Legislator Giurisprudenza & Legislazione
961/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for failure to grant public document evidentiary force to private records.

Numero d'incarto 961/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a dispute over electricity network management. The appellant argued that the lower court erred by failing to grant enhanced evidentiary weight to specific private business documents, treating them merely as private evidence. The court ruled that these documents were private rather than public, meaning their evaluation falls within the free discretion of the court of first instance under Article 340 of the Code of Civil Procedure, which is not subject to appellate review under Article 559.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 340, 559(12), 561(1) K.Pol.D.: The Supreme Court does not review the free evaluation of evidence by the court of first instance; therefore, an appeal based on the failure to grant public documents their statutory evidentiary force is inadmissible when the documents in question are private.

Parole chiave

Generato dall'IA
free evaluation of evidence private documents public document force appellate review limits Article 340 K.Pol.D. Article 559 K.Pol.D. evidentiary weight incapacità lavorativa attestata

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 340 K.Pol.D.
Art. 559(12) K.Pol.D.
Art. 561(1) K.Pol.D.
Art. 106 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 189 K.Pol.D.

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
AP 133/2022
Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, upholding lower court's assessment of private documents.
AP 1381/2022
Supreme Court dismisses appeal against civil judgment, rejecting arguments regarding conflicting criminal acquittal.
AP 1092/2021
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing supplementary appeal arguments deadline.
AP 601/2020
Supreme Court dismisses appeal on evidence law grounds, upholding lower court's rejection of medical report.
AP 573/2018
Supreme Court dismisses appeal against labor contract judgment, upholding lower court's free evaluation of evidence.
AP 368/2021
Supreme Court dismisses appeal on medical negligence damages, upholding appellate court's discretion on compensation amount.
AP 718/2021
Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of annulment of payment order due to lack of error.
AP 672/2021
Supreme Court dismisses appeal on custody dispute, ruling foreign judgment not yet res judicata in Greece.
AP 109/2008
Supreme Court dismisses appeal due to withdrawal of claims and inadmissibility of factual review arguments.
AP 223/2009
Supreme Court dismisses appeal for failure to specify substantive law violation and evidence review details.
AP 791/2020
Supreme Court dismisses appeal for failure to prove legal violation regarding appealable error in civil procedure.
AP 1592/2018
Supreme Court allows appeal against final judgment due to failure to consider specific prior ruling on joint account withdrawals.
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 961 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 961/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη-Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ο., χήρας Ν. Γ., το γένος Ε. Γ., κατοίκου ..., ενεργούσας ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της A. Γ. του Ν., ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα και επιμέλειά του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο-Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε. (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1959/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6350/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2020 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1318/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέμπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 5113/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-2-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 17.2.2023 και με αριθμό κατ. 2386/224/17.3.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 5113/11.10.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, επί της από 24.11.2017 και με αριθ. κατάθ. 601837/506708/29.11.2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.).

Αρχικά επί της ανωτέρω έφεσης είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 6350/18.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 1959/15.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) είχε απορριφθεί η από 30.5.2016 και με αριθμό κατ. 27100/935/7.6.2016 αγωγή της Ο. χήρας Ν. Γ. ήδη αναιρεσείουσας, ως προς την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." και β) είχε γίνει δεκτή εν μέρει αυτή ως προς τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.) [ήδη αναιρεσίβλητη] και είχε υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα γι αυτήν ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Α.

Γ., το ποσό των 80.000 ευρώ, σε έκαστο, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο του συζύγου και πατέρα, αντίστοιχα, Ν. Γ., με το νόμιμο τόκο από τις 22.4.2015. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 30.5.2016 και με αριθμό κατ. 27100/935/7.6.2016 αγωγής, απέρριψε αυτή, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 5.2.2020 και με αριθμό κατ. 1339/120/2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1318/9.11.2021 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου και αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 6350/18.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Με την από 14.3.2022 και με αριθμό κατ. 2497/1846/2022 κλήση της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η από από 24.11.2017 και με αριθ. κατάθ. 601837/506708/29.11.2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και προσδιορίσθηκε για συζήτηση στις 20.9.2022.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη με αριθμό 5113/11.10.2022 απόφασή του: α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ανωτέρω έφεση, β) εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 1959/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ως προς τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, γ) κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 30.5.2016 και με αριθμό κατ. 27100/935/2016 αγωγή, ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ως προς τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη και δ) απέρριψε την αγωγή, ως προς τα ανωτέρω, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 17.3.2023, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 11.10.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2.- Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθ. 580 §§ 1-4 ΚΠολΔ (όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίηση και αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθ.1 ν.4335/2015, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου άσκησης της ένδικης αναίρεσης την 17.3.2023, άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου), εφόσον ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πλην των περιπτώσεων της υπέρβασης δικαιοδοσίας και παράβασης των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αν δεν κρατήσει και δικάσει την υπόθεση, την παραπέμπει προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση ή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές κλπ,, τα οποία, ερευνώντας, σύμφωνα με το άρθρο 581§2 ΚΠολΔ, την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, δεσμεύονται από την αναιρετική απόφαση (της Ολομέλειας ή των Τμημάτων) ως προς τα νομικά ζητήματα που επιλύθηκαν απ' αυτήν.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εάν μία απόφαση αναιρεθεί και στη συνέχεια η υπόθεση παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ο ερευνώμενος εδώ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής μόνο ως προς τα νομικά ζητήματα ουσιαστικής και δικονομικής φύσεως, όταν δηλ.

το δικαστήριο της παραπομπής δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα, ως προς το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 121/2020, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 682/2014, 108/2014). Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται, όπως προαναφέρθηκε, είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 2083/2007).

Δεν αποτελεί, επομένως και σύμφωνα με τα παραπάνω, νομικό ζήτημα η κρίση του Αρείου Πάγου ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο που προσκομίσθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (αριθ. 11 γ' άρθρο 559 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου σε περίπτωση αναίρεσης για το λόγο αυτόν δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν δε το δικαστήριο της παραπομπής υποπέσει, τυχόν, στην ίδια αναιρετική πλημμέλεια, δημιουργείται εκ νέου ο ίδιος λόγος αναίρεσης και όχι από τον αριθ. 18 του ως άνω άρθρου (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 407/2016, ΑΠ 780/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εκδοθείσα για την ίδια υπόθεση 6350/18.11.2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε ενόλω, ύστερα από αίτηση της και τώρα αναιρεσείουσας - ενάγουσας, με τη με αριθμό 1318/9.11.2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, και δη διότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο η εκεί αναφερομένη ένορκη βεβαίωση, η οποία είχε προσκομισθεί νόμιμα με επίκληση ενώπιόν του. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, ότι το δικαστήριο της παραπομπής με την τώρα προσβαλλομένη με αριθμό 5113/11.10.2022 απόφασή του, που εκδόθηκε μετά την αναίρεση της προηγουμένης ως άνω απόφασής του, δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την αναιρετική απόφαση δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα, κατά την προδιαληφθείσα έννοια.

3.- Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 11/8.1.1915), που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25.8.1920 (ΦΕΚ Α 191) και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.), εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου εργασιών ή επιχειρήσεων, θεωρείται κάθε βλάβη, όπως η σωματική βλάβη ή ασθένεια του εργαζόμενου, η οποία δεν ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, αλλά είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την ιδιοσυστασία του οργανισμού του και τη βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του (ακόμη και αν αυτή οφείλεται στους δυσμενείς μεν, συνηθισμένους όμως και σύμφυτους προς την παροχή της όρους της εργασίας), συνδεομένου δε οπωσδήποτε με την εργασία του λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.

Τούτο συμβαίνει, είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε όταν η απασχόληση του εργαζομένου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου (άρθρο 662 Α.Κ.), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχόλησης του ασθενούντος εργαζομένου, και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι τον χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 635/2022, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 226/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 2/2022). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ν.

Γ., σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας του ανηλίκου τέκνου τους Α. Γ., προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ [μη διάδικο πλέον στην αναιρετική δίκη] στις 15.9.1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας, ενώ από 1.3.1989 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της πρώτης εναγομένης στην κατηγορία/ειδικότητα Τ4/Α ηλεκτροτεχνίτης δικτύων.

Από την πρόσληψή του έως και 31.12.2010 υπηρετούσε στον τομέα κατασκευών της περιοχής Μεσογείων της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής της Γενικής Διεύθυνσης Διανομής της πρώτης εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ της οποίας καθολική διάδοχος είναι η δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα [ήδη αναιρεσίβλητη], με αντικείμενο εργασίας την εποπτεία εργολάβων στον τομέα μελετών-κατασκευών δικτύου.

Εξάλλου ο Ν. Γ. με το με το από 2.6.2010 προσωπικό έγγραφο-αίτημα προς το Διευθυντή της ΔΕΗ ΑΕ περιοχής Μεσογείων ζήτησε να μετατεθεί στην Άρτα διότι η οργανική θέση της συζύγου του ήταν στην Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Άρτας και η τριετία που εδικαιούτο η τελευταία να καλύψει με αποσπάσεις έληγε στις 29.7.2010 με συνέπεια ότι αυτή θα παρέμενε στην Άρτα, ενώ διέθετε και ιδιόκτητη οικία στην Άρτα.

Το ανωτέρω αίτημά του δεν ικανοποιήθηκε αρχικώς, λόγω ελλείψεως αντικαταστάτη, όπως προκύπτει από υπ' αρίθμ. ....2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού Διανομής της ΔΕΗ Α.Ε. Εν συνεχεία ο Ν. Γ. επανήλθε στο ανωτέρω αίτημά του με το από 24.9.2010 προσωπικό έγγραφο - αίτημα, το οποίο ικανοποιήθηκε, όπως προκύπτει από το υπ' αρίθμ. ....2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού Διανομής της ΔΕΗ Α.Ε και μετατέθηκε στην περιοχή Άρτας της Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου με ημερομηνία έναρξης της μεταθέσεώς του από 1.1.2011 αναλαμβάνοντας υπηρεσία στην εποπτεία εργολάβων στον τομέα μελετών-κατασκευών δικτύου περιοχής Άρτας από 4.1.2011 και ασκώντας τα ίδια καθήκοντα με εκείνα που είχε προ της μεταθέσεώς του.

Στις 24.4.2012 ο ανωτέρω Ν. Γ. προσερχόμενος στην εργασία του, στο γραφείο εποπτείας έργων της δεύτερης εναγομένης και περί ώρα 7.43 υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου και αφού διακομίστηκε άμεσα στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Το αντικείμενο εργασίας του θανόντος, ο οποίος απασχολείτο στην εποπτεία έργων εργολάβου του τομέα μελετών-κατασκευών, κατά το χρόνο που υπηρετούσε στην περιοχή Μεσογείων αλλά και μετά τη μετάθεσή του στην περιοχή Άρτας, ήταν η επίβλεψη και παραλαβή έργων δικτύου που κατασκεύαζαν ανάδοχες εταιρείες, με τις οποίες είχαν συμβληθεί οι εναγόμενες και συγκεκριμένα ο επιτόπιος οπτικός, ποσοτικός και ποιοτικός έλεγχος των έργων, καλύπτοντας εν προκειμένω στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του την ευρύτερη περιοχή Άρτας, ήτοι τους Νομούς Άρτας, Πρέβεζας, Λευκάδας και μικρά τμήματα άλλων τριών νομών ήτοι των νομών Αιτωλοακαρνανίας, Ιωαννίνων και Τρικάλων.

Ειδικότερα, ο θανών στα πλαίσια των καθηκόντων που είχε αναλάβει, πραγματοποιούσε συχνά δρομολόγια εκτός της πόλεως της Άρτας είτε μόνος του είτε με συνοδεία δεύτερου υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης, κυρίως των υπαλλήλων Γ. Τ. ή Ε. Λ., πραγματοποιώντας συνολικά κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2011 έως το χρόνο του θανάτου του 26 ώρες υπερωριών.

Η πραγματοποίηση των δρομολογίων ήταν αναγκαία για την παροχή της εργασίας του Ν. Γ., ενώ δεν αποδεικνύεται ότι είχε διαμαρτυρηθεί ποτέ για τις συνθήκες της εργασίας του. Οι συνθήκες εργασίας του Ν. Γ. ήταν συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους της παροχής της εργασίας του και δεν αποδεικνύονται εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες που δεν ήταν συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της εργασίας του.

Άρα εν προκειμένω δεν υφίσταται εργατικό ατύχημα". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έσφαλε που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη, επιδικάζοντας το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ για έκαστο εκ των ενάγουσας και ανηλίκου τέκνου της, δέχθηκε την έφεση ως κατ' ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ως προς τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος που εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε αυτήν ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ως προς τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ' ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό του πόρισμα, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, προσδιορίζει πλήρως και αιτιολογεί: α) ότι ο θάνατος του ανωτέρω εργαζόμενου δεν οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός, βίαιο, αιφνίδιο, απρόβλεπτο και ξένο προς τον οργανισμό του, αλλά σε πάθηση που προϋπήρχε ήτοι σε στεφανιαία νόσο, β) ότι η παροχή της εργασίας του στην εναγομένη ήταν στα πλαίσια των καθηκόντων του και η συνηθισμένη για την ειδικότητα του, γ) ότι οι συνθήκες της εργασίας του, ήταν συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους της παροχής της εργασίας του, όπως αυτοί περιγράφονται ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν αποδείχθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες που δεν ήταν συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της εργασίας του και δ) ότι ο θανών ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί για τις συνθήκες εργασίας του.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 (με το δεύτερο λόγο) και 19 (με τον τρίτο λόγο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις, που αναφέρονται στους ίδιους ως άνω λόγους, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ' αυτή σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε, είναι απαράδεκτες, αφού, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τις αιτιάσεις δε αυτές, κατά τα λοιπά, πλήττεται πλέον, υπό την επίφασησ συνδρομής αναιρετικού λόγου, η κρίση του δευτοβαθμιου διαστηρίου εί της ουσίας αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

5.- Με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 757/2015).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1596/2022). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, (ΑΠ 57/2022, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016), ούτε τα επιχειρήματα των διαδίκων, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 1596/2022, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 785/2019, ΑΠ 902/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτοτελείς πραγματικούς αγωγικούς ισχυρισμούς της και δη α) της δραματικής επιδείνωσης των συνθηκών εργασίας του θανόντος συζύγου της, όπου οι ανάγκες κάλυψης μιας πολύ εκτεταμένης και δύσκολης γεωγραφικά περιοχής τον ανάγκασαν να εκτελεί δρομολόγια πολλών χιλιομέτρων επί πολλές ημέρες κάθε εβδομάδα και β) της ευθύνης να προλάβει να μεταβεί σε όλες τις περιοχές που υποδείκνυε το ημερήσιο πρόγραμμα και να επιβλέψει ή να παραλάβει έργα αξίας δεκάδων χιλιάδων ευρώ και να ελέγξει την αρτιότητα έργων σημαντικών για την τοπική κοινωνία, συχνα ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, με αποτέλεσμα να εργάζεται μέχρι και 12 ώρες ημερησίως, επιβαρύνοντας τον οργανισμό του τόσο με πνευματική κόπωση όσο και με σωματική εξάντληση και ιδιαίτερο άγχος, τα οποία, ιδίως το τελευταίο δίμηνο, ως μόνη και πρόσφορη αιτία προκάλεσαν άλλως οδήγησαν σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και τελικά στο θάνατό του.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, καθόσον αναφερόμενοι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ως αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί της, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, αντιμετωπίστηκαν από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ουσιαστικά αβάσιμοι με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν και τα ανωτέρω συνάγονται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

6.- Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών.

Παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008). Ο παραπάνω πάντως λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγησή τους, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 408/2021, ΑΠ 425/2018, ΑΠ 496/2016).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο έγγραφο, και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 498/2023, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 2264/2013).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ως το πρώτο σκέλος αυτού, ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα τόσο πρωτόδικα, όσο και στο Εφετείο, α) τα ημερήσια δελτία κίνησης εργαζομένου (Ν. Γ. - θανόντος συζύγου της) για τη χρονική περίοδο από 24.1.2011 έως 10.4.2012 και β) τις εντολές μετακίνησης εσωτερικού της ΔΕΗ, προς το Ν.

Γ., για την περίοδο Δεκεμβρίου 2011 έως Μάρτιο 2012, πλην όμως το Εφετείο δεν τα έλαβε καθόλου υπόψη. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ιδίως από τη διαβεβαίωση αυτής ότι έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου, την υπ' αριθμ. ....2019 ένορκη βεβαίωση των Δ.

Σ. του Κ. και Π. Π. του Ν. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Άρτας Φωτεινής Παλαιομήτρου, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη και ελήφθη μετά νόμιμη κλήτευση της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας προ δύο εργασίμων ημερών (βλ. την υπ' αριθμ. ....2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Γ. Τ. και την από 7.2.2019 ΕΞΩΔΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ), τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν...", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης τα ανωτέρω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και της ουσιαστικής του κρίσης για την επίδικη διαφορά.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

7.- Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, σωρευτικά με την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' του ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων ήτοι των ημερήσιων δελτίων κίνησης εργαζομένου και των εντολών μετακίνησης εσωτερικού της ΔΕΗ, διότι όπως αναφέρει "προσέδωσε σ' αυτά περιεχόμενο διαφορετικό του πράγματι αναφερομένου σ' αυτά, αφού ειδικά για το τελευταίο τρίμηνο ο αριθμός των χιλιομέτρων που διήνυσε ο θανών, ο αριθμός των προορισμών και ο απαιτούμενος χρόνος απασχόλησης ήταν διαφορετικός κατά τα προαναφερθέντα των παραδοχών της προσβαλλόμενης επίσης κατά τα ως άνω". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι αντιφάσκει προς τον προηγούμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη των ίδιων ακριβώς εγγράφων, αλλά και διότι η προβαλλόμενη αιτίαση αναφέρεται, όχι στην εσφαλμένη ανάγνωση των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων, αλλά στην ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση του περιεχομένου τους, με βάση το οποίο το Εφετείο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

8.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απόδοση - αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 601/2020, ΑΠ 573/2018).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 368/2021, ΑΠ 601/2020, ΑΠ 573/2018). Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 223/2009).

Στην περίπτωση συνεπώς, που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 718/2021, ΑΠ 672/2021, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 601/2020, ΑΠ 109/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αγνόησε παντελώς τα προαναφερθέντα στον προηγούμενο λόγο επαγγελματικά έγγραφα (ημερήσια δελτία κίνησης εργαζομένου και εντολές μετακίνησης εσωτερικού της ΔΕΗ), τα οποία παρείχαν πλήρη απόδειξη για τα γεγονότα και πράγματα που ανέγραφαν. Με το περιεχόμενο αυτό αποδίδει στο Εφετείο την εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα έγγραφα δεν έχουν την αποδεικτική ισχύ δημοσίων εγγράφων, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, αλλά πρόκειται για ιδιωτικά αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, εκτιμώνται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεπώς δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

9.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο αίτημα αυτής, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 189 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.2.2023 και με αριθμό κατ. 2386/224/17.3.2023 αίτηση αναίρεσης, της υπ' αριθμ. 5113/18.11.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης