Legislator Giurisprudenza & Legislazione
88/2018 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on worker death compensation, upholding lower court's proportional damages award.

Numero d'incarto 88/2018
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a technical company and individuals against a first-instance judgment awarding compensation for a worker's death. The lower court had granted substantial damages to the deceased's widow, child, parents, and siblings based on their specific circumstances and the principle of proportionality. The appellate court found no error in the first instance's assessment, ruling that the awarded amounts were reasonable and did not exceed the bounds of judicial discretion.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 914, 932 of the Civil Code; Article 16 of Law 551/1915: Compensation for moral damage in work accidents is governed by general civil law principles when fault exists, and the Supreme Court reviews such awards for proportionality rather than strict legal error.

Parole chiave

Generato dall'IA
worker death compensation moral damage assessment proportionality principle judicial discretion limits civil liability appeal family members damages Supreme Court review allontanamento nonostante motivi di salute

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 914, 932 of the Civil Code
Article 16 of Law 551/1915
Article 559, paragraph 7 of the Code of Civil Procedure
Article 25, paragraph 1 of the Constitution
Article 2, paragraph 9 of the ECHR
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 88 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 88/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία .... που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Χ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Πετρούλα-Πέτρου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)α) Σ. Τ. του Χ. χήρας Α. Κ. Ν., κατοίκου ..., για τον εαυτό της και ως ασκούσας την γονική μέριμνα του ανηλίκου και ορφανού πατρός τέκνου της β) Α. Α. του Ν., 2) Α. Κ. Μ. του Α., πατέρα του θανόντος Α. Κ. Ν., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. Α. του Χ., μητέρας του θανόντος Α. Κ. Ν., 4) Α. Κ. Χ. του Μ., αδελφού του θανόντος Α. Κ. Ν., κατοίκων ... και 5) Α. Κ. Χ. του Μ., αδελφής του θανόντος Α. Κ. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ποίνα Μπουρουτζίδου-Καλακίκου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την …/22-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, τις …/7-2-2013 και …/30-5-2013 προσεπικλήσεις-ανακοινώσεις δίκης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16§1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 81/2013).

2. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 71 Α.Κ. ορίζεται ότι: "το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον". Με τη διάταξη αυτή καθιερούται ευθύνη από πράξη ή παράλειψη των καταστατικών οργάνων (ΝΠΙΔ), η οποία πρέπει να είναι παράνομη και να ανάγεται σε πράξεις ή παραλείψεις των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Αν υπάρχει και υπαιτιότητα του οργάνου αυτού, παραλλήλως προς την ευθύνη του νομικού προσώπου συντρέχει και τοιαύτη του υπαιτίου οργάνου, υφισταμένης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής. (ΑΠ 1723/2014, ΑΠ 415/2006, ΑΠ 1285/1980, ΑΠ 1615/1999 δημ. στην τ.ν.π. ΝΟΜΟΣ).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/2011, 2/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 182/2015).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 134/2013).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 24/1992, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 89/2013). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα: "Ο Α. Κ. Ν. του Μ., οικοδόμος, ελληνικής υπηκοότητας, στις 30-1-2009 προσλήφθηκε από τους νόμιμους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης εταιρίας, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ανειδίκευτος εργάτης και έκτοτε παρείχε την εργασία του στην τελευταία, όπως τούτο προκύπτει από το από 3-2-2009 έγγραφο αναγγελίας πρόσληψης της εργοδότριας εταιρίας στον ΟΑΕΔ και την από 29-1-2010 βεβαίωση αποδοχών αυτού, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες.

Η άνω εργοδότρια εταιρία είχε αναλάβει, ως ανάδοχος, την εκτέλεση έργου με την ονομασία "...", που καταρτίστηκε στις 14-12-2007 μεταξύ του πέμπτου εναγομένου, Δ. Μ., ως νομίμου εκπροσώπου της και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής (εξουσιοδοτημένου για τη σύναψή της) και της Τ. Κ., αρχιτέκτονα μηχανικού, διευθύντριας της Διεύθυνσης …, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. …-1-2008 έγγραφο Χορήγησης Άδειας Εκτέλεσης του έργου, που εκδόθηκε από τη Λιμενική Αρχή (Τομέας ΛΑ & AM) Αλεξανδρούπολης του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, η άδεια χορηγήθηκε στην εναγόμενη ανάδοχο εταιρία, η οποία εκπροσωπείτο νόμιμα από τους:

α) Α. Λ. του Ε., πολιτικό μηχανικό και Διευθυντή του έργου (Εργοταξιάρχη), β) Α. Π. του Σ., τοπογράφο, Αναπληρωτή Εργοταξιάρχη και γ) Μ. Δ. του Α., επί τόπου εργοδηγό, με τους όρους που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, μεταξύ των οποίων προβλεπόταν ότι ο ανάδοχος θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων του εργοταξίου που προβλέπονται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, και πως θα λάβει όλα τα μέτρα για την ασφαλή λειτουργία των εργοταξικών μηχανημάτων και οχημάτων, για να μην προκληθεί κίνδυνος ατυχήματος στο εργοτάξιο και στον περιβάλλοντα χώρο, όπως και τα πλωτά μέσα που θ χρησιμοποιηθούν να είναι εφοδιασμένα με τα προβλεπόμενα πιστοποιητικά και λοιπά ναυτικά έγγραφα και να έχουν - προβλεπόμενη σύνθεση πληρώματος.

Ακολούθως, με το υπ' αριθμό …/20-2-2008 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιά, Φ. Μ. - Μ., ο έβδομος των εναγομένων, Γ. Κ., μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης τεχνικής εταιρίας, ειδικά εξουσιοδοτημένος για υπογραφή αυτού (ειδικού πληρεξουσίου) δήλωσε ότι διορίζει ειδικούς πληρεξουσίους αντιπροσώπους και αντικλήτους της άνω εταιρείας, που εκπροσωπεί, τους:

α) Σ. Χ. του Δ., πολιτικό μηχανικό, κάτοικο ..., Διευθυντή Έργου (Εργοταξιάρχη) στο εκτελούμενο από αυτήν Έργο "...", β) Α. Λ. του Ε., πολιτικό μηχανικό, κάτοικο ..., αναπληρωτή Εργοταξιάρχη του άνω έργου, γ) Α. Π. του Σ., τοπογράφο του ίδιου έργου και δ) Μ. Δ. του Α., επί τόπου εργοδηγό του ίδιου έργου, κάτοικο ..., στους οποίους παρείχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως ενεργώντας από κοινού ή και μόνος ο καθένας, αντιπροσωπεύουν την άνω εταιρία "..." στο Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

και την ΔΕΚΕ της Περιφερείας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης σε όλα τα θέματα του εργοταξίου του άνω έργου "...", το οποίο εκτελεί αυτή ως εργολήπτρια, περιλαμβανομένης της παραλαβής των εντολών, ειδοποιήσεων, οδηγιών ή παρατηρήσεων της επιβλέπουσας το άνω έργο Υπηρεσίας επί τόπου του έργου και της υπογραφής κάθε εγγράφου και στοιχείου, που η υπογραφή του προβλέπεται επί τόπου του έργου (ως πιστοποιήσεις, επιμετρήσεις, ημερολόγια κ.λ.π), ό,τι είναι απαραίτητο για την υπογραφή ανακεφαλαιωτικών πινάκων και συμπληρωματικών συμβάσεων.

Για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, η ανάδοχος εταιρίας, μεταξύ άλλων χρησιμοποιούσε: α) τον πλωτό γερανό "..." Νηολογίου …, εφοδιασμένο με το υπ' αριθμό …/30-4-2008 πρωτόκολλο γενικής επιθεώρησης, έκδοσης ΥΕΝΑΝΠ/ΚΕΕΠ, λήξης στις 14-11-2009, β) την φορτηγίδα "..." Νηολογίου …, εφοδιασμένη με το υπ' αριθμό …/22-8-2007 πρωτόκολλο γενικής επιθεώρησης, έκδοσης ΥΕΝΑΝΠ/ΚΕΕΠ, λήξης στις 22-8-2009 και γ) το ρυμουλκό "..." Νηολογίου …, εφοδιασμένο με το υπ' αριθμό .../29-12-2008 πρωτόκολλο γενικής επιθεώρησης, έκδοσης ΥΕΝΑΝΠ/ΚΕΕΠ, λήξης στις 13-10-2009, άπαντα ιδιοκτησίας της.

Η ανωτέρω ανάδοχος εταιρία, στις 3-2-2009 εκτελούσε εργασίες …. Στο πλαίσιο των εργασιών αυτών, με τον πλωτό γερανό "..." ανασύρονταν βυθοκορήματα από το βυθό, που εκφορτώνονταν στην φορτηγίδα "...". Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω εργασιών ο Α. Κ. Ν. εργαζόταν επί της φορτηγίδας "..." εκτελώντας εργασίες πρόσδεσης απόδεσης της φορτηγίδας με το ρυμουλκό που χρησιμοποιούσε η πρώτη εναγόμενη εταιρία για την μετακίνηση της φορτηγίδας.

Περί ώρα 13.00, ο χειριστής του πλωτού γερανού "...", K. B. του Z., αφού πλήρωσε με βυθοκορήματα την άνω φορτηγίδα, κάλεσε μέσω του εργοδηγού της εταιρίας, Ν. Θ., το ρυμουλκό "..." να προσεγγίσει τη φορτηγίδα και να τη ρυμουλκήσει στο προκαθορισμένο σημείο απόρριψης των βυθοκορημάτων. Το ανωτέρω ρυμουλκό με κυβερνήτη τον Φ.

Ψ. και ναυτολογημένο ως ναύκληρο τον Σ. Τ. στην πλώρη του και τον μηχανικό Χ. Σ. στην πρύμνη του προσέγγισε την φορτηγίδα και ξεκίνησε διαδικασίες πρόσδεση α; αυτής. Ο Α. Κ. Ν., ευρισκόμενος πάντα επί της^ φορτηγίδας, αφού έδωσε τον πρώτο κάβο της φορτηγίδας στον ναύκληρο του ρυμουλκού Σ. Τ., προκειμένου να τον τοποθετήσει σε μπίντα (σημείο πρόσδεσης) του ρυμουλκού, παρέλαβε τον δεύτερο κάβο από τον αυτό ως άνω ναύκληρο και κατευθύνθηκε από το διάδρομο που υπάρχει στην αριστερή πλευρά της φορτηγίδας, προς την πλώρη της, προκειμένου να τον τοποθετήσει στην υπάρχουσα εκεί μπίντα.

Στη συνέχεια, κατά την επιστροφή του προς την πρύμνη για να παραλάβει και τον τρίτο κάβο από το ρυμουλκό, κατά τη στιγμή που το τελευταίο έκανε κινήσεις παραβολής για να δέσει και με τον κάβο της πρύμνης του στη μπίντα της πρύμνης της φορτηγίδας, αυτό (ρυμουλκό) από εσφαλμένους υπολογισμούς και χειρισμούς αντί να πλευρίσει τη φορτηγίδα όπως όφειλε, εμβόλισε αυτήν στο αριστερό πλωριό τμήμα της με αποτέλεσμα, τα λάστιχα που βρίσκονται μόνιμα κρεμασμένα στην πλώρη του ρυμουλκού (για προστασία ρυμουλκού και ρυμουλκουμένου σε περίπτωση επαφής τους) να εισέλθουν στο διάδρομο της αριστερής πλευράς της φορτηγίδας (στο ύψος της πλώρης αυτής), εγκλωβίζοντας τον ανωτέρω εργάτη μεταξύ αυτών και του αμπαριού (κουβούσι) της φορτηγίδας, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί αυτός θανάσιμα.

Οι ανωτέρω συνθήκες του ατυχήματος επιβεβαιώνονται από το από 3-4-2009 πόρισμα, το οποίο συνέταξε ο Ανθ/στής ΑΣ Δ. Δ. του Κεντρικού Λιμεναρχείου … σε συνδυασμό με την ανώμοτη κατάθεση του ανωτέρω ναυκλήρου, Σ. Τ., ενώ κατά την πραγματοποίηση αυτοψίας στις 5-2-2009 από τον Ανθ/ρχο Λ.Σ. Π. Μ. του Κεντρικού Λιμεναρχείου …, με παριστάμενο και τον Ανθ/στη Λ.Σ.

Δ. Δ., στο πλαίσιο προανάκρισης για τις περιστάσεις που έλαβε χώρα το ανωτέρω ατύχημα, διαπιστώθηκε ότι επί του πλωτού γερανού "..." βρισκόταν πλαγιοδετημένη η φορτηγίδα "...", έμφορτη με βυθοκορήματα, τα οποία απέθετε ο πλωτός γερανός από την εκσκαφή του βυθού …. Στην αριστερή πλευρά της φορτηγίδας στην οποία γίνονταν και οι εργασίες για την πρόσδεσή της στο ρυμουλκό "...", υπήρχε διάδρομος μήκους 25 και πλάτους 01 μέτρων, κατά μήκος, στον οποίο εκινείτο το προσωπικό της φορτηγίδας, κατά κύριο λόγο για να περαιώνει τις εργασίες πρόσδεσης - απόδεσης της φορτηγίδας από το ρυμουλκό.

Τον διάδρομο μεταλλικής κατασκευής επικάλυπταν υπολείμματα βυθοκορημάτων (χαλίκια, χώματα, λάσπες κ.λ.π.) καθώς και νερά. Το πλάτος του διαδρόμου περιοριζόταν κατά 30 (τριάντα) εκατοστά του μέτρου από τους προεξέχοντες, νομείς κατά το μήκος του αμπαριού της φορτηγίδας. Στην εξωτερική πλευρά του διαδρόμου προς τη θάλασσα και μόνο κατά μήκος του αμπαριού δεν υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα και υφίσταντο τρείς δέστρες (μπίντες).

Στην πρώτη δέστρα (μπίντα), κατά την πορεία των ανωτέρω αξιωματικών από το κατάστρωμα την πρύμνης προς την πλώρη, διαπιστώθηκε η ύπαρξη κηλίδων αίματος. Εξάλλου, από την …2009 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ειδικού ιατροδικαστή του εργαστηρίου ιατροδικαστικών επιστημών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, προκύπτει ότι ο Α.

Κ., απεβίωσε στις 3-2-2009 και περί ώρα 13.00 έως 13.30. Υπέστη εκροή οροαιματηρού υγρού από το στόμα και τους ρώθωνες, οίδημα κεφαλής και όσχεου, εκτεταμένο υποδόριο εμφύσημα στα μαλακά μόρια της κεφαλής του λαιμού και του κορμού, διάταση της πρόσθιας αυχενικής χώρας, ευμέγεθες εντύπωμα στη δεξιά πρόσθια, μικρή εκδορά διαμετρήματος 1 εκατοστού περίπου κάτω από εμπρόσθια επιφάνεια του αριστερού γόνατος, και τελικά ο θάνατος του επήλθε λόγω των κακώσεων θώρακα από σύνθλιψη, ενώ από τις τοξικολογικές εξετάσεις που διεξήχθησαν (από δείγματα αίματος και ούρων που λήφθηκαν από τον θανόντα) διαπιστώθηκε ότι είχε κάνει χρήση αλκοόλ, ποσοστού 57,23 γραμ/λτ αίματος (βλ.

σχ. την από 12-2-2009 γνωστοποίηση αναλύσεων του πανεπιστημιακού εργαστηρίου φαρμακολογίας του ΠΓ Νοσοκομείου …). Με βάση τα ανωτέρω, το εν λόγω εργατικό ατύχημα, οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα περισσοτέρων προσώπων. Ειδικότερα, οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, Σ. Χ. του Δ., πολιτικού μηχανικού και Διευθυντή του έργου (Εργοταξιάρχη) κατά το ως άνω χρονικό σημείο, ο οποίος ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και αντίκλητος της πρώτης εναγομένης τεχνικής εταιρίας, ενώ προσέλαβε τον θανόντα ως ανειδίκευτο εργάτη - οικοδόμο στον πλωτό γερανό "...", με αντικείμενο εργασίας τη συντήρηση αυτού, την καθαριότητα και άλλες διάφορες εργασίες (βλ.

σχ. ανώμοτη κατάθεση K. B.), του ανέθεσε εργασία στην φορτηγίδα "..." (την ναυτική εργασία πρόσδεσης πλοίου σε ρυμουλκό ), για την οποία γνώριζε πως δεν ήταν απογεγραμμένος ναυτικός και ως εκ τούτου δεν διέθετε την απαραίτητη τέχνη και εμπειρία ώστε να εκτελεί με ασφάλεια τις προαναφερόμενες εργασίες. Δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε αλλά και μπορούσε σύμφωνα με τις υπάρχουσες περιστάσεις να καταβάλει, ο παραπάνω εναγόμενος συνέβαλε αιτιωδώς με την συμπεριφορά του στο θανάσιμο τραυματισμό του παραπάνω εργάτη, ο οποίος θα είχε αποφευχθεί εάν δεν του είχαν ανατεθεί εργασίες, που δεν γνώριζε, ούτε ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει αυτές ακινδύνως για τον ίδιο.

Όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 3-2-2009 έγγραφο αναγγελίας πρόσληψης του θανόντος, που συμπίπτει με την ημέρα θανάτου αυτού, από την εργοδότρια εταιρία στον ΟΑΕΔ, ο τελευταίος είχε προσληφθεί στις 30-1-2009 ως "ανειδίκευτος εργάτης - οικοδόμος" και δεν προέκυψε από πουθενά ότι είχε οποιαδήποτε προηγούμενη εμπειρία σε ναυτικές εργασίες.

Στην προαναφερόμενη χωρίς όρκο κατάθεσή του ο K. B., χειριστής του πλωτού γερανού "..." ανέφερε επί λέξει: "Ο Α. Κ. είχε δύο ημέρες στη δουλειά ως εργάτης, τον οποίο έστειλε η "..." σήμερα για να εργαστεί στον πλωτό γερανό. Η δουλειά του ήταν να συντηρεί τον πλωτό γερανό να καθαρίζει και διάφορες άλλες δουλειές....".

Περαιτέρω, ο Ι. Β., βοηθός χειριστή του πλωτού γερανού "..." στην από 2-3-2010 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον των αρμοδίων λιμενικών αρχών ανέφερε επί λέξει: "Τέσσερις ημέρες περίπου πριν είχε προσληφθεί κανονικά στον ανωτέρω πλωτό γερανό ο Α. Κ. Ν. του Μ. σαν κλαπετζής. Όταν προσλήφθηκε ανέλαβα να του εξηγήσω τις δυσκολίες της δουλειάς, τις ιδιαιτερότητες και την επικινδυνότητα αυτής.

Ο ανωτέρω είχε μάθει αρκετά πράγματα ενώ συνέχεια εγώ του έδειχνα προκειμένου να ανταπεξέλθει στην εργασία του...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω δύο καταθέσεων προκύπτει ότι δεν υπήρχε σαφές πλαίσιο καθηκόντων του θανόντος (στην πρώτη κατάθεση αναφέρονται μόνο δευτερεύουσες εργασίες καθαρισμού και συντήρησης του πλωτού γερανού και στη δεύτερη αναφέρεται η εργασία του κλαπετζή) τελικά δε ο τελευταίος εκτελούσε όλες τις εργασίες αυτές.

Επομένως, από την προαναφερόμενη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου (Εργοταξιάρχη) του έργου αλλά και την ατομική ευθύνη του πέμπτου εναγομένου, Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης τεχνικής εταιρίας και προστήσαντος του παραπάνω δευτέρου εναγομένου, όπως και λόγω της πλημμελούς εποπτείας αυτού (ως προς την νόμιμη πρόσληψη και ανάθεση καθηκόντων από τον προστηθέντα σε εργαζόμενο με επαρκή προσόντα), ο οποίος ενεργώντας μόνος χωρίς τη σύμπραξη άλλου διοικούσε, διαχειριζόταν, εκπροσωπούσε και δέσμευε απεριόριστα την πρώτη εναγόμενη, ευθύνονται εις ολόκληρον οι παραπάνω εναγόμενοι (πρώτη εναγόμενη τεχνική εταιρία, δεύτερος εναγόμενος και πέμπτος εναγόμενος) για το επίδικο ζημιογόνο γεγονός και την ψυχική οδύνη που προκλήθηκε στους ενάγοντες (άρθρα 67, 68, 71, 922, 926, 932 ΑΚ)...

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ουδόλως αποδείχθηκε ότι στην επέλευση του ατυχήματος και στο θανάσιμο τραυματισμό του συνετέλεσε και με δικό του πταίσμα ο θανών, όπως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, επειδή ο τελευταίος εργαζόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, η οποία επηρέαζε τη διαύγεια της σκέψης του και την ορθότητα και επιδεξιότητα των ενεργειών και αντιδράσεών του.

Από το περιεχόμενο των καταθέσεων όλων των αυτοπτών μαρτύρων που εξετάστηκαν κατά την διενεργηθείσα προανάκριση δεν προκύπτει ότι ο θανών καθ' όλη τη διάρκεια της παρεχόμενης επί της φορτηγίδας εργασίας του επέδειξε αστάθεια και αβεβαιότητα στις κινήσεις του, που να παραπέμπει σε συμπεριφορά ανθρώπου που τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ επιπλέον δε, αποδείχθηκε ότι αυτός δέχθηκε να εκτελέσει τις εργασίες που του ανατέθηκαν στη φορτηγίδα ευρισκόμενος σε ανάγκη προς εργασία, στην οποία μόλις είχε προσληφθεί, η έλλειψη δε εμπειρίας του και η εξαιτίας αυτής άγνοια των πιθανών κινδύνων στη διαδικασία πρόσδεσης του ζημιογόνου ρυμουλκού στη φορτηγίδα που επέβαινε δεν μπορεί να τον καταστήσει συνυπαίτιο στην πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του.

Γι' αυτό η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του ατυχήματος κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ... Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις των εναγόντων και των εναγομένων και των προσεπικαλουμένων ασφαλιστικών εταιριών, απέρριψε τις εφέσεις των τελευταίων, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις εφέσεις των λοιπών και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος ήταν και ο θανών, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση ηθικής βλάβης, το ποσό των 40.000 ευρώ για τη σύζυγο του θανόντος, 50.000 ευρώ για το ανήλικο τέκνο του, 10.000 ευρώ σε καθέναν από τους γονείς του, και 5.000 ευρώ σε καθένα από το δύο αδέλφια του..

Ακολούθως το εφετείο, αφού δίκασε την αγωγή δέχθηκε αυτή, ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη. Στη συνέχεια αφού δίκασε την αγωγή δέχτηκε αυτή, ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη καθώς και επιδίκασε, το ποσό των 40.000 ευρώ για την ενάγουσα, σύζυγο του θανόντος και 60.000 ευρώ για το ανήλικο τέκνο του, 10.000 για καθέναν από τους γονείς του και 5.000 σε καθένα από τα δύο αδέλφια του, για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των αναιρεσιβλήτων.

5. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, εξαιτίας των παραλείψεών τους που αναλυτικά και σαφείς αιτιολογίες εκτίθενται στην προσβαλλομένη δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 και 300 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γεγονότα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητας στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων ως προς την παράλειψη αυτών να λάβουν τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονταν και συνδέονταν αιτιωδώς στην επέλευση του ως άνω ζημιογόνου αποτελέσματος, δικαιολογούσαν δε την παραδοχή της ένδικης αγωγής, και ως προς αυτούς, από νομικής και ουσιαστικής απόψεως.

Επίσης δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 71 ΑΚ ως προς την ευθύνη του πέμπτου εναγομένου, νυν τρίτου αναιρεσείοντος ως προέδρου, διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης τεχνικής εταιρία προστήσαντος του παραπάνω δευτέρου εναγομένου, λόγω της πλημμελούς εποπτείας αυτού (ως προς την νόμιμη πρόσληψη και ανάθεση καθηκόντων από τον προστηθέντα σε εργαζόμενο με επαρκή προσόντα), ο οποίος ενεργώντας μόνος χωρίς τη σύμπραξη άλλου διοικούσε, διαχειριζόταν, εκπροσωπούσε και δέσμευε απεριόριστα την πρώτη εναγόμενη.

Επομένως ο πρώτος λόγος και ο έκτος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος του που αφορά τον άριθμ. 1 του άρθρου 559 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

6. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος και του αιτιώδους συνδέσμου της παράλειψης της (αμέλειας) προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα εξειδικεύει με πλήρεις αιτιολογίες την αμελή συμπεριφορά του καθενός από αυτούς συνιστάμενη ότι ενώ ο θανών προσελήφθη ως ανειδίκευτος εργάτης συντήρησης και καθαριότητας της φορτηγίδας, του ανετέθεσαν και ναυτικές εργασίες (πρόσδεσης πλοίου σε ρυμουλκό) για την οποία γνώριζαν πως δεν ήταν απογεγραμμένος ναυτικός και ως εκ τούτου δεν διέθετε την απαραίτητη τέχνη και εμπειρία ώστε να εκτελεί με ασφάλεια τις προαναφερόμενες εργασίες.

Στη συνέχεια, χωρίς να παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας, εξειδικεύει τον τρόπο με τον οποίο συνέβη το εργατικό ατύχημα και την ανυπαρξία υπαιτιότητας του θανόντος λόγω του ότι η ποσότητα της αλκοόλης που βρέθηκε στο αίμα του δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του που αφορά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. 7. Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997, ΑΠ 953/2014, 2234/2013), με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης (ή αντέφεσης) που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 2234/2013, 460/2013), όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κλπ, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κλπ. (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2234/2013).

Αν με την αιτίαση αυτή προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά στον δεύτερο βαθμό, εκτός εάν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατ' άρθ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη).

Προϋπόθεση για την δημιουργία του λόγου αυτού είναι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η παραδεκτή προβολή του μη ληφθέντος υπόψη ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Συναφώς, από τις διατάξεις των άρθ. 591§1β, 666§1, 115§3 και 256§1δ ΚΠολΔ συνάγεται ότι (α) στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ.664 επ.

ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, για το παραδεκτό αυτών, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται δηλ.

σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 145/2014) (β) είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής κατά τα άρθ. 527 και 269 ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς. 8.

Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος ήταν και ο θανών, εφόσον βρέθηκε στο αίμα του ποσοστό 57,23%mg/dl. Ο ισχυρισμός αυτός, απαραδέκτως προβάλλεται δεδομένου ότι δεν είχε προβληθεί παραδεκτά, με καταχώριση στα πρακτικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση τούτων.

Οι εναγόμενοι είχαν προβάλλει ισχυρισμό αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος, η οποία λειτουργεί ως άρνηση της αγωγής, επί της οποίου, (όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη) με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες απάντησε η προσβαλλόμενη. Στον ισχυρισμό αυτό δεν περιλαμβάνεται και η ένσταση συνυπαιτότητας του θανόντος, η οποία, για να ληφθεί υπόψη έπρεπε να προβληθεί νομίμως και σαφώς (με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά) και τέτοια ένσταση δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε από τους εναγομένους.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς τους ότι δεν σημειώθηκε σύγκρουση μεταξύ ρυμουλκού και φορτηγίδας και ότι ο θανών είχε καταναλώσει αλκοόλ και συνεπώς ευθυνόταν αποκλειστικά για το ατύχημα, είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επίσης και οι όγδοος και ένατος αναιρετικός λόγοι, με τον οποίους οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως την έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, το δε σχετικό σφάλμα προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Όμως, με βάση τα όσα εκτέθηκαν στην παράγραφο 6 της απόφασης αυτής, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι:

α) η συνδρομή της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως των διαδίκων δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 529/2009), β) οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και στο Εφετείο ισχυρισμό για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης τους (ΑΠ 1401/2008).

9. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, προσέδωσε αυξημένη η μικρότερη αποδεικτική ισχύ, σε αποδεικτικό μέσο από εκείνη που καθορίζει, δεσμευτικά, για το δικαστήριο ο νόμος (ΑΠ 30/2009, ΑΠ 186/2006, ΑΠ 540/2006). Δεν καθιδρύεται ο λόγος, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα, ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1225/2002, ΑΠ 30/2005).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες αφού λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1330/2011, ΑΠ 961/2007). Οι αναιρεσείοντες, με τον 4ο αναιρετικό λόγο παραπονούνται ότι προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίμησε την έκθεση προανάκρισης (πόρισμα), την έκθεση αυτοψίας, την έκθεση έκτακτης επιθεώρησης κλπ.

Στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται για υπόθεση που εκδικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ.1, 667, 670, 671 παρ.1 έως 3 και 672 έως 676 ΚΠολΔ. Άρα, δεν πληρούται η πιο πάνω προϋπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, από τις παραπάνω παραδοχές, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, πως το Εφετείο, έλαβε, με τον προσήκοντα τρόπο, υπόψη και εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα με την δύναμη που ο νόμος προσδίδει σ' αυτά, εφ' όσον "...

η αξιολόγηση ..." ή μη αυτών, κατά τον τρόπο που εκτιμούν οι αναιρεσείοντες δεν συνιστά τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. 10. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς, με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου είτε αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση θετικώς με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση πρέπει το δικαστήριο να σχημάτισε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν υπάρχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ποιο είναι το παραμορφωθέν έγγραφο, το αληθές περιεχόμενο αυτού, ώστε, από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, με την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε την νόμιμα συντεταγμένη ανάλυση του πανεπιστημιακού Νοσοκομείου …, στο οποίο βεβαιώνεται ότι ο θανών είχε κάνει χρήση αλκοόλης σε ποσοστό 57,23 mg/dl αίματος, αφού στην αξιολόγησή του δεν δέχθηκε ότι τούτο επηρέασε την αστάθεια και αβεβαιότητα στις κινήσεις του θανόντος, γεγονός που αίρει πλήρως την δική τους υπαιτιότητα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως ως αόριστος και σε κάθε περίπτωση το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του, για τις συνθήκες του ατυχήματος, ανέφερε ακριβώς το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και στη συνέχεια το αξιολόγησε διαφορετικά από τους αναιρεσείοντες, η δε διαφορετική αξιολόγησή του δεν συνιστά τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.

11. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα έγγραφα που αυτή επικαλέστηκε και νόμιμα προσκόμισε ενώπιον του εφετείου, ήτοι α) Την από 3.4.2009 έκθεση ένορκης προανάκρισης (πόρισμα) του Κεντρικού Λιμεναρχείου Αλεξανδρούπολης, β) Την από 5.2.2009 έκθεση αυτοψίας του Ανθυποπλοιάρχου Λιμενικού Σώματος, Μ.

Π. και του Ανθυπασπιστή Λιμενικού Σώματος Δ. Δ.. γ) Την από 4.2.2009 έκθεση έκτακτης επιθεώρησης του ΤΚΕΠ δ) Τα υπ' αριθ. … - … φύλλα του ημερολογίου του έργου, που τηρείται από την επιβλέπουσα υπηρεσία του Δημοσίου, ε) Την από 22.1.2008 γνωστοποίηση ανάθεσης καθηκόντων του Πολιτικού μηχανικού Π. Π. στ) Τα φύλλα υποδείξεων και συμβουλών του τεχνικού ασφαλείας, η) Την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Κ.

Κ.. θ) Το από 12.2.2009 έγγραφο του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Φαρμακολογίας του Νοσοκομείου …, βάσει του οποίου ανιχνεύτηκε παρουσία αλκοόλης σε ποσοστό 57,23 mg/dl ι) Τις εκθέσεις ένορκης καταθέσεως, από 2.2.2010 του Ι. Β. ενώπιον του Ανθ/ρχου Η. Π., από 3.2.2009 του Χ. Σ. ενώπιον του Ανθ/ρχου Π. Μ., επίσης, από 3.2.2009 του K. B.

ως κατηγορουμένου, ενώπιον του άνω Ανθ/χου, την από 3.2.2009 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου του κυβερνήτη του ρυμουλκού Φ. Ψ. ενώπιον του ιδίου ως άνω Ανακριτικού Υπαλλήλου, από 3.2.2009 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου του Τ. Σ., ενώπιον του ιδίου Ανακριτικού Υπαλλήλου. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων και "από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι όλα λήφθηκαν υπόψη χωρίς να απαιτείται να γίνεται μνεία ειδικά ενός εκάστου, ενώ ειδικότερα η από 5.2.2009 έκθεση αυτοψίας του Ανθυποπλοιάρχου Λιμενικού Σώματος, Μ.

Π., η ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Κ. Κ. και η από 3.2.2009 ανωμοτί κατάθεση του K. B., καθώς και η από 2-3-2010 κατάθεση του Ι. Β., ρητά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη.

12. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου και από την αρχή της ισότητας , αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Η αρχή αυτή επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων.

Ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας οφείλει να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:

το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ.1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015) .

13. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, ως προς το προαναφερθέν θέμα της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη ,λόγω ψυχικής οδύνης, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το χρόνο του επίδικου θανατηφόρου ατυχήματος ήταν 33 ετών και υγιής, έγγαμος, και με την πρώτη ενάγουσα - σύζυγο του, Σ.

Τ. του Χ., ηλικίας 30 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του, είχαν αποκτήσει ένα θήλυ τέκνο την Α., ηλικίας κατά τον ως άνω χρόνο 6 ετών, της οποίας η πρώτη ενάγουσα ασκεί πλέον αποκλειστικά τη γονική μέριμνα. Ο θανών μέχρι την ημέρα του θανατηφόρου ατυχήματος εργαζόταν ως οικοδόμος, αλλά και γενικότερα ως ανειδίκευτος εργάτης, αποκομίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τα αναγκαία για τη διαβίωση του ιδίου και της οικογενείας του εισοδήματα.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι εκτός από τη σύζυγο και το τέκνο του συνδεόταν με στενούς δεσμούς αγάπης και στοργής με τους γονείς του, Α. Κ. Μ., ηλικίας κατά τον ανωτέρω χρόνο 60 ετών, και Α. Κ. Α., ηλικίας κατά τον ανωτέρω χρόνο 59 ετών, καθώς και με τη μεγαλύτερη αδελφή του, Α. Κ. Χ., ηλικίας τότε 35 ετών και τον μικρότερο αδελφό του, Α.

Κ. Χ., ηλικίας τότε 29 ετών. Η πρώτη εναγόμενη τεχνική εταιρία εδρεύει στον … και δραστηριοποιείται στην ανάληψη και εκτέλεση κατασκευαστικών έργων (οικοδομικών, οδοποιίας, λιμενικών). Ο δεύτερος εναγόμενος, ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ηλικίας 49 ετών, πολιτικός μηχανικός, κάτοικος ... ενώ ο πέμπτος εναγόμενος είχε την ιδιότητα του Προέδρου, διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης.

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία του θανόντος, το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων (αποκλειστική υπαιτιότητα) στην πρόκληση του ατυχήματος, το στενό συγγενικό δεσμό του θανόντος με όλους τους ενάγοντες και τον ψυχικό πόνο που δοκίμασαν οι τελευταίοι από τον αδόκητο χαμό του, την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων μερών και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής οτι πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και ειδικότερα:

α) στην πρώτη ενάγουσα για τον εαυτό της ατομικά, χρηματικό ποσό των 40.000,00 ευρώ και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της το χρηματικό ποσό των 60.000,00 ευρώ, β) στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων το χρηματικό ποσό των 10.000,00 ευρώ και γ) στον καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων το χρηματικό ποσό των 5.000,00 ευρώ, στα οποία ποσά δεν περιλαμβάνονται τα ποσά για τα οποία επιφυλάχθηκαν οι δύο πρώτοι, κατά τα ανωτέρω, να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, και όλα τα ανωτέρω κονδύλια με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Τα ποσά αυτά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ.2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης".

Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για τη σύζυγο, το τέκνο, τους γονείς και τους αδελφούς του θανόντος στα ποσό που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Συνεπώς ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έβδομος λόγος του δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

14. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-9-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 109/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης-Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.