Legislator Giurisprudenza & Legislazione
934/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for being time-barred and for lack of admissibility regarding evidence evaluation.

Numero d'incarto 934/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on procedural grounds. The appellant argued the appeal was timely and that the lower court failed to consider specific evidence regarding the wills' drafting date. The court ruled the appeal was inadmissible because it was filed outside the statutory thirty-day limit and because the lower court's evaluation of evidence is not subject to appellate review.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 564(1) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal must be filed within thirty days of service, and the Supreme Court examines timeliness ex officio. Furthermore, the evaluation of evidence and documents by the lower court is not a 'matter' subject to appeal.

Parole chiave

Generato dall'IA
time-barred appeal ex officio examination evaluation of evidence admissibility requirements statutory time limits

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 83(1) of Law 4790/2021
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 934 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 934/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Α. και Δ., κατοίκου Μαρκοπούλου Ωρωπού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Α. και Δ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Παπαδοπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2072/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5228/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της απόφασης, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου (ΑΠ 951/2019, ΑΠ 124/2013).

Σύμφωνα δε, με την διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΟλΑΠ 412/1981).

Εξάλλου κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7.11.2020 έως 6.4.2021 δεν υπολογίζεται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 403/ 2023, ΑΠ 1301/2022) και συνεπώς και στη γνήσια προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης των τριάντα (30 ημερών), αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ) που αρχίζει από την επόμενη της επίδοσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων δεν συμπληρώνεται αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της. η παράταση των δικονομικών προθεσμιών κατά δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους. Η προθεσμία αυτή αφορά τόσο τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων οι οποίες εκκίνησαν (αφετηριάσθηκαν) πριν τις 7-11-2020 και καταλήφθηκαν από την προσωρινή αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων (από 7-11-2020 έως 6-4-2021), όσο και τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων που η αφετηρία τους ενέπιπτε στη χρονική αυτή περίοδο αναστολής (7-11-2020 έως 6-4-2021). (ΑΠ 5/ 2024, ΑΠ 1136/2023, ΑΠ 2090/2022, ΑΠ 1301/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 12-05-2021 με αριθ. κατάθεσης 3115/423/13-5-2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Γ. Μ. του Α. κατά του αναιρεσιβλήτου Μ. Μ. του Α., προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 5228/ 2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 27-09-2019 με αριθμ.

καταθ. 83250/ 2019 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, υπ' αριθμ. 2072/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, το μεν αίτημα της από 06-06-2017 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, περί αναγνώρισης του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος επί της κληρονομιαίας περιουσίας της μητρός του ιδίου και του εναγομένου αναιρεσείοντος αδελφού του, Δ.

χήρας Α. Μ., η οποία απεβίωσε την 12-02-2010, απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω μη εγγραφής της αγωγής νομότυπα στα βιβλία διεκδικήσεων, ακολούθως δε, κατόπιν παραδοχής σχετικού αιτήματος, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα, λόγω ελλιπούς χρονολογήσεώς τους, των συνταχθεισών το έτος 1996 ιδιόγραφων διαθηκών της ανωτέρω αποβιωσάσης, οι οποίες είχαν δημοσιευτεί με τα υπ'αριθμ. ...

και 673/ 2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την συνεδρίασή του στις 10-12-2012. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στις 31-03-2021,(βλ. την υπ'αριθμ. 11.329 Β'/ 31-3-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι.

Ε. Τ.) και η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 13-5-2021. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα δεδομένου ότι, σύμφωνα με την νομική σκέψη που προηγήθηκε, α) το χρονικό διάστημα από 01-04-2021 (επομένη ημέρα της επίδοσης της οριστικής απόφασης) έως 06-04-2021 (ημερομηνία λήξης της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων) δεν υπολογίζεται στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών του άρθρου 564 παρ.1 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης, β) η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων, εκκίνησε στις 07-04-2021, επομένη της ως άνω ημερομηνίας λήξης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και άρσης της αναστολής των δικονομικών προθεσμιών (06-04-2021) και συνεπώς η καταληκτική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης ήταν η 16-05-2021, μετά, δηλαδή, την παρέλευση και των δέκα (10) ημερών από την προβλεπόμενη λήξη της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας στις 6-5-2021, και ως εκ τούτου δεν είχε συμπληρωθεί αυτή κατά την άσκηση της από 12-05-2021 αναίρεσης στις 13-5-2021 (ημερομηνία κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) και συνεπώς ασκήθηκε εμπρόθεσμα.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 εδ. α' και β' ΑΚ "Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν.

Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος". Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης ρητά ρυθμίζει το θέμα, μη αρκούμενος στη χρονολογία γενικά αλλά καθορίζοντας αυτή ειδικά, απαιτώντας ότι πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης, σκοπός της οποίας είναι η παροχή της δυνατότητας ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, της αληθούς βουλήσεώς του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της ιδιόγραφης διαθήκης όταν υπάρχουν και άλλες διαθήκες ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά, προς εκείνη του άρθρου 1718 ίδιου Κώδικα με την οποία ορίζεται ότι "διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", συνάγεται ότι η ατελής ή ελλιπής ως προς ένα ή περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία της χρονολογίας ιδιόγραφης διαθήκης εξομοιώνεται προς την παντελώς ελλείπουσα και συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης, χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, εκτός εάν το στοιχείο που λείπει μπορεί να αναπληρωθεί επιτρεπτώς από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία χρειάζεται να αποδειχθούν και λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς την χρονολογία είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης (ΟλΑΠ 7/2017, ΑΠ 1051/ 2019, ΑΠ 1349/2014).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1α του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 3/2020).

Προσέτι, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 122/2023, ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/ 1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, κατά την επιτρεπτή επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στην Αθήνα την 12-2-2010 απεβίωσε, σε ηλικία 88 ετών, η Δ.

χήρα Α. Μ. το γένος Μ. Α., κάτοικος εν ζωή Αθηνών, πλησιέστερους δε εξ αίματος συγγενείς της κατέλειψε τα δύο τέκνα της, ήτοι τον ενάγοντα και τον εναγόμενο, οι οποίοι είναι και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής (άρθρο 1813 του ΑΚ). Μετά το θάνατό της δημοσιεύθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά την συνεδρίαση του της 10-2-2012, με τα αντίστοιχα υπ' αριθμούς ...

και ... πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, δύο ιδιόγραφες διαθήκες της με τις οποίες εγκατέστησε κληρονόμους της σε όλη την ακίνητη περιουσία της τα δυο της παιδιά ήτοι τον ενάγοντα και τον εναγόμενο. Ειδικότερα η πρώτη διαθήκη της που δημοσιεύτηκε με το με αριθμό ... πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΔΙΑΘΗΚΗ.

Σήμερα, Δ. Μ. του Α. σύζυγος το γένος Μ. Α. και μητέρα Α. Κ.. Σήμερον με τη βοήθεια του Θεού θα κάνω διαθήκη μου. Στον Γ. και Μ., τον Ωρωπό ... Ωρωπού οδός ... πρώτον χωρίς να αδικήσω κανέναν σας. Από ότι έχουμε πει το κάτω διαμέρισμα το αφήνω στον Γ. όπου μένω και εγώ το επάνω διαμέρισμα στον Μ. το αφήνω αλλά είναι ημιτελές για αυτό έχει υποχρέωση ο Γ.ς να το φτιάξει αλλά ώσπου να το φτιάξει δικαιούται ο Μ.ς να μένει κάτω στο διαμέρισμα του Γ.υ.

Το σύνταξα μόνη μου με σώας τας φρένας μου το 1996, ημέρα Σάββατο ώρα (12). Εγεννήθηκα χωριό ..., έτος γεννήσεως όπως μου έχουν πει οι γονείς μου 1924 Τρίπολη, αυτοί ξέρουν εγώ ερχόμουν τότε χ.χ.χ Σας το χαρίζω μετά το θάνατό μου. Με αγάπη μητέρα Δ. Μ.. Ο Θεός να είναι μαζί Σας. Με αγάπη". Η δεύτερη διαθήκη που δημοσιεύτηκε με το με αριθμό ...

πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΔΙΑΘΗΚΗ Δ. Μ. σύζυγος του Αθανασίου το γένος Μ. Α. και μητέρα Α. Κ. σήμερον με τη βοήθεια του Θεού κάνω την διαθήκη του σπιτιού της Αθήνας το σπίτι το έφτιαξε ο Γ.ς με δικά του χρήματα οπότε ο Μ.ς να του το υπογράψει τον αέρα τον έβαλα εγώ και ο πατέρας τους του Μ.

του δίνω αέρα επάνω, από το σπίτι, επίσης τους δίνω και το μαγαζί μισό μισό του Μ. και μισό του Γ.υ με την προϋπόθεση και με την ευχή μου στον Μ. μου να προστατεύσει τον Γ. ώσπου να πάρει τη σύνταξή του ο Γ.ς τότε θα τα μοιράζουν τα χρήματα από το κατάστημα δηλαδή ενοίκιο, ώσπου να το πουλήσουν, όταν το πουλήσουν θα τα πάρουν μισά μισά τα χρήματα βεβαίως μετά τον θάνατό μου θα είναι δικά σας.

Με την αγάπη μου και την ευλογία μου. Σας αγαπώ και τους δυό σας. Μαμά σας Δ. Μ.. Το σύνταξα μόνη μου με σώας τα φρένας μου το 1996 ημέρα Σάββατο ώρα 12 μεσημέρι, έτος γεννήσεως 1924, εγεννήθηκα χωρίον ... Τριπόλεως. Με την ευλογία του Θεού σας τα χαρίζω. Με αγάπη μητέρα σας Δ. Μ., ο Θεός να είναι μαζί σας. Βεβαίως μετά τον θάνατό μου θα είναι δικά σας." Οι προαναφερόμενες ιδιόγραφες διαθήκες είναι ελλιπείς ως προς την χρονολογία σύνταξής τους, διότι λείπει η ακριβής ημέρα και ο μήνας σύνταξης αυτών και αναγράφεται μόνο το έτος (1996) και ημέρα Σάββατο.

Επομένως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, πρέπει να ερευνηθεί, αν τα ελλείποντα αυτά στοιχεία της ημέρας και του μήνα σύνταξης των διαθηκών, μπορούν να αναπληρωθούν από το όλο περιεχόμενο των διαθηκών καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία αποδεικνύονται και λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς τη χρονολογία, είτε συνάγονται από το κείμενο των διαθηκών, άλλως οι διαθήκες είναι άκυρες.

Όμως μοναδικό στοιχείο στις διαθήκες, που υποδηλώνει χρονικό προσδιορισμό, είναι η φράση που υπάρχει στο κείμενο αυτών "Το συνέταξα μόνη μου με σώας τα φρένας το 1996, ημέρα Σάββατο ώρα 12". Άλλο στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί η ακριβής ημέρα σύνταξης της διαθηκών, ούτε αναφέρεται στο κείμενο των διαθηκών ούτε συνάγεται από αυτό.

Εξάλλου δεν γίνεται αναφορά στις διαθήκες έστω και εμμέσως ότι η ημέρα σύνταξης αυτών ήταν ιδιαίτερη, ξεχωριστή και σημαντική για τη διαθέτιδα και για το λόγο αυτό την αντιδιαστέλλει προς την ημερομηνία γεννήσεως της την οποία και αναφέρει. Έτσι η ημέρα της ονομαστικής εορτής της διαθέτιδος ήτοι η 26-10-1996 ημέρα Σάββατο δεν μπορεί, παρά τον ισχυρισμό του εναγόμενου, που επαναφέρει με το λόγο έφεσης, να αναπληρώσει επιτρεπτώς την ακριβή ημέρα και μήνα σύνταξης των διαθηκών, αφού δεν γίνεται αναφορά στις διαθήκες έστω και εμμέσως στο γεγονός της ονομαστικής εορτής της διαθέτιδος ώστε να οδηγηθούμε στην άνω ημερομηνία και να είναι δυνατή η χρησιμοποίηση γεγονότος εκτός αυτών που χρήζει αποδείξεως προκειμένου να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο των διαθηκών αναφορικά με την χρονολογία συντάξεως των, ουδέν δε ως εκ τούτου δύναται να προσφέρει η ένορκη βεβαίωση της μάρτυρας του εναγόμενου Γ.

χήρας Π. Κ. και τα γεγονότα που αναφέρει ως προς τον χρόνο σύνταξης των ένδικων διαθηκών. Μετά ταύτα, οι ανωτέρω ιδιόγραφες διαθήκες της θανούσας παραμένουν ελλιπείς ως προς το στοιχείο αυτό και άρα, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι άκυρες, μη δυναμένη, η έλλειψη αυτή, να θεραπευθεί για το λόγο ότι δεν συγκαλύπτει κάποιο ελάττωμα όπως είναι η ικανότητα της διαθέτιδος προς σύνταξη διαθήκης ή η ύπαρξη μεταγενέστερης διαθήκης με αντίθετο περιεχόμενο καθώς σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνει αναλογική εφαρμογή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 1721 ΑΚ οι δε περί του τύπου της ιδιόγραφης διαθήκης διατάξεις είναι περιοριστικές και δεσμευτικές.

Συνεπώς η υπό κρίση αγωγή, ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας των παραπάνω διαθηκών είναι βάσιμη κατ' ουσίαν, όπως ορθώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίνοντας ομοίως, δέχθηκε την υπό κρίση αγωγή δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς τις αποδείξεις εξετίμησε και συνεπώς τα όσα αντίθετα προς τις πιο πάνω παραδοχές ο εκκαλών με την έφεσή του υποστηρίζει είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, το Εφετείο και κι απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον, ήτοι σύμφωνα με το πραγματικό των διατάξεων του άρθρου 1721 του ΑΚ που προαναφέρθηκαν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει στην απόφασή του νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απήγγειλε το δικαστήριο, την ακυρότητα, δηλαδή, των επίδικων ιδιόγραφων διαθηκών, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου :

α) οι προαναφερόμενες ιδιόγραφες διαθήκες είναι ελλιπείς ως προς την χρονολογία σύνταξης αυτών, αφού ειδικότερα λείπει η ακριβής ημέρα και ο μήνας σύνταξής τους και αναγράφεται μόνο το έτος (1996), και ημέρα Σάββατο, β) η χρονολογία σύνταξης αυτών δεν μπορούσε να εξακριβωθεί και προσδιορισθεί, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, από στοιχεία έξω του κειμένου της, και ειδικότερα ότι η χρονολογία σύνταξής τους, είναι η επικαλούμενη από τον εναγόμενο ημερομηνία, 26η-10-1996, ημέρα Σάββατο και ημέρα της ονομαστικής εορτής της αποβιωσάσης, καθόσον, πέραν του προαναφερθέντος περιεχομένου των διαθηκών, δεν περιέχεται άλλη αναφορά που να συνδέει την ανωτέρω ημερομηνία με τον χρόνο σύνταξής τους, και ειδικότερα αναφορά έστω και εμμέσως στο γεγονός της ονομαστικής εορτής της διαθέτιδος, ώστε να καταστεί επιτρεπτή η αναπλήρωση της χρονολογίας από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία θα χρειαζόταν απόδειξη και γ) ότι προσφυγή σε αναλογική εφαρμογή της διάταξης της παρ.3 του άρθρου 1721 ΑΚ προϋποθέτει κενό δικαίου και ομοιότητα της αρρύθμιστης με συναφείς ρυθμισμένες περιπτώσεις (ολΑΠ 7/2017), περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια και επομένως ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τα οποία το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το ίδιο ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητος των διαθηκών, επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές.

Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η παραδοχή που διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη σύμφωνα με την οποία "συγχωρείται ο καθορισμός και της παντελώς ελλειπούσης χρονολογίας εκ του περιεχομένου της διαθήκης, ακόμη και με τη χρησιμοποίηση γεγονότων εκτός αυτής κειμένων και χρηζόντων αποδείξεως, τούτων όμως προς τον σκοπό αποσαφηνίσεως εκείνων τα οποία περιέχονται στην διαθήκη", ουδόλως αντιφάσκει με την κρίση της ότι "η ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος του (αναιρεσείοντος) Γ.

χήρας Π. Κ. και τα γεγονότα που αναφέρει ως προς τον χρόνο σύνταξης των ένδικων διαθηκών ουδόλως δύνανται να προσφέρουν", διότι όπως προεκτέθηκε με την προσβαλλομένη έγινε δεκτό ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση αναλογικής εφαρμογής της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 1721 ΑΚ, παρεκτός και του ότι η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον αφορά έλλειψη αναγόμενη ειδικότερα στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προσβάλλοντας την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ειδικότερα την, κατά τα προεκτεθέντα, στις παραδοχές του Εφετείου, ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ειδικώς σχολιαζόμενη από τον αναιρεσείοντα ανωτέρω ένορκη βεβαίωση.

Επομένως, η επικαλούμενη αιτίαση, με το τρίτο μέρος του ίδιου ως άνω λόγου της αναίρεσης, που αναφέρεται στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19, με την οποία ισχυρίζεται ο αναιρεσείων τα αντίθετα είναι αβάσιμη, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 74/2018, Α.Π. 841/2017) όπως η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων (Α.Π. 1534/2017). Δεν ιδρύεται, εξάλλου, ο λόγος αυτός, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και λόγο έφεσης, και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΑΠ 693/2022, Α.Π. 455/2021, Α.Π. 194/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, από την ως άνω διάταξη του άρθρ.559 αριθ. 8 περ.β` ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον υποβληθέντα στον πρώτο βαθμό από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε στο Εφετείο με ταυτόσημο λόγο έφεσης, σχετικά με την επιτρεπτή αναπλήρωση της ημέρας σύνταξης των διαθηκών, προσδιορισθέντος του στοιχείου τούτου, με βάση το ότι η συγκεκριμένη ημέρα (26-10-1996) ήταν ιδιαίτερη και ξεχωριστή για την διαθέτιδα.

Ο λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμος. Επίσης, η διαλαμβανόμενη στο ίδιο μέρος αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ότι "η ημερομηνία σύνταξης των διαθηκών αποσαφηνίζεται με την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρός του", είναι απαράδεκτη διότι, όπως προεκτέθηκε στην σχετική μείζονα σκέψη, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, όπως εν προκειμένω η ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί πράγμα, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ403/2017).

Συνεπώς, είναι στο σύνολό του απορριπτέος ο μοναδικός αναιρετικός λόγος που διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο και συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-05-2021 με αριθ. κατάθεσης 3115/423/13-05-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5228/ 2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ