Greek Supreme Court dismisses appeal as time-barred due to late filing after initial appeal withdrawal.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment regarding a company's assets. The State argued for the appeal's admissibility, but the Court found the filing occurred over five months after the thirty-day deadline expired. The appeal was rejected because the State failed to file within the statutory period following the withdrawal of the initial counter-appeal.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 522, 552, 553 para. 1 lit. a, 564 para. 1, 570 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the expiration of the thirty-day period is inadmissible.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 951 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 951/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (... -Α.Ε.)", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπείται α)από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη εταιρεία", όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Χ. Σ., ως Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσας ... - ΑΕ, που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην …. το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ροδίτη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 581/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/7/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552 και 553 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, η πρώτη των οποίων ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, η δεύτερη των οποίων ορίζει ότι με αναίρεση μπορεί να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων και η τρίτη των οποίων ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση συνάγεται ότι, εάν η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν μεταβιβάσθηκε στο σύνολό της στο εφετείο, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στα (παραδεκτώς) μεταβιβασθέντα με την έφεση κεφάλαια, όσο και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τις οριστικές της διατάξεις που αναφέρονται σε κεφάλαια που δεν μεταβιβάσθηκαν [ή μεταβιβάσθηκαν απαραδέκτως] στο Εφετείο με έφεση ή αντέφεση (ΑΠ 820/2017, ΑΠ 634/2017, ΑΠ 306/2009, ΑΠ 1565/2001).
Από δε τη διάταξη του ως άνω άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ που ορίζει ειδικότερα ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών διατάξεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή και ότι αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη, συνάγεται ότι στην περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων αγωγικών αιτημάτων (κεφαλαίων) σε ένα δικόγραφο αγωγής και έκδοσης οριστικής απόφασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επί όλων των ως άνω κεφαλαίων, αν ασκηθεί έφεση μόνο για ορισμένα από τα αιτήματα αυτά (κεφάλαια), σε αναίρεση υπόκειται κατά τα ανωτέρω η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου [ως προς τα μη προσβληθέντα ή απαραδέκτως προσβληθέντα με την έφεση κεφάλαια] μόνο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του Εφετείου για όλα τα λοιπά κεφάλαια κατά των οποίων ασκήθηκε παραδεκτά έφεση (ΑΠ 1565/2001, ΑΠ 622/1994, ΑΠ 481/1993, ΑΠ 1158/1980), διότι τότε καθίσταται τελεσίδικη η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί όλων των διατάξεων αυτής.
Έκτοτε, συνακόλουθα, αρχίζει να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης. Κατά συνέπεια η επίδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επιφέρει την έναρξη της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών για την άσκηση αναίρεσης, τόσο ως προς τις κριθείσες διατάξεις που μεταβιβάσθηκαν στο Εφετείο, κατά των οποίων είχε παραδεκτά ασκηθεί έφεση, όσο και ως προς τις μη μεταβιβασθείσες στο Εφετείο διατάξεις της οριστικής και ήδη καταστάσας τελεσίδικης απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που πλήττονται με την αίτηση αναίρεσης.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή την οποία φαίνεται να υποστηρίζει το αναιρεσείον, κατά την οποία η επίδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν επάγεται την έναρξη της τριακονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης αναφορικά με τα μη μεταβιβασθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κεφάλαια της μη επιδοθείσας μετά την τελεσιδικία της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οδηγεί σε άτοπα αποτελέσματα της κατάτμησης της διαφοράς κατά το στάδιο της αναιρετικής δίκης, γεγονός που καθίσταται εναργές στην περίπτωση που ο αναιρεσείων πλήττει με την αίτηση αναίρεσης στρεφομένη κατ' αμφοτέρων των αποφάσεων, παραλλήλως διατάξεις της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που αφορούν κεφάλαια αυτής τα οποία δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και διατάξεις επί των οποίων έκρινε κατ' ουσία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατόπιν παραδεκτής προσβολής των σχετικών κεφαλαίων με την έφεση, μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης της απόφασης, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου (ΑΠ 124/2013, ΑΠ 104/2008).
Εάν η τελευταία (τριακοστή) ημέρα είναι κατά νόμο εξαιρετέα, η προθεσμία αυτή λήγει την ίδια ώρα της πρώτης μη εξαιρετέας ημέρας, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της ως άνω διάταξης του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ. Σύμφωνα δε με την παρ.2 του άρθρου 144 του ιδίου Κώδικα, οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση εγγράφου, τρέχουν εναντίον και εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΟλΑΠ 412/1981).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης από 30.7.2018 και με αριθ. κατάθ. 76856/123/31.7.2018 αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικώς διάδοχος της αρχικά εναγομένης και στη συνέχεια καταργηθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε", [δυνάμει των άρθρων 1 - 4 της με αριθ. οικ. 02/11.6.2013 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (ΦΕΚ Β 1414/11.6.2013), όπως το άρθρο 2 παρ.2 αυτής τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. οικ6/7.8.2013 όμοια Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β 1675/8.7.2011), οι οποίες εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 Β παρ. 1 και 2 του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.) (ΦΕΚ Α 314), που προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α 180) και συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 1 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α 268) κυρωθείσας με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α 31) και το άρθρο 1 της από 10.6.2013 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α 139) σε συνδυασμό με την με αριθ.
Δ.Ο.Δ.Γ. 4020512/8.10.2015 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Επικράτειας (ΦΕΚ Β 2167) για τον διορισμό νέου ειδικού διαχειριστή για την διαχείριση του ενεργητικού και παθητικού της μεταβιβασθείσας στο Ελληνικό Δημόσιο ... ΑΕ] αναιρεσιβάλλει την με αριθ. 581/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ήδη κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της με αριθ. 4665/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα, με την από 4.6.2009 και με αριθ. κατάθ. 100250/2789/11.6.2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που στρεφόταν κατά της τότε εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος συνδεόταν με την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε α) την ακύρωση της με αριθ. 3/18.6.2008 απόφασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της ...
ΑΕ και της συμπροσβαλλομένης με αριθ. 1/5.1.2007 απόφασης του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την οποία κρίθηκε πειθαρχικά ελεγκτέος για το πειθαρχικό παράπτωμα της αδικαιολόγητης απουσίας από την εργασία του για είκοσι πέντε (25) συνολικά ημέρες κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Ιουλίου 2006 έως τα τέλη Νοεμβρίου 2006 και του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής απόλυσης διαρκείας τριών (3) μηνών, επικαλούμενος νομικές πλημμέλειες των πειθαρχικών αποφάσεων κατά τη λήψη αυτών και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας αυτών και, επί πλέον, αρνούμενος την από αυτόν τέλεση του πιο πάνω πειθαρχικού παραπτώματος, β) την επιδίκαση σε αυτόν, ως αποζημίωση, του ποσού των 2.410 ευρώ που αντιστοιχούν στο ήμισυ των τακτικών αποδοχών που απώλεσε από την παρά το νόμο επιβολή σε αυτόν της πιο πάνω πειθαρχικής ποινής, που είχε ως συνέπεια την καταβολή του ημίσεως των αποδοχών του κατά τη διάρκεια αυτής και γ) την επιδίκαση σε αυτόν του ποσού των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 581/20.3.2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ναι μεν έκρινε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου της τότε εναγομένης ... ΑΕ είχαν ληφθεί νομίμως και ήταν επαρκώς αιτιολογημένες και ότι ο ενάγων πράγματι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα που του αποδιδόταν, πλην όμως, ενόψει των περιγραφομένων στην ως άνω απόφαση συνθηκών εργασίας του ενάγοντος την περίοδο τέλεσης του πιο πάνω πειθαρχικού παραπτώματος, η επιβληθείσα σε αυτόν πειθαρχική ποινή της προσωρινής απόλυσης διαρκείας τριών (3) μηνών υπερβαίνει καταφανώς τα εκ του άρθρου 281 του ΑΚ τασσόμενα όρια και ως εκ τούτου τυγχάνει άκυρη.
Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού αναγνώρισε την ακυρότητα των πιο πάνω αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου και Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της ... ΑΕ, επιδίκασε σε αυτόν ως αποζημίωση το ποσό των 2.410 ευρώ από την απώλεια του ημίσεως των αποδοχών του και το ποσό των 1.500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
Η οριστική αυτή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στην εναγομένη ... ΑΕ στις 5.4.2012, όπως ρητώς συνομολογεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην ένδικη αίτηση αναίρεσης. Κατ' αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε παραδεκτώς την από 1.5.2012 και με αριθ. 3653/2.5.2012 έφεση, με την οποία παραπονείτο μόνο για το ύψος της επιδικασθείσας σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης, ζητώντας την, ως προς το κεφάλαιο αυτό, εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την επιδίκαση ολοκλήρου του αιτηθέντος ποσού, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθ. 4667/10.10.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος, επικυρώνοντας έτσι κατά το σχετικό κεφάλαιο την πρωτόδικη απόφαση. Με την έκδοση της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατέστη τελεσίδικη και έκτοτε προσβλητή με αίτηση αναίρεσης η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τα κεφάλαια που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση. [Σημειώνεται ότι κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εναγομένη ...
ΑΕ είχε απαραδέκτως (πρόωρα) ασκήσει την από 21.5.2012 (αρ. κατάθ. 70/25.5.2012) αίτηση αναίρεσης, καθότι η αναιρεσιβληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν είχε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης εισέτι καταστεί τελεσίδικη, λόγω της κατ' αυτής ασκηθείσας έφεσης του αντιδίκου της, από το δικόγραφο της οποίας (αίτησης αναίρεσης) παραδεκτώς παραιτήθηκε με την ένδικη αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικώς διάδοχος της ...
ΑΕ]. Όπως όμως προκύπτει από σχετική από 26 Ιανουαρίου 2018 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Μ. επί αντιγράφου της με αριθ. 4667/10.10.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που με επίκληση προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με επιμέλεια του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στις 26 Ιανουαρίου 2018.
Κατά συνέπεια από της επομένης ημέρας (27 Ιανουαρίου 2018) αρχίζει να τρέχει η από το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών, η οποία συμπληρώθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2018, καθότι η τελευταία (τριακοστή) ημέρα, που ήταν η 25η Φεβρουαρίου 2018, ήταν κατά το ημερολόγιο ημέρα Κυριακή. Η προθεσμία αυτή αφορά και τον διάδικο με την επιμέλεια του οποίου έγινε η επίδοση (αναιρεσείον) και καλύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, και τις οριστικές διατάξεις της [προεπιδοθείσας στις 5.4.2012] οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που αφορούν κεφάλαια αυτής, τα οποία δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και αναιρεσιβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Όπως δε προκύπτει από το δικόγραφο της από 30.7.2018 ένδικης αίτησης αναίρεσης, αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Πρωτοδικείου Αθηνών στις 31 Ιουλίου 2018 με αριθμό κατάθεσης 76856/123/31.7.2018, ήτοι αυτή ασκήθηκε μετά την πάροδο πέντε και πλέον μηνών από την επομένη ημέρα της κατά τα άνω λήξης της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση αναίρεσης.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, που προβάλλεται με τις εμπροθέσμως (άρθ. 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ) κατατεθείσες από 23 Απριλίου 2018 προτάσεις του, ο οποίος ερευνάται άλλωστε και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.7.2018 με αριθ. κατάθ. 76856/123/31.7.2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 581/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ