Legislator Giurisprudenza & Legislazione
961/2023 Generato dall'IA

Appeal dismissed because the appellant failed to prove the admissibility of the appeal grounds regarding the lawyer's representation.

Numero d'incarto 961/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final labor court decision, ruling that the appeal was inadmissible. The appellant argued that the lower court erred in accepting certain documents and failed to declare them inadmissible, but did not properly raise these issues in the appeal. The court held that since the appellant lost the first instance and the second instance, they must have raised these admissibility objections in the appeal itself, which they did not do.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 564, 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to raise admissibility objections in the appeal itself, unless an exceptional circumstance exists.

Parole chiave

Generato dall'IA
admissibility of appeal labor law dispute legal representation code of civil procedure exceptional circumstances esenzione dall'assicurazione malattie esenzione dall'autorizzazione d'intesa soppressione delle prestazioni assicurative

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 961 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 961/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στάθη Αγοριανίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "B. D. H. Μ. Ε. Π. Ε. Ι. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «B. D. H. Μ." η οποία προήλθε από μετατροπή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "B. D. H. Α. Ε. Ε. Ι. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "B. D. H. S." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης-Άϊντας Οικονόμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2460/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 112/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-1-2020 αίτησή της και τους από 26-1-2021 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 26-1-2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 KΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την 28-1-2021, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα αρχικώς δικάσιμο της 2-3-2021, προσβάλλεται η 112/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών. Με αυτήν απορρίφθηκε κατ` ουσία η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 2460/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την από 5-11-2013 αγωγή αυτής. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 KΠολΔ). Επομένως, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών.

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 KΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν εξέτασε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως της αναγκαίας πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο της δικηγόρου Άννας Καζαντζίδου, η οποία εκπροσώπησε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ενώπιόν του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς την τήρηση του απαιτούμενου στη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 KΠολΔ συστατικού τύπου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, χωρίς, δηλαδή, να δοθεί σ` αυτή νομότυπα η εν λόγω πληρεξουσιότητα από την εναγομένη-εφεσίβλητη, με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά ή στην έκθεση, παρέχουσα στην ίδια το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο την εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη και να επιχειρεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της προκείμενης δίκης (άρθρο 97 παρ. 1 KΠολΔ), η έλλειψη δε της επίμαχης δικαστικής πληρεξουσιότητας επιφέρει την ακυρότητα όλων των διαδικαστικών πράξεων που ενήργησε η μη νομότυπα διορισμένη πληρεξουσία δικηγόρος.

Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια να μην εξετάσει το δικαστήριο προταθέντα ισχυρισμό, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως και όχι εκείνον του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε νόμιμη την παράσταση της εφεσίβλητης εταιρείας δια της δικηγόρου της Άννας Καζαντζίδου, αφού γίνεται μνεία στο προεισαγωγικό τμήμα της, ότι την εταιρεία εκπροσώπησε η εν λόγω δικηγόρος και στο κύριο σώμα αυτής βεβαίωση ότι το Δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, και επομένως έλαβε εκ του πράγματος υπ' όψη και απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό περί ελλείψεως πληρεξουσιότητος.

Συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 195/2017).

Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 59/2020, 1218/2020, 161/2017, 173/2017, 99/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 KΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ήδη προβληθείσα ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να την επαναφέρει και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 KΠολΔ (ΑΠ 1256/2019, ΑΠ 192/2018, ΑΠ 279/2015).

Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ` αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 979/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 KΠολΔ, με τον πρώτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και τον πρώτο συναφή πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, α) έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, υπό την έννοια ότι προτάθηκαν απαραδέκτως και β) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, για τη θεμελίωση αυτού του λόγου, η αναιρεσείουσα, εκθέτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ερευνώντας τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίο παραπονείτο κατά της εκκαλουμένης πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία απερρίφθη η αγωγή της ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα αυτής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος της από 4-12-2012 καταγγελίας της συνδέουσας με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη συμβάσεως εργασίας της, κατ' αποδοχή της υπό της τελευταίας προταθείσης ένστασης περί παραιτήσεώς της από την προσβολή του κύρους της, έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή αν και δεν είχε επαναφερθεί ενώπιον του παραδεκτώς κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, όπως και η ίδια παραδεκτώς είχε προβάλει, και επί πλέον, χωρίς να λάβει υπόψη του τις παραδεκτώς υπ' αυτής προβληθείσες, τόσο ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου, όσο και ενώπιόν του, αντενστάσεις ακυρότητος του αναφερομένου ιδιωτικού συμφωνητικού, περί παραιτήσεώς της από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της γενομένης καταγγελίας.

Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την 2460/2014 απόφαση, απέρριψε την από 5-11-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζήτησε, πλην άλλων που εδώ δεν ενδιαφέρουν, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 4-12-2012 καταγγελίας της συνδέουσας αυτήν με την εναγομένη συμβάσεως εργασίας, για τους επικαλούμενους λόγους, κατ` αποδοχή της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης - εναγομένης υποβληθείσας ένστασης παραιτήσεως αυτής από την προσβολή του κύρους της.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ηττηθείσα ενάγουσα-αναιρεσείουσα. Με την άσκηση της έφεσης αυτής και μέσα στα καθοριζόμενα από τους λόγους της όρια, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, τόσο η αγωγή, όσο και η κατ` αυτής ως άνω ένσταση και δεν ήταν αναγκαία η επαναφορά της τελευταίας με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 240 KΠολΔ τρόπο (σύντομη περίληψη αυτής και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδικών προτάσεων που την περιέχουν, με προσκομιδή και των τελευταίων).

Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η εναγομένη, ως εφεσίβλητη, αμυνόμενη κατά της εφέσεως της ενάγουσας, παραδεκτώς με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου υποβληθείσες προτάσεις της (σελ. 2-8), προέβαλε και πάλι την και πρωτοδίκως παραδεκτώς προβληθείσα ένστασή της περί παραιτήσεως της ενάγουσας από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της.

Έτσι, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του και να ερευνήσει την αναφερομένη ένσταση περί παραιτήσεως της ενάγουσας-εκκαλούσας από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της ως άνω καταγγελίας, που νομότυπα μεταβιβάστηκε σ` αυτό με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και αποτέλεσε μέρος του αντικειμένου της ενώπιόν του δίκης, δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες πλημμέλειες, απορρίπτοντας εκ του πράγματος και τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί μη συννόμου επαναφοράς των ισχυρισμών της εφεσίβλητης.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, φύλλο 9ο αυτής, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, το Εφετείο, στα πλαίσια έρευνας του πρώτου λόγου της εφέσεως, έλαβε υπόψη του τις από την ενάγουσα-εκκαλούσα προβληθείσες αντενστάσεις-ισχυρισμούς, περί ακυρότητος του από 4-12-2012 μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, λόγω, α) άσκησης ψυχολογικής βίας και δήλωσης συνεπεία απάτης και β) μη γενόμενης παραιτήσεως εκ μέρους της, και τις απέρριψε είτε ρητώς είτε με τις αντίθετες προς τους ισχυρισμούς της ενάγουσας παραδοχές του.

Επομένως, δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο, πράγμα που δεν προτάθηκε, ούτε έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, οι πρώτος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και ο πρώτος συναφής πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 KΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 KΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015).

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β` KΠολΔ λόγο αναίρεσης. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 KΠολΔ.

Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή αναλόγως σε ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου, έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2000).

Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή, στο τέλος του, ενιαίου πλέον κειμένου, του πληρεξουσίου δικηγόρου, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλαδή ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες και παραδεκτά γίνεται επίκληση των αναφερόμενων σ` αυτές, αποδεικτικών, εγγράφων (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 785/2019, ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 923/2017).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νομίμως προσκομιστεί με επίκληση, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011, 1185/2010), δεδομένου ότι η λήψη υπόψη των ως άνω αποδείξεων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011) και δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικώς σε κάποια αποδεικτικά μέσα, που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμισή τους (ΑΠ 917/2020, 1348/2017, ΑΠ 257/2008, ΑΠ 595/2007).

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν έγινε νόμιμη επίκληση των προσκομιζόμενων από το διάδικο εγγράφων. Η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

β` του άρθρου 559 KΠολΔ (ΑΠ 1418/2018, ΑΠ 106/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ` του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 KΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ..), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 1320/2011).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 390 KΠολΔ συνάγεται ότι, οι από τη δεύτερη απ` αυτές προβλεπόμενες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται απ` αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, εκτιμώμενο ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά και κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και τα εν γένει αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 111/1981, ΑΠ 453/2022, 577/2015, ΑΠ 983/2007, ΑΠ 1114/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα: Α) 1. με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11β Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το Εφετείο που την εξέδωσε παρά το νόμο έλαβε υπόψη, α) "όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα που προσκόμισε η αντίδικος μου πρωτοδίκως", ειδικότερα, "αναφερόμεθα σε δεκάδες αποδεικτικά μέσα της αντιδίκου (όλα τα έγγραφα), όχι σε ένα ή δύο (...τον αριθμό), στα οποία εστηρίζοντο όχι ένας, αλλά το σύνολο των ενστάσεων και των λοιπών ισχυρισμών", χωρίς όμως να γίνεται νόμιμη επίκληση αυτών στις ενώπιον του υποβληθείσες προτάσεις της και επαναφορά των σχετικών ισχυρισμών της ενώπιόν του, τα οποία αν δεν ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε σε ουσιωδώς διάφορη κρίση απορριπτική όλων των ισχυρισμών αυτής, χωρίς να λάβει υπόψη του και να εξετάσει τον περί μη συννόμου επαναφοράς αυτών ενώπιόν του, β) τις ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν από Ιταλό συμβολαιογράφο στο Μιλάνο, καθόσον, "δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν του τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε η αναιρεσίβλητος εταιρεία που ελήφθησαν από Ιταλό συμβολαιογράφο στο Μιλάνο, τις οποίες είχα νομίμως προσβάλει με ένσταση απαραδέκτου πρωτοδίκως, την οποία νομίμως επανέφερα και στο δεύτερο βαθμό, κατά αντίστροφη παράβαση του α. 559 παρ. 11β ΚΠολΔ" και 2.

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή, το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα υπ' αυτής ισχυρισμό περί μη συννόμου επαναφοράς ενώπιον του υπό της αναιρεσίβλητης των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων Έτσι διατυπούμενοι οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι, δοθέντος ότι για την πληρότητά τους δεν εκτίθεται και δεν προσδιορίζονται σ' αυτούς:

α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νομίμως προσκομιστεί με επίκληση, β) ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποδείξεις, αλλά γίνεται αναφορά σε "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα", "τις ένορκες βεβαιώσεις από Ιταλό συμβολαιογράφο" και "το σύνολο των ενστάσεων και των λοιπών ισχυρισμών", "μεταξύ των οποίων και η ένσταση παραιτήσεώς της" και γ) η επίδραση που είχαν αυτοί στο διατακτικό της απόφασης, χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό της ταυτότητος των εγγράφων και των ενόρκων βεβαιώσεων καθώς και του περιεχομένου των αντιστοίχων ισχυρισμών.

Τούτο δε είναι αναγκαίο, ενόψει ότι το σύνολο των προβαλλομένων με την αίτηση αναιρέσεως πλημμελειών κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται στην κρίση και παραδοχές αυτής, όσον αφορά το πρώτο αγωγικό αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας και όχι τα έτερα αιτήματα της αγωγής της, υπό δε τα εκτιθέμενα δεν εξειδικεύεται σε ποιό από τα ανωτέρω αιτήματα αναφέρονται τα αορίστως επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και σε ποιούς ισχυρισμούς της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και η ένσταση παραιτήσεως αυτής από την προσβολή του κύρους της καταγγελίας, ώστε να είναι δυνατή η έρευνα της βασιμότητος των επικαλουμένων πλημμελειών της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Β) με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα, και ειδικότερα: 1) την γνωμοδότηση του καθηγητή Οικονομικών της Υγείας Λ.

Λ. και 2) τη γνωμοδότηση του καθηγητή Οικονομικών Σ. Α.. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, καθόσον για την πληρότητά του, α) δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, ως προς την ταυτότητά τους, τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, β) δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους γ) δεν καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και δ) οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι, από την ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ( 2η σελίδα του 7ου φύλλου αυτής), ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα "....ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης..." σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν συνιστούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα, εκτιμώμενα ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποία δεν έχει υποχρέωση να τα μνημονεύσει ειδικά και κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και τα εν γένει αποδεικτικά μέσα και συνεπώς αβασίμως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται το αντίθετο.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 KΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 KΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 KΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 867/2018, ΑΠ 788/2018, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 1665/2014), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 854/2020, 355/2020, 574/2010, 832/2009, 1503/2005, 185/2004).

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2020, 856/2019, 355/2004).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 355/2020, 896/2019, 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 854/2020, 80/2004, 557/2004, 1258/2004, 541/2002). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010, 832/2009, 1580/1995), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 854/2020, 896/2019, 5/2010, 574/ 2010).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 597/2005, 838/2005, 416/1993) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, 1365/2005), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 KΠολΔ (ΑΠ 683/2010).

Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004, 1/1999).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 70/2022, 854/2020, 355/2020, 1350/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη είναι μονο πρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία έχει ως κύριο σκοπό την εμπορία ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών συσκευών, υλικών και ειδών, τα οποία αφορούν γενικά την περίθαλψη υγείας, παρέχει δε τις υπηρεσίες της σε οργανισμούς υγειονομικής περίθαλψης, σε ερευνητές του χώρου των βιολογικών επιστημών, στα κλινικά εργαστήρια, στη φαρμακευτική βιομηχανία και στο ευρύ κοινό και αποτελεί θυγατρική εταιρεία της αμερικανικής εταιρείας με την επωνυμία τίτλο "Β.

D. and C.". Η ενάγουσα, η οποία είναι κάτοχος πτυχίου Βιοχημικού της Σχολής Βιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου και διαθέτει πτυχίο μεταπτυχιακών σπουδών στη Γενετική Μηχανική από το ίδιο Πανεπιστήμιο, προσλήφθηκε στις 1-6-1991 αρχικά από την εταιρεία με την επωνυμία τίτλο "Β. D. F. SA" και στη συνέχεια στις 15-5-1997 από των ομοίων συμφερόντων εναγομένη εταιρεία, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως Διευθύντρια Πωλήσεων.

Αυτή απασχολήθηκε στην εναγομένη μέχρι την 4-12-2012, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, με έγγραφο που συντάχθηκε την ίδια ημέρα, το οποίο προσυπέγραψε και η ενάγουσα, στο οποίο αναγραφόταν ότι το σύνολο της αποζημίωσης που θα λάμβανε αυτή ανερχόταν στο ποσό των 291.100 ευρώ. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 4-12-2012, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό, με το άρθρο 1 του οποίου η ενάγουσα, ως εργαζόμενη, δήλωσε ότι, κατόπιν της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της εκ μέρους της εναγoμένης στις 4-12-2012, ουδεμία διαφορά εξ αξιώσεως αυτής κατά της εταιρείας εκκρεμεί και έχει πλήρως εξοφληθεί, έχει δε ικανοποιηθεί απολύτως και ολοσχερώς για όλες εν γένει τις αξιώσεις αυτής εκ της σχέσεως εργασίας της μετά της εταιρείας και αναγνωρίζει το κύρος της γενομένης απολύσεως.

Στην συνέχεια στο άρθρο 2 του εν λόγου συμφωνητικού ορίσθηκαν τα ποσά που παρέχονται στην ενάγουσα εκ της καταγγελίας και συγκεκριμένα το ποσό των 159.944,95 Ευρώ, που ήταν η αποζημίωση που δικαιούτο, λόγω συμπλήρωσης 22 ετών υπηρεσίας στην εναγομένη, πλέον ποσού 2.720,88 Ευρώ για μη ληφθείσα άδεια. Ακολούθως στο άρθρο 3 του ίδιου πάντα συμφωνητικού ορίσθηκε ότι κατόπιν των ως άνω δηλώσεων του εργαζομένου και υπό τις προϋποθέσεις αυτές και πάντως χωρίς η εταιρεία με κανένα τρόπο να αναγνωρίζει αξιώσεις ή δικαιώματα στον εργαζόμενο, προτίθεται να του παράσχει εξ ελευθεριότητας, πέραν του ποσού του προβλεπομένου εκ της αποζημιώσεως καταγγελίας και των δεδουλευμένων και μία επί πλέον παροχή εξ ελευθεριότητας, το ποσό της οποία ανέρχεται στο ύψος των 131.155,05 Ευρώ.

Ακόμη στο άρθρο 4 του ως άνω συμφωνητικού ορίσθηκε ότι η τοιαύτη παροχή της εταιρείας προς τον εργαζόμενο, όπως περιγράφεται ανωτέρω υπό στοιχείο 3, δηλαδή η παροχή εξ ελευθεριότητας, τελεί υπό αίρεση της μη υπάρξεως οιασδήποτε φύσεως αξιώσεως αυτής κατά της επιχειρήσεως. Συμφωνούν δε και αποδέχονται τα μέρη ότι σε περίπτωση υπάρξεως οιασδήποτε αξιώσεως οιασδήποτε φύσεως, την οποία ο εργαζόμενος είτε εκ πλάνης αποσιώπησε, είτε εξ οιουδήποτε λόγου δεν έκανε γνωστή σήμερα, υφισταμένης ή κεκρυμμένης ή τυχόν δυναμένης να ανακύψει βραδύτερον, η ως άνω υπό την αίρεση της μη υπάρξεως οιασδήποτε απαιτήσεως ή δικαιώματος διδομένη παροχή θα συμψηφίζεται προς την αναφανησόμενη τυχόν απαίτηση ή δικαίωμα αυτού.

Και πάντως ο εργαζόμενος αναγνωρίζει το κύρος της γενομένης απολύσεως αυτού. Τέλος στο ως άνω συμφωνητικό, που προσυπέγραψε η ενάγουσα, αυτή διατύπωσε εγγράφως και την ακόλουθη επιφύλαξη: "Με ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος μου". Από το περιεχόμενο του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού και ειδικότερα της πιο πάνω δηλώσεως της ενάγουσας περί αναγνωρίσεως του κύρους της γενομένης απολύσεως, ερμηνευομένης, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), προκύπτει ότι η ενάγουσα εξέφρασε τη βούλησή της να αποδεχθεί την καταγγελία ως έγκυρη και ισχυρή και παραιτήθηκε από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της, χωρίς να διατυπώσει στην πραγματικότητα καμία επιφύλαξη σχετικά με την ακυρότητα της απόλυσής της, ενώ η επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος της με το πιο πάνω περιεχόμενο, που διατυπώθηκε χειρόγραφα στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν αναιρεί την παραίτηση της ενάγουσας από το δικαίωμά της να προσβάλει την καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, αφού η επιφύλαξη αυτή αντίκειται στην ως άνω προηγουμένως διατυπωθείσα παραίτηση.

Εξάλλου, η ενάγουσα, ενόψει των γραμματικών της γνώσεων και του μορφωτικού της επιπέδου (ανωτάτης πανεπιστημιακής βαθμίδας), της εμπειρίας της σε εργασιακά θέματα, αφού ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της εναγομένης, μπορούσε να λάβει και πράγματι έλαβε ορθή γνώση του περιεχομένου και των εννόμων συνεπειών, τόσο της αναγνωρίσεως του κύρους της γενομένης απολύσεώς της, όσο και της επιφύλαξης που περιέλαβε στο ανωτέρω συμφωνητικό, ο δε όψιμος ισχυρισμός της ότι η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της, προκειμένου να λάβει μεγαλύτερη αποζημίωση, την πίεσε μέσα σε λίγα λεπτά να υπογράψει το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν κρίνεται πειστικός".

Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, αν και δεν αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, ότι διαπίστωσε κενό ή ασάφεια σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας περί παραιτήσεως αυτής από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της γενομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, προέβη σε ερμηνεία της δηλώσεώς της, που περιέχεται στο από 4-12-2012 μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, γεγονός που αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στη δήλωση αυτή, που το ανάγκασε να καταφύγει στην ερμηνεία αυτής και με τη ρητή επίκληση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προέβη περαιτέρω στην ερμηνεία αυτού, μέσω της οποίας κατέληξε στη διαπίστωση ότι, κατά την αληθή βούληση των μερών, υπήρξε παραίτηση εκ μέρους της ενάγουσας από το δικαίωμά της προσβολής του κύρους της ως άνω καταγγελίας.

Η κρίση του δε αυτή, με βάση όσα στοιχεία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι σύμφωνη με τους ορισμούς των ανωτέρω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, τους οποίους, όπως και αυτή του άρθρου 156 ΑΚ, επομένως, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, στην προκειμένη περίπτωση, αφού, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές, ερμήνευσε το περιεχόμενο του από 4-12-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού και κάλυψε τη διαπιστωθείσα ασάφεια, κατά την αληθινή βούληση των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ως κριτηρίων συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, χωρίς να είναι αναγκαία, για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση των αρχών αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα του ενδίκου ιδιωτικού συμφωνητικού, ιδίως το περιεχόμενο αυτού, που ερμήνευσε, τον τρόπο και χρόνο καταβολής των αναφερομένων κατ' είδος χρηματικών ποσών καθώς και την αιτία καταβολής αυτών, τη σημασία που έδωσαν τα μέρη στο χρονικό σημείο καταβολής αυτών και τον σκοπό στον οποίο απέβλεπαν, σταθμίζοντας ορθώς τα δικαιολογημένα συμφέροντά τους.

Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με επάρκεια, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ερμηνευτική κάλυψη της προαναφερθείσης ασάφειας κατά την αληθινή βούληση των μερών. Όλες δε οι αναφερόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις, που κατ' αυτήν συνιστούν αντιφάσεις ή ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, που άντλησε από την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, όπως συμπληρώθηκαν με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, συνισταμένη στο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 156, 173, 200 ΑΚ, διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να στερείται νομίμου βάσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, δοθέντος ότι για την πληρότητά του, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) το περιεχόμενο του από 4-12-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, β) η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, γ) το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και δ) σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων και ως προς την έννοια της παραιτήσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το μέρος δε αυτών με το οποίο αμφισβητείται η κρίση του Εφετείου, σχετικά με την ανάγκη ερμηνείας του περιεχομένου του ως άνω συμφωνητικού, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών είναι ανέλεγκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Για να είναι δε ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 περ. β' του KΠολΔ, για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, απαιτείται να εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ακυρότητα, η έκπτωση από συγκεκριμένο δικαίωμα και το απαράδεκτο, και να αναφέρεται ότι σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 502/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ` αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 617/2022, 353/2020, 88/2018, 259/2017,14/2017, 142/2013, 538/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11α και 14 KΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή έλαβε υπόψη της, αν και δεν επιτρεπόταν από το νόμο, τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ιταλού Συμβολαιογράφου .....

και επειδή δεν κήρυξε αυτές απαράδεκτες ως αποδεικτικά μέσα, αν και η ίδια είχε προτείνει κατ' ένσταση, πρωτοδίκως, αλλά και σε δεύτερο βαθμό νομίμως επαναφέρει, την ακυρότητα αυτών, την οποία καταδεικνύει και η γνωμοδότηση του Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών, που προσεκόμισε. Όμως, ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα, η οποία είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, δοθέντος ότι είχε απορριφθεί η από 5-11-2013 αγωγή της και είχε ασκήσει έφεση, δεν αναφέρει σ` αυτόν, ότι ο ισχυρισμός της περί ακυρότητος και απαραδέκτου, όπως ανωτέρω εκτίθεται, είχε προταθεί παραδεκτά με σχετικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ούτε ότι συνέτρεχε κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, άσχετα από το αν λαμβάνεται υπόψη ή όχι και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Επίσης, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και λόγω της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως το περιεχόμενο της σχετικής ενστάσεώς της, ούτε οι σχετικές με το περιεχόμενο παραδοχές του Εφετείου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί σε τι συνίσταται το επικαλούμενο απαράδεκτο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα.

Η δια παραπομπής δε αναφορά στην "ιδιαιτέρως αναλυτική αναφορά (του περιεχομένου της ενστάσεως απαραδέκτου) στις πρωτόδικες προτάσεις, με σύννομη επαναφορά αυτών στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας δίκης" καθώς και στην " γνωμοδότηση του Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών" δεν πληρούν τις από το νόμο, κατά τα στη νομική σκέψη αναφερόμενα, οριζόμενες προυποθέσεις συγκρότησης και πληρότητος της προβαλλόμενης πλημμέλειας.

Κατ` ακολουθία αυτών, εφ` όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως ή πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, στο σύνολο τους. Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ (άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 KΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναιρέσεως κατά της 112/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ