Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific document identification and failure to cite precedent.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by five individuals against a labor organization, ruling the request inadmissible. The appellants argued that the lower court failed to consider specific judicial precedents and employment documents proving their dependent work status. The court rejected these claims because the appeal lacked a clear and specific identification of the documents and failed to establish a valid ground for appeal under the relevant procedural article.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559(11γ) K.Pol.D.; Art. 576(1), (2) K.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specifically identify the documents allegedly ignored by the lower court or if the cited judicial precedents do not constitute a valid ground for appeal under the specified provision.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 954 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 954/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1.Σ. Β. του Γ., κατοίκου ..., εως και 63.Δ. Α. του Α., κατοίκου .... Οι 5η, 8η, 20η, 31η και 33η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (Δ.ΥΠ.Α.) - Ν.Π.Δ.Δ.", όπως μετονομάσθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ - Ο.Α.Ε.Δ. - Ν.Π.Δ.Δ.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γεωργάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 547/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1257/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2-2021 αίτησή τους και κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης με την από 14-12-2022 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14 Δεκεμβρίου 2022 με αριθ. κατάθ. 227/14.12.2022 κλήση των καλούντων-αναιρεσειόντων κατά του καθού η κλήση Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ" (Δ.ΥΠ.Α) όπως μετονομάσθηκε, με το άρθρο 3 παρ.1 του Ν. 4921/2022 (ΦΕΚ Α 75), το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (Ο.Α.Ε.Δ.) φέρεται προς συζήτηση η από 9 Φεβρουαρίου 2021 με αριθμ. καταθ. 1046/100/10.2.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 1257/5.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω ματαίωσης της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο στις 13.12.2022.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 593/2016).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 636/2021, ΑΠ 306/2020). Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο η πέμπτη (5η) αναιρεσείουσα, η όγδοη (8η) αναιρεσείουσα, η εικοστή (20η) αναιρεσείουσα, η τριακοστή πρώτη (31η) αναιρεσείουσα και η τριακοστή τρίτη (33η) αναιρεσείουσα, ούτε υποβλήθηκε ως προς τις ως άνω αναιρεσείουσες η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν, με την από 14.12.2022 κλήση, τη συζήτηση της ένδικης από 9.2.2021 αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, με αριθμ. ../10.1.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Κ.
Λ., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του δικηγόρου Αθηνών Σπύρου Παυλάτου, ως πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.
Ως προς τις ως άνω υπ'αριθμ. 5η, 8η, 20η, 31η και 33η αναιρεσείουσες, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (28.3.2023), δεν αποδεικνύεται ότι αυτές είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στο ως άνω δικηγόρο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, την παραγγελία προς επίδοση της από 14.12.2022 κλήσης προς το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με κλήση προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την ως άνω δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω αναιρεσίβλητων προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτές κλητεύθηκαν από το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω 5η, 8η, 20η, 31η και 33η αναιρεσείουσες επέσπευσαν με την από 14.12.2022 κλήση τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή τους, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28.3.2023), πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτές, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές.
Με την υπό κρίση από 9 Φεβρουαρίου 2021 και με αριθ. καταθ. 1046/100/10.2.2021 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1257/5.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά και ουσία δεκτή η από 20.2.2018 με αριθ.
καταθ. 16162/1063/20.2.2018 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 547/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της ως μη νόμιμη η από 16.11.2010 με αριθμ. καταθ. …/7113/24.11.2010 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε κρίνει μη νόμιμη την αγωγή των εναγόντων ως προς τα αγωγικά αιτήματα για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας, κρατήθηκε η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος, δικάσθηκε η από 16.11.2010 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και απορρίφθηκε αυτή κατ'ουσία ως προς τα αιτήματα αυτά.
Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες.
Με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 104/2022).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 640/2022, ΑΠ 104/2022, ΑΠ 907/2017).
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ.1α του ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6/15.1.2021) και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση λόγω του χρόνου άσκησης της από 16.11.2010 αγωγής, ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Επιπλέον, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος α) παράγραφος 7, που ορίζει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει" και παράγραφος 8 που ορίζει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 378/2022). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΑΠ 640/2022).
Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 640/2022). Η παρά την απαγόρευση συνταγματικών ή άλλων διατάξεων κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή έργου με το Δημόσιο ή με φορέα του δημοσίου τομέα, επαγόμενη την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης εργασίας κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 904 επόμ.
του ΑΚ, το Δημόσιο ή ο φορέας του ευρύτερου δημοσίου τομέα ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτούς εργασία, εκ της οποίας αυτοί κατέστησαν πλουσιότεροι (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 575/2018, ΑΠ 131/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 της με αριθ. 19040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 133/1975 ( που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ), συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας, δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή, δηλαδή, σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 497/2020, ΑΠ 975/2019, ΑΠ 513/2019, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1781/2017).
Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012.
Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 544/2021, ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου ή προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 1086/2022, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 66/2020), στην περίπτωση, δε, που παρέχεται εξηρτημένη εργασία, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας (σχέση εργασίας) και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα υποχρεούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 735/2022).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΑΠ 640/2022, ΑΠ 378/2022).
Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 927/2022, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 633/2020) και τα επιδόματα εορτών και αδείας (ΑΠ 1482/2019, ΑΠ 1395/2019, ΑΠ 941/2015), που προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 640/2022, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (ΑΠ 933/2022, ΑΠ 640/2022).
Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C-197/15).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Οι διατάξεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, δεν επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 933/2022, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 544/2021).
Την πλήρη, δε, αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 που καθορίζουν τα δικαιώματα του μισθωτού και τις προβλεπόμενες κυρώσεις για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου (ΑΠ 640/2022, ΑΠ 541/2021).
Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τη ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ.
β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΑΠ 933/2022, ΑΠ 922/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 912/2022, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 531/2014).
Για να είναι ορισμένος ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 355/2021, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 763/2018) όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 912/2022).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 912/2022, ΑΠ 128/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής : Με την από 16-11-2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Α.Ε.Δ.) την 17-11-2004 η 1η και η 35η, την 22-11-2004 η 2η, η 19η, η 37η και η 40η, την 16-11- 2004 η 3η, την 15-11-2004 η 4η, η 15η και η 61η, την 2-11-2004 η 5η, η 7η, η 10η και 62η, την 1-11-2004 η 6η, η 9η, η 25η, η 34η, η 42η, ο 43ος, η 48η, η 49η και ο 57ος, την 29-6-2007 η 8η, η 33η, η 46η, η 47η και η 51η, την 7-11-2005 η 11η, την 28-6-2007 η 13η και η 22η, την 8-11-2004 η 27η, η 50η, και ο 53ος, την 28-9-2005 η 12η και η 44η, την 29-9-2005 η 14η, την 17-10-2005 η 16η, και η 21η, την 19-11-2004 η 17η, την 23-11-2004 ο 18ος, την 16-11-2006 η 20η, την 10-10-2005 η 23η και η 39η την 4-11-2004 η 24η, την 6-12-2004 η 26η, η 32η, και η 38η, την 5-11-2004 η 28η, η 54η και η 55η, την 1-11-2005 η 29η και η 63η, την 11-10-2005 η 30η, την 3-11-2004 η 31η και η 45η, την 4-10-2005 η 36η, την 2-5-2007 η 41η, την 3-10-2005 η 52η, την 11-4- 2008 ο 56ος, την 12-10-2005 η 58η, την 7-10-2005 η 59η και την 6-10-2005 η 60η από αυτούς με συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος εργασιακής εμπειρίας που εικονικά και κατ'επίφαση χαρακτηρίζονταν ως τοιούτου είδους και οριστικής χρονικής διάρκειας, ενώ περιείχαν τα στοιχεία συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι τοποθετήθηκαν στις υπηρεσίες του εναγόμενου, με την ειδικότητα του Διοικητικού Υπαλλήλου, α) κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.) οι 1η, 2η, 3η, 6η, 7η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η, 18ος, 19η, 20η από αυτούς για το χρονικό διάστημα από 16-11-2006 έως 26-05-2008, οι 22η, 23ος, 25η, 28η, 29η, 30η, 31η, 33η, 34η, 35η, 36η, 37η από αυτούς για το χρονικό διάστημα από 22-11-2004 έως 21-05-2008, οι 38η, 39η, 41η, 42η, 44η από αυτούς για το χρονικό διάστημα από 28-9-2005 έως 15-4-2008, οι 45η, 46η, 48η, 49η, 50η, 51η, 55η για το χρονικό διάστημα από 5-11-2004 έως 19-6-2008 και οι 56ος, 57ος, 58η, 59η, 60η, 61η, 62η, και 63η από αυτούς, β) κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) οι : 4η, 10η, 20η από αυτούς για το χρονικό διάστημα από 23-6-2008 έως 16-2-2010 και οι 21η, 24η, 43ος, 52η, και 55η από αυτούς για το χρονικό διάστημα από 2-7-2008 έως 12-2-2010 και γ) κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Π.Ε.) οι 5η, 8η, 9ος, 13η, 16η, 26η, 27η, 32η, 37η από αυτούς για το χρονικό διάστημα από 6-6-2008 έως 9-12-2009, οι 40η, 44η από αυτούς για το χρονικό διάστημα από 21-3-2008 έως 21-1-2010 και οι 47η, 53ος και 54η από αυτούς, στις θέσεις δε αυτές παρέμειναν, δυνάμει διαδοχικά παρατεινόμενων και ανανεούμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για τα αναφερόμενα για έκαστο από αυτούς χρονικά διαστήματα.
Ότι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου ασκώντας τα ειδικότερα καθήκοντα που αναφέρουν στην αγωγή τους, πάντοτε υπό τις υπηρεσιακές οδηγίες των εντεταλμένων οργάνων του εναγομένου και υπό τις ίδιες περιστάσεις παροχής εργασίας, ως και οι εργαζόμενοι που συνδέονται με το εναγόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή δημοσίου δικαίου, χωρίς όμως να τους καταβάλλονται οι μηνιαίοι μισθοί, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, ως και τα λοιπά μισθολογικά επιδόματα και έξοδα κίνησης κατά τις προβλεπόμενες σχετικές διατάξεις για τους ανωτέρω εργαζόμενους.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι ενάγοντες, ζητούσαν, από τις εν τοις πράγμασι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τους και τις νομικές διατάξεις που τις διέπουν, σε συνδυασμό με τη συνταγματική αρχή της ισότητας, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, αλλά και από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, παράλληλα δε σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού της αγωγής τους, με τη μερική τροπή του καταψηφιστικού της αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, να καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών με το νόμιμο τόκο, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, όπως αυτές ειδικότερα προσδιορίζονται και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει σε έκαστον εξ αυτών, τα υπόλοιπα αιτούμενα με την αγωγή χρηματικά ποσά, όπως αυτά προσδιορίζονται, για δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδόματα και αποδοχές αδείας και αποζημίωση λόγω μη λήψης κανονικής αδείας, με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 547/2016 οριστική του απόφαση απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως μη νόμιμη. Επί της 20.2.2018 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 1257/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης έφεσης οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη την βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού με την αιτιολογία ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ) με σύμβαση μαθητείας.
Από το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει ότι η βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται και η βάση της από την επικαλούμενη σύμβαση και όχι σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα και δεν ασκείται κατά δικονομική επικούρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), δηλαδή υπό την αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας και από την αδικοπραξία και συνεπώς είναι νομικά αβάσιμη κατά τα εκτιθέμενα στην παραπάνω νομική σκέψη.
Το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε η βάση αυτή, ακόμη και αν κατ' εκτίμηση του δικογράφου ήθελε θεωρηθεί ότι ασκήθηκε κατά δικονομική επικουρικότητα, αφού δεν έγινε επίκληση ακυρότητας της σύμβασης, την οποία αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες δεν μπορεί να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο από το περιεχόμενο της αγωγής.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, έστω και με διάφορη αιτιολογία η οποία πρέπει κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ να αντικατασταθεί με την παρούσα, δεν έσφαλε ως προς την ορθή του νόμου εφαρμογή, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες με το λόγο της έφεσης τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε η αγωγή είναι μη νόμιμη, ως προς τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών, καθόσον κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, οι συμβάσεις όλων των εναγόντων καταρτίστηκαν από τον Νοέμβριο του 2004 έως τον Οκτώβριο του 2005 στα πλαίσια προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), σύμφωνα με το άρθ. 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999.
Ο αγωγικός ισχυρισμός τους δε, τον οποίο επανέφεραν με τους σχετικούς πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης, ότι οι επίμαχες συμβάσεις καταρτίστηκαν εικονικά ως συμβάσεις μαθητείας και οι καλυπτόμενες κάτω από τις διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έπρεπε να χαρακτηρισθούν από το Δικαστήριο ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που κατά τα ισχυριζόμενα από τους ίδιους είναι ο ορθός χαρακτηρισμός, επειδή απασχολούνταν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του εναγομένου, τηρούσαν το ίδιο ωράριο και την ίδια εργασία με τους μόνιμους υπαλλήλους και κάλυπταν πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, και αν υποτεθεί αληθής, δεν είναι νόμιμος.
Και τούτο διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι επίμαχες συμβάσεις καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18-4-2001) και μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 και συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προαναφερόμενη (
ΙΙ) νομική σκέψη, αφενός μεν, δεν μπορούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο να συναφθούν εγκύρως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του Ν. 2190/1994, αλλά και διότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, ούτε κατ' εξαίρεση μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά ρητή πρόβλεψη του άρθ. 2 παρ.1 του π.δ. 164/2004, ακόμη και εάν είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σ' αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Ούτε επίσης, είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, και στην περίπτωση αυτήν, το εναγόμενο δεν έχει πλέον ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου.
Μετά ταύτα οι δύο πρώτοι λόγοι έφεσης με τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα δεν έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση ότι συνδέονταν στην πραγματικότητα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως αλυσιτελείς ως προς τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών, διότι δεν πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης που εκτέθηκε ανωτέρω και που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (βλ.
σχετ. και ΑΠ 1052/2018 Δημ. ΝΟΜΟΣ), ότι δηλαδή ακόμη και αν παρείχαν εξαρτημένη εργασία και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του 648 και 649 ΑΚ, του Π.Δ. 164/2004, του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, σε κάθε δε περίπτωση και ως αβάσιμοι κατά τα ανωτέρω.
Ως αλυσιτελής κρίνεται και ο τέταρτος λόγος έφεσης ως προς τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν οι ενάγοντες (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις κλπ) τα οποία καταδείκνυαν την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας αυτών, τόσο για τον λόγο που προαναφέρθηκε και για τους δύο πρώτους λόγους έφεσης (ήτοι το ότι και ο λόγος αυτός δεν προσβάλλει την επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης περί μη δυνατότητας σύναψης έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας), αλλά και διότι αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δέχθηκε δηλαδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ακόμη και αν είναι αληθή τα όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες περί εξαρτημένης εργασίας, η αγωγή είναι νομικά αβάσιμη.
Περαιτέρω οι ενάγοντες- εκκαλούντες δεν δικαιούνται τις αιτούμενες αποδοχές ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), και το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί, όπως οι ίδιοι εκθέτουν στην αγωγή τους, με συμβάσεις προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω, όπως αυτοί ισχυρίζονται, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης.
Απορριπτέος κρίνεται και ο πέμπτος λόγος έφεσης, περί μη λήψης υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συναφούς νομολογίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού αυτό δεν αποτελεί πλημμέλεια της εκκαλουμένης απόφασης.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τις αιτούμενες αξιώσεις για διαφορές αποδοχών λόγω ύπαρξης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αλλά και λόγω παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 648 και 649 ΑΚ, του Π.Δ. 164/2004, των άρθρων 4, 22, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, και 21 του Ν. 2190/1994. Οι αγωγικοί ισχυρισμοί, όμως, περί ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας, που επαναφέρονται με τους άνω λόγους έφεσης πρέπει να κριθούν ως προς την νομική βασιμότητά τους ως προς τα κονδύλια της αγωγής περί οφειλομένων επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας, τα οποία, οφείλονται εκ του νόμου και επί άκυρης σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω (
ΙΙ) νομική σκέψη. Επομένως, μετά την παραδοχή ότι δεν υπήρχε περίπτωση σύναψης έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ερευνητέον αν υπάρχει έστω και άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή απλή σχέση εργασίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση ούτε άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά γνήσια σύμβαση μαθητείας και απέρριψε συνολικά ως μη νόμιμη την αγωγή. Ωστόσο σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω (II) νομική σκέψη, η αγωγή είναι νόμιμη ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας, καθόσον εκτέθηκαν πραγματικά περιστατικά περί σύναψης στην πραγματικότητα εξαρτημένης εργασίας, ισχυρισμός που αν υποτεθεί αληθής άγει σε παραδοχή των άνω κονδυλίων που οφείλονται εκ του νόμου, όπως προεκτέθηκε και επί άκυρης σύμβασης εργασίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και κατά το τμήμα αυτό, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα εν μέρει υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους άνω λόγους έφεσης.
Συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα άνω κονδύλια και, αφού κρατηθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό και δικαστεί από το παρόν δικαστήριο, να κριθεί νόμιμη ως προς τα παραπάνω κεφάλαια της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 5 του Α.Ν 539/1945, 3 του ΝΔ 3755/1957 και 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966, ερευνηθεί δε περαιτέρω και κατ' ουσίαν.
Από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες υπ' αριθμ. …/26/2/2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Μ. Μ., η οποία λήφθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εντός της προθεσμίας αντικρούσεως, μετά από κλήτευση του εναγομένου με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- βλ.
τα προαναφερόμενα πρακτικά συνεδριάσεως της πρωτοβάθμιας δίκης και παραδεκτά προσκομίζεται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 284/2018 και ΑΠ 1114/2011 Δημ. ΝΟΜΟΣ), αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι ενάγοντες προσελήφθησαν από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, κατόπιν επιλογής και αξιολόγησης σύμφωνα με τυπικά τους προσόντα με συμφωνητικά συνεργασίας, που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ (stage), και απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες του τελευταίου, ως διοικητικοί υπάλληλοι και συγκεκριμένα κατηγορίας (Δ.Ε.) οι 1η,2η, 3η, 6η, 7η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η, 18ος, 19η, 20η για το χρονικό διάστημα από 16-11-2006 έως 26- 05-2008, 22η, 23ος, 25η, 28η, 29η, 30η, 31η, 33η, 34η, 35η, 36η, 37η, για το χρονικό διάστημα από 22-11-2004 έως 21-05-2008, 38η, 39η, 41η, 42η, 44η, για το χρονικό διάστημα από 28-9-2005 έως 15-4-2008, 45η, 46η, 48η, 49η, 50η, 51η, 55η, για το χρονικό διάστημα από 5-11-2004 έως 19-6-2008, 56ος, 57ος, 58η, 59η, 60η, 61η, 62η, και 63η, κατηγορίας Τ.Ε.
οι: 4η, 10η, 20η, για το χρονικό διάστημα από 23-6-2008 έως 16-2-2010, 21η, 24η, 43ος, 52η, και 55η για το χρονικό διάστημα από 2-7-2008 έως 12-2-2010 και κατηγορίας Π.Ε. οι: 5η, 8η, 9ος, 13η, 16η, 26η, 27η, 32η, 37η για το χρονικό διάστημα από 6-6-2008 έως 9-12-2009, 40η, 44η, για το χρονικό διάστημα από 21-3-2008 έως 21-1-2010, 47η, 53ος, και 54η, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο, με ωράριο που δεν θα υπερέβαινε τις 7 ώρες την ημέρα, από Δευτέρα έως Παρασκευή.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε δεκαοκτάμηνη, μετά δε την λήξη τους οι άνω συμβάσεις ανανεώθηκαν έως και την 10-2-2010 η 1η, την 16-2-2010 η 2η, η 4η, η 6η, την 26-1-2010 η 3η, την 24-12-2009 η 5η, την 3-12-2009 η 7η, την 12-7-2010 η 8η, την 9-12-2009 ο 9ος, η 12η, και η 28η, την 28-1-2010 η 10η, η 32η, και ο 43ος, την 29-12-2009 η 11η, την 24-8- 2010 η 13η, την 11-2-2010 η 14η, η 35η, 45η, και η 61η, την 12-12-2009 η 15η, την 1-2-2010 η 16η, την 22-1-2010 η 17η, την 13-4-2010 ο 18ος, την 1-4-2010 η 19η, την 16-2-2010 η 20η, την 4-1-2010 η 21η, την 15-9-2010 η 22η, την 26-1-2010 ο 23ος, την 19-1-2010 η 24η, την 3-2-2010 η 25η, την 29-1-2010 η 26η, την 10-12-2009 η 27η, την 31-12- 2009 η 29η, ο 52ος, η 58η, και η 59η, την 8-2-2010 η 30η, την 2-12-2009 η 31η, την10-9-2010 η 33η, την 14-1-2010 η 34η, την 27-1-2010 η 36η, την 9-12-2009 η 37η, την 28-6-2010 η 38η, την 1-12-2009 η 39η, την 3-1-2010 η 40η, την 30-7- 2010 η 41η, την 7-1-2010 η 42η, την 20-1-2010 η 44η, την 20-7-2010 η 46η, την 18-7-2010 η 47η, την 13-1-2010 η 48η, την 21-12-2009 η 49η, την 5-2-2010 η 50η, την 27-7-2010 η 51η, την 26-1-2010 ο 53ος, την 12-2-2010 η 54η και η 55η, την 29-12-2010 ο 56ος, την 26-1- 2010 ο 57ος, την 12-3-2010 η 60η, την 15-1-2010 η 62η και την 17-12-2009 η 63η εξ' αυτών όπως όλα τα ανωτέρω δε συνομολογούνται και από το εναγόμενο.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι παρά τα αναγραφόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, ότι δηλαδή σκοπός ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε η παροχή εργασίας στις υπηρεσίες του εναγομένου, καθόσον ακόμη και αν είχαν το ίδιο ωράριο με το μόνιμο προσωπικό, εκτελούσαν όμοια εργασία και βρίσκονταν υπό την εποπτεία και έλεγχο των προϊσταμένων τους, αυτά δεν συνεπάγονται ότι βρίσκονταν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας, αφού η παροχή υπηρεσιών εκ μέρους τους δεν συνεπάγεται και ότι ελλείπει το προέχον στοιχείο, δηλαδή η παροχή εκπαιδεύσεως στους μαθητευόμενους.
Ακόμη δηλαδή και αν η δραστηριότητά τους ήταν η ίδια με αυτή των διοικητικών υπαλλήλων, αυτό γινόταν στα πλαίσια της άσκησής τους προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία ως υπάλληλοι γραφείου διοικητικών καθηκόντων, ήταν δηλαδή ασκούμενοι στις δραστηριότητες αυτές και όχι μισθωτοί. Είναι δε λογικό να απασχολούνται υπό την επίβλεψη των προϊσταμένων των διοικητικών υπαλλήλων, με σκοπό την εκπαίδευσή τους.
Ομοίως και η αναφερόμενη στην αγωγή προς επίρρωση του άνω ισχυρισμού τους, ανανέωση των συμβάσεών τους δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός στο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο για συμβάσεις μαθητείας, αφού κάλλιστα θα μπορούσε να γίνεται και πράγματι γινόταν για απόκτηση μεγαλύτερης εργασιακής εμπειρίας, γεγονός που μόνο προς όφελος τους απέβαινε.
Συνεπώς οι ενάγοντες δεν απέδειξαν τον ισχυρισμό ότι δεν επρόκειτο για γνήσιες συμβάσεις μαθητείας με προέχοντα στοιχεία την παροχή εκπαιδεύσεως στους μαθητευόμενους και ότι τα συμφωνητικά συνεργασίας που καταρτίσθηκαν με το εναγόμενο δεν έγιναν με σκοπό την υλοποίηση του προγράμματος για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, όπως ρητά αναγράφηκε σε αυτά και προβλέπεται και από την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998.Εξάλλου οι ίδιοι υπέβαλαν αίτηση για συμμετοχή στο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και γνώριζαν όλους τους όρους συμμετοχής σε αυτό, αφού υπέγραψαν τα συμφωνητικά με το συγκεκριμένο αυτό περιεχόμενο, το οποίο μόνο μετά την αποχώρησή τους αμφισβήτησαν. Ως εκ τούτου δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω (I) νομική σκέψη.
Συνεπώς δεν δικαιούνται οι ενάγοντες ούτε τα επιδόματα εορτών και αδείας και την αποζημίωση αδείας, αφού αυτά δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου, οι εργαζόμενοι που συνδέονται έστω με απλή σχέση εργασίας (βλ. ΑΠ 9/2018 Δημ. ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει η αγωγή ως προς τα άνω επιδόματα και αποζημίωση αδείας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Κατόπιν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το κεφάλαιο που έκρινε ότι είναι μη νόμιμη η αγωγή ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτή ως προς το αγωγικό αίτημα επιδίκασης αυτών ως κατ'ουσία αβάσιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στις συμβάσεις που είχαν συνάψει με το εναγόμενο για το λόγο ότι ήταν συμβάσεις μαθητείας και ότι ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου κατ'εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, καθότι αυτοί δεν ζητούσαν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας τους αλλά την επιδίκαση διαφοράς αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας για τα έτη 2004 έως 2010.
Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι αυτοί συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με συμβάσεις μαθητείας, παρά το γεγονός ότι κάλυπταν κατά το διάστημα της απασχόλησής τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ τις οποίες δεν εφάρμοσε στην ένδικη περίπτωσή τους, παρότι οι διατάξεις της ως άνω Οδηγίας ήταν εφαρμοστέες, ενόψει της κάλυψης εκ μέρους τους παγίων αναγκών του εναγομένου και δεδομένου ότι η ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής απαγορεύει την κατάχρηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου μισθωτών.
Αμφότεροι οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την βάση αυτής που στηριζόταν στο ότι τα συμφωνητικά συνεργασίας προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας των εναγόντων με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Α.Ε.Δ.) έγιναν κατ'επίφαση, καθότι τα συμφωνητικά αυτά περιείχαν όλα τα στοιχεία της πλήρους συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (σελ. 4 της αγωγής) και ότι αυτοί παρείχαν τις υπηρεσίες τους με τον ίδιο τρόπο που παρείχε την εργασία του το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου τακτικό προσωπικό, αλλά και το με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου προσωπικό του εναγομένου, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ.
ΑΚ και 21 του ν. 2190/1994, καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην από 16.11.2010 αγωγή των εναγόντων, δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων με το εναγόμενο ΝΠΔΔ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και εάν οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ..Δ (Ο.Α.Ε.Δ.), ούτε μπορεί να επιδικασθούν διαφορές αποδοχών στηριζόμενες στην ως άνω βάση, εφόσον ακόμα και σε περίπτωση παροχής εξηρτημένης εργασίας, υπάρχει, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, απλή σχέση εργασίας με συνέπεια να οφείλονται από αυτή (απλή σχέση εργασίας) α) διαφορές αποδοχών κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και β) τα επιδόματα εορτών και αδείας και η αποζημίωση (μη ληφθείσας) αδείας εκ του νόμου.
Ούτε, επίσης, το Εφετείο, με την μη εφαρμογή, στην κρινόμενη υπόθεση, του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, καθότι αυτές αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται.
Τέλος, σε κάθε περίπτωση, και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του π.δ/τος 164/2004 εξαιρούνται οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (ΟΑΕΔ), όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 409/2022, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018), ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 409/2022), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991) έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 990/2022, ΑΠ 1377/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 990/2022, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 990/2022, ΑΠ 1108/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (πρέπει να σημειωθεί ότι στο αναιρετήριο δεν υπάρχει τρίτος λόγος αναίρεσης) προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και ειδικότερα τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, ότι αυτοί ως απασχολούμενοι υπό καθεστώς μαθητείας με συμφωνητικά απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, παρείχαν στην πραγματικότητα εξηρτημένη εργασία και στα πλαίσια συμβάσεων εργασίας κατά πλήρες ωράριο καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ.
Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο, επίσης, εκ του αριθμού 8 του ως άνω άρθρου λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι απέρριψε εσφαλμένα την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής θεωρώντας ότι αυτοί δεν επικαλέσθηκαν την ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας τους με το εναγόμενο, ενώ αυτοί είχαν προβάλλει επικουρικά τον ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις που είχε συνάψει μαζί τους το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.
ήταν μη νόμιμες και άκυρες. Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι καθότι α) ως προς την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια, το Εφετείο, εξέτασε τη βάση της αγωγής με την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι συνήψαν συμφωνητικά συνεργασίας με το εναγόμενο στα πλαίσια εργασιακής εμπειρίας που στην πραγματικότητα αφορούσαν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, απορρίπτοντας αυτή ως μη νόμιμη ως προς τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών με την παραδοχή ότι δεν υπήρχε περίπτωση σύναψης έγκυρης σύμβασης εργασίας μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου ΝΠΔΔ και ερευνώντας κατ'ουσία το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας στα πλαίσια ύπαρξης απλής σχέσης εργασίας απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως κατ'ουσία αβάσιμο, κρίνοντας ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι τελούσαν σε σχέση εξηρτημένης εργασίας με το εναγόμενο ΝΠΔΔ και β) ως προς την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια, το Εφετείο εξέτασε την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά της ως άνω βάσης περιστατικά περί αδικαιολογήτου πλουτισμού του εναγομένου ΝΠΔΔ με ζημία των εναγόντων και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της εσφαλμένης, κατά την άποψή τους, απόρριψης της ως άνω βάσης, εφόσον δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν το Δικαστήριο της ουσίας εξέτασε ισχυρισμό και τον απέρριψε έστω και εσφαλμένα.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, αναφορικά με την επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1285/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι οδηγήθηκε στην κρίση της ότι οι συμβάσεις τους ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας και όχι συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, κατά παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ότι, ειδικότερα, εφόσον αυτοί εργάζονταν για χρονικά διαστήματα τριών (3), τεσσάρων (4), πέντε (5) και έξι (6) ετών, και παρείχαν τις υπηρεσίες τους, με επανειλημμένες ανανεώσεις της αρχικής σύμβασης συνεχώς και αδιαλείπτως, αποδεικνύεται με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ότι δεν επρόκειτο για προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας αλλά για σχέση εξηρτημένης εργασίας Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες τον κανόνα δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε από το Εφετείο χρήση των επικαλούμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, ούτε παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που έκρινε επί της ουσίας ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν τον ισχυρισμό τους ότι στην πραγματικότητα δεν είχαν συνάψει με το εναγόμενο ΝΠΔΔ γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, αλλά συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας.
Σε κάθε, δε, περίπτωση, η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών ως προς το χρόνο απασχόλησης και ως προς τον αριθμό των ανανεώσεων και παρατάσεων των αρχικών συμβάσεων των εναγόντων με το εναγόμενο, που, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν θεμελιώνουν τον ως άνω εκ του αριθμού 1β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος προκύπτει ότι η επιβαλλόμενη με τις ως άνω διατάξεις αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων προϋποθέτει ότι οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου δε να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 933/2022, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 186/2019) και κατά συνέπεια προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας (ΑΠ 933/2022, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 186/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του εναγομένου ΝΠΔΔ ήταν συμβάσεις μαθητείας και όχι συμβάσεις εργασίας και να μην τους επιδικάσει τις οφειλόμενες αποδοχές που είναι οι ίδιες με αυτές του τακτικού και μόνιμου προσωπικού του εναγομένου παραβίασε τη συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής για ίση παρεχόμενη εργασία που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 3205/2003 που αφορούν το μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του Δημοσίου και των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η ένδικη αγωγή των εναγόντων με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, αναφορικά με την επιδίκαση των μισθολογικού χαρακτήρα διαφορών, ως προς τη βάση αυτής, που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, είναι μη νόμιμη, διότι αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν οι αναιρεσείοντες αφενός μεν είχαν προσληφθεί με συμβάσεις προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Α.Ε.Δ.), αφετέρου δε η πρόσληψη αυτών έλαβε χώρα, χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης αρχής (ΑΣΕΠ) και συνεπώς δεν τελούσαν από το ίδιο νομικό καθεστώς με τους μονίμους υπαλλήλους του αναιρεσίβλητου.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό τρίτο λόγο έφεσης των εναγόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (που είχε απορρίψει την ως άνω αγωγική βάση ως μη νόμιμη), με την αιτιολογία ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αιτούμενες αποδοχές με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, "αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί, όπως οι ίδιοι εκθέτουν στην αγωγή τους, με συμβάσεις προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω...", δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις μισθολογικού χαρακτήρα διατάξεις του ν. 3205/2003, που δεν ήταν εφαρμοστέες και συνεπώς τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω έκτο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. γ', η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) κατ' άρθρ. 219 ΚΠολΔ της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.
Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σ' αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Περαιτέρω, όταν η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.
α' του ΑΚ,, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη, και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Είναι όμως αναγκαία στην περίπτωση αυτή η απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή η ανυπαρξία των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία (Ολ ΑΠ 22/2003, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 1325/2019). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 161/2021, ΑΠ 550/2017).
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 589/2022, ΑΠ 109/2022, ΑΠ 22/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής τους παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, εφόσον αυτοί βάσισαν την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής τους στη δικονομική επικουρικότητα αυτής θεμελιώνοντας αυτή στην παράνομη παροχή της εργασίας τους στο εναγόμενο ΝΠΔΔ και συνεπώς με έμμεση αναφορά στην ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας τους με αυτό.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που κρίθηκε ως μη νόμιμη η ως άνω εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής των εναγόντων, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που η αποδιδόμενη σ'αυτή, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια θεμελιώνεται στη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με αυτή (αγωγή) οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν, όσον αφορά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, ότι "Επειδή παράλληλα το ανωτέρω ποσόν που αναλογεί σε καθένα-καθεμία από εμάς, το δικαιούμεθα και σύμφωνα με τις διατάξεις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω αδικοπραξίας (άρθρα 904 επ.
ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 937, 938, 297 και 298 Α.Κ.) λαμβανομένου υπόψη ότι το αντίδικο ως εργοδότης μας υπό τις εντολές και οδηγίες των εντεταλμένων διευθυντικών οργάνων του οποίου, παρείχαμε την εργασία μας, διασφάλισε προς όφελός του την αντίστοιχη δαπάνη, καθιστάμενο έτσι πλουσιότερο από την περιουσία και με ζημιά μας και έτσι υποχρεούται να μας αποδώσει την ωφέλεια (με την οποία κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο) την οποία απεκόμισε από τη χορήγηση του εν λόγω ποσού και η οποία συνίσταται στην εξοικονομηθείσα δαπάνη στην οποία θα υποβάλλετο, αν ενεργούσε σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, ο δε εν λόγω πλουτισμός του σώζεται ως σήμερα".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης των εναγόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την ως την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της, με την αιτιολογία "ότι η βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται και η βάση της από την επικαλούμενη σύμβαση και όχι σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα και δεν ασκείται κατά δικονομική επικούρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), δηλαδή υπό την αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας και από την αδικοπραξία και συνεπώς είναι νομικά αβάσιμη κατά τα εκτιθέμενα στην παραπάνω νομική σκέψη.
Το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε η βάση αυτή, ακόμη και αν κατ' εκτίμηση του δικογράφου ήθελε θεωρηθεί ότι ασκήθηκε κατά δικονομική επικουρικότητα, αφού δεν έγινε επίκληση ακυρότητας της σύμβασης, την οποία αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες δεν μπορεί να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο από το περιεχόμενο της αγωγής".
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι η ως άνω εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη, καθότι αυτή θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνεται η αγωγή ως προς τις βάσεις της από τη σύμβαση εργασίας και από τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, χωρίς αυτή να έχει ασκηθεί υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης των ως άνω βάσεων της αγωγής (από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία) και χωρίς να γίνεται σ' αυτή (αγωγή), όπως απαιτείται για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, έστω και απλή επίκληση της ακυρότητας των συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας των εναγόντων με το εναγόμενο ΝΠΔΔ, ως προς την εκ της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας κύρια βάση της αγωγής περί επιδίκασης διαφοράς αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας ή της ανυπαρξίας των ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία.
Επομένως ο ως άνω έβδομος λόγος αναίρεσης καθό μέρος με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ένατο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι συμβάσεις τους με το αντίδικο ΝΠΔΔ δεν αποδείχθηκε ότι δεν συνιστούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας και κατόπιν τούτου να απορρίψει ως κατ'ουσία αβάσιμη την αγωγική τους αξίωση για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας, τα οποία δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εργασίας αλλά και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση ή σχέση εργασίας, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1802/1980, 1 παρ.2 της 1940/1981 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του ν. 133/1975.
Ο ως άνω ένατος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθότι διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο της αίτησης, επί μέρους, μόνο, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επιλεκτικά και αποσπασματικά κατ'επιλογή των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη την αξίωση επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας, και συγκεκριμένα το αποδεικτό πόρισμα αυτής ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) δεν απέδειξαν ότι οι συμβάσεις εργασίας τους "...δεν επρόκειτο για γνήσιες συμβάσεις μαθητείας μαθητείας με προέχοντα στοιχεία την παροχή εκπαιδεύσεως στους μαθητευόμενους και ότι τα συμφωνητικά συνεργασίας που καταρτίσθηκαν με το εναγόμενο δεν έγιναν με σκοπό την υλοποίηση του προγράμματος για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας..." και ως εκ τούτου αυτοί δεν δικαιούνται "τα επιδόματα εορτών και αδείας και την αποζημίωση αδείας, αφού αυτά δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου, οι εργαζόμενοι που συνδέονται έστω με απλή σχέση εργασίας" και δεν διαλαμβάνονται σ'αυτή (αίτηση), όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Εφετείο ως θεμελιωτικά του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούται επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας καθότι δεν συνδέονταν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με απλή σχέση εργασίας, προκειμένου να ελεγχθεί, αν υπάρχουν νομικά σφάλματα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των αναφερομένων στους ως άνω λόγους αναίρεσης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια,, αλλά οι αναιρεσείοντες περιορίζονται στην ανάπτυξη της ερμηνείας των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων, βάσει των οποίων, κατά τη εκτίμησή τους, δεν τελούσαν σε σύμβαση γνήσιας μαθητείας αλλά σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 933/2022, ΑΠ 640/2022).
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του (Ολ ΑΠ 14/2005). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010, ΑΠ 336/2010).
Τέλος, δεν δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη του δικαστικές αποφάσεις, που επιλύουν νομικά ζητήματα (ΑΠ 933/2022, ΑΠ 640/2022). Στη προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δέκατο και τελευταίο, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που είχαν νόμιμα προσκομίσει και επικαλεστεί με τις προτάσεις τους ενώπιον αυτού, από τα οποία προέκυπτε η νομιμότητα της αγωγής τους.
Ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: α) τις αναφερόμενες σ'αυτή δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες επιλύουν τα σχετικά νομικά ζητήματα, στα οποία στηρίζεται εν μέρει η αγωγή τους και β) υπεύθυνες δηλώσεις-βεβαιώσεις και έγγραφα από τα οποία προέκυπτε η εργασιακή τους σχέση με το εναγόμενο και το είδος της παρεχόμενης εργασίας τους υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος α) κατά το σκέλος που αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των επικαλούμενων στο λόγο αυτό δικαστικών αποφάσεων, γιατί δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ από τη μη λήψη δικαστικών αποφάσεων που επιλύουν νομικά θέματα, β) κατά δε το σκέλος που αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο εγγράφων που προσκομίσθηκαν, λόγω της αοριστίας του, γιατί, αφενός μεν δεν γίνεται στον ως άνω λόγο σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, υπό την έννοια να είναι αυτή ειδική και να προκύπτει η ταυτότητα των εγγράφων που δεν ελήφθησαν, κατά τον ως άνω λόγο, υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση και αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, δεν προσκομίζονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τα έγγραφα τα οποία αορίστως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι είχαν προσκομίσει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και δεν ελήφθησαν υπόψη από αυτό.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς παρισταμένους αναιρεσείοντες. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ.
δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1073/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους πέμπτη (5η), όγδοη (8η), εικοστή (20η), τριακοστή πρώτη (31η) και τριακοστή τρίτη (33η) αναιρεσείουσες.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9 Φεβρουαρίου 2021 με αριθμ. καταθ. 1046/100/10.2.2021 αίτησης αναίρεσης ως προς τους πέμπτη (5η), όγδοη (8η), εικοστή (20η), τριακοστή πρώτη (31η) και τριακοστή τρίτη (33η), αναιρεσείουσες.
Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες την από 9 Φεβρουαρίου 2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1257/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ