Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly rejected arguments contrary to proven facts.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Aigina Hotels against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts regarding the invalidity of a prior auction and the lack of ownership transfer by the National Bank. The court ruled that the lower court had already substantively rejected these arguments by accepting facts contrary to them, rendering the appeal inadmissible under Article 940 of the Civil Procedure Code.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 940 § 3 KPolD; An appeal based on the failure to consider 'things' (facts) is inadmissible if the lower court, while rejecting the argument, implicitly accepted facts contrary to those constituting the argument.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 947 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 947/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΓΙΝΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσα υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον εκκαθαριστή αυτής Μιχαήλ Παπαγεωργίου που παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ως καθολικής διαδόχου της "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου-Δεληγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5695/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3356/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/11/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 10/1/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 3356/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 17-11-2005 και 20-12-2005 εφέσεων της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα κατά της υπ’ αριθμ. 5695/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 3-1-2005 αγωγή της πρώτης.
Κατά το άρθρο 940 § 3 του ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Α.Κ. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στο θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ (ΑΠ 1462/2013).
Εξάλλου, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι δεν αποκλείεται αποζημίωση, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, να ζητήσει και ο υπερθεματιστής που απέκτησε στον πλειστηριασμό ακίνητο, ο οποίος μεταγενέστερα ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα που αφορά τη διαδικασία ενέργειάς του, όπως στην περίπτωση που ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής διατελεί σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια) αν με την παραγγελία ή την έγκριση της παράνομης πράξης επήλθε η ζημία του υπερθεματιστή, οπότε και θεωρείται ότι αυτός προξένησε τη ζημία (ΑΠ 1084/2013).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη που μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε αντιστρόφως ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της, η οποία διαφορετικά θα συνέβαινε και τέτοια είναι προπάντων η περίπτωση αποφυγής δαπανών, στις οποίες ο υπόχρεος ήταν για πραγματικούς λόγους αναγκασμένος να προβεί ή όφειλε από το νόμο ή τη σύμβαση να έχει προβεί.
Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ’ εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ’ αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Νόμιμη αιτία πλουτισμού υπάρχει και στην περίπτωση της απόκτησής του στο πλαίσιο εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, η οποία αποτελεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 επ., 330 και 331 ΚΠολΔ δεδικασμένο και συνεπώς νόμιμο λόγο διατήρησης του πλουτισμού, αφού δεν είναι πια δυνατή η επιδίωξη της επιστροφής του, αν δεν συντρέχει περίπτωση προσβολής της απόφασης λόγω δόλου κατά το άρθρο 333 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1664/2013).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει ότι σ’ αυτή εκτίθεται ότι ο δανειστής της αναιρεσείουσας Ν. Β. με βάση την τελεσίδικη με αριθμό 5557/1986 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον της και προέβη σε κατάσχεση του αναφερόμενου στην αγωγή ξενοδοχειακού συγκροτήματος της, το οποίο και πλειστηριάστηκε αναγκαστικά στις 6-7-1988 και κατακυρώθηκε αντί του ποσού των 225.001.000 δρχ.
στην υπερθεματίστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας έχει υποκατασταθεί η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία ως καθολική διάδοχος αυτής, λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, ότι κατά του πλειστηριασμού ασκήθηκε η από 20-7-1988 ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 663/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1185/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ότι κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 347/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω εφετειακή απόφαση, ότι το Εφετείο Πειραιώς, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, με την υπ’ αριθμ. 513/1997 απόφασή του, κήρυξε άκυρο τον πλειστηριασμό, κατά παραδοχή της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα ανακοπής και ότι με την υπ’ αριθμ. 79/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αίγινας ανατράπηκε η αναγκαστική κατάσχεση που είχε επιβληθεί επ’ αυτού από τον άνω δανειστή.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, η αναιρεσείουσα ζήτησε, (επικουρικά) για την περίπτωση που απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής της από τα άρθρα 1096 επ. ΑΚ να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη έχει την υποχρέωση να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ’ αυτήν (αγωγή) χρηματικά ποσά, κατά τα οποία η τελευταία έγινε πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία εις βάρος της περιουσίας της.
Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή, όσον αφορά την ανωτέρω επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι νόμιμη. Τούτο δε διότι, αφού η απόφαση με βάση την οποία επιχειρήθηκε η αναγκαστική εκτέλεση ήταν, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, τελεσίδικη, υπάρχει νόμιμη αιτία από την οποία προέκυψε η ζητούμενη ωφέλεια των εισπραχθέντων μισθωμάτων, (κατά το χρονικό διάστημα από 30-7-1993 έως 8-5-1997 δημοσιεύθηκε η υπ’ άριθμ. 513/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός, και ανεξάρτητα από τις αναδρομικές συνέπειες της ακύρωσης του πλειστηριασμού) τα οποία η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη να τα αποδώσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, εφόσον το ποσό των μισθωμάτων (των 15.890.000 δρχ.) ανήκε στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης, νομίμως αυτή αξιοποίησε και εκμεταλλεύτηκε τούτο και έγινε και για τα ωφελήματα αυτού πλουσιότερη με νόμιμη αιτία. Σημειώνεται ότι η αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη ειδική διάταξη του άρθρου 940 § 3 ΚΠολΔ επιτρέπει την αναζήτηση από την ενάγουσα του πλουτισμού μόνο κατ’ εκείνου που επέσπευσε την εκτέλεση και όχι κατά του υπερθεματιστή, ούτε συντρέχει, στην κρινόμενη υπόθεση, περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 333 ΚΠολΔ για επιστροφή του πλουτισμού.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο που δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει αντίθετα και αφού δίκασε την υπόθεση απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις γι’ αυτό και ο σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Ήτοι, με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και ότι συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει συμβάσεως", όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό που συνιστά, όπως από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 § 2 ΚΠολΔ, 199, 1192 και 1198 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως που ολοκληρώνεται με την κατακύρωση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1017 § 4 ΚΠολΔ, ο υπερθεματιστής από της κατακυρώσεως λαμβάνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος. Η κατανομή των ωφελημάτων και βαρών ρυθμίζεται με βάση την κατακύρωση και ανεξάρτητα από την καταβολή του πλειστηριάσματος ή την έκδοση ή τη μεταγραφή της περίληψης της έκθεσης κατακυρώσεως.
Από της κατακυρώσεως και μόνον ο υπερθεματιστής λαμβάνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πλειστηριασθέντος πράγματος, δεδομένου ότι έκτοτε δικαιούται αλλά και υποχρεούται να καταβάλει το πλειστηρίασμα και να παραλάβει το πράγμα. Η έννοια των ωφελημάτων δίνεται από το άρθρο 962 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου ωφέλημα είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος (φυσικοί καρποί συμφώνως προς τον προορισμό του ή πολιτικοί καρποί, ήτοι οι πρόσοδοι βάσει έννομης σχέσης) ή του δικαιώματος (οι πρόσοδοι δηλαδή που παρέχει το δικαίωμα συμφώνως προς τον προορισμό του), όπως η έννοια των καρπών, προσδιορίζεται από την ΑΚ 961, αλλά και κάθε όφελος, που η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος παρέχει.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος.
Ειδικότερα ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, η ευθύνη του νομέα για την απόδοση των καρπών του πράγματος ισχύει όχι μόνο όταν ενάγεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή.
Αντίθετα, κατά το άρθρο 1100 ΑΚ, αν ο νομέας πήρε και εξακολούθησε να έχει καλόπιστα τη νομή του πράγματος, δεν ευθύνεται για το πριν από την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα ούτε σε απόδοση των ωφελημάτων του πράγματος, ούτε σε αποζημίωση για τη χειροτέρευση ή καταστροφή του πράγματος ή την αδυναμία απόδοσής του.
Ωφελήματα, εξάλλου, είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρο 962 Α.Κ.) Εξ άλλου σε περίπτωση κτήσεως της κυριότητας και νομής ακινήτου από υπερθεματιστή ζήτημα ευθύνης του κατά τις διατάξεις των άρθρων 1096 και 1180 ΑΚ, σε περίπτωση προσβολής της εκτελέσεως με ανακοπή κατά του πλειστηριασμού τίθεται για το μετά την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού του διάστημα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Με επίσπευση του δανειστή της ενάγουσας Ν.
Β. του Ι. και δυνάμει της υπ’ αριθ. ...6-7-1988 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της Συμβολαιογράφου Αίγινας, Μαρίας Νικηφοράκη-Βαγενά, πλειστηριάστηκε αναγκαστικά το κατωτέρω ακίνητο ιδιοκτησίας της, ήτοι ένα οικόπεδο μετά των επ’ αυτού κτισμάτων (ξενοδοχειακού συγκροτήματος), κείμενο στις θέσεις "...", "...", "...", "..." και "..." της Κοινότητας Πέρδικας Αίγινας, έκτασης 27.000 τ.μ.
πλέον ή έλαττον. Το εν λόγω ακίνητο κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ε.Κ.Τ.Ε.) αντί του ποσού των 225.001.000 δραχμών. Ήδη στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της τελευταίας έχει υποκατασταθεί, ως καθολική διάδοχος αυτής, η εναγομένη "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, η οποία εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ.
Κ2-9572/29- 9-1998 απόφαση της Υπουργού Ανάπτυξης που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 7797/2-10-1998 Φ.Ε.Κ. Τ.Α.Ε. & Ε.Π.Ε. (άρθρα 74 και 75 του Ν. 2190/1920 "περί Ανωνύμων Εταιρειών"). Με την από 20/7/1988 ανακοπή της η ενάγουσα ζήτησε την ακύρωση του διενεργηθέντος πλειστηριασμού για λόγους αναγόμενους στο πρόσωπο του επισπεύδοντος δανειστή και ειδικότερα, λόγω της αντικείμενης στο άρθρο 281 Α.Κ.
συμπεριφοράς του τελευταίου. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 663/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατ’ αυτής η ανακόπτουσα άσκησε έφεση που απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1185/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας η ανακόπτουσα άσκησε αίτηση αναίρεσης και πρόσθετους λόγους, που έγιναν δεκτοί με την υπ’ αριθ. 347/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ’ αριθ. 1185/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Ακολούθως, με κλήση της ανακόπτουσας-εκκαλούσας η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο με την υπ’ αριθ. 513/1997 απόφασή του δέχτηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε εν, μέρει δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τον ως άνω πλειστηριασμό.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η υπερθεματίστρια (στη θέση της οποίας υπεισήλθε η εναγομένη) με την κατακύρωση στις 6/7/1988 και τη μεταγραφή στις 9/3/1990 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας της με αριθμό ...5-3-1990 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της Συμβολαιογράφου Αίγινας Μαρίας Νικηφοράκη-Βαγενά απέκτησε το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας, το οποίο πλειστηριάστηκε και, συνεπώς, νομίμως κατείχε και νεμόταν το πλειστηριασθέν ακίνητο πριν από τη δημοσίευση της υπ’ αριθμ. 513/1997 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και, ακόμη, νομίμως έπαιρνε τα ωφελήματα του πλειστηριασθέντος μέχρι τις 29/7/1993, που με το υπ’ αριθμ. ...1993 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δράγιου, η υπερθεματίστρια πώλησε και μεταβίβασε το άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα στον Κ.
Λ. αντί τιμήματος 622.000.000 δρχ. Επομένως, η εναγομένη δεν ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το άνω ακίνητο, δηλαδή των μισθωμάτων του ξενοδοχείου που εισέπραξε την 1/8/1988 και στις 7/8/1990 ποσού 15.890.000 δρχ., καθώς και εκείνων που δεν εισέπραξε από δική της υπαιτιότητα από 5/8/1990 έως 29/7/1993 ποσού 45.000.000 δρχ., που ζήτησε με την κύρια βάση της ένδικης αγωγής της.
Και, ακόμη, δεν ενέχεται σε απόδοση από την περαιτέρω εκμετάλλευση των άνω ποσών, δηλαδή για τόκους των εισπραχθέντων και εισπρακτέων μισθωμάτων ποσών, αντίστοιχα, 91.422.358 δρχ. και 134.534.685 δρχ. που, επίσης, ζήτησε με την κύρια βάση της αγωγής της και αποτελούν και αυτοί ωφελήματα κατά την έννοια του άρθρου 962 ΑΚ, τα οποία, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ανήκουν στην εναγομένη.
Κρίνεται, λοιπόν, κατ’ ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της". Ενόψει αυτών, το Εφετείο, το οποίο με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 1096 και 1100 ΑΚ και επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 701/2008).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται τόσο στην ένδικη αγωγή όσο και στον πρώτο λόγο της έφεσής της και συγκεκριμένα ότι απ’ όσα επικαλέστηκε "...συνάγεται ότι λόγω της ακύρωσης του πλειστηριασμού που διενέργησε την 6-7-1988 η συμβολαιογράφος Αίγινας Μαρία Νικηφοράκη Βαγενά και για τον οποίον συνέταξε τη με αριθμό ...6-7-1988 σχετική έκθεση της, που έγινε με τη με αριθμό 513/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, θεωρείται πως η απορροφηθείσα από την εναγόμενη "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" δεν έγινε ποτέ κυρία του προπεριγραφομένου ξενοδοχειακού συγκροτήματος, αφού η απόφαση αυτή έχει διαπλαστική και ως εκ τούτου αναδρομική ισχύ.
Επιπροσθέτως αναφέρω και τονίζω ότι η ΕΚΤΕ και συνεπώς και η εναγόμενη ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα του άνω συγκροτήματος μου διότι ουδέποτε κατέβαλαν το πλειστηρίασμα, το οποίο συμψήφισαν με την ενυπόθηκη απαίτησή τους, αφού με την ακύρωση του πλειστηριασμού ακυρώθηκε και ο συμψηφισμός αυτός με περαιτέρω αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής κυρίως οι διατάξεις για την απόδοση ωφελημάτων από τον κακόπιστο ή εν πάσει περιπτώσει οχληθέντα και εναχθέντα μη κύριο και νομέα στον πραγματικό κύριο και νομέα...".
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ’ ουσίαν τους ως άνω προβληθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τους συγκροτούν.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ