Legislator Giurisprudenza & Legislazione
876/2022 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling awarding damages for trademark infringement and failure to comply with interim injunction.

Numero d'incarto 876/2022
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal awarding 3,000 euros in damages for moral harm. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive law regarding the dissolution of the legal entity and the admissibility of the appeal. The court rejected these claims as baseless, noting that the appeal challenged the substance of the case which is not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 247 and 272 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court lacks jurisdiction to review the substance of a case when the appeal challenges the dissolution of a legal entity and the liability of its shareholders, as such issues fall outside the scope of appellate control.

Parole chiave

Generato dall'IA
appellate review legal entity dissolution shareholder liability interim injunction trademark infringement moral damages admissibility of appeal diritto all'oblio

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 247 and 272 of the Civil Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court 1450/2021
Supreme Court 801/2020
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 876 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 876/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "..." (όπως τροποποιήθηκε η αρχικά εναγομένη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", στο οποίο είχε μετονομαστεί η Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και την προσωνυμία "..."), που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χατζημιχάλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "Ι.Ε.Κ. ..."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ναούμ Τζίφρα και Θεμιστοκλή Κλουκίνα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5910/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1688/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/3/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 31-3-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1688/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτή την απόφαση, μετά από εξαφάνιση της εκκληθείσας 5910/2011, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή της αναιρεσίβλητης- εκκαλούσας- ενάγουσας κατά της αναιρεσείουσας- εφεσίβλητης- εναγομένης και αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία έχει υποχρέωση να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ποσό 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη, που προκλήθηκε από μη συμμόρφωση της αναιρεσείουσας σε προσωρινή διαταγή, με την οποία απαγορευόταν η εκ μέρους της χρήση λεκτικής ενδείξεως προσβάλλουσας διακριτικό γνώρισμα και σήμα της αναιρεσίβλητης.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 247 και 272 ΑΚ προκύπτουν τα ακόλουθα: Η παραγραφή είναι θεσμός του ουσιαστικού δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση, δηλαδή το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος (δικαιούχος) από άλλο πρόσωπο (υπόχρεο) πράξη ή παράλειψη, παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, που προβλέπεται στο νόμο.

Με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει ως φυσική ή ατελής ενοχή. Η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον υπόχρεο, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί, ως μόνος νομιμοποιούμενος προς τούτο, να την προβάλει κατ' ένσταση, αμυνόμενος κατά της αγωγής του δικαιούχου και αρνούμενος να εκπληρώσει λόγω αυτής την αιτούμενη παροχή (βλ.

και ΑΠ 472/2021). Η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία δεν διώκεται αξίωση, δεν υπόκειται σε παραγραφή, αφού η παραγραφή αναφέρεται στις αξιώσεις. Αν όμως παραγράφηκε η αξίωση, την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει η αγωγή αυτή, τότε λείπει το απαιτούμενο για την άσκησή της έννομο συμφέρον, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, και για αυτό καθίσταται η αγωγή απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 68/2021, 180/2018, 1014/2017), υπό την αυτονόητη όμως και πάλι προϋπόθεση ότι γίνεται επίκληση της παραγραφής από τον υπόχρεο.

Εξάλλου, η παραγραφή δεν αναφέρεται στη δικονομική "αξίωση", δηλαδή στη δυνατότητα του φορέα να επιδιώξει δικαστικώς την ικανοποίησή της παρεχόμενης βάσει του ουσιαστικού δικαίου αξιώσεώς του. Έτσι η σχετική αγωγή ή το ασκηθέν ένδικο μέσο δεν καθίστανται απαράδεκτα λόγω συμπλήρωσης της προβλεπόμενης από τον νόμο παραγραφής, αλλά η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσία, εάν η προβαλλόμενη από τον υπόχρεο ένσταση παραγραφής γίνει δεκτή.

Περαιτέρω, στάδιο παραγραφής σε επιδικία κατ' άρθρο 261 εδ. β' ΑΚ, υφίσταται ενόσω η δίκη εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας και όχι κατά την αναιρετική δίκη, αφού κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη (και όχι αμετάκλητη) απόφαση, παραγράφεται πλέον μετά από είκοσι έτη, ακόμη κι αν αυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή (άρθ. 268 εδ.

α' ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Η προβληθείσα δια προτάσεων, που κατατέθηκαν είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο, ένσταση της αναιρεσίβλητης- ενάγουσας περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω παραγραφής σε επιδικία κατά τη διάρκεια της αναιρετικής δίκης της δικονομικής "αξιώσεως" της αναιρεσείουσας- εναγομένης να προσβάλει δι' αυτής την απόφαση του Εφετείου είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη (ερειδόμενη επί εσφαλμένων νομικών προϋποθέσεων) κατά τα προεκτιθέμενα, προεχόντως διότι η παραγραφή καταλαμβάνει ουσιαστικού δικαίου αξιώσεις και όχι "αξιώσεις" δικονομικού δικαίου, όπως η προσβολή απόφασης δια του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η αναγνωριστική αγωγή για την ύπαρξη υποχρέωσης δεν υπόκειται σε παραγραφή, εάν υφίστανται δε οι προϋποθέσεις παραγραφής αξιώσεως, αυτήν νομιμοποιείται να την προτείνει κατ' ένσταση μόνον ο υπόχρεος σε πράξη ή παράλειψη και όχι ο δικαιούχος της ουσιαστικής αξίωσης, έτι δε περαιτέρω, παραγραφή σε επιδικία δεν χωρεί κατά το στάδιο της αναιρετικής δίκης.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ή συμπεριφορά αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξεως, η συμπεριφορά δε αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΑΠ 78/2020).

Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως για την παραπάνω αιτία αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την ηθική βλάβη των φυσικών προσώπων, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 932/2019).

Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 15/2021, 382/2011, πρβλ.

ΟλΑΠ 2/2008). Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 15/2021, 1048/2020, 704/2017). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής δικονομικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000). Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 9/2020, 78/2020, 1033/2019, 443/2011).

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και ενώπιον του Εφετείου η νόμιμη επαναφορά του μπορεί να γίνει, εάν μεν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, με (κύριο ή πρόσθετο) λόγο έφεσης (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 860/2018), εάν δε αυτός είναι ο νικήσας στον πρώτο βαθμό διάδικος, με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι στο αγωγικό δικόγραφο, με το οποίο ζητήθηκε η αναγνώριση της υποχρέωσής της για καταβολή στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής της βλάβης, δεν αναφέρεται συγκεκριμένη βλάβη της, που έχει υλική υπόσταση, καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία βάσει των οποίων θα ήταν δυνατός ο προσδιορισμός τέτοιας ικανοποίησής της ως νομικού προσώπου.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης δίκης, η αναιρεσίβλητη με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 14.9.2009 αγωγή της, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τη φύση και την έκταση της δικής της επαγγελματικής δραστηριότητας στο χώρο της ιδιωτικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και την υπερέχουσα από τις λοιπές ομοειδείς επιχειρήσεις θέση της στην αγορά παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών (σελ. 1 και 2 της αγωγής), την προσθήκη της ένδειξης στη διαφημιστική της καμπάνια από το έτος 2000 της ένδειξης "Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ", το οποίο, λόγω της συνεχούς και αδιάλειπτης χρήσης του με τους προσδιοριζόμενους τρόπους εκ μέρους της επί πολλά έτη καθιερώθηκε στους σχετικούς συναλλακτικούς κύκλους ως διακριτικό της γνώρισμα, προσδίδοντάς της αποκλειστικό και απόλυτο δικαίωμα στο άυλο αυτό αγαθό, που εξατομικεύει τις υπηρεσίες της και έχει ιδιαίτερη ανταγωνιστική αξία, ενώ η ίδια το κατοχύρωσε και ως σήμα ακολουθώντας τη νόμιμη διοικητική διαδικασία (σελ. 2-4 της αγωγής), το οποίο μάλιστα χαίρει φήμης, την ιδιότητα της εναγομένης ως ανταγωνιστικής της εταιρίας δραστηριοποιούμενης στον ίδιο τομέα ιδιωτικής εκπαίδευσης (σελ. 5 και 8 της αγωγής) και τη χρήση σε κατονομαζόμενη ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο κατά το έτος 2008 υπό τον τίτλο ...

της φράσης "Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ", εν είδει διακριτικού γνωρίσματος των υπηρεσιών της, χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα και σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη προς τον σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού της ιδίας και πρόσκλησης σύγχυσης μεταξύ των επιχειρήσεών τους στο κοινό, στο οποίο απευθύνεται λόγω της παραποίησης του δικού της παραπάνω διακριτικού γνωρίσματος, ώστε να εκμεταλλευθεί τη φήμη της ιδίας της ενάγουσας με σκοπό αθέμιτου οφέλους, την εξαιτίας αυτού του γεγονότος σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτής και της εναγομένης (σελ. 5-6, 13 της αγωγής), την υποβολή ενόψει αυτών της από 12-6-2008 αίτησής της κατά της εναγομένης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα την προσωρινή παύση και παράλειψη στο μέλλον της χρήσης αυτού του γνωρίσματος από την τελευταία, με την οποία επωφελείτο προς βλάβη της ενάγουσας, και την παραδοχή της αίτησής της αυτής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη 1371/2009 παρατιθέμενη απόφασή του (σελ. 9-25 της αγωγής), την χορήγηση της από 23-6-2008 προσωρινής διαταγής, όπως είχε αιτηθεί με την προδιαλαμβανόμενη αίτησή της, με την οποία απαγορεύθηκε στην εναγομένη να χρησιμοποιεί στο διαδίκτυο και οπουδήποτε αλλού στις επιχειρήσεις της την ένδειξη "Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" ή οποιαδήποτε άλλη ένδειξη συνιστά παραποίηση της ενδείξεως "Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως και στην οποία αναφέρεται ότι χορηγείται "δεδομένου ότι δεσμεύθηκε η καθ'ης να μη χρησιμοποιήσει τις ως άνω ενδείξεις" (σελ. 11-12 της αγωγής), την κοινοποίηση της προσωρινής διαταγής στην εναγομένη στις 24-7-2008 και την παρά ταύτα συνέχιση της χρήσης της ανωτέρω ένδειξης εκ μέρους της μέχρι τον Νοέμβριο του 2009 και μάλιστα σε περιόδους εγγραφών σπουδαστών και της διαφημιστικής καμπάνιας που προηγείται αυτών, με συνέπεια τη διάπραξη του αδικήματος του του άρθρου 232Α ΠΚ [όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση] εκ μέρους των εκπροσώπων της εναγομένης και αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (σελ. 28 της αγωγής), την κάρπωση λόγω της μη συμμόρφωσης στην προσωρινή διαταγή του ανωτέρω διακριτικού γνωρίσματος εις βάρος της ιδίας, στην οποία έχει στοιχίσει 9.500.000 ευρώ η επιβολή του στην αγορά, την πρόκληση λόγω της προαναφερόμενης αδικοπραξίας, για την οποία ευθύνεται η εναγομένη, στην ίδια (την ενάγουσα) ως νομικού προσώπου ηθικής βλάβης και στην υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει γ' 'αυτό τον λόγο χρηματική ικανοποίηση, που ενόψει της φύσης και του είδους της επελθούσας προσβολής της, πρέπει να ανέλθει στο εύλογο ποσό των 950.000 ευρώ, το οποίο ξόδεψε εκείνη τη χρονιά για τη διαφήμισή της ως ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ και το οποίο "κατ' αποτέλεσμα ιδιοποιήθηκε δια της συγχύσεως που επέφερε στο κοινό η εναγομένη, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα κι ενώ μάλιστα τούτο της είχε απαγορευτεί ρητά με προσωρινή διαταγή" (σελ. 29 της αγωγής).

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την επιστήριξη του αιτήματος αναγνώρισης της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης ως νομικού προσώπου, κατά τα εκτιθέμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, προς χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης από την αδικοπραξία της μη συμμόρφωσης της αναιρεσείουσας στην προσωρινή διαταγή.

Ειδικότερα στην αγωγή αναφέρονται όλες οι συνθήκες τέλεσης της αποδιδόμενης στην εναγομένη αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, το πταίσμα των εκπροσώπων της εναγομένης, η οικονομική- επαγγελματική κατάσταση των μερών (ανταγωνιστικές επιχειρήσεις στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης) καθώς και η βαρύτητα και έκταση της βλάβης της ενάγουσας, η υλική υπόσταση της οποίας προσδιορίζεται, αφού αυτή επικαλείται στην αγωγή της, κατά τα προεκτιθέμενα, την πρόκληση σύγχυσης μεταξύ της επιχειρήσεώς της και επιχειρήσεως της εναγομένης στο κοινό λόγω της μη συμμόρφωσης της τελευταίας στην προσωρινή διαταγή (στη χορήγηση της οποίας είχε συναινέσει) κατά την προσδιοριζόμενη κρίσιμη περίοδο εγγραφών σπουδαστών και της προηγούμενης αυτής διαφημιστικής εκστρατείας προς βλάβη της ιδίας, η οποία είχε δαπανήσει το αναφερόμενο ποσό για τη διαφήμιση και κατοχύρωση της παραπάνω ένδειξης, που απέκτησε χαρακτήρα διακριτικού της γνωρίσματος, κατοχυρώθηκε ως σήμα και έχαιρε φήμης, την εκμετάλλευση αυτής της φήμης από την εναγομένη προς όφελός της και τον συσχετισμό της βλάβης της ιδίας με το ποσό των 950.000 ευρώ, που δαπάνησε εκείνο το έτος (Ιούνιο 2008- έως Νοέμβριο 2009) μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής για τη διαφήμισή της με την επίμαχη ένδειξη, το οποίο καρπώθηκε εις βάρος της η χρησιμοποιούσα την παρόμοια (παραποιημένη) ένδειξη εναγομένη.

Ανεξαρτήτως δε εάν έκταση τέτοιας ζημίας αποδείχθηκε (ζήτημα που αφορά την κρίση της υπόθεσης επί της ουσίας και όχι το ορισμένο της αγωγής), τα παραπάνω στοιχεία είναι επαρκή για να προσδώσουν υλική υπόσταση στη βλάβη του νομικού προσώπου της αναιρεσίβλητης, αφορώντα στην παράνομη προσβολή άυλων αγαθών του νομικού της προσώπου με τρόπο ώστε να προσβάλλεται η πίστη, το κύρος της, η φήμη της και η επαγγελματική της δραστηριότητα, χωρίς να απαιτείται για τη θεμελίωση τέτοιας βλάβης και η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων.

Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ο ως άνω δε πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 2/2013).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 78/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας") ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, η οποία απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε υπάρχει "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Εξάλλου, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται μόνον η μία αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής κατ` άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2003, 667/2020, 99/2020, 1207/2017, 675/2013).

Το αυτό ισχύει και εάν στην απόφαση παρατίθενται δύο επάλληλες επιστηρίζουσες αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης αιτιολογίες, η δεύτερη από τις οποίες τίθεται ως επικουρική. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, 573/2018).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν περαιτέρω δεκτά, επί της ουσίας της διαφοράς, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι ανώνυμη εταιρεία με δραστηριότητα και αντικείμενο εργασιών την ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση ιδιωτικού ινστιτούτου επαγγελματικής κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), το οποίο λειτουργεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 2009/1992 που ρυθμίζει το "Εθνικό Σύστημα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης". Η έδρα της εταιρείας στεγάζεται σε εξαόροφο κτίριο συνολικής έκτασης 3.000 τ.μ. στην Αθήνα, ενώ παρατήματα [από προφανή παραδρομή δεν αναγράφηκε "παραρτήματα"] λειτουργούν σε άλλα επτά σημεία της Αθήνας, δυο στη Θεσσαλονίκη και ένα στην Πάτρα, στον ίδιο δε επιχειρηματικό όμιλο ανήκει και το εργαστήριο ελευθέρων σπουδών "...". Με παρόμοια της ανωτέρω λεκτικής ένδειξης ["Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ", η οποία αναφέρεται παραπάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την αντιμετώπιση του ζητήματος του ορισμένου της αγωγής] η ενάγουσα διαφημιζόταν στο ευρύ κοινό από το έτος 2000, αφού με την υπ' αριθμ. 19476/18-9-2000 απόφαση του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Ε.Ε.Κ.), που εποπτεύει τα

ΙΙΕΚ, εγκρίθηκε το διαφημιστικό υλικό που υπέβαλε η ενάγουσα με τον Κωδικό Αριθμό Έγκρισης Διαφήμισης .../.../2000, στο οποίο περιλαμβάνεται η φράση "Ακολουθήστε τον Ηγέτη στο χώρο της εκπαίδευσης/κατάρτισης". Άλλωστε η φράση αυτή αποτέλεσε αιτία δικαστικής αντιδικίας της ενάγουσας με άλλα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης, η οποία κατέληξε στην έκδοση της υπ' αριθμ. 77/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι οι διαφημίσεις της ενάγουσας (οι οποίες είχαν εγκριθεί με την ανωτέρω απόφαση του Ο.Ε.Ε.Κ.) "Ακολουθείστε τον ηγέτη στο χώρο της εκπαίδευσης/κατάρτισης", "Ένα από τα 7 καλύτερα εκπαιδευτήρια της Ευρώπης", "1° σε αριθμό καταρτιζομένων στην Αθήνα", "10 στην απόκτηση Πιστοποιητικού Ποιότητας Σπουδών", "1ο σε ποσοστό επαγγελματικής αποκατάστασης αποφοίτων" και "Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" δεν συγκροτούν την έννοια του αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού δεν είναι αναληθείς, δεν αποσκοπούν στην προσέλκυση πελατών με αθέμιτες μεθόδους και πρόκληση σύγχυσης στην αγορά, είναι συνήθειες στον επιχειρηματικό κλάδο των διαδίκων, επειδή οι λοιποί ανταγωνιστές (μεταξύ αυτών η εναγομένη) χρησιμοποιούν ανάλογες ή παρόμοιες με την ενάγουσα φράσεις και δεν γίνονται με μέσα ή μεθόδους που αντίκεινται στα χρηστά ήθη.

Έτσι η ενάγουσα, το έτος 2005 κατοχύρωσε το υπ' αριθμ. 177659 σήμα με την λεκτική ένδειξη "... Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" για την κλάση 41, που αφορά υπηρεσίες εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, με δεκαετή προστασία από 10/2/2005 έως 10/2/2015. Η ενάγουσα με τη φράση αυτή έχει καταχωρηθεί σε αμέτρητες διαφημίσεις και έχει εμπεδωθεί στο κοινό η άποψη ότι με τη φράση αυτή ταυτοποιείται η ενάγουσα.

Η εναγομένη δραστηριοποιείται στο χώρο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και η λειτουργία της διέπεται από τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου 2009/1992, έχει δε καταχωρήσει στο αρμόδιο Υπουργείο Ανάπτυξης - Γενική Γραμματεία Εμπορίου το σήμα της "...", ως διακριτικό των υπηρεσιών της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../6-10-2004 συμβολαιογραφικού εγγράφου τροποποίησης του υπ' αριθ. .../1994 συμβολαίου σύστασης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ .../18-10-2004, τροποποιήθηκε η επωνυμία της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "..." με προσωνυμία "..." σε "..." και το διακριτικό τίτλο "...". Από το ανωτέρω συμβόλαιο προκύπτει ότι η εταιρική σύνθεση των δύο εταιριών είναι η ίδια και συγκεκριμένα οι εταίροι και των δύο εταιρειών είναι: 1) ο Σ.

Ξ. του Π. και Κ., κάτοικος ..., οδός ..., 2) Α. σύζυγος Σ. Ξ., το γένος Μ. και Α. Χ. και 3) Κ. Ξ. του Σ. και Α., ως εκ τούτου πρόκειται για το ίδιο νομικό πρόσωπο, ακόμη και εάν η άδεια λειτουργίας του "..." μεταβιβάστηκε σε άλλο νομικό πρόσωπο, ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." όπως προκύπτει από το ΦΕΚ .../3- 9-2004.

Το Μάϊο του 2008 στην ιστοσελίδα της εναγομένης στο διαδικτυακό τόπο www.xinis.com εμφανίσθηκε το σλόγκαν "... - Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ", ως διακριτικό γνώρισμα των υπηρεσιών της και τίτλος αυτής, ενέργεια την οποία η ενάγουσα εκτιμώντας ως καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη και γενόμενη με προφανή σκοπό τον αθέμιτο ανταγωνισμό και την πρόκληση συγχύσεως στο κοινό που απευθύνεται.

Για το λόγο αυτό η ενάγουσα κατέθεσε την από 12/6/2008 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με αίτημα, τόσο του δικογράφου της αιτήσεως όσο και εκδόσεως προσωρινής διαταγής, μεταξύ άλλων ν' αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποκλειστικής χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος "Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" και να υποχρεωθεί η εναγομένη να χρησιμοποιεί [από προφανή παραδρομή δεν ανεγράφη το εννοούμενο: "να μη χρησιμοποιεί"] με οιονδήποτε τρόπο στις συναλλαγές την ανωτέρω λεκτική ένδειξη με οιονδήποτε τρόπο στις συναλλαγές της και να αφαιρέσει από την ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο την ίδια λεκτική ένδειξη.

Στις 23/6/2008 συζητήθηκε η αίτηση για έκδοση προσωρινής διαταγής, που χορηγήθηκε από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ανέφερε ότι "Απαγορεύει στην καθ' ης να χρησιμοποιεί στο διαδίκτυο και οπουδήποτε αλλού στις επιχειρήσεις της την ένδειξη "Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" και οποιαδήποτε άλλη ένδειξη που συνιστά παραποίηση της ενδείξεως "Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, δεδομένου ότι δεσμεύθηκε η καθ 'ης να μη χρησιμοποιήσει τις ως άνω ενδείξεις".

Ακόμη, στις 14/10/2008 συζητήθηκε η ανωτέρω αίτηση της ενάγουσας και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1371/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την αίτηση της ενάγουσας και αφού αναγνώρισε την ενάγουσα - αιτούσα προσωρινά ως δικαιούχο της αποκλειστικής χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος " Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ", υποχρέωσε την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση α) σε άρση και παράλειψη στο μέλλον της προσβολής του διακριτικού γνωρίσματος - σήματος της αιτούσας και συγκεκριμένα απαγόρευσε προσωρινά την καθ' ης να χρησιμοποιεί κατά οποιονδήποτε τρόπο στις συναλλαγές της την ένδειξη "Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" ή παρόμοια άλλη, από μόνη της ή σε συνδυασμό με κάθε περιγραφική ένδειξη, που συνιστά παραποίηση της ενδείξεως " Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ " και β) να αφαιρέσει από την ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο τις προσβάλλουσες ενδείξεις και οποιαδήποτε άλλη που από μόνη της ή σε συνδυασμό με κάθε περιγραφική ένδειξη συνιστά παραποίηση της ενδείξεως " Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ", και να παραλείπει προσωρινά να χρησιμοποιεί την λεκτική ένδειξη "Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" εφεξής στο μέλλον και, ακόμη. [:] Απαγόρευσε προσωρινά την καθ' ης να διαφημίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιώντας τις προσβάλλουσες ενδείξεις και οποιαδήποτε άλλη, που από μόνη της ή σε συνδυασμό με κάθε περιγραφική ένδειξη συνιστά παραποίηση της ενδείξεως "Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την έκδοση της από 23/6/2008 προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρά το γεγονός ότι αυτή εκδόθηκε συναινούσης της καθ' ης η αίτηση - εναγομένης να αφαιρέσει από το διαδίκτυο τη λεκτική ένδειξη "Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ", συνέχισε στην ιστοσελίδα της εναγομένης και ειδικότερα στον διαδικτυακό τόπο www.xinis.com να αναφέρεται, κάτωθι της επικεφαλίδας "Όμιλος Ξυνή" η ανωτέρω φράση (βλ. ...).

Να σημειωθεί, στο σημείο αυτό, ότι οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί του δικαιώματος ή μη της ενάγουσας να χρησιμοποιεί την λεκτική ένδειξη "Ο ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ", η οποία έχει αμφισβητηθεί στο πλαίσιο αντιδικίας της ενάγουσας με την εναγομένη και άλλες ανταγωνίστριες εταιρείες του ίδιου επαγγελματικού εκπαιδευτικού κύκλου, σχετικά με το κατά πόσο η φράση αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αλυσιτελώς προβάλλονται στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία κρίνεται κατά πόσο η παραβίαση της από 23/6/2008 προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκάλεσε ηθική βλάβη στο νομικό πρόσωπο της ενάγουσας.

Επίσης, το γεγονός ότι εκκρεμούν δίκες εναντίον της ενάγουσας για παραπλανητική διαφήμιση δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας να στραφεί εναντίον της εναγομένης για το γεγονός ότι η τελευταία δεν συμμορφώθηκε με την προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ειδικότερα, επί του ζητήματος αυτού αποδείχθηκε ότι η παραβίαση της προσωρινής διαταγής συνέβη σε χρόνο (Ιούνιο έως Σεπτέμβριο) κατά τον οποίο τα ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης αρχίζουν την περίοδο εγγραφών των σπουδαστών στα ΙΕΚ, επαγγελματικό χώρο στον οποίο οι διάδικοι είναι ανταγωνίστριες εταιρείες.

Το γεγονός αυτό, ήτοι της συνέχισης χρήσης της ανωτέρω λεκτικής ένδειξης, προκάλεσε στο κοινό που απευθυνόταν, ήτοι νέους απόφοιτους λυκείου που αναζητούν επαγγελματική εκπαίδευση, σύγχυση αναφορικά με τα κριτήρια ποιότητας των παρεχομένων σπουδών και υπέστη βλάβη στη φήμη και την αξιοπιστία της με αποτέλεσμα να έχει μειωμένες εγγραφές σπουδαστών τον συγκεκριμένο χρόνο (βλ.

κατάθεση μάρτυρα ενάγουσας ...). Ακόμη, υπέστη βλάβη η φήμη και αξιοπιστία της λόγω της απαξίωσης του κοινού που απευθυνόταν (βλ. κατάθεση ιδίας μάρτυρος...). Να σημειωθεί ότι η κατάθεση της μάρτυρας της εναγούσης λαμβάνεται υπόψη, ως παραδεκτά δοθείσα, δεομένου ότι είναι υπάλληλος, εργαζομένη στην ενάγουσα και δεν προσδοκά συμφέρον από την έκβαση της δίκης ούτε είναι εξαιρετέα μάρτυρας...

Επομένως, αποδείχθηκε ότι με την παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα προσβλήθηκε στην εμπορική της πίστη και την επαγγελματική της υπόληψη. Το γεγονός δε ότι η συγκεκριμένη ενέργεια έγινε σε χρονική περίοδο (Αύγουστο- Σεπτέμβριο) που όλα τα ΙΕΚ διαφημίζονται πριν τις εγγραφές μελλοντικών σπουδαστών έβλαψε οικονομικά την ενάγουσα, λόγω της μείωσης σπουδαστών στις σχολές της.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο διαδικτυακός τόπος www.xinis.com δεν είναι υπό τον έλεγχό της, ότι ο διαδικτυακός τόπος που εμφανίσθηκε η επίδικη λεκτική ένδειξη το είχαν φτιάξει με δικής τους πρωτοβουλία νεαροί σπουδαστές και ότι η ίδια, ως νομικό πρόσωπο δεν φέρει ευθύνη για τις ενέργειες του ..., κάτωθι του οποίου αναγράφεται η λεκτική ένδειξη "Ο πραγματικός ηγέτης στην εκπαίδευση".

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης προσκρούει στους κανόνες της λογικής δεδομένου ότι η εναγομένη είναι αυτή που έχει οικονομικά συμφέροντα να διαφημίζεται και όχι κάποια ομάδα σπουδαστών, ενώ η ανωτέρω ηλεκτρονική διεύθυνση εισάγει τον επισκέπτη του διαδικτύου σε ιστοσελίδα οικονομικών συμφερόντων της εναγομένης.

Σε κάθε δε περίπτωση, σύμφωνα με βασική αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων, ιδίως εκείνων με σωματειακή οργάνωση αποτελεί η νομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου απέναντι στα μέλη του (αρχή του χωρισμού). Ωστόσο, αυτός ο διαχωρισμός που δημιουργεί αυτοτελή νομικά κέντρα βουλήσεων και συμφερόντων μπορεί κατά τις περιστάσεις να μην είναι ανεκτός από το δίκαιο, είτε ευθέως, είτε με βάση ειδική διάταξη νόμου (άρθρο 42 § 2 του Ν. 3190/1955) είτε κατά την καλή πίστη (άρθρα 281, 288, 200 του ΑΚ) με αποτέλεσμα την αναγκαία άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου.

Έτσι, στο δίκαιο, άρση της νομικής προσωπικότητας επιτρέπεται (και επιβάλλεται) σε περίπτωση που υπάρχει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας, δηλαδή σε περίπτωση που η επίκληση της νομικής προσωπικότητας και του χωρισμού που αυτή συνεπάγεται παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 του ΑΚ.

Συνεπώς η αρχή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται.

Η μορφή αυτή της καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας (βλ. ...) εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του (....).

Στις περιπτώσεις αυτές ως κύρωση, επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία. Ως περιστατικό ενδεικτικό κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας είναι η παράλληλη διεξαγωγή ομοειδών επιχειρηματικών εργασιών σε εταιρική και ατομική βάση (βλ.

ΑΠ 5/2009 ΔΕΕ 2009 σελ. 800 ...). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ιστοσελίδας του ..., ο Σ. Ξ. απευθύνεται στο κοινό των σπουδαστών/σπουδαστριών ως Πρόεδρος αυτού, τυγχάνει δε επίσης βασικός μέτοχος της εναγομένης, έχει δώσει το όνομά του σε όλες τις εταιρείες του Ομίλου. Επομένως, η εναγομένη καταχρηστικά επικαλείται ότι δεν ευθύνεται ως νομικό πρόσωπο και δεν έχει καμία σχέση και ευθύνη με το περιεχόμενο της ιστοσελίδας του ..., σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Άλλωστε, σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι εναγομένη, κατά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής, δεσμεύθηκε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου να μην χρησιμοποιεί την επίδικη λεκτική ένδειξη στο διαδίκτυο και στις επιχειρήσεις της, παραδεχόμενη, έτσι, ότι ο συγκεκριμένος ιστότοπος βρίσκεται υπό τον έλεγχό της.

Κατόπιν όλων αυτών αποδείχθηκε ότι, από την ανωτέρω αδικοπραξία της εναγομένης, που συνίσταται στην παράβαση της από 23/6/2008 προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδκείου Αθηνών, η ενάγουσα υπέστη προσβολή της εμπορικής της φήμης και την επαγγελματική της υπόληψη, ήτοι ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης το ύψος της οποίας πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 3.000 ευρώ.

Το ποσό αυτό κρίνεται ως εύλογο, λαμβανομένων υπόψη της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, που είναι εταιρείες παρόμοιου οικονομικού μεγέθους, δραστηριοποιούμενες στον χώρο της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην ελληνική επικράτεια και απευθύνεται σε παρόμοιο οικονομικά κοινό. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η ενάγουσα συνδέει το ποσό της χρηματικής της ικανοποίησης με τα ποσά που δαπάνησε για τη διαφήμισή της την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όμως, η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν έχει πλήρη αποζημιωτικό χαρακτήρα με την έννοια ότι με την επιδίκαση αυτής δεν αποκαθίσταται η οικονομική ζημία της ενάγουσας σε όλη της την έκταση, αλλά υπολογίζεται από το Δικαστήριο, κατά τις αρχές της εύλογης αποζημιώσεως (βλ. ...), με κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τη βαρύτητα του πταίσματος και την οικονομική κατάσταση των μερών.

Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η οικονομική ζημία της ενάγουσας είναι ισόποση με τα ποσά που δαπάνησε με την διαφημιστική της εκστρατεία, ήτοι ότι απώλεσε εισπράξεις από εγγραφές σπουδαστών ίσης αξίας με τα δαπανηθέντα ποσά". Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη και στην ουσία της, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, κρατώντας την υπόθεση, δέχθηκε τη στηριζόμενη στις προαναφερόμενες περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ και στις διατάξεις του άρθρου 232Α ΠΚ αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση από την ως άνω αδικοπραξία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις δι' αντιφατικών αιτιολογιών, δεχόμενο ότι το νομικό πρόσωπο της αναιρεσείουσας ευθύνεται για την περιγραφόμενη αδικοπραξία, διότι δεν συμμορφώθηκε με την προσωρινή διαταγή εξαλείφοντας από την ιστοσελίδα του διαδικτύου την ανωτέρω προσβάλλουσα άυλα αγαθά της αναιρεσίβλητης ένδειξη, και ότι η αναιρεσείουσα ήταν ανταγωνιστική εταιρία της αναιρεσίβλητης, παρότι η άδεια λειτουργίας του "..." είχε μεταβιβασθεί το 2004 σε άλλο νομικό πρόσωπο, κρίση που στηρίχθηκε στα ακόλουθα αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πραγματικά περιστατικά:

α) Ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας των "..." σε άλλο νομικό πρόσωπο έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2004, αλλά και μετά απ' αυτήν το νομικό πρόσωπο της αναιρεσείουσας συνέχιζε να υφίσταται με τροποποιηθείσα απλώς λίγο αργότερα και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2004 την επωνυμία του σε "..." και τον διακριτικό τίτλο "

...", που συνέχιζε να δραστηριοποιείται στον χώρο της ιδιωτικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και να διατηρεί σχετικά οικονομικά συμφέροντα, ενώ και η μετοχική σύνθεση της αναιρεσείουσας συνέχισε να αποτελείται από τα ίδια, όπως και πριν τη μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας της πρόσωπα, ήτοι τον Σ. Ξ., την Α.

σύζ. Σ. Ξ. και την Κ. Ξ.. β) Ότι η ιστοσελίδα, στην οποία εμφανιζόταν η ένδειξη η αποτελούσα παραποίηση του διακριτικού γνωρίσματος και σήματος της αναιρεσίβλητης, υπό τον τίτλο ..., ήταν της αναιρεσείουσας και δικών της οικονομικών συμφερόντων, δι' αυτής δε της ιστοσελίδας απευθυνόταν ο βασικός της μέτοχος Σ.

Ξ. στο κοινό των σπουδαστών/σπουδαστριών ως Πρόεδρος του Ομίλου αυτού (ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, ως όμιλος, στερείτο αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας). γ) Ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η αναφερόμενη στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα, και το αίτημα προς χορήγηση προσωρινής διαταγής στρεφόταν κατά του νομικού προσώπου της αναιρεσείουσας, η οποία είχε υποχρέωση συμμόρφωσης στη διαταγή αυτή, η ίδια μάλιστα, κατά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής, δεσμεύθηκε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου να μην χρησιμοποιεί την επίδικη λεκτική ένδειξη στο διαδίκτυο και στις επιχειρήσεις της, παραδεχόμενη ότι ο συγκεκριμένος ιστότοπος βρίσκεται υπό τον έλεγχό της.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησής της πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 αντιστοίχως, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε, δεχόμενο άρση της αυτοτέλειας του νομικού της προσώπου, και περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ίδιο ζήτημα.

Αμφότεροι αυτοί οι λόγοι είναι αλυσιτελείς, διότι με αυτούς πλήττεται η επάλληλη επικουρική (και πλεοναστική) αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αναφερόμενη σε ευθύνη της αναιρεσείουσας σε κάθε περίπτωση και λόγω άρσης της αυτοτέλειάς της ως νομικού προσώπου (οπότε το νομικό πρόσωπο ευθύνεται εις ολόκληρον με τον καταχρώμενο την αυτοτέλεια της νομικής του προσωπικότητας κυρίαρχο μέτοχο, που διεξάγει παραλλήλως ομοειδείς επιχειρηματικές εργασίες σε εταιρική ή και ατομική βάση, προκειμένου να καταστρατηγήσει το νόμο ή να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτο ή να αποφύγει την εκπλήρωση υποχρεώσεων:

ΑΠ 1450/2021, 801/2020), ενώ η κύρια αιτιολογία της, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, θεμελιώνεται στις παραδοχές ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση, όπου εμφανιζόταν η επίμαχη ένδειξη, εισάγει τον επισκέπτη του διαδικτύου σε ιστοσελίδα οικονομικών συμφερόντων της αναιρεσείουσας εταιρίας, κατά του νομικού προσώπου της οποίας στρεφόταν η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και το αίτημα προς χορήγηση προσωρινής διαταγής, και ότι εκείνη, παρότι είχε υποχρέωση συμμόρφωσης στη διαταγή αυτή, που εκδόθηκε μάλιστα κατόπιν συναίνεσής της να αφαιρέσει από το διαδίκτυο την επίμαχη ένδειξη, δεν συμμορφώθηκε δια των εκπροσώπων της σε όσα διατάχθηκαν, με συνέπεια να ευθύνεται προς αποζημίωση (για μη περιουσιακή ζημία της αναιρεσίβλητης) λόγω αδικοπραξίας.

Κατά τα λοιπά με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, υπό την επίφαση συνδρομής τους, πλήττεται απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα για την αναιρετική δίκη δεν επιβάλλονται εις βάρος της ηττώμενης αναιρεσείουσας ελλείψει σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2016 αίτηση για αναίρεση της 1688/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ