Legislator Giurisprudenza & Legislazione
634/2017 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify contradictory findings in the contested judgment.

Numero d'incarto 634/2017
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn lower court decisions regarding a traffic accident. The appellant argued the first-instance judgment contained contradictory reasoning by finding the appellant fully at fault while simultaneously acknowledging liability for third parties without assigning them responsibility. The court rejected this claim because the appellant failed to identify specific contradictory statements in the judgment's operative part, and the arguments relied on the reasoning section were insufficiently detailed to constitute a valid ground for appeal.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(17), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged contradictions in a judgment is inadmissible if the appellant fails to point to specific contradictory provisions in the operative part of the decision or provides vague arguments regarding the reasoning section.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal contradictory findings Code of Civil Procedure traffic accident liability specific contradiction requirement

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 17 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 118 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 926 of the Civil Code
Articles 176, 183, 184, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Case 1376/2005 of the Supreme Court

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 634 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 634/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ’ ου η κλήση: Α. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζηκογιάννη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση - κλήση στην: Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4016/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7693/2005 μη οριστική και 3075/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-2-2009 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 621/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 29-6-2011 κλήση του αναιρεσείοντος και εκδόθηκε η 1107/ 2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε και πάλι τη συζήτηση απαράδεκτη.

Η υπόθεση επανέρχεται εκ νέου για συζήτηση με την από 9-2-2016 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος - καλών όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 25-1-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελευθερίου Μάλλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-2-2016 κλήση του αναιρεσιβλήτου επαναφέρεται προς συζήτηση η από 20-2-2009 αίτηση για αναίρεση των 3075/2007 και 4016/2004 αποφάσεων του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, μετά την έκδοση των 621/2011 και 1107/2013 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της κατά τις δικασίμους 4-3-2011 και 25-1-2013, αντίστοιχα, που είχαν οριστεί αρχικά, για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους.

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο .../18-3-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π.

Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 27-5-2016 που ορίστηκε αρχικά, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο εκείνη, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 17-2-2017, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευσή του κατ’ αυτή (άρθρ. 226 παρ. 4 εδάφ.

γ’ και δ’ , 575 εδάφ. β’ ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι δεν απαιτείται και επίδοση αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως στον αναιρεσείοντα από τον αντίδικό του που επισπεύδει τη συζήτησή της, γιατί ο πρώτος γνωρίζει το περιεχόμενο του δικογράφου του ένδικου μέσου που ο ίδιος άσκησε και η επίδοσή του είναι πλέον περιττή, αφού πληρούται ο σκοπός του νόμου (ΑΠ 773/2001, πρβλ.

ΑΠ 1588/2005). Να σημειωθεί ότι αντίγραφο της ίδιας πιο πάνω κλήσης κοινοποιήθηκε και στην ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕΕΓΑ" (σχετ. η από 18-3-2016 έκθεση επίδοσης της παραπάνω δικαστικής επιμελήτριας). Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 522, 552 και 566 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ’ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη.

Αντίθετα, υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τις οριστικές διατάξεις της (κεφάλαια) που δεν προσβλήθηκαν με έφεση και ως προς αυτές που προσβλήθηκαν με έφεση απαράδεκτα, αλλά μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου για όλες τις διατάξεις κατά των οποίων ασκήθηκε παραδεκτά έφεση (ΑΠ 306/2009, ΑΠ 1565/ 2001).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του αυτού Κώδικα, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 1573/ 2010).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Επί της από 17-1-2003 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 600/2003 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη α) Μ. Α.

Κ. και β) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, αντιμωλία των διαδίκων, η 4016/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του αναφερόμενου τροχαίου ατυχήματος και, συνακόλουθα, του τραυματισμού του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου είναι ο οδηγός της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας πρώτος εναγόμενος - αναιρεσείων, έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η ένδικη αγωγή ως προς τον τελευταίο και την ασφαλιστική του εταιρεία "...

ΑΕΕΓΑ" (ενώ απορρίφθηκε ως προς τη Μ. Κ.) και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρο, στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό, συνολικά, των 32.331,18 ευρώ (ήτοι, α) 2.331,18 ευρώ, για τις θετικές του ζημίες και β) 30.000 ευρώ, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης). Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν, τις από 12-11-2004 και 28-1-2005, αντίθετες, εφέσεις η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία (κατά του αναιρεσιβλήτου) και ο αναιρεσίβλητος (κατά του αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής του εταιρείας), αντίστοιχα, και, ειδικότερα, α) ο αναιρεσίβλητος, ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη που δεν του επιδικάστηκαν, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, κατά το κονδύλι τούτο, ως αναπόδεικτη και β) και οι δύο, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, ερήμην του αναιρεσείοντος, τότε εφεσιβλήτου της δεύτερης έφεσης, εκδόθηκε, τελικά, η 3075/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία 1) οι εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές, 2) απορρίφθηκε, κατ’ ουσίαν, η δεύτερη έφεση (του αναιρεσιβλήτου) και 3) έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η πρώτη έφεση (της ασφαλιστικής εταιρείας), αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα και την ασφαλιστική του εταιρεία να καταβάλουν, εις ολόκληρο, στον αναιρεσίβλητο, συνολικά, το χρηματικό ποσό των 20.331,18 ευρώ (α) 2.331,18 ευρώ, για θετική του ζημία, όπως και πρωτόδικα και β) 18.000 ευρώ, αντί 30.000 ευρώ που του είχε επιδικαστεί πρωτόδικα, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).

Στην εφετειακή αυτή απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι δεν πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, ήδη αναιρεσείοντος (3ο φύλλο - 2η όψη αυτής). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται και κατά της πρωτόδικης 4016/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δεύτερης προσβαλλομένης), στη γραμματεία του οποίου, όπως και σε εκείνη του Εφετείου, έχει κατατεθεί το αναιρετήριο, ως προς τις οριστικές διατάξεις της (κεφάλαια) για την (αποκλειστική) υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, που κρίθηκε ότι δεν προσβλήθηκαν με τις δύο εφέσεις και, κατ’ ακρίβεια, με την έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας, δεδομένου ότι, σε περίπτωση που εκκαλείται μόνο το κεφάλαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης, μόνο αυτό μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όχι, όμως, και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας (ΑΠ Ολομ. 10/2015).

Σημειώνεται ότι ο αναιρεσείων, με το δικόγραφο της αναίρεσης, παραιτήθηκε, ρητά, από το δικαίωμά του να ασκήσει το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της πρώτης προσβαλλόμενης - εφετειακής απόφασης (βλ. και ΑΠ Ολομ. 17/2013). Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 87/2013).

Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος (ΑΠ 639 - 638/2016).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ. β’ ΚΠολΔ). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο ο αριθμός 16, ενώ τα εκτιθέμενα παρακάτω περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων δεν υπάγονται στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ), προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση, παραδεκτά, πρώτη φορά, στο παρόν Δικαστήριο, η αιτίαση ότι, ενώ με τις πρωτόδικες προτάσεις του ο αναιρεσείων είχε προτείνει την "ένσταση" για το ότι αποκλειστικά υπαίτιοι, αλλιώς, συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 95%, στην επέλευση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, είναι οι αναφερόμενοι τρίτοι (προστηθέντες από τις κατασκευαστικές εταιρείες "...

ΑΕ" και "... ... - ...."), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την πληττόμενη 4016/ 2004 απόφασή του, "με αντιφατικές σκέψεις και διατάξεις", απέρριψε την "ένστασή" του αυτή σχετικά με την υπαιτιότητα, αφού δέχθηκε ότι αυτός ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, αλλά, παράλληλα, δέχθηκε ότι υπάρχει υπαιτιότητα των προστηθέντων από τις κατασκευαστικές εταιρείες, χωρίς, όμως, να καταλογίσει ευθύνη σε αυτούς.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ποία είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, η οποία, και μόνο αυτή, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, με την επισήμανση ότι όσα εκθέτει ο αναιρεσείων ανάγονται σε αντιφάσεις και ανεπάρκειες, κατά την άποψή του, του αιτιολογικού της απόφασης, που όμως δεν στοιχειοθετούν τον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, και αν ακόμη ο ερευνώμενος λόγος ήθελε εκτιμηθεί ότι επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι και πάλι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθενται, έστω και ευσύνοπτα, στο αναιρετήριο οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης (άρθρ. 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ), ανεξάρτητα και από το ότι ο θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός, ως προς τη συνυπαιτιότητα των τρίτων, είναι και αλυσιτελής, κατ’ άρθρ. 926 ΑΚ (ΑΠ 1376/2005).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός από τον αριθμό 17 και, εν πάση περιπτώσει, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά και αφού, κατά τα λοιπά, δεν αποδίδεται κάποια συγκεκριμένη αιτίαση στην αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις κατά την παρούσα συζήτηση, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, που υπέβαλε στο ακροατήριο (άρθρα 176, 183, 184, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2009, με αριθμό κατάθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο 212/2009 και με αριθμό κατάθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο 34/2009, αίτηση του Α. Κ. του Η. για αναίρεση των 3075/2007 και 4016/2004 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ