάζεται αιωνίως δικαίωμα βοσκής επί της έκτασης αυτής, ουδόλως προβλήθηκε ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Ο ίδιος λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, διότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε μόνο στο προαναφερόμενα προεδρικό διάταγμα και τα διαλαμβανόμενα σε αυτό, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, και στο νόμιμα μεταγραμμένο ... αρχικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τότε Συμβολαιογράφου Καλαβρύτων, Δ.

Ν., με το οποίο, ο ΟΔΕΠ, ως διαχειριστής της περιουσίας της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Αιγίου, δια των εκπροσώπων του, φέρεται να πωλεί και μεταβιβάζει στον τελευταίο πλειοδότη απώτερο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, Κ. Γ. Π. το ως άνω λειβάδιο στην οικεία θέση "κατά πλήρη κυριότητα, κατοχή και νομή ...". Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος.

Τούτο δε, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση του από 14.6.1933 προεδρικού διατάγματος "περί διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας της I. Μονής Ταξιαρχών - Καλαβρύτων και Αιγιαλείας" (ΦΕΚ Α' 146/14-6.1933) προκύπτει, ότι ορίζονται ως ανήκοντα στην εκποιητέα περιουσία αυτής σαράντα οκτώ (48) ακίνητα με αύξοντες αριθμούς 1 - 48, μεταξύ των οποίων, αναφέρεται με αύξοντα αριθμό <35> "..." στην θέση "...

Άνω Βλασίας" εκτάσεως 500 στρεμμάτων, τμήμα του οποίου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελεί το επίδικο ακίνητο.? Τέλος, όσον αφορά στην προβαλλόμενη αιτίαση περί παραμόρφωσης του μεταγενέστερου νόμιμα μεταγραμμένου ... συμβολαίου αγοράς του τότε Συμβολαιογράφου Δύμης, Γ. Ζ., με το οποίο ο ως άνω αρχικός αγοραστής μεταβίβασε σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους επίσης απώτερους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, Π.

Κ. του Δ., πεθερό της και Σ. Κ. του Δ. θείο του συζύγου της, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος :α) ως αναπόδεικτος, εφόσον το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο δεν προσκομίζεται, ως έδει, για την απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (ΑΠ 188/2018 ,ΑΠ 2032/2009, ΑΠ 1278/2006) και β) ως αλυσιτελής, καθόσον ενώ το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο αιτιολογίες κτήσης κυριότητας επί της επίδικης έκτασης από την αναιρεσίβλητη, ήτοι, τόσο στον παράγωγο τρόπο (συμβόλαια αγοράς, κληρονομική διαδοχή και αποδοχή κληρονομιάς), όσο και στον πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας , τόσο από τους δικαιοπαρόχους της, όσο και από την ίδια με την προσμέτρηση στη νομή της επί της επίδικης έκτασης και της νομής των δικαιοπαρόχων της, το αναιρεσείον με τον ως άνω ισχυρισμό του περί παραμόρφωσης του περιεχομένου του προαναφερόμενου συμβολαίου, πλήττει μόνο η μία από τις δύο αυτές αιτιολογίες. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 65/2023, ΑΠ 1785/2022, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 981/2019, ΑΠ 755/2018).

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 26.10.2020 ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 407/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.10.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 407/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ