Legislator Giurisprudenza & Legislazione
939/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision due to statute of limitations and vague grounds.

Numero d'incarto 939/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the administrative appeal filed by the Health Region of Piraeus against a first-instance judgment. The court held that the underlying claims were time-barred under the two-year limitation period and rejected the appeal's arguments as vague and lacking specific factual details. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the ten individual defendants.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 90(3) of Law 2362/1995; Article 48(3) of Law 496/1974; Article 40 of Law 1846/1951: Claims subject to a two-year limitation period are inadmissible if filed after the expiration of that period, and appeals must specify the exact procedural errors with supporting facts to be admissible.

Parole chiave

Generato dall'IA
statute of limitations administrative appeal procedural error legal costs time bar vague grounds health region responsabilità dell'ospedale universitario

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 48(3) of Law 496/1974
Article 40 of Law 1846/1951
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 61(3) of Law 4194/2013

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 939 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 939/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ'ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (Δ.Υ.ΠΕ. Πειραιώς & Αιγαίου )", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Παρασκευής Γεωργίου και Βασιλείου Ριζάκου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου - καλούντος: Β. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ'ων η κλήση: 1. Α. Ν. του Η., κατοίκου ..., 2.Α. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 3.Α. Φ. του Σ., ..., 4.Α. Ο. του Ε., κατοίκου ..., 5.Α. Γ. του Ζ., κατοίκου ..., 6.Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., 7.Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 8.Β. Β. του Κ., κατοίκου ..., 9.Β. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 10. Β. Α. του Π., κατοίκου ..., 11.Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 12.Β. Ι. του Π., κατοίκου ..., 13.Β. Μ. του Κ., κατοίκου ...,14.Γ. Δ. του Τ., κατοίκου ..., 15.Γ. Δ. του Π., ..., 16.Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 17.Γ.-Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 18.Γ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 19.Γ. Γ. του Η., κατοίκου ..., 20.Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 21.Γ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 22.Γ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 23.Γ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 24. Δ. Ν. του Τ., κατοίκου ..., 25. Δ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 26.Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 27.Δ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 28.Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., 29.Ε. Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 30.Ζ. Β. του Π., κατοίκου ..., 31.Ζ. Θ. του Σ., κατοίκου ..., 32.Ζ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 33.Ζ. Π. του Β., κατοίκου ..., 34.Ζ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 35.Ζ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 36.Θ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 37.Θ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 38.Θ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 39.Ι. Μ.-Χ. του Δ., κατοίκου ..., 40.Ι. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 41.Ι. Φ. του Π., κατοίκου ..., 42.Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 43.Κ. Ε. του Λ., κατοίκου ..., 44.Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 45.Κ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 46.Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 47.Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 48.Κ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 49.Κ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 50.

Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 51.Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 52. Κ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 53.Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 54.Κ. Χ. του Τ., κατοίκου ..., 55.Κ. Α. του Δ., ..., 56. Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 57...., κατοίκου ..., 58.Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 59.Κ. Ε. του Α., ..., 60.Κ. Μ. του Ι., ..., 61.Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 62.Κ. Ι. του Κ., ..., 63.Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., 64.Κ.

Σ. του Α., κατοίκου ..., 65.Κ. Α. του Β., κατοίκου ..., 66.Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 67.Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 68.Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 69.Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 70.Κ. Γ. του Η., κατοίκου ..., 71.Κ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 72.Κ.-Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., 73.Λ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 74.Λ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 75.Λ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 76.Λ. Π. του Α., κατοίκου ..., 77.Λ.

Χ. του Γ., κατοίκου ..., 78.Λ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 79.Λ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 80.Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 81.Μ. Α. του Π., κατοίκου ..., 82.Μ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 83.Μ. Γ. του Τ., κατοίκου ..., 84.Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 85.Μ. Κ. του Θ., κατοίκου ...,86.Μ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 87.Μ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 88. Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 89. Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 90.Μ.

Κ. του Θ., κατοίκου ..., 91.Μ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 92.Μ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 93.Μ. Ε. του Α., κατοίκου ...,94.Μ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 95. Μ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 96.Μ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 97.Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 98.Μ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 99.Γ. Μ. του Α., κατοίκου ...,100.Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 101.Ν. Α. του Κ., κατοίκου ..., 102.Ν. Σ. του Ν., κατοίκου ...,103.Ν.

Π. του Μ., κατοίκου ...,104.Ξ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 105.Π. Β. του Γ., κατοίκου ..., 106.Π. Ε. του Α., κατοίκου ..., 107.Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 108.Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 109.Π. Α. του Κ., κατοίκου ...,110.Π. Σ. του Θ., κατοίκου ...,111.Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., 112. Π. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 113. Π. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 114.Π. Ι. του Α., ..., 115.Π. Α. του Α., κατοίκου ..., 116.Π.

Α. του Δ., κατοίκου ..., 117.Π. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 118. Π. Α. του Μ., κατοίκου ..., 119.

Π. Α. του Σ., κατοίκου ..., 120.Ρ.-Θ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 121. Σ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 122.Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 123.Σ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 124. Σ. Φ. του Μ., κατοίκου ..., 125.Σ. Θ. του Β., κατοίκου ..., 126. Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., 127. Σ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 128.Σ. Δ. του Δ., ..., 129.Σ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 130.Σ. Ν. του Ν., ..., 131.Σ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 132.Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 133.Σ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 134.Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 135.Σ. Ι. του Π., κατοίκου ..., 136.Σ. Β. του Ε., ...,137.Σ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 138.Σ. Α. του Δ., κατοίκου ...,139.Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 140.Σ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 141.Σ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 142. Τ.-Σ. Μ. του Δ., ..., 143.Τ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 144.Τ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 145.Τ. Α. του Α., ..., 146.Τ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 147.Τ. Σ. του Ο., κατοίκου ...,148.Τ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 149.Τ. Γ. του Π., ..., 150.Τ. Μ. του Χ., κατοίκου ...,151. Τ. Μ. του Ε., κατοίκου ...,152.Τ. Ι. του Κ., κατοίκου ...,153.Τ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 154.Φ. Θ. του Μ., κατοίκου ...,155.Φ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 156.Φ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 157.Φ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 158.Φ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 159.Χ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 160.Χ. Ε. του Σ., κατοίκου ...,161.Χ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 162.Χ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 163.Χ. Α. του Κ., κατοίκου ... και 164.Ψ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 100/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1345/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το αναιρεσείον με την από 6-9-2021 αίτησή του. Η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε και την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση ο αναιρεσίβλητος-καλών, με την από 5-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει, για τον σκοπό αυτό, να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Με τη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 εδ. τελ. του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος, εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία, με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 εδαφ. α' και γ' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος, δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη, όμως, ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως .

Αν, αντιθέτως, η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου, που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού . Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση .

Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί, παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί .Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 αυτού και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είχαν συζητηθεί, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ( 20-03-2013 ) προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς, είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (Oλ.

Α.Π. 14/2015, Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 514/2020, Α.Π. 1036/2020, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020 Α.Π. 42/2019, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 533/2018). Επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων, η ομοδικία είναι απλή. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 533/2018, Α.Π. 234/2017).

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί αίτησης αναίρεσης στρεφομένης κατά περισσοτέρων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, είναι επιτρεπτή η επίσπευση της συζήτησης αυτής από ορισμένους μόνο των αναιρεσίβλητων ομοδίκων, που παρείχαν προς τούτο εγκύρως εντολή και πληρεξουσιότητα στον εκπροσωπήσαντα αυτούς πληρεξούσιο δικηγόρο.

Στην περίπτωση αυτή, εφόσον οι μη επισπεύσαντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης λοιποί αναιρεσίβλητοι, κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για τη συζήτηση από τους επισπεύδοντες, κατά τα άνω, τη συζήτηση αναιρεσίβλητους ή από τον αντίδικό τους αναιρεσείοντα και δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν ή εμφανίσθηκαν, αλλά δεν έλαβαν μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνων, που είχαν νομίμως κλητευθεί ( Α.Π. 76/2020 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 05-05-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 97/05-05-2022 κλήση του δεκάτου των αναιρεσιβλήτων Π. Β. του Α., νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 06-09-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6778/494/07-09-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 2008/2021 αίτηση αναίρεσης του καθού η κλήση - αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ( Δ.Υ.ΠΕ.

ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ) " κατά της με αριθμό 1345/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δικάσαντος ως Εφετείου, μετά από τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικάσιμο της 05-04-2022. Από τη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης, που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ.

Π. Ζ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση καλών - δέκατος των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ( 01-11-2022 ), επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ως κατά νόμο αντίκλητο για τις επιδόσεις προς τους λοιπούς καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτους, τους οποίους εκπροσώπησε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος, όπως και τον ίδιο (καλούντα - δέκατο των αναιρεσιβλήτων), κατά τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ( άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και 129 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 01-11-2022, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, ο καλών - δέκατος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δ. Τάγαρη, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί καθών η κλήση - αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 ΚΠολΔ, σχετική δήλωση .

Επομένως, εφόσον οι ως άνω καθών η κλήση - αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τον καλούντα δέκατο των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 1345/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών ( άρθρο 614 αρ. 3 του ΚΠολΔ ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 18-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 13132/310/20-12-2018 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία " ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ (Δ.Υ.ΠΕ.

ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ) " κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 100/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε δεχθεί, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 28-06-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6536/71/29-06-2017 αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο την επιδίκαση υπέρ αυτών μισθολογικών αξιώσεων και συγκεκριμένα την καταβολή διαφοράς αποδοχών, από τον μη υπολογισμό του προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακού επιδόματος, για το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 έως το μήνα Οκτώβριο του έτους 2013 και επιδίκασε σε αυτούς τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 09-07-2021, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, μέλους της εταιρείας Δικαστικών Επιμελητών "Accensus", επί του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 07-09-2021, ήτοι την 29η ημέρα από την επομένη της άνω επίδοσης, μετ' αφαίρεση του διαστήματος από 1 έως 31 Αυγούστου 2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 144 και 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ ) .

Με το Ν. 3918/2011 " Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις " (ΦΕΚ Α' 31/02.03.2011 ), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθρα 72 παρ. 2 του Ν. 3984/2011 ( ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011 ), 10 παρ. 1 και 13 παρ. 10 του Ν. 4052/2012 " Εφαρμογή μνημονίου 2, κ.λ.π. " ( ΦΕΚ Α' 41/01.03.2012 ), συστήθηκε Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός ), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έδρα το Αμαρούσιο Αττικής, με έναρξη χρόνου λειτουργίας του έξι ( 6 ) μήνες μετά την ως άνω δημοσίευση του νόμου ( 02-03-2011 ), στον Οργανισμό δε, αυτόν ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") μεταφέρονται και εντάσσονται, ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος ( και όχι σε χρήμα ), μεταξύ άλλων, και ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών ("Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ."), με τις μονάδες υγείας του [Νομαρχιακές, Τοπικές], το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α., με το σύνολο του εξοπλισμού του, κ.λ.π. (άρθρα 17 παράγραφοι 1 και 2 ν. 3918/2011, 72 παρ. 2 ν. 3984/2011 - ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011, 10 παρ.1 και 13 παρ. 1 ν. 4052/2012 - ΦΕΚ Α' 41/01.03.2012 και άρθρο μόνο εδ. 1β', υποπαράγραφος 1Β.1 της παραγράφου ΙΒ' του ν. 4093/2012 - ΦΕΚ Α' 222/12.11.2012) - (ΣτΕ 806/2015).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 Β α' και β' του ως άνω νόμου, τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος, ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν ως υπηρεσίες ασφάλισης, κ.λ.π., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερομένων φορέων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 17 του ως άνω νόμου, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ, κατ' άρθρο 26 παρ. 1 και 9 του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος 9 προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011) 1 του άρθρου 29 ιδίου Νόμου, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 53 παρ. 2 περ.

α' του Ν. 4368/2016 "Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 21/21 Φεβρουαρίου 2016) και 9 του άρθρου 33 του αυτού Νόμου, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 53 παρ. 2 περ. γ' του Ν. 4368/2016, ορίστηκε ότι το ιατρικό (...) και λοιπό προσωπικό το οποίο υπηρετεί στις περιφερειακές υπηρεσίες, που εντάσσεται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξής του σ' αυτόν, βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 23 κοινής Υπουργικής Απόφασης.

Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό, που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., κ.λ.π., μεταφέρονται αυτοδικαίως, κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου . Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την Υ.Α.

Φ.80000/οικ. 32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/29-12-2011) από 01-01-2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (και) οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε, ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος, οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας (Σ.Α.Β.), κ.λ.π., που αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Π.Δ. 266/1989 (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ. 363/1992), μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του Ι.Κ.Α.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ως άνω Ν. 3918/2011, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α' του Ν. 4368/2016, ορίζεται ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ, κατ' άρθρο 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου, όπως η παρ. 9 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της, με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.

γ' του Ν. 4368/2016, ορίστηκε ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (Α.Π. 464/2016, Α.Π. 696/2015). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, επί αγωγών, που ασκούνται από 01-01-2012 και εντεύθεν, για αξιώσεις, μεταξύ άλλων, ιατρών, από την παροχή των υπηρεσιών τους, σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι οποίες μεταφέρθηκαν έκτοτε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

μόνο παθητικά νομιμοποιούμενο είναι το τελευταίο αυτό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Κατέστη, δηλαδή, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (Α.Π. 2204/2014 Α.Π. 1165/2014) . Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών, που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό ), ανεξαρτήτως μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

είχε ήδη λήξει, κατά τη σύσταση του Οργανισμού ( Α.Π. 306/2020, ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε, όμως, ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α' 21), με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων, που ανέκυψαν, ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ., αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, με την προσθήκη υποπαραγράφου Α' και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου, με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.

α' και γ' του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα, με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α' του νόμου αυτού, προστέθηκε υποπαράγραφος Α' στο άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, με την οποία ορίστηκε ότι : "1. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν, ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες, που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος .

Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ' του ίδιου νόμου (4368/2016), αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του Ν. 3918/2011, ως ακολούθως : "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.

β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες, που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν . Δικαστικές αποφάσεις, που αφορούν προσωπικό, που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.

Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ., για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού (περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω), νομιμοποιούμενος ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης, κατ' απόφασης, εκδοθείσας με εναγόμενο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ., μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος, από 01.01.2012, αναδρομική δύναμη προπαρατεθέντος εδαφίου β', είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου, ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 01.01.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α' 85 ) - (Α.Π. 1531/2021).

Περαιτέρω, με το Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις", που δημοσιεύθηκε στις 17-02-2014 (ΦΕΚ Α' 38), ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε.), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών .

Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού ( όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο, υποπαρ. Ι.5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α' 85, ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 04-03-2014), προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σε κατάσταση διαθεσιμότητας, χρονικής διάρκειας ενός μηνός, μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, με την ίδια εργασιακή σχέση, που συνιστώνται, για το σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας των επτά (7) ημερών, από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών, υπό καθεστώς διαθεσιμότητας .

Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 17 του Ν. 4238/2014, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής της αντίστοιχης θέσης, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, απολύεται αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του καθοριζόμενου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του νόμου αυτού, καθώς και στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 εδ. α', β' και γ' του νόμου αυτού, που τιτλοφορείται "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας " ορίστηκε ότι, η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, δικαστική και εξώδικη, ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού, που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις, που εκδίδονται, ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.

και ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων, που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (Α.Π. 795/2022, Α.Π. 1324/2020, Α.Π. 306/2020). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για το μεταφερόμενο προσωπικό από τις Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σε αποκεντρωμένες μονάδες Δ.Υ.Πε., οι εκκρεμείς δίκες του προσωπικού των εντασσομένων μονάδων συνεχίζονται από τις Δ.Υ.Πε.

Επομένως, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, το οποίο μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως, κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε, στη συνέχεια, στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε., κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά, προς συνέχιση των εκκρεμών δικών, η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (Α.Π. 795/2022, Α.Π. 794/2022, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 533/2020), ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων, που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ (Α.Π. 1923/2022, Α.Π. 795/2022, Α.Π. 1324/2020, Α.Π. 306/2020 ).

Περαιτέρω, με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 40) ρυθμίστηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) . Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 01-01-2004, με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - Ε.Σ.Υ. (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ' του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο σε Ο.Τ.Α. ή σε Ν.Π.Δ.Δ. Με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίστηκε ως "νοσοκομειακό επίδομα", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων, που λάμβανε το προσωπικό αυτό, λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής, κ.λ.π.) ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα (Α.Π. 1124/2019).

Με την αριθμ. 2052670/5630/0022/1998 (ΦΕΚ Β' 944/02-09-1998) Κ.Υ.Α των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997, αποφασίσθηκε η επέκταση, στο σύνολό του, του ν. 2470/1997, στους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α., που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 1505/1984 και το ν. 1810/1988 και στους με σύμβαση ιατρούς (ν. 1476/1984, ν. 1579/1985, ν. 1057/1980 και ν.δ/μα 1204/1972), που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς, με το ν. 2150/1993.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις " (ΦΕΚ Α' 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος, επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Κατά την παράγραφο 10 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997, το επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες, που δικαιολογούν την καταβολή του.

Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων, εκδίδεται, κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθολογική κατάσταση. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. κ.λ.π." (που όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.

Α-5 αυτού, με το οποίο ορίστηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου 'Αμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ., του Τομέα πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας.

Με την παρ. Β-1 του ίδιου άρθρου 8 ορίστηκε, περαιτέρω, ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες, που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι, για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων, εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίστηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240,00 ευρώ μηνιαίως, για το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων Τ.Ε. Φυσικοθεραπευτών και Δ.Ε. Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 01-01-2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς, με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3554/2007 "Εισοδηματική Πολιτική έτους 2007, κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 80) και με τα αναφερόμενα, για κάθε κατηγορία προσωπικού, ποσά .

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α' 143/07.10.1983), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α'123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς .

Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου νόμου, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β' του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 34), μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α' 123 και διόρθωση σφαλμάτων - ΦΕΚ Α' 149) "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" ορίστηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό Κέντρα Υγείας, ως αποκεντρωμένες μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία, ως αποκεντρωμένες μονάδες των Κέντρων Υγείας .

Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β' του Ν. 2194/1994 " Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 34), μετά την αρχική κατάργησή του, με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992 ορίζεται ότι : "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι : α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή, β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη, στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) Η Ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής, ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας, ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους " .

Ωσαύτως, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίστηκε ότι, στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας, που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.

Προς το σκοπό αυτό, μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες, ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ. ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίστηκε ότι, σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα Κέντρα Υγείας, με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994), είναι :

α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν, β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία, σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας, ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, θ) Η ιατρική της εργασίας, ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας, ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις, ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη και ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής, για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης .

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος, προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και, στη συνέχεια, με το Ν. 3205/2003, όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση .

Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας, στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β.), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι, κατά νόμο, τα Κέντρα Υγείας (Α.Π. 1072/2020, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 956/2018, Α.Π. 1675/2018, Α.Π. 832/2015, Α.Π. 1467/2014).

Σημειώνεται ότι, σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα, στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην, όμως, η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (Ολ. Α.Π. 524/1979, Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 438/2014).

Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 98) ορίστηκε ότι οι υπηρετούντες στο Ι.Κ.Α. ιατροί, με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος.

Με τη με αριθμό 2043269/6792/0022 από 01-07-1997 κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587/15-07-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό 2052675/5630/0022 από 10-08-1998 Κ.Υ.Α.

των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944/02-09-1998), επεκτάθηκαν από 01-01-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 " Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, κ.λ.π.", αφενός, στους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α., των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους Ν. 1505/1984 και Ν. 1810/1988 και αφετέρου, στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 01-01-2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με τη με αριθμό 2/4302/0022/28-01/09-02-2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/09-02-2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού ( 3205/2003 ), στους ιατρούς που υπηρετούν στο Ι.Κ.Α., ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985) με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980 ), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993 (Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019).

Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών Δ.Ε.Π., Α.Ε.Ι., Ε.Π. και Τ.Ε.Ι., γιατρών Ε.Σ.Υ., κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 72) ορίστηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α. που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 .

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος, εξαιρέθηκαν οι ιατροί του Ι.Κ.Α., οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ι.Κ.Α.", σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή όχι σε νοσοκομεία του Ι.Κ.Α.) (Α.Π. 1317/2021 Α.Π. 382/2018, ΑΠ 956/2018, Α.Π. 1675/2018, Α.Π. 832/2015, Α.Π. 1467/2014).

Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων " (ΦΕΚ Α' 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα" (ΦΕΚ Α' 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α' 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.

διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1) . Υπηρεσίες Υγείας είναι : α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης (παρ. 3).

Επίσης, κατά το άρθρο 5 παρ. 1, 2, 3 και 9 του ίδιου Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος 9 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ. 363/1992 (ΦΕΚ Α' 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ι.Κ.Α. διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1). Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης (παρ. 3) .

Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος 266/1989: 1. Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν, κυρίως, ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους. Ειδικότερα, ως έργο έχουν :

α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. 2.

Οι Τοπικές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν, κυρίως, ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους. Ειδικότερα, ως έργο έχουν την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης και μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας .

Για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας, υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. 3. Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται.

Ως έργο έχουν την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά ... 9. Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας ( Σ.Α.Β. ). Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου τμήματος, υποστηρίζονται λειτουργικά και εποπτεύονται από τις Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας της έδρας τους και ως έργο έχουν την παροχή άμεσης βοήθειας, σε έκτακτες περιπτώσεις και επείγουσας ιατρικής φροντίδας, στους δικαιούχους περίθαλψης του Ιδρύματος.

Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου 5 του π.δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1του π.δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α' 184) και, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του π.δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α' 120) οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α. είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α.

Αθήνας, Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας Ι.Κ.Α. Αθήνας, Ογκολογικό Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Αθήνας Γεώργιος Γεννηματάς, 7ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Αθήνας, 2ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης). Επακολούθησε, όμως, ο ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ A' 53/18-02-2004), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18-02-2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίστηκε ενιαία ρύθμιση παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας (Α.Π. 1389/2019 Α.Π. 1312/2017).

Έτσι, με το άρθρο 1 παρ. 1 - 5 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίστηκε ότι : "1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής, σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας . 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του . 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, περιλαμβάνει : α. Τις υπηρεσίες υγείας, που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, β.

Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων, για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές, για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας . 4. Το Κράτος, με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρησή κοινωνικής συνοχής, εξασφαλίζει, σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας, την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5.

Το σύστημα παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, αποσκοπεί στην ικανοποίηση των παρακάτω αρχών : α. της ισότητας στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, για όλους τους κατοίκους της χώρας, β. της ισότητας στην φροντίδα, που επιτρέπει τη διαχείριση οξέων και χρόνιων προβλημάτων υγείας, από τον ίδιο ιατρό ή ομάδα ιατρών στη διάρκεια του χρόνου, γ.

της ολοκληρωμένης φροντίδας, δηλαδή της διαχείρισης των πιο συχνών νοσημάτων και προβλημάτων υγείας, καθώς και των πιο σημαντικών παραγόντων κινδύνου της υγείας, στο ιδιαίτερο περιβάλλον του ενδιαφερομένου, δ. του προσανατολισμού του συστήματος στο άτομο και στην οικογένειά του, μέσω μιας συντονισμένης και ελεγχόμενης παροχής φροντίδων, ε.

της διαχείρισης ιατροασφαλιστικών δεδομένων και πληροφοριών, με τρόπο που εξασφαλίζει την άμεση διαθεσιμότητα των πληροφοριών, σε όλα τα σημεία του συστήματος υγείας, αλλά και την εμπιστευτικότητά τους, στ. της διαφύλαξης του δικαιώματος της ελεύθερης επιλογής οικογενειακού και προσωπικού ιατρού, στο πλαίσιο του προγραμματισμού πρόσβασης στο σύστημα υγείας ".

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι : " Παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Υγείας . 1. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από : α. τα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ. και τα περιφερειακά τους ιατρεία β. τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.) [όπως είναι το Ι.Κ.Α.], που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α.

γ. τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ. τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε. από άλλους φορείς, που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ. 2. Τα Κέντρα Υγείας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, εποπτεύονται και ελέγχονται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, δια μέσου των αρμοδίων ΠΕ.ΣΥ.Π., ως προς τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους και της ποιότητάς τους, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τη διαδικασία της πιστοποίησης των άρθρων 12 έως 14 του παρόντος νόμου και, μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, οφείλουν να προσαρμοστούν στους όρους, προϋποθέσεις και λοιπές ρυθμίσεις της απόφασης αυτής .

Η πιο πάνω εποπτεία ασκείται και από τις μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ... 4) Για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος, ιδρύεται σε κάθε ΠΕ.ΣΥ.Π. Γραφείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που υπάγεται στον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή και στελεχώνεται ... 5) Στις αρμοδιότητες του Γραφείου αυτού ανήκει :

α. Ο σχεδιασμός και ο συντονισμός της Παροχής Πρωτοβάθμιας Υγείας, στην περιοχή ευθύνης των ΠΕ.ΣΥ.Π. Ο έλεγχος της τήρησης του περιεχομένου και των προδιαγραφών λειτουργίας των κέντρων Υγείας (Α.Π. 702/2015). Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές ) μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α., μετά την ως άνω ημερομηνία (18-02-2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας .

Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα, από 01-01-2004, Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου, από το άρθρο 8 παρ. Α-5 αυτού, νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του Ι.Κ.Α., στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί, με τη με αριθμό 2/4302/0022/28-01/09-02-2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (Α.Π. 795/2022 Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 956/2018, Α.Π. 1675/2018, Α.Π. 832/2015, Α.Π. 696/2015, Α.Π. 1467/2014, Α.Π. 967/2014, Α.Π. 438/2014).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί, σε κέντρα υγείας του Ι.Κ.Α., δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση, πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα, συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999 που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α. (άρθρο 5 παρ. 10 του π.δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρο 3 παρ. 1 και 3 και 5 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών, που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.02.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Ν. 3235/2004 (Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 956/2018, Α.Π. 1675/2018 ).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, στη διαχείριση αυτής της σχέσης. Ειδικότερα, η νομιμοποίηση των διαδίκων, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης, για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, απορρέει, κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 73 του ΚΠολΔ) και αποτελεί, όπως και το έννομο συμφέρον, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Εκείνος που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος, νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα (Α.Π. 224/2021, Α.Π. 510/2021, Α.Π. 112/2008).

Κατά συνέπεια, η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής, ελέγχεται από τον, με αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ( και του άρθρου 560 ΚΠολΔ), προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( Ολ. Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 18/2005, Α.Π. 2108/2022, Α.Π. 1072/2020, Α.Π. 465/2019 Α.Π. 1243/2019, Α.Π. 269/2019, Α.Π. 3/2018, Α.Π. 1006/2017).

Με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1, εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που ισχύει από 01.01.2016) και εφαρμόζεται, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (07-09-2021) ορίζεται ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλαδή, κατά τα παραπάνω, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο νόμος απαιτεί, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο και καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1389/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013 ). Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα, δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.

Α.Π. 9/2016, Α.Π. 401/2019, Α.Π. 95/2019, Α.Π. 293/2018). Για να είναι δε ορισμένος και, επομένως, παραδεκτός, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση αναίρεσης, σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει, περαιτέρω, να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους ( Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 654/2023, Α.Π. 2082/2022, Α.Π. 1038/2020, Α.Π. 109/2020 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την ένδικη από 28-06-2017 αγωγή τους, που κατατέθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι τυγχάνουν Ιατροί Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης που είχαν προσληφθεί, με τις αναφερόμενες ειδικότητες, με ειδικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, στις υγειονομικές υπηρεσίες και ειδικότερα σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία " Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων", το οποίο από 11-07-2002 μετονομάστηκε, δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3029/10-11.07.2002 " Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης " ( ΦΕΚ Α' 160 ), σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του Νόμου αυτού, σε " Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)" .

Ότι από την πρόσληψή τους έως την 15-06-1993, λάμβαναν την συμφωνημένη, κατ' αποκοπήν αμοιβή, ενώ από την 16-06-1993, οπότε και εξομοιώθηκαν μισθολογικά, δυνάμει του άρθρου 18 παρ. 1 του Ν. 2150/1993 (Α' 98), με τους μόνιμους θεραπευτές του ιδρύματος, υπήχθησαν διαδοχικά στις μισθολογικές διατάξεις των νόμων 1505/1984, 2470/1997, 3205/2003 και 4024/2011.

Ότι οι εν λόγω υγειονομικοί σχηματισμοί του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., με το υπηρετούν ιατρικό προσωπικό, όπως και οι ίδιοι, μεταφέρθηκαν από 01-01-2012 στο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία " Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", δυνάμει των διατάξεων του ν. 3918/2011 και ότι, ακολούθως, από το Μάρτιο του έτους 2014, μεταφέρθηκαν, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 και του άρθρου 17 του Ν. 4224/2013, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ (Δ.Υ.ΠΕ.

ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ)", στις αποκεντρωμένες μονάδες υγείας του οποίου και υπηρετούν, ασκώντας τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα εκάστου καθήκοντα, όπως αντίστοιχα, για έκαστο αυτών, αναφέρεται στην αγωγή. Ότι άπαντες τυγχάνουν δικαιούχοι του νοσοκομειακού επιδόματος, που προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 3205/2003 και το οποίο καταβαλλόταν σε άλλους ιατρούς, που απασχολούντο, υπό τις ίδιες συνθήκες, σε δημόσια νοσοκομεία, το ύψος του οποίου τον Οκτώβριο του έτους 2011 ανερχόταν σε διακόσια εβδομήντα εννέα (279,00) ευρώ, και το οποίο (επίδομα) επιδικάστηκε σε αυτούς τελεσίδικα και ήδη αμετάκλητα, για τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011, δυνάμει των μνημονευομένων στην αγωγή αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου.

Ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους προς το εναγόμενο, αυτό αρνείται να τους καταβάλει το νοσοκομειακό επίδομα. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο αυτών, τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή επιμέρους ποσά, εξαιτίας μη συνυπολογισμού του νοσοκομειακού επιδόματος στις αποδοχές τους, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 έως το μήνα Οκτώβριο του έτους 2013, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση .

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, κατ' άρθρα 614 αρ. 3 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/ 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 100/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, με τις ειδικότερα αναφερόμενες στο κείμενό της αιτιολογίες και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση .

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 18-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 13132/310/20-12-2018 έφεσης του εναγομένου, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1345/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε, σε σχέση με την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τις ακόλουθες επί της ουσίας αλλά και νομικές παραδοχές : "...

οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι [ήδη αναιρεσίβλητοι] τυγχάνουν όλοι ιατροί Π.Ε. Ι.Δ.Α.Χ. (Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης - Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου), έχοντας έκαστος εξ αυτών τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή (και στα εισαγωγικά της παρούσας απόφασης), υπηρετούντες στις αναφερόμενες (ομοίως στην αγωγή και στα εισαγωγικά της απόφασης αυτής), έναντι του ονοματεπωνύμου του καθενός, αποκεντρωμένες μονάδες υγείας και προσλήφθηκαν ως ιατροί έκαστος, με την ειδικότητα που αναφέρεται στο δικόγραφο, συνδεόμενοι δυνάμει ειδικών συμβάσεων αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, από το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (άρθρο 11 α.ν. 1846/1951) με την επωνυμία " Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων " (το οποίο από 11-07-2002 μετονομάσθηκε, δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3029 της 10/11-07-2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης " (ΦΕΚ Α' 160), σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του νόμου αυτού - σε " Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών " (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.).

Δυνάμει των ως άνω συμβάσεων, υπηρετούσαν, ασκώντας τα συναρτημένα με την ειδικότητά τους καθήκοντα, παρέχοντας στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος υπηρεσίες παροχής περίθαλψης της ειδικότητας εκάστου (διαγνωστικές, θεραπευτικές), στους ως άνω μνημονευόμενους υγειονομικούς σχηματισμούς, για πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, έναντι των προβλεπομένων από το εκάστοτε ενιαίο μισθολόγιο αποδοχών.

Οι εν λόγω υγειονομικοί σχηματισμοί του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., με το υπηρετούν ιατρικό προσωπικό μεταξύ του οποίου και οι ενάγοντες, μεταφέρθηκαν από 01-01-2012 στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ήδη από το Μάρτιο 2014 στο εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον], σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 4238/2014 και άρθρο 17 Ν. 4224/2013.

Από την πρόσληψή τους έως την 15-06-1993, λάμβαναν τη συμφωνημένη κατ' αποκοπήν αμοιβή, ενώ από την 16-06-1993, οπότε και εξομοιώθηκαν μισθολογικά, δυνάμει του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 2150/1993 (Α' 98) με τους μόνιμους θεραπευτές του Ιδρύματος, υπήχθησαν αλληλοδιαδόχως στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των : α) Ν. 1505/1984 (για την χρονική περίοδο από 16-06-1993 έως 31-12-1996), β) Ν. 2470/1997 (Α' 40) (για την χρονική περίοδο από 01-01-1997 έως 31-12-2003 [...], γ) του Ν. 3205/2003 (Α'297) για το χρονικό διάστημα από 01-01-2004 έως 31-10-2011, ενόψει της υπ' αρ. 2/4302/0022 της 28-01/09-02-2004 Κ.Υ.Α. (Β' 250) και δ) από 01-01-2011 και εφεξής στο πεδίο εφαρμογής του προβλεπόμενου από τα άρθρα 4 επ.

του Ν. 4024/2011 ενιαίου μισθολογίου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 Ν. 3918/2011, συνεστήθη Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) στο Δήμο Αμαρουσίου Αττικής, Λεωφόρος Κηφισίας, αρ. 39 . Στο εν λόγω Ν.Π.Δ.Δ. μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), με τις μονάδες υγείας του, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολικού διαδόχου, του Κλάδου Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως Μισθωτών Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (άρθρο 17 παρ. 2 Ν. 3918/2011) .

Στο άρθρο 26 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι : " ... 9. (όπως η παράγραφος 9 προστέθηκε με την παρ. 21 του άρθρου 72 Ν. 3984/2011, ΦΕΚ Α' 150/27-06-2011) οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το Υγειονομικό προσωπικό, που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. μεταφέρονται αυτοδίκαια, κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., (δηλ.

από 01-01-2012 δυνάμει της με αριθμό Φ. 80000/οικ. 32115/2009 Κ.Υ.Α. - ΦΕΚ Β' 3010/29-12-2011), με τους όρους του παρόντος άρθρου ". Τέλος, στο άρθρο 29 του ίδιου Νόμου ορίζεται ότι : "Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών ... 3. οι συμβάσεις των εντασσόμενων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ στο άρθρο 33 παρ. 9 ότι : "Εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης.

Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.". Με βάση τις προεκτεθείσες διατάξεις, από 01-01-2012 έχει χωρήσει υποκειμενική ex lege αλλοίωση της έννομης σχέσης δημοσίου δικαίου, που συνέδεε τους ενάγοντες με το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., καθόσον στη θέση του τελευταίου (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) υπεισήλθε αυτοδικαίως ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αφενός ως εργοδότης τους από 01-01-2012 και εντεύθεν, αφετέρου ως καθολικός διάδοχος, για τυχόν αξιώσεις από τις προρρηθείσες συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, που ανάγονται σε προγενέστερα της 01-01-2012 χρονικά διαστήματα [...] ( πρόκειται για ειδική μορφή διαδοχής νομικών προσώπων [υπαγωγή κρατικών αρμοδιοτήτων σε συσταινόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου], για την οποία, πλην των οικείων ειδικών ρυθμίσεων, έλκονται σε εφαρμογή και οι γενικές αρχές της διαδοχής των δημοσίων νομικών προσώπων [...] .

Ήδη, με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 (ΦΕΚ Α' 38/17-02-2014) επιχειρείται η αναδιοργάνωση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.) [...].

Εν προκειμένω, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι μεταφέρθηκαν, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησής τους μεταφοράς, σε οργανικές θέσεις ιατρών Π.Ε. Ι.Δ.Α.Χ. του άρθρου 17 Ν. 4224/2013, που συνεστήθησαν με αυτήν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 του Ν. 4238/2014, το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (Δ.Υ.Πε.) συνεχίζει, χωρίς διακοπή, τις εκκρεμείς δίκες του προσωπικού, που μεταφέρθηκε σε αυτό και, συνεπώς, νομιμοποιείται αποκλειστικά και για τις αγωγές που ασκούνται από 01-04-2014, από το προσωπικό που μετατάχθηκε σε αυτό, ανεξάρτητα από το εάν οι επίδικες απαιτήσεις αφορούν χρονικό διάστημα πριν την 31-03-2014.

Συνεπώς, το εναγόμενο - εκκαλούν βαρύνεται με τις αξιώσεις των μεταφερθέντων σε αυτό και νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα ανοιγείσα δίκη ....".

Με τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου", σε σχέση με την ασκούμενη, με την ένδικη αγωγή, αξίωση υπολογισμού του νοσοκομειακού επιδόματος στις αποδοχές τους, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 σε συνδυασμό με εκείνες του Ν. 3918/2011, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, διαφορές, όπως οι επίδικες, που αφορούν αξιώσεις ιατρικού προσωπικού, που προσλήφθηκε και απασχολήθηκε στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και το οποίο, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από τις μονάδες υγείας του "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", όπου προηγουμένως απασχολείτο, κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011 και, στη συνέχεια, μετατάχθηκε/μεταφέρθηκε σε Δ.Υ.Πε., κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4238/2014, νομιμοποιούμενο παθητικά είναι το αναιρεσείον, το οποίο υπεισήλθε στη θέση του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ως καθολικός διάδοχος αυτού, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του, δεδομένου ότι το άρθρο 21 παρ. 9 του Ν. 4238/2014 ρυθμίζει περιοριστικά την τύχη των εκκρεμών δικών και όχι όσων ασκούνται μεταγενέστερα, δηλαδή, αυτών που αφορούν απαιτήσεις των ανωτέρω εναγόντων ιατρών, ως προς τους οποίους ολοκληρώθηκε η διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς τους στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου".

Συνεπώς, μετά τη μετάταξη των εναγόντων στην ως άνω Δ.Υ.Πε., για τις μισθολογικές αξιώσεις αυτών, που υπηρέτησαν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και παρείχαν τις υπηρεσίες του σε αυτό, σε χρόνο προγενέστερο της ένταξής τους στη Δ.Υ.Πε., μόνο αυτή νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, όπως βάσιμα επισημαίνει ο δέκατος των αναιρεσιβλήτων με τις προτάσεις του .

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε περί της συνδρομής παθητικής νομιμοποίησής του, παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 68 του ΚΠολΔ, 21 παρ. 9 του Ν. 4328/2014 και τα άρθρα 5 και 10 του ν.δ/τος 1204/1972, 16, 17 και 19 του Ν. 4238/2014 και 17, 29 και 33 παρ. 9 του Ν. 3918/2011, για τον λόγο ότι, όπως είχε προβάλλει με τις προτάσεις του, ως εναγόμενο, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και ως εκκαλούν, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το διεκδικούμενο από αυτούς επίδομα αφορά στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυε ο Ν. 3918/2011 και οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και ότι, κατά τον χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4238/2014, οι εν λόγω απαιτήσεις, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις ιατρικού κ.λ.π.

προσωπικού, που μετατάσσεται ή μεταφέρεται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις Δ.Υ.Πε. δεν ήταν εκκρεμείς, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει παθητική νομιμοποίηση στο πρόσωπό του και ότι, συνεπώς, οι ενάγοντες όφειλαν να στραφούν κατά του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ως καθολικού διαδόχου των εντασσόμενων φορέων του πρώην "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς την αναγνώριση καταβολής του νοσοκομειακού επιδόματος, για το επίδικο χρονικό διάστημα, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " ...

Επιπρόσθετα, από τα ήδη ως άνω αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης αυτής αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι ιατροί, εφόσον υπηρετούσαν με τις ανωτέρω ειδικότητές τους και προσέφεραν στους χώρους των μονάδων αυτών εργασία, υπό πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στις ως άνω τοπικές μονάδες υγείας, ασκούσαν, κατά την παροχή της εργασίας τους, καθήκοντα όμοια με εκείνα των ιατρών, που υπηρετούν σε άλλες μονάδες Πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως το Ε.Κ.Α.Β., τα κέντρα Υγείας και τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ., καθώς και με εκείνους που υπηρετούν στις υπηρεσίες ανοικτής περίθαλψης των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και στις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας ανοικτής περίθαλψης των Π.Ε.Σ.Υ.Ε., τελούντες δε από απόψεως ανθυγιεινής εργασίας και επικινδυνότητας, υπό συνθήκες όμοιες με εκείνες των ανωτέρω και, επομένως, δικαιούνται να λάβουν και αυτοί το χορηγούμενο στους τελευταίους, ως άνω, διεκδικούμενο νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, ως συνομολογείται δεν καταβαλλόταν σε αυτούς, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα [...].

Εξάλλου, άπαντες οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, δυνάμει των κάτωθι αναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων (τελεσιδίκων και αμετακλήτων κατά περίπτωση), έχει ήδη αναγνωρισθεί ότι τυγχάνουν δικαιούχοι του νοσοκομειακού επιδόματος του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3205/2003, κατά τα επιμέρους αναφερόμενα σε εκάστη από τις αποφάσεις αυτές, ήτοι : 1. ... [οι αποφάσεις αυτές αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση] .

Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης δια του οποίου το εκκαλούν νομικό πρόσωπο βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης, επικαλούμενο ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την καταβολή νοσοκομειακού επιδόματος, διότι βάσει των επικαλούμενων από αυτό διατάξεων, ήτοι το Ν. 2470/1997, το Ν. 2703/1999, το Ν. 2768/1999, το Ν. 3205/2003, το Ν. 3554/2007, δικαιούχοι του νοσοκομειακού επιδόματος, είναι όσοι εργάζονται σε οποιαδήποτε νοσοκομειακή μονάδα, σε χώρο δηλαδή όπου παρέχεται νοσηλευτικό έργο όλο το εικοσιτετράωρο και στο οποίο παραμένουν ασθενείς για νοσηλεία, ήτοι σε μονάδα κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης, ότι τέτοιες μονάδες υγείας, όσον αφορά το Ι.Κ.Α., είναι μόνον τα πέντε (5) νοσοκομεία του ιδρύματος, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 10 παρ. 5 του Οργανισμού του Ι.Κ.Α.

και έχουν την διάρθρωση και τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 37 του ιδίου Οργανισμού, ότι, αντίθετα, οι νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α. λειτουργούν σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Οργανισμού του Ι.Κ.Α., ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους, ότι οι νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α.

δεν παρέχουν νοσηλευτικό έργο όλο το εικοσιτετράωρο, ότι αντιμετωπίζουν άμεσα τα διάφορα, συνήθως ελαφράς μορφής, ιατρικά περιστατικά, ενώ σε περίπτωση που ο ασθενής χρήζει νοσηλείας, παραπέμπεται για νοσηλεία στο οικείο νοσοκομείο του Ι.Κ.Α. ή σε δημόσιο νοσοκομείο ή σε ιδιωτική κλινική, που είναι συμβεβλημένη με το Ι.Κ.Α., ότι στις νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α., δεν παραμένουν οι ασθενείς για νοσηλεία, ούτε υπάρχουν κρεβάτια προς τούτο, ότι στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες υπηρετούσαν σε τοπικές μονάδες του Ι.Κ.Α.

και σε υποκαταστήματα, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη και όχι τις υπηρεσίες νοσηλείας, τις οποίες παρέχουν όλο το εικοσιτετράωρο τα νοσοκομεία του Ι.Κ.Α., ελέγχεται ως αβάσιμος και απορριπτέος ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, δικαιούνται ευθέως το προβλεπόμενο, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 περ.

β' του Ν. 3235/2004 και 8 παρ. Α-5 ν. 3205/2003, νοσοκομειακό επίδομα και απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, τον σχετικό λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη απασχόληση στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", οι οποίοι εντάχθηκαν αυτοδικαίως στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και ακολούθως μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν σε Δ.Υ.Πε., κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4238/2014.

Ειδικότερα, οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για την καταβολή σε αυτούς του, ως άνω, νοσοκομειακού επιδόματος, αφορούσαν τη χρονική περίοδο από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 έως το μήνα Οκτώβριο του έτους 2013, δηλαδή περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3235/2004, οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του παραπάνω προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 του ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1-1-2004) νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και τους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας νομαρχιακών μονάδων υγείας του Ι.Κ.Α. Έτσι, οι αναιρεσίβλητοι ιατροί, παρείχαν πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους, που δικαιολογούν την καταβολή του διεκδικουμένου από αυτούς νοσοκομειακού επιδόματος, δεδομένου ότι οι τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α. (μετέπειτα Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.Πε., όπου αυτοί υπηρετούν), παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, όπως συμβαίνει και στα Κέντρα Υγείας και ειδικότερα η απασχόλησή τους στους παραπάνω χώρους είναι αποκλειστική και πλήρης, κατά το συμβατικό τους ωράριο. Κατόπιν των παραπάνω, ο τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.

Α-5 του ν. 3205/2003, 2 παρ. 1 περ. β' του ν. 3235/2004, εφόσον, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως σχετικώς διαλαμβανόμενα, το επίμαχο επίδομα δικαιούνται μόνο οι ιατροί του Ι.Κ.Α., που απασχολούνται σε μονάδες κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) και όχι και οι ιατροί, που απασχολούνται σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως οι αναιρεσίβλητοι, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί.

Με το άρθρο "μόνο" του π.δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α' 134 ), σε συνδυασμό προς το άρθρο "μόνο" του π.δ/τος 305/1985 (ΦΕΚ Α'113), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ/τος 496/1974 (ΦΕΚ Α' 204) "οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί, υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Μεταξύ αυτών των Ασφαλιστικών Οργανισμών είναι [και] το Ι.Κ.Α., το οποίο αποτελεί ν.π.δ.δ.

και τελεί "υπό την ανωτέραν εποπτείαν του Κράτους ασκουμένην υπό του Υπουργού Εργασίας" (άρθρο 11 α.ν. 1846/1951 "Περί κοινωνικών Ασφαλίσεων" - ΦΕΚ Α'179/21.6.1951) . Έτσι, για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.δ/τος 496/1974 "Περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και, ειδικότερα, δεν έχουν εφαρμογή τα άρθρα 48 παρ. 3 και 49 αυτού, τα οποία ορίζουν, αντιστοίχως, ότι : "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των υπαλλήλων αυτού, των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών" και "η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ' ό εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις" .

Και τούτο διότι, η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Α' 179), όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4476/1965 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι : "... πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων, περί των οποίων δεν πρόκειται) οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α.

απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν" . Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται, επομένως, και οι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α. κατ' αυτού . Η παραγραφή αυτή δεν αρχίζει από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, όπως ορίζει το άρθρο 253 του Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 250 του ιδίου κώδικα, αλλά αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (άρθρο 251 του Α.Κ.), δηλαδή από την επομένη της ημέρας, κατά την οποία έπρεπε να πληρωθούν ο μηνιαίος μισθός και τα πάσης φύσεως επιδόματα και πρόσθετες αμοιβές (Α.Π. 794/2022, Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 233/2021, Α.Π. 1072/2020, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018).

Εξάλλου, με το άρθρο 90 παράγραφος 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (Α' 247), το οποίο ίσχυσε από 1.1.1996 μέχρι 1.1.2015 (άρθρα 119 ν. 2362/1995, 177 παρ.1 (α) και 183 παρ.1 ν. 4270/2014 - ΦΕΚ Α'143/28.06.2014) ορίζεται ότι : "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω Ν. 2362/1995: " Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων, που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του Ι.Κ.Α. υπαλλήλων του, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες, περί παραγραφής, ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και 7 του Ν. 825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 .

Και τούτο διότι το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού (όπως και το καταργηθέν με το άρθρο 113 αυτού Ν.Δ. 321/1969 "Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού") ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και επί των αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α., αφού όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α.

με το Δημόσιο, το έπραξε με ρητές διατάξεις (Α.Π. 794/2022, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 25/2018, Α.Π. 121/2016, Α.Π. 296/2013, Α.Π. 1655/2010, ΣτΕ 1297/2011, ΣτΕ 199/2007 ΑΠ 382/2018). Ενώ, εξάλλου, όπως ήδη εκτέθηκε, ο οριζόμενος χρόνος παραγραφής των δύο ετών με το άρθρο 48 παρ. 3 το ν/δμα 496/1974 "Περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", για τις αξιώσεις από καθυστερούμενες αποδοχές ή από κάθε άλλης φύσεως απολαβές δεν εφαρμόζεται στο Ι.Κ.Α., διότι με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977, το Ι.Κ.Α., ως ασφαλιστικός οργανισμός, υπαγόμενος στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω ν.δ/τος 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 369/1976 και μεταγενέστερα (Α.Π. 296/2013, Α.Π. 1655/2010).

Στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του ν. 1846/1951, υπάγονται και οι απαιτήσεις των εργαζομένων στο Ι.Κ.Α., σε εκτέλεση συμβάσεων παροχής εξαρτημένης ή μη εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρών, οδοντιάτρων, υπαλλήλων, κ.λ.π., για μισθούς, επιδόματα, πρόσθετες αμοιβές, κ.λ.π. (Α.Π. 854/2003). Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.

α' του Α.Ν. 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το Ι.Κ.Α. απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως να είναι το ίδιο το Δημόσιο, εφόσον ως προς το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (Α.Ν. 1846/1951), που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α.

ή από τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α' του Ν. 3210/1955 " Περί τροποποιήσεως της περί του Ι.Κ.Α. νομοθεσίας" (Φ.Ε.Κ. Α' 115/6 Μαΐου 1955), με την οποία προβλέπεται ότι το Ι.Κ.Α. απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου, εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία, ως εκ του περιεχομένου της, δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (Α.Π. 794/2022, Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 233/2021, Α.Π. 18/2020, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 25/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, δέχθηκε τα ακόλουθα : "Τέλος, αποδείχθηκε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων - εφεσιβλήτων, οι οποίες ανάγονται στη χρονική περίοδο από 01-11-2011 έως 31-12-2011, δηλαδή σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπηρετούσαν στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., ως ιατροί, συνδεόμενοι με αυτό με σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972, υπόκειντο στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, ήτοι αυτό που ρυθμίζει τις αξιώσεις των δανειστών του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. [...] . Περαιτέρω και όσον αφορά τις αξιώσεις των ιδίων του χρονικού διαστήματος από 01-01-2012 έως 31-10-2013, λεκτέα τα ακόλουθα : Σύμφωνα με το ν.δ. 496/1974, με το οποίο ρυθμίζονται οι κανόνες του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ορίζονται τα ακόλουθα [ ...].

Σύμφωνα με το ανωτέρω αναφερόμενο νομικό καθεστώς, που εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, για τις αγωγικές αξιώσεις του ως άνω χρονικού διαστήματος από 01-01-2012 έως 31-10-2013, αυτές δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, καθώς η τελευταία διεκόπη, με την υποβολή της αίτησης της περ. β' του άρθρου 51 του ν.δ. 496/1974, που κατατέθηκε η υπ' αριθμ. 38853/31-12-2014 αίτηση προς το ενάγον (ενν.

εναγόμενο) - εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ Συνακόλουθα, υπό τις ως άνω παραδοχές, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, έχουν διακόψει με την προαναφερόμενη αίτησή τους την παραγραφή των αξιώσεών τους, τόσο του διαστήματος από 01-11-2011 έως 31-12-2011, κατά το οποίο εφαρμόζεται η πενταετία, όσο και του διαστήματος από 01-01-2012 έως 31-10-2013, οπότε εφαρμόζεται η διετία, από το τέλος εκάστου οικονομικού έτους και η παραγραφή δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι και την επίδοση της ένδικης αγωγής (30-06-2017), ισχυρισμό εξάλλου (αντένσταση παραγραφής) που οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι προέβαλαν, τόσο στην επ' ακροατηρίω συζήτηση, όσο και στις προτάσεις τους και την προσθήκη επ' αυτών.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης, δια του οποίου το εκκαλούν βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, προσάπτοντας την πλημμέλεια ότι οι επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων - εφεσιβλήτων (που) αφορούν το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του έτους 2011 έως τον Οκτώβριο του έτους 2013 και δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε σε αυτό στις 30-06-2017, αυτές (οι αξιώσεις) έχουν παραγραφεί, λόγω παρόδου διετίας από την γέννησή τους, ότι σε κάθε δε περίπτωση και επικουρικά οι επίδικες αξιώσεις έχουν παραγραφεί λόγω παρέλευσης της εκ του άρθρου 251 Α.Κ.

προθεσμίας των πέντε (5) ετών προ της 30-06-2012, καθόσον η αγωγή επιδόθηκε σε αυτό στις 30-06-2017, άλλως την παραγραφή των απαιτήσεών τους προ της 31-12-2012, λόγω κατάθεσης της με αριθμό πρωτοκόλλου 38853/31-12-2014 αίτησης των αντιδίκων του στην υπηρεσία αυτού, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος ... ". Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 48 και 51 του ν.δ/τος 496/1974, 40 του α.ν. 1846/1951, 51 του ν. 4387/2016, 21 παρ. 9 του ν. 1902/1990 και 90, 93 και 94 του ν. 2362/1995, δέχθηκε ότι οι ένδικες μισθολογικές αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίες αφορούν τη διεκδίκηση του προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ.

Α- 5 του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακού επιδόματος, για το από 01-11-2011 έως 31-12-2011 χρονικό διάστημα, υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό του (ένσταση), τον οποίο παραδεκτώς προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως εναγόμενο, με προφορική δήλωση αυτού κατά τη συζήτηση και καταχώρησή του στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και αναλυτικότερα με τις κατατεθείσες προτάσεις του και ότι, στη συνέχεια, μετά την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, νομίμως επανέφερε, κατά τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, την ένσταση αυτή, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως εκκαλούν, με λόγο έφεσης, περί συμπλήρωσης της διετούς παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, είναι αβάσιμος, αφού, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α., εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή οι ειδικές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 αρ. 6 εδαφ.

τελ. του α.ν. 1846/1951, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α. υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή, η οποία, όσον αφορά τις αξιώσεις του, ως άνω, επιδίκου χρονικού διαστήματος δεν είχε συμπληρωθεί (πρβλ. Α.Π. 1289/2020, Α.Π. 241/2020) και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, ενώ, ως προς τη διετή παραγραφή του ν. 2362/1995, υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, καθόσον το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού, ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο μετ' επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έκρινε ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, που αφορούν το επίδικο από 01-11-2011 έως 31-12-2011 χρονικό διάστημα, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ.

τελ. του Α.Ν. 1846/1951, η οποία διεκόπη, με την υποβολή της υπ' αριθμ. 38853/31-12-2014 αίτησης προς το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, κατά παραδοχή της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, την οποία παραδεκτώς πρόβαλλαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, σε αντίκρουση της ένστασης παραγραφής (άρθρο 269 παρ. 1 του Α.Κ.) απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι οι εν λόγω αξιώσεις είχαν παραγραφεί ως υποκείμενες σε διετή παραγραφή, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 ή κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974, ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, που ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση και, ως εκ τούτου, ο σχετικός ως άνω λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου του άρθρου 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Οι ίδιοι ως άνω πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτών με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του 560 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι το αναιρεσείον δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες προσδιορίζονται μόνο από τον αριθμό 6 της ως άνω διάταξης, χωρίς να γίνεται επίκληση των περιστατικών, που τις θεμελιώνουν, αν πρόκειται δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, με αναφορά στις αιτιολογίες που έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ή για ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 235/2019, Α.Π. 550/2017, ΑΠ 1186/2012).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεκάτου των αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, διότι η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχουν εφαρμογή τα άρθρα 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992, 30 παρ. 1 και 2 του Ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. β' Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α' 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 του Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013), περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά στην υπόθεση αυτή εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο (Α.Π. 788/2022, Α.Π. 559/2021, Α.Π. 151/2020, Α.Π. 1073/2019), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-09-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6778/494/07-09-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 2008/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1345/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δικάσαντος ως Εφετείου.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του παραστάντος δεκάτου των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ