Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding holiday pay calculation methods and out-of-office work compensation.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding holiday pay calculations. The appellant argued that the court incorrectly calculated average differences and failed to consider out-of-office work compensation, while the respondent, OTE, did not appear at the hearing. The court ruled that the appellant's arguments were valid under specific labor law provisions and remanded the case for further examination by a different judge.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 560(1), 576(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with an appeal hearing ex officio if the respondent fails to appear after valid summons, and shall allow the appeal if the appellant's grounds regarding legal calculation errors are substantiated.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 955 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 955/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Φίλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο…, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 716/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων. όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1233/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό .../29-9-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ο. Δ. Α., με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της (13-12-2022) στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε), Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ., παρά την απουσία της, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 12 Ιανουαρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης .../16/17-1-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 167/8-1-2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 10-7-2012 και με αριθμό κατάθεσης .../8-10-2012 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 716/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-2-2009 και με αριθμό κατάθεσης .../17-6-2009 αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύτηκε στις 8-1-2020 και δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, ασκείται εμπρόθεσμα και παραδεκτά,αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 17-1-2022, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (8-1-2020) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω covid-19, θα έληγε 8-1-2022, λόγω, όμως, της αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 17-1-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Πρέπει επομένως να θεωρηθεί παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, κατά τη διάρκεια της αδείας ανάπαυσης ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούνταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν, για την περίπτωση αυτή, καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4547/1966) στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κ.λ.π.).
Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι ρυθμίσεις του Α.Ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες, υπέρ όλων των εργαζομένων, εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κ.λ.π. και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο.
Κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων, για τον εργαζόμενο, διατάξεων άλλων πηγών, κατ` επιταγή της αρχής της εύνοιας των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011), υπό το πρίσμα δε αυτό πρέπει να ληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των καθορισμένων, για την περίπτωση αυτή, με συλλογική σύμβαση, αποδοχών.
Περαιτέρω, κατά τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 της υπ' αριθμό 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (ΦΕΚ Α 742), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1082/1980, ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής θεωρούνται ο μισθός και το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία κ.λ.π.), εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης από το μισθωτό εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου, κατά δε το εδάφιο β της ως άνω διάταξης στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνονται ενδεικτικά α) οι προσαυξήσεις της νομίμου και τακτικώς παρεχομένης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες και τις νυκτερινές ώρες, εφόσον δίνονται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες και ώρες τακτικά κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα διαστήματα β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για τη νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον η εργασία αυτή, χωρίς να απαγορεύεται από το νόμο, παρέχεται τακτικά, γ) το επίδομα αδείας, ενώ κατά το εδάφιο γ αυτής στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται και η συμπληρωματική αμοιβή για υπερεργασία και μάλιστα όχι μόνο η συνεχής, αλλά και εκείνη η οποία εμφανίζει ορισμένη συχνότητα επανάληψης από τη φύση της σύμφωνα με το πρόγραμμα του εργοδότη.
Από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του ΑΝ 539/1945 με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (που αφορά επίδομα αδείας) και εκείνες των άρθρων 648, 653, 666, 679 του Α.Κ., της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 υπ' αριθμό 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26/2/1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, 1 παρ. 1 του Ν. 435/1976, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 και 3 της ΥΑ 19040/1981, προκύπτει, ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις "τακτικές αποδοχές" της παρ. 2 εδ.
β' και γ' του άρθρου 3 της ΥΑ 19040/1981, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση, ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (πλην του επιδόματος αδείας στις αποδοχές αδείας).
Επομένως, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (ΟλΑΠ 16/2011).
Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως σ' αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας ΑΠ 1691/2022, ΑΠ 800/2017. Περαιτέρω, με την από 14 Μαρτίου 1985 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας - Ε.Σ.Σ.Ε. - (όρος 5 παρ. 1α, 1β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10 Μαΐου 1985 όμοια Ε.Σ.Σ.Ε.) που έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρείας (ΟΤΕ Α.Ε.) και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σε αυτήν, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής:
ια) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) του 1/12 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται, ιβ) το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) του 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται, ιγ) το επίδομα κανονικής αδείας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά αα) το 1/24 της αμοιβής για νυκτερινή εργασία που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε στη διάρκεια του έτους και γγ) του 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες που έγινε στη διάρκεια του έτους.
Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως, με την από 10 Ιουνίου 1999 Ε.Σ.Σ.Ε., που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, τέθηκε σε ισχύ και ο νέος Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε, στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα:
Επιδόματα εορτών: "Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε., α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το, δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων, τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα".
Επίδομα κανονικής άδειας. "Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε.". Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ίδιου ως άνω νέου Γ.Κ.Π. -Ο.Τ.Ε., ορίσθηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ότι:
Το προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., Ε.Σ.Σ.Ε. κ.λ.π.) και αποφάσεις Δ.Σ.-Ο.Τ.Ε.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι από 1-1-1985 που άρχισε να ισχύει η από 14 Μαρτίου 1985 Ε.Σ.Σ.Ε. τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονται σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους.
Όμως ο τρόπος αυτός υπολογισμού τροποποιήθηκε με το νέο Γ.Κ.Π. -Ο.Τ.Ε., που τέθηκε σε ισχύ με την από 10 Ιουνίου 1999 Ε.Σ.Σ.Ε., αφού ρητά σ` αυτήν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Δ.Σ. "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ` επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα.
Εξάλλου, όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14 Μαρτίου 1985 Ε.Σ.Σ.Ε. υπήρχε ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή απασχόληση, στο νέο Γ.Κ.Π. -Ο.Τ.Ε., ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του Ο.Τ.Ε., δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας".
Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του Α.Ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με την από 14 Μαρτίου 1985 Ε.Σ.Σ.Ε., με αποτέλεσμα τη σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 αυτής, που όριζε, μάλιστα, αντίθετα προς αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία.
Άλλωστε στο άρθρο 50 του νέου Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., ορίζεται ρητά, ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π., αποφάσεις της Διοικήσεως και Ε.Σ.Σ.Ε. που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή.
Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες (ΟλΑΠ 16/2011).
Δεν συνυπολογίζεται όμως σ` αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και δεκατριών ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (ΑΠ 691/2022, ΑΠ 796/2017, ΑΠ 183/2016).
Δεν περιλαμβάνεται, ακόμη, στις τακτικές αποδοχές η αμοιβή για εργασία εκτός έδρας, διότι οι αποδοχές αυτές οφείλονται σε έκτακτες διακυμάνσεις του χρόνου εργασίας (έκτακτη απασχόληση) και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν τακτικές (ΑΠ 734/2022, ΑΠ 1447/2019, ΑΠ 916/2018). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 691/2022, ΑΠ 1367/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, επί αγωγής στην οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη το έτος 1984 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός υπάλληλος, φέροντας το βαθμό, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, Τ/Α και ότι η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2008 δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας με βάση τις τακτικές του αποδοχές, προσαυξημένες κατά τις αμοιβές που λάμβανε σταθερώς και ανελλιπώς για υπερωρία/υπερεργασία και εργασία κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες (Κυριακές και αργίες), όπως τα ποσά αυτά εμφαίνονται στους αναγραφόμενους στην αγωγή πίνακες καθενός των επιδίκων ετών, (ποσά για νυκτερινή εργασία και αποζημίωση εκτός έδρας δεν αναγράφονται στους εν λόγω πίνακες), όπως όφειλε, σύμφωνα με το νέο ΓΚΠ - Ο.Τ.Ε., που τέθηκε σε ισχύ από 18/6/1999 με την από 10-9-1999 (εννοεί 10-6-1999) ΕΣΣΕ, αλλά υπολόγισε τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα εορτών και αδείας με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην από 14/3/1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις, ζητούσε δε μ' αυτή (αγωγή), να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 4.672,41 ευρώ, μετά από καταβολή σε αυτόν ποσού 3.875,41 ευρώ, το οποίο προέκυψε από τις με εσφαλμένο υπολογισμό προσαυξήσεις της υπερωριακής απασχόλησης και της εργασίας κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες (Κυριακές και αργίες).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί εφέσεως του ενάγοντος (του οποίου η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά παραδοχή υποβληθείσας από την εναγομένη ένστασης καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, ως ουσιαστικά βάσιμης, πρωτοδίκως), δέχθηκε ότι "... η αμοιβή εκτός έδρας δεν αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών και τούτο διότι αφενός δεν επικαλείται ο ενάγων ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να δίνεται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, ούτε ως επίδομα τακτικά καταβαλλόμενο, αφετέρου δε η αμοιβή αυτή δινόταν ως αποζημίωση για την κάλυψη πραγματικών εξόδων, αφού το ύψος της ήταν κυμαινόμενο και εξαρτάτο από τις αναφερόμενες στην αγωγή προϋποθέσεις (χιλιομετρική απόσταση κλπ).
Δηλαδή με βάση τα εκτιθέμενα δεν πρόκειται για παροχή που καταβάλλεται τακτικά και ανεξάρτητα από τον αριθμό των εκτός έδρας ημερών εργασίας που πραγματοποίησε ο ενάγων, .......επομένως δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις τακτικές αποδοχές επί των οποίων υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών και αδείας και οι αποδοχές αδείας....λαμβανομένου υπόψει ότι ο μοναδικός λόγος της εφεσης αφορά ακριβώς τον μη υπολογισμό των ως άνω επιδομάτων και αποδοχών με βάση και την οφειλόμενη αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία του.
Συνεπώς τα ποσά της αποζημίωσης εκτός έδρας που έλαβε ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα 2004-2008 δεν συνυπολογίζονται στις τακτικές αποδοχές του βάσει των οποίων προσδιορίζονται και υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών και αδείας και οι αποδοχές αδείας. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την υπό κρίση αγωγή εσφαλμένα ερμήνευσε ' και εφάρμοσε το νόμο και δεν απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη".
Ακολούθως το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κράτησε και δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη. Κρίνοντας ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η αναιρεσίβλητη υπολόγιζε τα επιδόματα εορτών και αποδοχών κανονικής άδειας με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 14/3/1985 ΕΣΣΕ και όχι σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-Ο.Τ.Ε., η αγωγή είναι νόμιμη, εκτός από τον συνυπολογισμό του επιδόματος αδείας στις ως άνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών αδείας, όπως ο αναιρεσείων πράττει, διαλαμβάνοντας το τελευταίο στο μέσο ετήσιο όρο της προκύπτουσας διαφοράς.
Σημειώνεται ότι ο ενάγων στην αγωγή του διαλαμβάνει τις ληφθείσες από αυτόν επί μέρους πρόσθετες αμοιβές ανά μήνα από την εκ μέρους του τακτικώς παρεχομένη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση/υπερεργασία και εργασία κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών, με αναφορά στις παρασχεθείσες ανά μήνα ώρες νόμιμης υπερωρίας/υπερεργασίας και εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών και στις αντιστοιχούσες ανά μήνα για την αιτία αυτή αμοιβές, ως και το απ' αυτόν ληφθέν επίδομα αδείας ανά έτος καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και τον προκύπτοντα μέσο μηνιαίο όρο των πιο πάνω πρόσθετων παροχών ετησίως.
Ενόψει δε των ανά μήνα διαφοροποιήσεων των πιο πάνω πρόσθετων παροχών (νόμιμης υπερωρίας/ υπερεργασίας και εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών) είναι καθόλα εφικτός ο προσδιορισμός του μέσου όρου των επί μέρους διαφορών ειδικά στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για τα διαστήματα από 1.5 έως 31.12 και από 1.1 έως 30.4 αντίστοιχα (και όχι ο μέσος όρος των διαφορών ανά έτος), σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 1 της ΥΑ 19040/1981 (σχετ.
ΑΠ 794/2017, ΑΠ 520/2017, ΑΠ 49/2017). Τέλος, επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων παρότι στην κρινόμενη αγωγή διηγηματικά αναφέρει ότι παρείχε εκτός έδρας εργασία στην εναγομένη και αυτή του κατέβαλε αποζημίωση για την εργασία του αυτή, στους αναγραφόμενους στην αγωγή πίνακες των πρόσθετων αμοιβών του δεν αναφέρει τις ανά μήνα ημέρες και ώρες εκτός έδρας παρασχεθείσας εργασίας και την αντιστοιχούσα ανά μήνα για την αιτία αυτή ληφθείσα αποζημίωση, ούτε ζητά να συνυπολογισθούν τέτοια ποσά στις αποδοχές αδείας και στα επιδόματα εορτών και αδείας, όπως εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε για την αιτία αυτή την αγωγή ως μη νόμιμη.
Επομένως, οι αληθώς από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 5 του ως άνω άρθρου συνεκτιμώμενοι ενιαία δύο λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμων των ως άνω λόγων της αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνης που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 167/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην εκείνης που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ