Supreme Court dismisses appeal on grounds of abusive language and misinterpretation of sworn witness statements.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece dismissed the bank's appeal against a lower court's judgment in a debt dispute. The appellant argued for the deletion of abusive terms and claimed the court distorted a sworn witness statement, but the court rejected both claims. The court ruled that sworn statements are not subject to distortion under appeal law and that the lower court's interpretation was not arbitrary.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 206 KPolD; Art. 559(20) KPolD: The court may delete abusive phrases to ensure decorum, but an appeal based on the distortion of a sworn witness statement is inadmissible as such statements do not constitute documents subject to content modification.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 794 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 794/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Φ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Δημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1895/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1437/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/2/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 206 του ΚΠολΔ ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο, μετά από αίτηση κάποιου διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, χωρίς χρονικό περιορισμό, να διατάσσει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 156/2013).
Αρμόδιο για τη διαγραφή είναι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου απευθύνεται το δικόγραφο ή οι προτάσεις του διαδίκου, όπου διαλαμβάνονται οι επίμαχες εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Στη προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 28.2.2016 αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα Τράπεζα υποβάλλει το αίτημα διαγραφής από το δικόγραφο της από 25.1.2009 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου του διαλαμβανομένου στη σελίδα 3 στίχοι 1 και 18 αυτής επιθετικού προσδιορισμού "εταιρίδιον" της υπαλλήλου της εισπρακτικής εταιρείας με την οποία ο ενάγων και ο υιός του είχαν τηλεφωνική επικοινωνία στις 26.11.2008 και από το δικόγραφο των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατατεθεισών προτάσεων αυτού του διαλαμβανομένου στις σελίδες 5 - 6 αυτών φανταστικού διαλόγου μεταξύ υπαλλήλου εισπρακτικής εταιρείας, ενεργούσας για λογαριασμό δανείστριας Τράπεζας και του ευρισκομένου σε υπερημερία οφειλέτη αυτής δανειολήπτη, το περιεχόμενο των οποίων η αναιρεσείουσα Τράπεζα θεωρεί ανάρμοστο και εξυβριστικό.
Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτο, διότι δεν αφορά εξυβριστικές ή ανάρμοστες φράσεις που διαλαμβάνονται σε δικόγραφο ή σε προτάσεις του αναιρεσίβλητου απευθυνόμενες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά σε αγωγή και προτάσεις αυτού απευθυνόμενες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο ήταν αρμόδιο για τη διαγραφή αυτών.
Με τη διάταξη του αριθμού 11 περ. β` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 238, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου.
Η δε σχετική επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην όμως εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 14/2005).
Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ` έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008). Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009).
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα Τράπεζα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, με νόμιμη επίκληση αυτών στην κατ` έφεση δίκη και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε τις παραδοχές του και την κρίση του για απόρριψη της έφεσης αυτής αποκλειστικά στο περιεχόμενο της με αριθμό 22.331/29.9.2010 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου … Ε.
Κ. του υιού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, που προσκόμισε ο τελευταίος, χωρίς να γίνεται ειδική επίκληση της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης ή με αναφορά μέσω των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων της πρωτόδικης δίκης, όπου γίνεται ειδική και ορισμένη αναφορά της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης, αλλά με γενική επίκληση των κατά την πρωτόδικη δίκη προσκομισθέντων σχετικών αυτού και γενική επίκληση του περιεχομένου των προτάσεων αυτού.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των προτάσεων του τότε εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου, συμπεριλήφθηκε σε αυτές με τεχνική αναπαραγωγή αυτούσιο το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων και της σχετικής προσθήκης σε ενιαίο κείμενο δικογράφου προτάσεων με τη μνεία της φράσης "Επειδή αναφέρομαι και πάλι στις προτάσεις μου, οι οποίες, μαζί με τις παρούσες δέον να αποτελέσουν ενιαίο και αναπόσπαστο όλον και οι οποίες έχουν αυτολεξεί ούτω:", το οποίο κατατέθηκε τέσσερις ημέρες (4.10.2013) πριν την ημέρα της δευτεροβάθμιας συζήτησης (8.10.2013) και το οποίο χαρακτηρίζεται ως προτάσεις (μόνο) ενώπιον του Εφετείου.
Με το δικόγραφο των προτάσεων αυτών και στο περιληφθέν αυτούσιο κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων του ο αναιρεσίβλητος - εφεσίβλητη επικαλέστηκε, προς απόδειξη των ισχυρισμών του, την ανωτέρω (μοναδική) ένορκη βεβαίωση, την οποία μάλιστα επικαλέσθηκε εκ νέου (χωρίς μνεία του αριθμού αυτής τη φορά αυτή) και στην τελευταία σελίδα του ενιαίου κειμένου του δικογράφου των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, μετά το περιληφθέν αυτούσιο κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων αυτού.
Το δικόγραφο των εφετειακών προτάσεων υπογράφεται ως ενιαίο όλον από τον πληρεξούσιο δικηγόρο (Φίλιππο Δημητρίου), που το συνέταξε και εκπροσώπησε τον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο στην κατ` έφεση δίκη, το δε αιτητικό του περιέχει ως αίτημα την παραδοχή των προτάσεων, την απόρριψη της έφεσης της εκκαλούσας Τράπεζας και την επικύρωση της εκκαλουμένης απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι δεν πρόκειται για απλή φωτοτυπική ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων, ως αυτοτελούς και διακριτής διαδικαστικής πράξης, στις εφετειακές προτάσεις, αλλά για συμπερίληψη του περιεχομένου του δικογράφου των προτάσεων της πρωτόδικης δίκης και για ενοποίηση αυτού σε ενιαίο ολικό κείμενο του δικογράφου των προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο επιπλέον ρητά περιέχεται ευθεία και άμεση επίκληση της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο.
Επομένως και σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη, η σχετική επίκληση είναι νόμιμη, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, είτε θετικώς είτε με λανθασμένη ανάγνωση αυτού, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού, συνεπεία δε των παραδρομών αυτών προσέδωσε στο έγγραφο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει, στη συνέχεια δε στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως σ` αυτό καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν ιδρύεται όμως λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή από την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, που είναι διαφορετική εκείνης που προσδίδει σ` αυτό ο διάδικος. Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι όμως και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων κατά το μέρος αυτών που περιλαμβάνει τα από τους μάρτυρες ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 860/2013, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1713/2010, ΑΠ 7/2007, ΑΠ 1168/2001, ΑΠ 751/1996).
Στη προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα Τράπεζα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο σε βάρος της αποδεικτικό πόρισμα παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προαναφερθείσας ένορκης βεβαίωσης του υιού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, αποδίδοντας στην κατάθεση αυτού διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με τα όσα εκείνος πράγματι βεβαίωσε ενόρκως σε αυτήν. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού η ένορκη βεβαίωση, αναφορικά με τα όσα βεβαιώνει σε αυτήν ο εξετασθείς ενόρκως μάρτυρας, δεν συνιστά έγγραφο που να επιδέχεται παραμόρφωση του περιεχομένου αυτού.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2016 και με αριθ. κατάθ. 76/29.2.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1437/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαϊου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ