Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of annulment of payment order due to lack of error.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Lamia Court of Appeal's decision rejecting the annulment of a payment order. The appellant argued the lower court failed to consider material facts regarding the good faith of the bill collector, but the court found the lower court provided sufficient reasoning based on the parties' conduct and lack of evidence for bad faith. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 495 and 564(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court failed to consider facts proposed by the parties that have a material impact on the outcome, and the appellant must demonstrate that the lower court's reasoning was insufficient to address these specific points.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 718 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 718/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Π., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Πούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK FACTORS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK FACTORS" (πρώην "EUROBANK E.F.G. FACTORS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" και διακριτικό τίτλο "EUROBANK E.F.G. FACTORS"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μελισσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/1/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/5/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 31/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 5/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 10-6-2011 ανακοπή του αναιρεσείοντος και ακυρώθηκε η 187/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης το Εφετείο απέρριψε την άνω ανακοπή και επικύρωσε την προσβαλλόμενη με αυτήν διαταγή πληρωμής Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει:
α) ότι οι επίδικες επιταγές είναι πλαστογραφημένες όχι μόνο ως προς την υπογραφή του, αλλά και ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία της σφραγίδας που είχε χρησιμοποιηθεί, όπως ενδεικτικά και ως προς την αναφερόμενη διεύθυνση και β) ότι για την πράξη της πλαστογραφίας κατονόμασε πλαστογράφους τους Λ. Μ. και Δ. Μ., επικαλέστηκε και προσκόμισε τα αποδεικνύοντα τον ισχυρισμό του στοιχεία, όπως έγγραφα (γραφολογικές εκθέσεις) και μάρτυρες, την υποβληθείσα μήνυση σε βάρος αυτών και τη συμπληρωματική μήνυσή του σε βάρος κάθε υπεύθυνου, δηλαδή πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, πλην, όμως, απέρριψε αυτούς, είτε ρητά είτε με την παραδοχή ως αληθινών, αντίθετων πραγματικών περιστατικών.
Ειδικότερα, αναφορικά με τον εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: <<Οι επιταγές αυτές ήταν πληρωτέες στις άνω τράπεζες, όπου ο ανακόπτων διατηρούσε λογαριασμούς και είχε λάβει και σχετικά μπλοκ επιταγών, από τα οποία ο ανακόπτων είχε αφαιρέσει και τα άνω τέσσερα φύλλα και τα είχε παραδώσει στο Δ.
Μ., με τον οποίο είχε δεσμό φιλίας και τον εμπιστεύονταν, γι' αυτό και δέχθηκε να τον διευκολύνει στην επίλυση των οικονομικών προβλημάτων της εταιρίας <<Χ. Μ. ΑΕΒΕ ΚΡΕΑΤΩΝ>>, της οποίας ήταν μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος. Οι επιταγές είχαν παραδοθεί λευκές με τη συμφωνία να συμπληρώσει ο Δ. Μ. τα στοιχεία τους και να τις θέσει σε κυκλοφορία με την υποχρέωση να τις εξοφλήσει ο ίδιος κατά τη λήξη τους.
Κάποια ιδιαίτερη συμφωνία, ως προς το ύψος του ποσού και την προηγούμενη έγκριση του ανακόπτοντος δεν έγινε. Ο ανακόπτων είχε εμπιστοσύνη στο Δ. Μ., τον οποίο είχε εξυπηρετήσει με όμοιο τρόπο και στο παρελθόν, από την 10-12-2009 έως την 19-7-2010 και ο οποίος είχε εξοφλήσει τις επιταγές, που τότε του είχε παραδώσει.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ως προς τις ένδικες επιταγές, ότι ο Δ. Μ. συμπλήρωσε τα στοιχεία τους και ανέγραψε ως λήπτη την άνω εταιρία του. Ως προς την υπογραφή και τη σφραγίδα του ανακόπτοντος ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι τέθηκαν από τον ανακόπτοντα αλλά από το Δ. Μ. ή άλλο πρόσωπο κατ' εντολή του τελευταίου και σε κάθε περίπτωση με την έγκριση του ανακόπτοντος, ο οποίος ουδόλως ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί η υπογραφή του να τίθεται από τον ίδιο, ούτε και η συμφωνία αυτή θα εξυπηρετούσε τον άνω σκοπό για τον οποίο δόθηκαν τα φύλλα των επιταγών.
Ο ανακόπτων υπέβαλε μήνυση κατά των Δ. Μ. και Χ. Μ. καθώς και συμπληρωματική μήνυση κατά της Γενικής Τράπεζας και άλλων, οι οποίες έχουν συσχετισθεί και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για απάτη κατ' εξακολούθηση και πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και η σχετική ποινική δικογραφία εκκρεμεί στο στάδιο της κύριας ανάκρισης>>.
Από τις εκτεθείσες παραδοχές σαφώς προκύπτει η λήψη υπόψη και εξέταση από το Δικαστήριο της ουσίας των προταθέντων από τον αναιρεσείοντα άνω ισχυρισμών του, η παραδοχή πραγματικών γεγονότων αντίθετων προς τους ισχυρισμούς αυτούς και η κατ' ουσίαν απόρριψή τους.
Αναίρεση κατά τελεσίδικης απόφασης επιτρέπεται, κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για παράβαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.
Δικονομικού δικαίου είναι οι κανόνες που καθορίζουν τη διαδικασία, τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 1186/2012). Δικονομικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν εκκρεμής ποινική δίκη επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημά του για την αναβολή της έκδοσης απόφασης επί της έφεσης της αναιρεσίβλητης, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας επί των από 1-4-2011 και 17-9-2012 (συμπληρωματικής) μηνύσεων αυτού, που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς.
Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, η διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ, είναι δικονομικού δικαίου, δεδομένου ότι με αυτή προσδιορίζεται η διαδικασία που ακολουθείται από το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση στην περίπτωση που υπάρχει εκκρεμής ποινική αγωγή η οποία επηρεάζει την ερευνώμενη αστική υπόθεση και παρέχεται σ' αυτό η δυνητική ευχέρεια, και όχι υποχρέωση, αναβολής της συζήτησης, χωρίς να έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφασή του επί του σχετικού αιτήματος και, συνεπώς, δεν ιδρύει τον προτεινόμενο ως άνω, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.
Η, υπό την επίκληση, με το έτερο μέρος του ίδιου λόγου, μόνο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απόδοση μομφής στην προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση της σχετικής διάταξης, χωρίς την παράθεση των στοιχείων που κατά νόμο στηρίζουν την πλημμέλεια αυτή, καθιστά απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον σχετικό αναιρετικό λόγο που προβάλλεται με το μέρος τούτο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν, παραδεκτά, στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015, ΑΠ 852/2015) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
Επομένως, δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε, επίσης, τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 91/2017, ΑΠ 87/2013), ούτε τα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 933/3014, ΑΠ 1573/2006), ούτε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής ή της ένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή ένστασης πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1003/2012).
Με το δεύτερο μέρος του τρίτου και το πρώτο μέρος του τέταρτου των αναιρετικών λόγων, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που αυτός πρότεινε και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του, κατά την ανάπτυξη των λόγων αυτών, συνίστανται, σύμφωνα με την εκτίμηση του περιεχομένου τους, στο ότι το Εφετείο, εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είναι καλής πίστης κομίστρια των επίδικων επιταγών με βάση τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής και δεν έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτόν στοιχεία με την εκτίμηση των οποίων θα δεχόταν, αντίθετα, ότι αυτή, τελούσε σε κακή πίστη κατά την κτήση των επιταγών.
Τα στοιχεία αυτά προσδιορίζει ως ακολούθως: α) ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών ότι αυτές δεν αφορούν πραγματική συναλλαγή μεταξύ εκδότριας αυτών και της εταιρίας Μ., σε διαταγή της οποίας εκδίδονται, β) ότι η εταιρεία Μ. είχε επιδείξει αντίθετη προς τους όρους της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης καταρτισθείσας …/…-1-2007 σύμβασης πρακτορείας συμπεριφορά, ως προς τον τύπο των πινακίων και το χρόνο υποβολής τους, γ) ότι η αναιρεσίβλητη, δεν είχε επιδείξει επιμέλεια κατά την κτήση των επιταγών, καθόσον δεν αναζήτησε από την εταιρεία Μ.
να της προσκομίσει τα παραστατικά των συναλλαγών που αφορούσαν οι επιταγές (τιμολόγια, δελτία αποστολής) και δεν έλαβε υπόψη της ότι το χρηματοδοτικό όριο που το έτος 2007 ήταν 4.750.000 ευρώ, μειώθηκε από την 21-12-2009 στο ποσό των 2.725.000 ευρώ, ούτε έλεγξε τη σφραγίδα των επιταγών που δεν έχει τα πραγματικά στοιχεία της επιχείρησής του, δ) ότι δεν ήταν δυνατή οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή μεταξύ αυτού και της εταιρείας Μ., λόγω της διαφορετικής εμπορικής δραστηριότητας και το ότι η οικονομική κατάσταση αυτού και ο τζίρος της επιχείρησής του δεν δικαιολογούν τα ποσά των επιταγών, ε) ότι η εταιρεία Μ.
είχε εφαρμόσει την ίδια πρακτική και με άλλες Τράπεζες. Οι ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι διατυπούμενες αιτιάσεις, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν, κατά το νόμο, ενστάσεις του αναιρεσείοντος.
Τα επικαλούμενα, αποτελούν πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και από τα οποία, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, συνάγονται επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος για την υποστήριξη των απόψεών του, σχετικά με την προβληθείσα ένσταση αυτού ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε τις επίδικες επιταγές, με κακή πίστη, άλλως κατά την κτήση αυτών διέπραξε βαρύ πταίσμα και κατά τον κρίσιμο τούτο χρόνο ενέργησε εν γνώσει προς βλάβη αυτού.
Εξάλλου, η αποδιδόμενη εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και η, αορίστως προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα, μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε, δεν μπορούν να ιδρύσουν τον, από την επικαλούμενη ως άνω διάταξη, λόγο αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να εξειδικεύει στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να αναφέρει ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο το αποδεικτικό αυτό μέσον, και τον τρόπο που έγινε, να εκθέτει το περιεχόμενό του και να διαλαμβάνει τον ισχυρισμό προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξή του (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 1499/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το τρίτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε και προσκόμισε που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων αναφέρεται αορίστως σε πινάκια εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων, τιμολόγια, δελτία αποστολής και επιταγές, χωρίς να εξειδικεύει τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προσδιορίζονται επακριβώς, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της νόμιμης επίκλησης και προσκόμισης αυτών, αλλά και της λήψης ή μη υπόψη τούτων από το δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο, από τη διάταξη αυτή, λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) τον οποίο αφορά το επικαλούμενο σφάλμα και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 694/2009, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 2133/2007).
Με το τέταρτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, εκτός των άλλων, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ο αναιρετικός ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, ως εντελώς αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο περιεχόμενό του, ποιο είναι το σφάλμα που συγκροτεί την αποδιδόμενη πλημμέλεια, ήτοι αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ούτε τις παραδοχές του Εφετείου επί του συγκεκριμένου ζητήματος στο οποίο εντοπίζεται το σφάλμα, αλλά επικαλείται μόνο τον αριθμό του αναιρετικού λόγου.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός ξεχωριστά από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008). Έτσι, δεν αναιρείται η λήψη κάποιου συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου από τη μη ειδική αναφορά του, μολονότι, ενδεχομένως, στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, μεγαλύτερης σημασίας.
Αρκεί μόνο, να μην υπάρχουν αμφιβολίες, για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 549/2018, ΑΠ 1798/2014). Δεν θεμελιώνεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.
Με το οικείο μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την …/…-11-2009 βεβαίωση μεταβολών Εργασιών Φυσικού Προσώπου Επιτηδευματία της ΔΟΥ Λιβαδειάς, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε και από την οποία προκύπτει ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα αυτού και της εταιρείας Μ.
δεν είναι συναφείς. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, μετά τη συνεκτίμηση όλων των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των νόμιμα προσκομισθέντων με επίκληση εγγράφων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και της …/…-1-2015 ένορκης βεβαίωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευφροσύνης Σιμοπούλου για την εξέταση του μάρτυρα Σ.
Α.. Ειδικά, δε, στο κρίσιμο, για την έρευνα του προβαλλόμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, τμήμα της, δέχθηκε τα εξής: <<Η καθ' ης η ανακοπή, η οποία κατά το άρθρο 44 του ν. 5960/1933 μπορεί να εναγάγει όλους τους εξ επιταγής υπόχρεους ατομικά ή ομαδικά, χωρίς την τήρηση της σειράς υποχρέωσης, κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών, προέβη σε τυπικό έλεγχο αυτών (ύπαρξη τυπικών στοιχείων, οπισθογράφηση), ήλεγξε τη συνάφεια των επαγγελμάτων (ο ανακόπτων έχει δραστηριότητες σχετικές με εμπόριο τροφίμων και λειτουργία γαλακτοκομείων και τυροκομία και η άνω εταιρεία εμπόριο κρεάτων), έλαβε αντίγραφα ....>>.
Από τη γενική αναφορά του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα και την άνω περικοπή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και την επικληθείσα και προσκομισθείσα ως άνω βεβαίωση της ΔΟΥ Λιβαδειάς, αφού περιγράφει τη δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, όπως αναφέρεται στο περιεχόμενο της βεβαίωσης, το οποίο παρατίθεται από αυτόν στο αναιρετήριο.
Το εμπόριο κρεάτων, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ως δραστηριότητα της εταιρείας Μ. και όχι του αναιρεσείοντος. Εάν δε το Εφετείο έκρινε, τυχόν εσφαλμένα, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι οι δραστηριότητες αυτές (του ιδίου και εταιρείας Μ.) όπως παρατίθενται στην απόφαση, είναι συναφείς, δεν μπορεί να θεμελιώσει την, εκ του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, αποδιδόμενη ως άνω πλημμέλεια.
Στην, κατά τη διάταξη του αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έννοια των "πραγμάτων", των οποίων η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας υπόψη, παρότι δεν προτάθηκαν, παραδεκτά και νόμιμα, από τον διάδικο, ιδρύουν τον προβλεπόμενο σ' αυτήν αναιρετικό λόγο, δεν υπάγονται οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1614/2017, ΑΠ 431/2016, ΑΠ 852/2015).
Ο αναιρεσείων, με το σχετικό μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση του σχετικού περιεχομένου του, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη και υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, αιτιάται ότι δέχθηκε την ύπαρξη συνάφειας επαγγελματικής δραστηριότητας του ιδίου και της εταιρείας Μ., σε διαταγή της οποίας φέρονται ότι είχαν εκδοθεί από αυτόν οι επίδικες επιταγές, "χωρίς να το έχει επικαλεσθεί μετά βεβαιότητας" ούτε η αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η ύπαρξη ή όχι συνάφειας των δραστηριοτήτων του αναιρεσείοντος, ως εκδότη των επίδικων επιταγών και της εταιρείας Μ., σε διαταγή της οποίας έχουν εκδοθεί, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της φερόμενης ως παραβιασθείσας ως άνω διάταξης, ήτοι πραγματικό ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτεί την ιστορική βάση και συνεπώς στηρίζει το αίτημα της αγωγής ή νόμιμης έντασης, αλλά επιχείρημα που αντλείται από τις αποδείξεις, για την εκτίμηση της καλής ή μη πίστης της αναιρεσίβλητης ως κομίστριας των επίδικων επιταγών, πέραν του ότι η αναιρεσίβλητη εκτενώς αναφέρεται στην έφεσή της, περί της συνάφειας των δραστηριοτήτων των ανωτέρω από τις επιταγές προαναφερόμενων ενεχόμενων προσώπων.
Ο, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όπως η έννοια αυτού εκτέθηκε ανωτέρω. Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).
Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης και το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως αληθινά, πράγματα που προτάθηκαν από την αντίδικό του, χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη και ειδικότερα, ότι αυτή ήταν καλόπιστη τρίτη κατά την κτήση των επίδικων επιταγών, καθώς και ότι και κατά το παρελθόν είχαν εκχωρηθεί στην αναιρεσίβλητη από την εταιρεία με την επωνυμία <<Χ.
Μ. ΑΕΒΕ ΚΡΕΑΤΩΝ>> και άλλες επιταγές, χωρίς επίσης να συνοδεύονται από αποδεικνύοντα εμπορική συναλλαγή έγγραφα. Επίσης, με το οικείο μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, αιτιάται ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι υπάρχει συνάφεια επαγγελμάτων μεταξύ αυτού και της εταιρείας Μ. , εις διαταγήν της οποίας φέρονται ως εκδοθείσες οι επίδικες επιταγές.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Εφετείο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα και την αναφερόμενη …/….-1-2015 ένορκη βεβαίωση του Σ.
Α. στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ευφροσύνη Σιμοπούλου, η οποία έχει ληφθεί νόμιμα και συνεπώς οι παραδοχές της δεν έγιναν χωρίς απόδειξη.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού αυτής και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα αυτού και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 184/2017, ΑΠ 533/2016).
Με το οικείο μέρος του πέμπτου αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος παράβαση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι υπάρχει συνάφεια των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αυτού και της εταιρείας Μ. , σε διαταγή της οποίας έχουν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές.
Περαιτέρω, με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ της ιδίας ως άνω διάταξης, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό και αίτημά του, ότι η αντίδικος όφειλε να ζητήσει τιμολόγια συνοδευτικά των επίδικων επιταγών, καθόσον, μόνον αυτά αποτελούν απόδειξη ύπαρξης εμπορικής συναλλαγής και διότι τούτο επιβάλλονταν από τις συναφθείσες συμβάσεις, η δε μη αναζήτησή τους, προσκόμιση και επίδειξη αυτών, αποτελεί δείγμα κακόπιστης συμπεριφοράς της, βεβαίωση για τη γνώση της περί της έλλειψης υποκείμενης αιτίας έκδοσης των επιταγών και συνεπώς, απόδειξη ότι είναι κακής πίστης κομίστρια αυτών.
Με το περιεχόμενο τούτο, οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι. Τούτο διότι, οι αποδιδόμενες πλημμέλειες, δεν αναφέρονται σε μη αιτιολόγηση αυτοτελούς ισχυρισμού που θεμελιώνει ή καταλύει το ουσιαστικό δικαίωμα της κομίστριας των επίδικων επιταγών αναιρεσίβλητης να επιδιώξει την απορρέουσα απ' αυτό αξίωση πληρωμής του ενσωματωμένου σ' αυτές χρηματικού ποσού, ήτοι σε "ζήτημα" κατά την έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στις αποδείξεις, την αναζήτηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αυτών από το Εφετείο και την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, τα οποία συνάγονται από την ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων και με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της καλής πίστης της αναιρεσίβλητης ως κομίστριας των επίδικων επιταγών.
Κατά τη διάταξη του αρ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 32/2017, ΑΠ 14/2017). Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνον από τον αριθμό 11 περ.
α' ( ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 440/2015). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 635, 643 παρ. 2, 649, 650, 457 παρ. 2 και 3, 460 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, των άρθρων 635 επ. ΚΠολΔ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.
Ως "μη πληρούντα τους όρους του νόμου" αποδεικτικά μέσα, νοούνται τα υποστατά μεν, πλην όμως ελαττωματικά και γι? αυτό άκυρα. Ενόψει τούτων λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, κάθε είδους έγγραφα, όπως αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ? αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, αχαρτοσήμαντα ή μη νόμιμα χαρτοσημασμένα, ανεπικύρωτες φωτοτυπίες.
Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ΟλΑΠ 15/2003, ΑΠ 239/2017, ΑΠ 1764/2012). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα".
Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα της αποδεικτικής δύναμης που ορίζει για το αποδεικτικό μέσο ο νόμος, όπως είναι η, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απόδοση - αναγνώριση μεγαλύτερης ή μικρότερης αποδεικτικής δύναμης από εκείνη, την οποία αποδίδει σ' αυτό ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 985/2019, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 309/2018), ούτε στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1270/2013, ΑΠ 109/2008).
Με το δεύτερο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως νόμιμο παραστατικό του Κ.Β.Σ., την "τρέχουσα καρτέλα πελάτη¨ της εταιρείας Μ., μολονότι αυτή δεν αναγνωρίζεται από τις κείμενες διατάξεις νόμων του Υπουργείου Οικονομικών και τις τραπεζικές εγκυκλίους ως τέτοιο παραστατικό και δέχεται ότι αυτή αποτελεί απόδειξη εμπορικής συναλλαγής που μπορεί να αντικαταστήσει τα τιμολόγια, μολονότι οι συμβάσεις μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της άνω εταιρείας "......ορίζουν για τιμολόγια και δελτία αποστολής ή άλλα παραστατικά του Κ.Β.Σ.", και δεν έχει (η τρέχουσα καρτέλα πελάτη) αποδεικτική δύναμη, θεωρώντας τούτο (ο αναιρεσείων) μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο.
Επίσης, με το ως άνω περιεχόμενο, αποδίδει στο Εφετείο, την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεχόμενη την καρτέλα ως νόμιμο παραστατικό του Κ.Β.Σ. που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, μολονότι, ως ιδιωτικό έγγραφο που εκδίδει και επικυρώνει η ίδια εταιρεία Μ., με σκοπό τη χρηματοδότησή της, δεν έχει αποδεικτική δύναμη για την απόδειξη εμπορικής συναλλαγής.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του που αφορά πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό του περί του μη επιτρεπόμενου από το νόμο αποδεικτικού μέσου, ήτοι της "καρτέλας πελάτη", πρότεινε και μάλιστα νόμιμα, στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση, η "καρτέλα πελάτη", εφόσον δεν προσβλήθηκε ως πλαστή, ανεξάρτητα από την έκδοσή της από την εταιρεία Μ., χωρίς μάλιστα να αναφέρεται ότι δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη της, και ανεξάρτητα αν διαθέτει αποδεικτική δύναμη υπέρ του εκδότη της και σε βάρος του αντιδίκου, δεν παύει να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά εγγράφου και να είναι υποστατό ως ιδιωτικό έγγραφο.
Ως τέτοιο, εμπίπτει στην έννοια του μη πληρούντος τους όρους του νόμου αποδεικτικού μέσου από άποψη αποδεικτικής δύναμης, το οποίο επιτρεπτά λαμβάνεται υπόψη και με ελεύθερη εκτίμησή του, με βάση την παρεχόμενη κατά τα ανωτέρω δικονομική δυνατότητα στο δικαστήριο. Ο ίδιος λόγος κατά το έτερο μέρος, δηλαδή του σφάλματος από τον αρ. 12, είναι αβάσιμος.
Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στην "τρέχουσα καρτέλα πελάτη", αλλά, τη συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία εκτιμώντας αυτήν ελεύθερα, εκτίμηση που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, δεν προσέδωσε σ' αυτήν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, μεγαλύτερη από εκείνη που της αποδίδει ο νόμος. Πέραν τούτου, η σχετική αιτίαση στηρίζεται και σε εσφαλμένη βάση, ως προς την απόδειξη με την εν λόγω καρτέλα της ύπαρξης εμπορικής συναλλαγής μεταξύ εκδότη των επιταγών και εκείνου σε διαταγή του οποίου εκδίδονται. Ειδικότερα, στην απόφαση, σχετικά με τον ερευνώμενο λόγο, γίνεται δεκτό τα εξής: <<Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής η άνω εταιρία (δηλαδή η εταιρεία Χ. Μ. ΑΕΒΕ ΚΡΕΑΤΩΝ) μεταβίβασε στην καθής η ανακοπή, με οπισθογράφηση, τις ένδικες επιταγές, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί πριν την ημερομηνία λήξης των επιταγών. Για τη μεταβίβαση αυτή καταχωρίστηκαν οι απαιτήσεις στην "Τρέχουσα καρτέλα πελάτη" και στο "Ληξιάριο Επιταγών">>. Εξ αυτού είναι φανερό ότι το Εφετείο αναφέρεται στην απόδειξη από την καταχώρηση στην καρτέλα πελάτη της μεταβίβασης των επιταγών από την αναφερόμενη εταιρεία στην αναιρεσίβλητη και όχι στην απόδειξη πραγματικής συναλλαγής μεταξύ εκδότη των επιταγών και εκείνου σε διαταγή του οποίου εκδίδονται.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006).
Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.
Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).
Με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι χωρίς αιτιολογία κατέληξε στην κρίση της ότι η αναιρεσίβλητη ήταν καλόπιστη κομίστρια των επίδικων επιταγών, απορρίπτοντας (προφανώς) την αντίστοιχη ένσταση αυτού (του αναιρεσείοντος), ότι κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών αυτών ήταν κακής πίστεως κομίστρια τούτων.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Με αίτηση της καθής η ανακοπή εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 187/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία διατάχθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθής το ποσό των 139.765 ευρώ, με επιπλέον τους τόκους και τα έξοδα, με βάση τις επιταγές 1) υπ' αριθμ.
….-3 της Γενικής Τράπεζας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-2-2011, ποσού 29.810 ευρώ, 2) υπ' αριθμ. …-5, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 17-6-2011, ποσού 43.115 ευρώ, 3) υπ' αριθμ. …-4, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-7-2011, ποσού 32.485 ευρώ και 4) υπ' αριθμ. ….-9, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 13-8-2011, ποσού 33.655 ευρώ, όλες της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias.
Οι επιταγές αυτές ήταν πληρωτέες στις άνω Τράπεζες, όπου ο ανακόπτων διατηρούσε λογαριασμούς και είχε λάβει και σχετικά μπλοκ επιταγών, από τα οποία ο ανακόπτων είχε αφαιρέσει και τα άνω τέσσερα φύλλα και τα είχε παραδώσει στο Δ. Μ., με τον οποίο είχε δεσμό φιλίας και τον εμπιστεύονταν, γι' αυτό και δέχθηκε να τον διευκολύνει στην επίλυση των οικονομικών προβλημάτων της εταιρίας "Χ.
Μ. ΑΕΒΕ ΚΡΕΑΤΩΝ", της οποίας ήταν μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος. Οι επιταγές είχαν παραδοθεί λευκές με τη συμφωνία να συμπληρώσει ο Δ. Μ. τα στοιχεία τους και να τις θέσει σε κυκλοφορία με την υποχρέωση να τις εξοφλήσει ο ίδιος κατά τη λήξη τους. Κάποια ιδιαίτερη συμφωνία, ως προς το ύψος του ποσού και την προηγούμενη έγκριση του ανακόπτοντος δεν έγινε.
Ο ανακόπτων είχε εμπιστοσύνη στο Δ. Μ., τον οποίο είχε εξυπηρετήσει με όμοιο τρόπο και στο παρελθόν, από την 10-12-2009 έως την 19-7-2010 και ο οποίος είχε εξοφλήσει τις επιταγές, που τότε του είχε παραδώσει. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ως προς τις ένδικες επιταγές, ότι ο Δ. Μ. συμπλήρωσε τα στοιχεία τους και ανέγραψε ως λήπτη την άνω εταιρίας του.
Ως προς την υπογραφή και τη σφραγίδα του ανακόπτοντος ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι τέθηκαν από τον ανακόπτοντα αλλά από το Δ. Μ. ή άλλο πρόσωπο κατ' εντολή του τελευταίου και σε κάθε περίπτωση με την έγκριση του ανακόπτοντος, ο οποίος ουδόλως ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί η υπογραφή του να τίθεται από τον ίδιο, ούτε και η συμφωνία αυτή θα εξυπηρετούσε τον άνω σκοπό για τον οποίο δόθηκαν τα φύλλα των επιταγών.
Ο ανακόπτων υπέβαλε μήνυση κατά των Δ. Μ. και Χ. Μ. καθώς και συμπληρωματική μήνυση κατά της Γενικής Τράπεζας και άλλων, οι οποίες έχουν συσχετισθεί και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για απάτη κατ' εξακολούθηση και πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και η σχετική ποινική δικογραφία εκκρεμεί στο στάδιο της κύριας ανάκρισης (υπ' αριθμ. 53/3-6-2013 βεβαίωση Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λιβαδειάς).
Άλλο πρόσφατο έγγραφο για την πορεία της υπόθεσης δεν προσκομίζεται. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εταιρία του Δ. Μ. "Χ. Μ. ΑΕΒΕ ΚΡΕΑΤΩΝ", είχε συνάψει με την καθής η ανακοπή την υπ' αριθμ. …./…-1-2007 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (factorimg). Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής η άνω εταιρία μεταβίβασε στην καθής η ανακοπή, με οπισθογράφηση, τις επίδικες επιταγές, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί πριν την ημερομηνία λήξης των επιταγών.
Για τη μεταβίβαση αυτή καταχωρίστηκαν οι απαιτήσεις στην "Τρέχουσα καρτέλα πελάτη" και στο "Ληξιάριο Επιταγών". Οι επιταγές δεν ήταν αναγκαίο να ήταν δίγραμμες, διότι με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 2992/2002, που προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 18 του Π.Δ. 186/1992 για την απόδειξη της συναλλαγής από το λήπτη φορολογικού στοιχείου που αφορά αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας 15.000 ευρώ και άνω απαιτείται η τμηματική ή ολική εξόφληση να γίνεται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με δίγραμμη επιταγή, για την απόδειξη, όμως, της συναλλαγής, χωρίς να είναι άκυρη η λήψη κοινής επιταγής.
Η καθής η ανακοπή, η οποία κατά το άρθρο 44 ν. 5960/1933 μπορεί να εναγάγει όλους τους εξ επιταγής υπόχρεους ατομικά ή ομαδικά, χωρίς την τήρηση σειράς υποχρέωσης, κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών, προέβη σε τυπικό έλεγχο αυτών (ύπαρξη τυπικών στοιχείων, οπισθογράφηση), ήλεγξε τη συνάφεια των επαγγελμάτων (ο ανακόπτων έχει δραστηριότητες σχετικές με εμπόριο τροφίμων και λειτουργία γαλακτοκομείων και τυροκομία και η άνω εταιρία εμπόριο κρεάτων), έλαβε αντίγραφα της εταιρίας με την υπογραφή του εκπροσώπου της για τις μεταχρονολογημένες επιταγές του ανακόπτοντος, ενώ, όπως προεκτέθηκε, είχε προβεί επιτυχώς με τους ίδιους στο πρόσφατο παρελθόν σε παρόμοιες συναλλαγές, οπότε δεν αποδεικνύεται ότι είχε κακή πίστη ούτε ότι διέπραξε κατά την κτήση των επιταγών βαρύ πταίσμα, σε βάρος του ανακόπτοντος.
Κατά συνέπεια, η κατά τα προεκτεθέντα, μη τήρηση από τον Δ. Μ. της συμφωνίας του με τον ανακόπτοντα περί του τρόπου συμπλήρωσης των ένδικων επιταγών (αντισυμβατική συμπλήρωση), η οποία κατά τα προαναφερόμενα δεν αποτελεί πλαστογράφηση των επιταγών, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά της καθής η ανακοπή, κομίστριας αυτών, αφού ήταν καλόπιστη>>.
Υπό το εκτιθέμενο, όμως, ανωτέρω, περιεχόμενο της απόφασης, το Εφετείο διαλαμβάνει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα τούτο, που στηρίζει τον αναιρετικό λόγο και ειδικότερα, εκθέτει την παράδοση λευκών των επίδικων επιταγών από τον αναιρεσείοντα στο Δ. Μ., τη συμφωνία για τη συμπλήρωση αυτών, τη συμπλήρωσή τους σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, την οπισθογράφηση τούτων από την εταιρεία του Δ.
Μ. προς την αναιρεσίβλητη, με σκοπό τη χρηματοδότησή της πριν τη λήξη των επιταγών, την ενέργεια ελέγχου από την αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο κτήσης τους, και τη μη διαπίστωση στοιχείων αδικαιολόγητης κατοχής των επιταγών, στηριζόμενο δε και στην όμοια συναλλακτική συμπεριφορά μεταξύ αναιρεσείοντος και εταιρείας Μ. , κατά το πρόσφατο παρελθόν, κατέληξε στην προσβαλλόμενη κρίση του, περί της καλής πίστης της κομίστριας των επιταγών κατά την απόκτησή τους και της μη διάπραξης βαρέος πταίσματος κατ' αυτήν.
Κατ' ακολουθία, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια και ο ανωτέρω, σχετικός λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 31-5-2017 αίτηση για αναίρεση της 31/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2017 αίτηση του Δ. Α. του Π. για αναίρεση της 31/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ