Legislator Giurisprudenza & Legislazione
929/2024 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against medical malpractice judgment, remanding case for retrial due to insufficient reasoning.

Numero d'incarto 929/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a claim for damages against an orthopedic doctor. The court found the lower court's reasoning insufficient to establish the doctor's fault or the causal link between his actions and the insured's injury. Consequently, the appeal was accepted, the judgment was annulled, and the case was remanded for retrial.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 914, 297, 298, 330 of the Civil Code; The court must provide clear reasoning establishing fault and causation; insufficient reasoning warrants annulment and remand for retrial.

Parole chiave

Generato dall'IA
medical malpractice tort liability insufficient reasoning remand for retrial causal link orthopedic doctor social insurance tassa sul foglio di malattia

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 62 paragraph 3 of Law 4387/2016
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 929 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 929/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" και ήδη "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Β. - Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 692/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 167/2024). Παράνομη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι και η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017), η δε κατά τον άνω τρόπο παράνομη συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί και κατά τη λειτουργία μίας σύμβασης (πρβλ ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2070/2022, ΑΠ 1439/2019).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Η παράλειψη για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία, από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, όπως αυτή διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 895/2019), ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 413/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 139/2014).

Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 1116/2019). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος.

Εφ` όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 660/2022, ΑΠ 1206/2019).

Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ , όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1206/2019).

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων.

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Η αθέτηση μιας συμβάσεως, καθ' αυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).

Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 587/2020).

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ΝΔ 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 1.6.2011, οπότε με το άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 ορίστηκε ότι οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντάσσονται από την 1.6.2011 στο Εθνικό Σύστημα Υγείας), προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς, που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.

Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Εξάλλου, ορίζονται στο άρθρο 3, που επιγράφεται "Υποχρεώσεις θεραπόντων ιατρών", μεταξύ άλλων και ότι " 1.

Οι θεράποντες ιατροί κατά την παροχήν των ιατρικών φροντίδων εις τους δικαιούχους ακολουθουν τους κανόνας της ιατρικής δεοντολογίας ως και τα επιστημονικώς παραδεδεγμένα εν όψει της εξελίξεως της ιατρικής επιστήμης και τεχνικής. 2. Οι θεράποντες ιατροί ασκούν απάσας τας κατά την κειμένην νομοθεσίαν αρμοδιότητας θεραπευτών του Ιδρύματος..." και στο άρθρο 5 του ίδιου διατάγματος, που επιγράφεται "Νομική Κατάστασις", ότι: "1.

Η μετά του ΙΚΑ σχέσις θεραπόντων ιατρών, μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας, διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών. Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικάς φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθένειας εκ του ΙΚΑ 2.

Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του ΙΚΑ ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι.". Επομένως, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω Ν.Δ., δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα (ΑΠ 1642/2022).

Εξάλλου, στο άρθρο 10 του ίδιου ΝΔ 1204/1972, υπό τον τίτλο "Ειδικαί συμβάσεις", ορίζεται ότι "Εφ' όσον αι τοπικαί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον επ' αμοιβή του ιατρού, οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως άνευ περιορισμού τίνος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων.

Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρούμενης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως. Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών". Επίσης, στο ΠΔ 67/9-3-2000 "Καθορισμός υποχρεώσεων των ασφαλιστικών οργανισμών, των θεραπόντων και ελεγκτών ιατρών και των φαρμακοποιών και επιβολή κυρώσεων για παράβαση των υποχρεώσεων", το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 6 του περιέχοντος αντίστοιχες διατάξεις ΠΔ 121/2008, αλλά εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, ορίζονται και τα ακόλουθα: "Καθορίζονται ενιαία για το Δημόσιο και όλους τους φορείς και κλάδους ασθένειας αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά την παροχή φαρμακευτικής περίθαλψης:

α. Οι υποχρεώσεις των θεραπόντων ιατρών... ε. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση μη τήρησης των ανωτέρω υποχρεώσεων και ο καταλογισμός των ευθυνών λόγω ζημίας που προκύπτει στο Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς. (άρθρο 1 παρ. α'και ε'). "Α. Οι θεράποντες ιατροί, σύμφωνα με τον κανονισμό περίθαλψης του Δημοσίου και κάθε ασφαλιστικού οργανισμού, κατά τη συνταγογράφηση στους ασφαλισμένους υποχρεούνται: 1.

να ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας. 2. Να εφαρμόζουν τα προβλεπόμενα στους κανονισμούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του Δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών και να τηρούν τους όρους των συμβάσεών τους. 3. Να ελέγχουν το βιβλιάριο υγείας και να διαπιστώνουν εάν το πρόσωπο που προσέρχεται για εξέταση ταυτίζεται με αυτό που αναγράφεται ή εικονίζεται στο βιβλιάριο υγείας βεβαιώνοντας ότι υπάρχει ασφαλιστική ικανότητα.4.

Να εξετάζουν τον ασφαλισμένο πριν χορηγήσουν τη συνταγή. 5.... 9. Να συμπληρώνουν ευανάγνωστα και με ακρίβεια όλα τα στοιχεία επί του εντύπου της συνταγής και να αναγράφουν το ποσοστό συμμετοχής (%) του ασφαλισμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Ν. 1902/90 και του άρθρου 34 του Ν. 2676/99, όπως ειδικότερα ισχύουν κάθε φορά.

Συνταγές με διορθώσεις δεν εκτελούνται, εκτός εάν υπάρχει επί των διορθώσεων υπογραφή και σφραγίδα του γιατρού. 10... Β. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, ανεξάρτητα τυχόν ποινικών ευθυνών, αποτελεί: 1. για τους ιατρούς του ΕΣΥ καθώς και τους ιατρούς, μονίμους ή επί συμβάσει, των ασφαλιστικών οργανισμών, πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο επιβάλλονται κυρώσεις σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για κάθε κατηγορία.2...Σε κάθε περίπτωση οι παραβάσεις των ιατρών γνωστοποιούνται και στον οικείο ιατρικό σύλλογο, προκειμένου να διερευνήσει την υπόθεση και να επιβάλει τις προβλεπόμενες πειθαρχικές κυρώσεις.

Γ. Με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών, καταλογίζεται σε βάρος του ιατρού η ζημία που επήλθε στο Δημόσιο και στον ασφαλιστικό οργανισμό, εξαιτίας της μη τήρησης των υποχρεώσεων του παρόντος άρθρου"(άρθρο 2). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 "Σχέσεις κράτους - πολίτη ...

κ.λ.π." και 339 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου, (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικά μέσο στη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.Α.Π. 8/1987, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 17/2021, ΑΠ 1092/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Το Ν.Π.Δ.Δ. "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.)(αρχικώς ενάγον), οιω(ο)νεί καθολικός διάδοχος του οποίου αποτελεί το ενάγον(ενν.

εκκαλούν) Ν.Π.Δ.Δ. (ήδη αναιρεσείον),είχε προσλάβει δυνάμει της καταρτισθείσας με τον εναγόμενο και νυν εφεσίβλητο(ήδη αναιρεσίβλητο) την 11-05- 1992, η οποία καταγγέλθηκε απ' αυτό την 31-08-2006 και η οποία διεπόταν από το άρθρο 10 του Ν.Δ. 1204/1972, ειδικής σύμβασης αορίστου χρόνου τον εναγόμενο, προκειμένου ο τελευταίος να παράσχει τις υπηρεσίες του ως θεράπων ιατρός με την ειδικότητα του ορθοπεδικού αρχικά στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.

Πατρών και από το έτος 1995 στην Τοπική Μονάδα Υγείας του Υποκαταστήματος Ι.ΚΑ. Αγίου Αλεξίου των Πατρών. Ο εναγόμενος ορθοπεδικός ιατρός εξέταζε μηνιαίως, κατά τη διάρκεια παροχής των έμμισθων υπηρεσιών του δυνάμει της ως άνω σύμβασης που υπέγραψε με το ενάγον (από 11-05-1992 έως την 31-08-2006), κατά μέσο όρο 1.000 περίπου ασφαλισμένους - ασθενείς του (ως) ενάγοντος ασφαλιστικού φορέα κάθε μήνα ή 10.000 με 12.000 περιστατικά το χρόνο, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο προτεινόμενος από τον εναγόμενο μάρτυρας κατά την εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Γ.

Β. του Θ., χειρουργός ορθοπεδικός, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις ασθενών προέβαινε σε συνταγογραφήσεις ορθοπεδικών ειδών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα διάφορα προβλήματα υγείας των ασθενών. Η ως άνω συνταγογράφηση των διαφόρων ορθοπεδικών ειδών γινόταν διά της αναγραφής κατά κανόνα σε απλά παραπεμπτικά έγγραφα και όχι σε τριπλότυπα έντυπα γνωματεύσεως του ονοματεπωνύμου του ασφαλισμένου, του αριθμού μητρώου αυτού στο Ι.Κ.Α., της ορθοπεδικής παθήσεώς του και των χορηγητέων ορθοπεδικών ειδών αυτού, προς τους πάσχοντες από ορθοπεδικές παθήσεις ασφαλισμένους, που ελέγχονταν εν συνεχεία και εγκρίνονταν από τους ελεγκτές ιατρούς του ενάγοντος.

Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες δεν ήταν δυνατή η μετάβαση των πασχόντων ασθενών στο ιατρείο του Ι.Κ.Α., όπου παρείχε τις υπηρεσίες του ο εναγόμενος λόγω των κινητικών προβλημάτων των πρώτων αλλά ούτε ήταν εφικτή και η φυσική εξέτασή τους στο χώρο του ιατρείου του υποκαταστήματος του ενάγοντος, οι συγγενείς των ασθενών προσκόμιζαν τα σχετικά έγγραφα στον ίδιο τον εναγόμενο (βιβλιάρια ασθένειας, προηγούμενες ιατρικές βεβαιώσεις από διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα κ.λ,π.), ενώ μερικές φορές μετέβαινε κι ο ίδιος ο ιατρός στην οικία του ασθενούς.

Τα ως άνω κατέθεσε ευθαρσώς ο προαναφερόμενος μάρτυρας, ο οποίος επίσης εργάσθηκε για ένα χρονικό διάστημα περίπου πέντε (5) ετών στον ίδιο τον ενάγοντα ασφαλιστικό οργανισμό (2006-2010) και είχε ιδίαν αντίληψη περί αυτών. Ειδικότερα δε, κατέθεσε μεταξύ των άλλων τα ακόλουθα: "...Πολλές φορές ο ασφαλισμένος δεν ερχόταν, ερχόταν κάποιος συγγενής, ειδικά όταν αυτός ήταν κλινήρης, ήταν χειρουργημένος, υπήρχε γραμμένο μέσα στο βιβλιάριό του την πάθηση που είχε, είχε σχεδόν πάντα μαζί, όχι σχεδόν, πάντοτε μαζί παραπεμπτικό από το νοσοκομείο σφραγισμένο πολλές φορές και με πρωτόκολλο, που έγραφε τι ακριβώς πάθηση υπήρχε και γιατί χρειαζόταν το συγκεκριμένο ορθοπεδικό είδος και εμείς το συνταγογραφούσαμε.

Το θέμα είναι ότι με έχει ενημερώσει ο συνάδελφός μου ότι αυτά τα παραπεμπτικά, τα οποία εμείς τα βάζαμε πάντα πίσω από το, τα καρφιτσώναμε δηλαδή μαζί με το χαρτί που γράφαμε τα ορθοπεδικά είδη δεν υπήρχαν, είχαν αφαιρεθεί από τις συγκεκριμένες περιπτώσεις.... Δεν το γνωρίζω αυτό. Εγώ είχα φτάσει στην υπερβολή να πηγαίνω πολλές φορές δωρεάν και κατ' οίκον να βλέπω κάποιον ασθενή, για τον οποίον τα ορθοπεδικά είδη τα θεωρούσα πολλά, να δω ότι είναι πραγματικά μετά από αυτά που είχαν συμβεί...".

Τέτοιες λοιπόν περιπτώσεις συνιστούν οι αναφερόμενες στην κρινόμενη αγωγή για τους δεκαέξι (16) ασφαλισμένους ασθενείς του ενάγοντος χειρουργημένων, ηλικιωμένων και βαριά πασχόντων ασθενών, δηλαδή: 1) της Ε. Κ., … και 16) του Α. Μ., οι οποίες περιπτώσεις εξετάσθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από την 19-06-1998 μέχρι και την 01-03-2004 από τον εναγόμενο ορθοπεδικό ιατρό, αφενός μεν, με τον προεκτεθέντα τρόπο και αφετέρου δε, με την προηγούμενη κατ' οίκον φυσική εξέταση του τρίτου Δ.

Σ., της έκτης, Χ. Β., του ογδόου, Ν. Τ., της ενάτης Ε. Κ. και της ενδεκάτης Γ. Π., διότι οι ως άνω δεκαέξι (16) ασθενείς δεν μπορούσαν εξαιτίας της κατάκλισής τους να μεταβούν ή να μεταφερθούν στο προειρημένο υποκατάστημα του Ι.Κ.Α. Αγίου Αλεξίου των Πατρών, στην περιφέρεια του οποίου διέμεναν και άρα υπάγονταν, προκειμένου να εξεταστούν εκεί από τον εναγόμενο ή άλλο ορθοπεδικό του ενάγοντος.

Αναφορικά με τις ένδικες περιπτώσεις, ο εναγόμενος προέβη, κατόπιν των προειρημένων εξετάσεων, σε αντίστοιχες 16 αιτιολογημένες αλλά και σύννομες συνταγογραφήσεις, που παρατίθενται στο κρινόμενο δικόγραφο της αγωγής ορθοπεδικών ειδών προς ανακούφιση των ασθενειών, το κόστος των οποίων είχε ανέλθει στο συνολικό ποσό των 23.625,25 ευρώ.

Ειδικότερα τα είδη αυτά, που συνταγογραφήθηκαν από τον εναγόμενο προς εξυπηρέτηση των προβλημάτων υγείας, που αντιμετώπιζαν οι προαναφερόμενοι δεκαέξι (16) ασθενείς, ήταν αναπηρικά αμαξίδια ειδικού τύπου, αεροστρώματα κατακλίσεων και μαξιλαριών κατακλίσεως, τα δε προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζαν ήταν τα ακόλουθα κατά σειρά: 1) της παραπληγίας η πρώτη, 2) του ακρωτηριασμού του δεξιού σκέλους, κατάκλιση και εγκεφαλικών επεισοδίων ο δεύτερος, 3) του ακρωτηριασμού του αριστερού κάτω άκρου και καρκίνου ουροδόχου κύστης ο τρίτος 4) του διατροχαντήριου κατάγματος του αριστερού ισχίου, ο τέταρτος 5) της τετραπληγίας εξαιτίας μικτής πυραμιδοεξωπυραμιδικής συνδρομής, ο πέμπτος, 6) της παραπαρέσεως κάτω άκρων, αδυναμία βάδισης και αυτοεξυπηρέτησης και κατακλίσεων η έκτη, 7) της παραπληγίας ένεκα μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου με αποτέλεσμα την παραπληγία, η έβδομη 8) της παραλύσεως των κάτω άκρων εξαιτίας πολλαπλών μεταστατικών καρκίνων, ο όγδοος, 9) της παραπληγίας, η ένατη, 10) της παραπληγίας, από μεταστατικό καρκίνο άτονο έλκος του δεξιού άκρου ποδός και λεμφαγγείτιδα του δεξιού ποδός, ο δέκατος, 11) του διατροχαντήριου κατάγματος του μηριαίου οστού, η ενδέκατη, 12) του κατάγματος της δεξιάς ποδοκνημικής, η δωδέκατη, 13) της παραπληγίας ένεκα μεταστατικού καρκίνου, ο δέκατος τρίτος, 14) του βασεαυχενικού κατάγματος του δεξιού μηριαίου οστού, η δέκατη τέταρτη, 15) της πολύχρονη(ς) παραπληγία(ς) η δέκατη πέμπτη και 16) της παρέσεως των κάτω άκρων - αστάθειας βάδισης - κατάκλισης ο δέκατος έκτος (βλ.

προσκομιζόμενες ως άνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, οι οποίες δόθηκαν σε προηγούμενες δίκες μεταξύ των ιδίων διαδίκων από όλους σχεδόν τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενείς των δεκαέξι (16) προαναφερόμενων ασθενών και οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δική ως δικαστικά τεκμήρια...και οι οποίοι επιβεβαιώνουν τις ασθένειες από τις οποίες έπασχαν, καθώς και φωτοαντίγραφα από διάφορα πιστοποιητικά - ιατρικές βεβαιώσεις του ενάγοντος αλλά και νοσηλευτικών ιδρυμάτων).

Οι ως άνω αναφερόμενες ασθένειες - βλάβες της υγείας των δεκαέξι (16) ασφαλισμένων, μπορεί κάποιες από αυτές να μην ήταν "καθαρά" ορθοπεδικές παθήσεις, ωστόσο όμως προκαλούσαν στους ανωτέρω δεκαέξι ασθενείς αντίστοιχες ορθοπεδικές αδυναμίες-αναπηρίες στην κίνηση των άκρων τους και για το λόγο αυτό έχρηζαν την χορήγηση των ορθοπεδικών ειδών προς διευκόλυνση των καθημερινών τους κινήσεων και της εν γένει βελτίωσης της ποιότητας της ζωής τους.

Επίσης πρέπει να επισημανθεί ότι τα αντίστοιχα ορθοπεδικά είδη αγοράσθηκαν από τους ανωτέρω ασθενείς με δαπάνες του ενάγοντος και από συμβεβλημένους με τον τελευταίο προμηθευτές, ύστερα κι από την προηγούμενη έγκρισή τους από τους αντίστοιχους ελεγκτές ιατρούς του ενάγοντος, το σχετικό έλεγχο του Τμήματος Παροχών του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.

Αγίου Αλεξίου των Πατρών και την οικεία απόφαση του Διευθυντή του προμνημονευθέντος Υποκαταστήματος, με συνέπεια η σχετική με αριθμό 969/13-6-2006 έκθεση ελέγχου της Επιτροπής Ελέγχου Παροχών Πρόσθετης Περιθάλψεως του ενάγοντος ασφαλιστικού οργανισμού να μη συμβαδίζει, για τα αποδιδόμενα μ' αυτή στον εναγόμενο, με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και να μην τυγχάνει ως εκ τούτου αξιόπιστη (βλ.

εγκυκλίους με αριθμό πρωτ. Π04/3/137 ΑΡΙΘΜ.45/5.4.1999 και Π04/3/301 ΑΡ.79.20-12-2000, όπου αναφέρεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ.8 του Α.Ν. 1.846/51 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας Ι.ΚΑ., ο Διευθυντής του Υποκ/τος έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα για την χορήγηση των ειδών πρόσθετης περίθαλψης.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού Ασφ/κής αρμοδιότητας, ο αρμόδιος να αποφασίσει Διευθυντής, ερευνά ελεύθερα τα πραγματικά και νομικά στοιχεί της υπόθεσης, δικαιούμενος για την εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων, να ενεργήσει για την απόδειξή τους εξέταση μαρτύρων, αυτοψία, να προκαλέσει πραγματογνωμοσύνη, γνωμάτευση γιατρών, να ζητήσει πληροφορίες από κάθε δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή άλλη αρχή, αποφαίνεται δε, σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς, ενώ κατά τη διαδικασία χορήγησης αναφέρεται ότι μετά την έκδοση της σχετικής γνωμάτευσης του θεραπευτή γιατρού ειδικότητας η γνωμάτευση αυτή θα πρέπει να θεωρείται από τον ελεγκτή γιατρό και πριν την αγορά του είδους, ο ασφαλισμένος θα παραπέμπεται στο Τμήμα Παροχών του Υποκ/τος Ι.Κ.Α.

του τόπου κατοικίας του). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος χορηγούσε διάφορα ορθοπεδικά είδη, αυτά ελέγχονταν από τα ως άνω ελεγκτικά όργανα, τα οποία θα μπορούσαν να γνωμοδοτήσουν αρνητικά. Εξάλλου ο εναγόμενος δεν είχε την υποχρέωσή να αναγράφει τις ακριβείς διευθύνσεις των ασθενών επί των απλών παραπεμπτικών, παρά μονάχα το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό μητρώου του ασθενούς, ενώ ως διεύθυνση αναγραφόταν μονάχα η πόλη Π., πέραν δε αυτών πολλοί ασθενείς είχαν διαφορετικές διευθύνσεις από τις αναγραφόμενες στο βιβλιάριο ασθένειας λόγω της μετοίκησής τους σε άλλη οικία ή σε οικία του τέκνου τους ή άλλους συγγενείς τους, οι οποίοι είχαν αναλάβει την καθημερινή φροντίδα και περιποίησή τους, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε ο ανωτέρω εξετασθείς μάρτυρας Γ.

Β. του Θ., αναφέροντας σχετικά μεταξύ των άλλων ότι: "...ότι μέχρι τότε πραγματικά όλοι οι γιατροί συνταγογραφούσαν τα ορθοπεδικά είδη σε απλά παραπεμπτικά του ΙΚΑ, δεν υπήρχαν ποτέ τριπλότυπα συνταγογράφησης τα οποία υπήρχαν μόνο για ειδικούς νάρθηκες που είχαν ιδιαίτερες παθήσεις που τους χορηγούσαν ήταν πολύ ακριβοί.

Επίσης το παραπεμπτικό αυτό γραφόταν μόνο το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός μητρώου του ΙΚΑ, ποτέ δεν γραφόταν διευθύνσεις ασθενών. Επειδή μου έχει πει ο κύριος Β. ότι κατηγορείται ότι δεν έγραφε σωστές διευθύνσεις των ασθενών. Αυτά όλα υπήρχαν σε ειδικές καρτέλες των ασθενών στο ΙΚΑ και ήταν υπεύθυνες οι διοικητικές υπηρεσίες, ποτέ εμείς σαν γιατροί δεν γράφαμε, ακόμα κι εγώ στο τριπλότυπο που έγραφα αργότερα τη λέξη Π.

έγραφα σαν διεύθυνση. Πολλές φορές η διεύθυνση που υπάρχει πάνω στο βιβλιάριο είναι διαφορετική από την πραγματική διεύθυνση του ασθενούς ή έχει αλλάξει...". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι προαναφερθείσες συνταγογραφήσεις του εναγόμενου ως θεράποντος ιατρού- ορθοπεδικού του ενάγοντος ασφαλιστικού οργανισμού επί απλών παραπεμπτικών εγγράφων δεν ήταν ψευδείς, αλλά αντιθέτως αληθείς και σύννομες, απορριπτομένων των σχετικών δεύτερου και τρίτου λόγων της κρινόμενης έφεσης ως ουσίαν αβάσιμων.

Τέλος, όσον αφορά στην καταδίκη του εναγόμενου με τη με αριθμούς 2544/2011 και 1-2-3-4/2012 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, δυνάμει της οποίας ο ανωτέρω καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε απάτη ως προς την προρρηθείσα δέκατη έκτη (16) περίπτωση της κρινόμενης αγωγής (του Α.

Μ.) και αφορούσε στο γεγονός ότι την 01-03-2004 προέβη στη συνταγογράφηση ενός αναπηρικού αμαξιδίου ειδικού τύπου, ενός αεροστρώματος κατακλίσεως και ενός μαξιλαριού σιλικόνης με κυψέλες αέρος, συνολικής αξίας 1.843,60 ευρώ προς τον προαναφερόμενο ασφαλισμένο, δαπάνη την οποία κατέβαλε το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ., η απόφαση αυτή δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη στην παρούσα πολιτική δίκη ότι ο εναγόμενος τέλεσε εις βάρος του ενάγοντος ασφαλιστικού οργανισμού αδικοπραξία, διότι η απόφαση αυτή είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης.

Η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη. Μάλιστα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ως άνω ασφαλισμένος του ενάγοντος έπασχε πράγματι, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από τη σύζυγό του στον εναγόμενο και κατά την περί ης ο λόγος συνταγογράφηση οικεία από 01-03-2004 βεβαίωση του θεράποντος ιατρού του εν λόγω ασφαλισμένου και Επιμελητή Ά της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών ιατρού-νευροχειρουργού Φ.

Τ., από πάρεση κάτω άκρων, εμφανίζοντας αστάθεια βαδίσεως και ευρισκόμενος σε κατάσταση κατακλίσεως, με συνέπεια να χρήζει των προειρημένων ορθοπεδικών ειδών, καθώς δεν εδύνατο να μετακινηθεί με άλλον τρόπο (βλ. προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της ως άνω βεβαίωσης). Πέραν δε αυτής της ως άνω αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης κι η οποία αφορά μόνον την ανωτέρω δέκατη έκτη (16) περίπτωση της αγωγής δεν υφίσταται κάποια άλλη περίπτωση, από την οποία να προκύπτει καταδίκη του ανωτέρω εναγόμενου, τουναντίον φέρεται να έχει απαλλαγεί από όλες τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες (βλ.

προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα των με αριθμό 348/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, 1740-1741-1742/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, 4460/2007 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών), απορριπτομένου ως αβάσιμου του πρώτου λόγου της έφεσης περί μη λήψης υπόψη της ποινικής καταδίκης του εναγόμενου δυνάμει της με αριθμούς 2544/2011 και 1-2-3-4/2012 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.

Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά ο εναγόμενος δεν τέλεσε οποιαδήποτε παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη εις βάρος του ενάγοντος, αφού δεν παραβίασε, ενόψει των προεκτεθέντων, τις πηγάζουσες εκ του νόμου ή της αρχής της αντικειμενικής καλής πίστης υποχρεώσεις του έναντι του πρώην εργοδότη του, ούτε προκάλεσε ζημία και ηθική βλάβη σ' αυτό, καθόσον οι προαναφερόμενοι δεκαέξι (16) ασφαλισμένοι του ενάγοντος πάσχοντες από ορθοπεδικές παθήσεις έχρηζαν των προαναφερόμενών αιτούμενων απ' τους ίδιους, νομίμως συνταγογραφηθέντων επίδικων ορθοπεδικών ειδών από τον εναγόμενο υπό την ιδιότητα του θεράποντος ιατρού-ορθοπεδικού του ενάγοντος.

Άρα, ο εναγόμενος δεν έχει τελέσει εις βάρος του ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. οποιαδήποτε αδικοπραξία ούτε ευθύνεται έναντι αυτού για οποιαδήποτε αιτία, οπότε δεν υποχρεούται σε αποζημίωση του ενάγοντος ούτε σε χρηματική ικανοποίηση αυτού ένεκα ηθικής του βλάβης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει κατ` ουσίαν την από 28-11-2012 αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) κατά του αναιρεσιβλήτου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παράβασης ή μη από τον αναιρεσίβλητο της ειδικής σύμβασης του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, που είχε συνάψει με το αρχικώς ενάγον, και συνακόλουθα ως προς την ύπαρξη ή μη ευθύνης αυτού από παράβαση της σύμβασης και από αδικοπραξία, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρου 914 και 330 ΑΚ, 1,3,5 και 10 ΝΔ 1204/1972 και 1 παρ.

α', ε' και 2 ΠΔ 67/2000, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα: Α) Ενώ το αρχικώς ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ενσωματώνει στην αγωγή του ολόκληρο το αφορούν τον αναιρεσίβλητο περιεχόμενο της υπ' αρ. πρωτ. 969/13-6-2006 Έκθεσης Ελέγχου κλιμακίου υπαλλήλων του, που συντάχθηκε με βάση προηγούμενες εντολές του Διοικητή του, η οποία έκθεση περιγράφει την μη νόμιμη χορήγηση από τις Υγειονομικές Υπηρεσίες του ενάγοντος της ευρύτερης περιοχής των Πατρών, ορθοπεδικών ειδών σε 210 ασφαλισμένους του, ήτοι με αναγραφή των ειδών αυτών σε απλό παραπεμπτικό παρακλινικών εξετάσεων και όχι, όπως υπήρχε υποχρέωση από την σύμβαση των ιατρών, σε τριπλότυπη γνωμάτευση, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητας χορήγησης των ορθοπεδικών αυτών ειδών, αφού δεν παρέμενε αντίγραφο στα γραφεία του και ενώ, επίσης, στην πιο πάνω ενσωματωμένη στην αγωγή έκθεση αναφέρονται αναλυτικά και αιτιολογημένα για κάθε έναν από τους 16 από τους 210 ασφαλισμένους, στους οποίους χορήγησε τέτοιο παραπεμπτικό ο αναιρεσίβλητος ορθοπεδικός ιατρός, που είχε συνάψει σύμβαση κατά το άρθρο 10 Ν.Δ. 1204/1972 με το αναιρεσείον, τα ειδικότερα στοιχεία για το ψευδές των παραπεμπτικών αυτών, παρ' όλα αυτά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αιτιολογεί επαρκώς την απόρριψη των περιεχομένων στην αγωγή ειδικών και διαφορετικών για κάθε ασφαλισμένο περιστατικών αυτών, τα οποία, σύμφωνα με την αγωγή, αποδεικνύουν ότι η χορήγηση αυτή ήταν εικονική και συνεπώς παράνομη και υπαίτια πράξη του αναιρεσίβλητου, από την οποία υπέστη το αρχικώς ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ την αναφερόμενη στην αγωγή ζημία, με την καταβολή στον εκάστοτε προμηθευτή των ορθοπεδικών ειδών της αξίας τους, χωρίς να υπάρχει ιατρικά ενδεδειγμένος λόγος προς τούτο, αλλά αντίθετα περιορίζεται σε γενικού περιεχομένου αιτιολογία που δεν απαντά συγκεκριμένα στις ειδικότερες αυτές αιτιάσεις.

Ειδικότερα: 1) Αναφέρεται στην απόφαση ότι οι ασθενείς Δ.. Σ., Χ.. Β., Ν.. Τ., Ε.. Κ. και Γ.. Π. εξετάστηκαν στο σπίτι τους με φυσική εξέταση από τον αναιρεσίβλητο, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση, αν είχε αυτή τη δυνατότητα και υποχρέωση ο αναιρεσίβλητος, με βάση την ειδική σύμβαση εργασίας κατά το άρθρο 10 ΝΔ 1204/1972, που είχε συνάψει με το αναιρεσείον και αν δεν την είχε για ποιο λόγο προέβη στην ενέργεια αυτή, χωρίς να έχει τη σχετική υποχρέωση και επίσης χωρίς να απαντώνται ειδικώς οι περιεχόμενοι στην αγωγή ισχυρισμοί του αρχικώς ενάγοντος ότι οι τέσσερις πρώτοι των ανωτέρω προσώπων δεν κατοικούσαν στις αντίστοιχες διευθύνσεις στην Π., που δήλωσαν στις αιτήσεις τους προς το Τμήμα Παροχών του αναιρεσιβλήτου και οι οποίες αναφέρονται και στα Τιμολόγια Πωλήσεως - Δελτία Αποστολής, που εξέδωσε ο προμηθευτής που τους πώλησε τα ορθοπεδικά είδη, αφού σύμφωνα με την αγωγή α) στη διεύθυνση Κ. 32, που δήλωσε ο Δ.

Σ. κατά τον χρόνο της εξέτασής του, δεν υπήρχε κτίσμα και κατά τον χρόνο του ελέγχου ανεγειρόταν πολυκατοικία, ενώ ο ίδιος είχε εξουσιοδοτήσει τον προμηθευτή να εισπράξει το ποσό των ορθοπεδικών ειδών 20 μέρες πριν την εξέτασή του από τον αναιρεσίβλητο, β) στη διεύθυνση Κ. 25, που δήλωσε η Χ. Β., αυτή δεν κατοικούσε ποτέ, όπως δήλωσε η αναφερόμενη στην αγωγή ιδιοκτήτρια του ακινήτου, γ) στη διεύθυνση Α..

Μ. 12, που δήλωσε ο Ν. Τ. δεν υπάρχει ο αριθμός 12 και δ) στη διεύθυνση Κ. 43 που δήλωσε η Ε. Κ. κατοικούσε μεν αυτή, αλλά κατά τον χρόνο της φερόμενης εξέτασής της, στις 5/5/2003, όπως δήλωσε η αναφερόμενη στην αγωγή θυγατέρα της, αυτή ήταν σε κωματώδη κατάσταση νοσηλευόμενη από 2/4/2003 έως τις 11/5/2003 που επήλθε ο θάνατός της στην Κλινική Ρ.

στην Π. και συνεπώς, ούτε είχε ανάγκη των ορθοπεδικών ειδών, που της χορήγησε ο αναιρεσίβλητος, ούτε είχε αυτός αρμοδιότητα να την εξετάσει. Τέλος στη διεύθυνση Σ. 5 που φέρεται να δήλωσε η Γ.. Π. αυτή κατοικούσε μεν, αλλά κατά τον έλεγχο που έγινε στις 17/5/2006, σύμφωνα με την αγωγή, ανευρέθηκε η ίδια να περιπατεί υποβοηθούμενη μόνο με μπαστούνι και η ίδια δήλωσε στους ελεγκτές ότι τον Απρίλιο του 2003, που εκδόθηκε το παραπεμπτικό από τον αναιρεσίβλητο, αυτή νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο του Ρίου και ο εκεί ιατρός της συνέστησε να πάρει μια "περπατούρα", την οποία και προμηθεύτηκε, ενώ δεν ζήτησε ποτέ ούτε προμηθεύτηκε αναπηρικό αμαξίδιο, αερόστρωμα κατακλίσεων και μαξιλάρι κατακλίσεων, τα οποία φέρονται να χορηγήθηκαν με το παραπεμπτικό του αναιρεσίβλητου. 2) Για τους λοιπούς ένδεκα ασφαλισμένους, για τους οποίους, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος εξέδωσε παραπεμπτικά χωρίς να τους εξετάσει, αλλά με βάση ιατρικά έγγραφα, που του προσκόμισαν συγγενείς τους, δεν αναφέρεται αν ο αναιρεσίβλητος είχε τέτοια δυνατότητα και υποχρέωση σύμφωνα με τη σύμβαση που είχε υπογράψει με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ή ότι αντίθετα είχε αρμοδιότητα να εξετάζει τους ασθενείς προσωπικά μόνο στο Υποκατάστημα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που υπηρετούσε.

Επίσης δεν απαντά καθόλου στα αναφερόμενα στην αγωγή, ως προς την Ε.. Κ., ότι δεν κατοικούσε ποτέ στη διεύθυνση Κ. 28, όπως δήλωσε ενυπόγραφα ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, ως προς τον Α.. Ν. ότι δεν υπάρχει ο αριθμός 1 στην οδό Κ., που δήλωσε αυτός ως διεύθυνση κατοικίας, ως προς τον Ν.. Χ. ότι δεν κατοικούσε ποτέ στην οδό Κ. 70 στην Π., που δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας, όπως βεβαίωσε ενυπόγραφα ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, αλλά μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι κατοικούσε στην Αμαλιάδα Ηλείας και προμηθεύτηκε μόνο αναπηρικό αμαξίδιο, όχι δε και αερόστρωμα κατακλίσεων που αναφέρεται στο παραπεμπτικό του αναιρεσίβλητου τον Μάιο του 1999, ενώ το παραπεμπτικό εκδόθηκε στις 12/7/1999 και ο ασθενής απεβίωσε στις 15/8/1999, ως προς τον Ε..

Τ. ότι η κατονομαζόμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου που κατοικούσε δήλωσε ότι δεν αυτός είχε υποστεί ποτέ εγκεφαλικό επεισόδιο, περπατούσε και δεν χρησιμοποίησε ορθοπεδικά είδη, ως προς την Β.. Ρ. ότι δεν κατοικούσε ποτέ στην οδό Α., που είχε δηλώσει, όπως ανέφερε κατά τον έλεγχο ο αναφερόμενος στην αγωγή ιδιοκτήτης του ακινήτου, ως προς τον Π..

Γ. ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του παραπεμπτικού στις 6/6/2003, όπως δήλωσε η αναφερόμενη στην αγωγή θυγατέρα του, αυτός ήταν κλινήρης σε κωματώδη κατάσταση, δεν ζήτησε ούτε και πήρε ποτέ τα επίδικα ορθοπεδικά είδη και απεβίωσε 2 μέρες αργότερα στις 8/6/2003, ως προς την Δ.. Κ., ότι αυτή κατά τον χρόνο έκδοσης του παραπεμπτικού στις 30/6/2003 νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Άγιος Ανδρέας από 13/6/2003, όπου υπάρχει αρμόδιος ιατρός του αναιρεσείοντος, που θα μπορούσε να προβεί στη συνταγογράφηση και τέλος ως προς την Γ..

Μ., ότι η έκδοση του παραπεμπτικού έγινε από τον αναιρεσίβλητο στις 13/6/2003, η παραλαβή των ορθοπεδικών ειδών από αυτήν φέρεται ότι έγινε στις 20/6/2003, ενώ αυτή κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή απεβίωσε από εγκεφαλικό επεισόδιο την επομένη ημέρα, δηλαδή στις 21/6/2003 και η κατονομαζόμενη στην αγωγή ανηψιά της αρνείται ότι πήρε τα είδη αυτά και επέδειξε στους ελεγκτές μόνο ένα αναπηρικό αμαξίδιο, που είχε προμηθευτεί η θεία της πριν 10 έτη.

Β) Ως προς τον Α.. Μ. το Εφετείο, αν και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στην αγωγή του εκθέτει ότι ο αναιρεσίβλητος βεβαίωσε ψευδώς ότι εξέτασε τον ασθενή αυτό και τον βρήκε να πάσχει από πάρεση κάτω άκρων - αστάθεια βάδισης - κατάκλιση και ότι συνεπώς έχει ανάγκη αναπηρικού αμαξιδίου ειδικού τύπου, αεροστρώματος και μαξιλαριού κατακλίσεων και αν και το Εφετείο στην απόφαση του δέχεται ότι για τα γεγονότα αυτά, που βεβαίωσε ο αναιρεσίβλητος, αυτός καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης 14 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε απάτη και ότι πράγματι ο αναιρεσίβλητος δεν εξέτασε τον Α..

Μ., αλλά περιορίστηκε σε προσκομισθείσα από τη σύζυγό του βεβαίωση άλλου ιατρού Δημοσίου Νοσοκομείου, όμως ακολούθως, χωρίς ειδική αιτιολογία, αφίσταται από την κρίση αυτή του ποινικού δικαστηρίου την οποία εσφαλμένα χαρακτηρίζει ως "προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων" και στην συνέχεια δεν προσδιορίζει αν η προσκομισθείσα αυτή βεβαίωση φέρει βεβαία χρονολογία, ως εκδοθείσα από ιατρό Δημοσίου Νοσοκομείου, ή όχι, αφού μόνο αν ισχύει η πρώτη περίπτωση αποδεικνύεται με βεβαιότητα η έκδοσή της πριν την έκδοση του παραπεμπτικού από τον αναιρεσίβλητο και συνεπώς η λήψη της υπόψη από αυτόν, κατά την έκδοση του παραπεμπτκού.

Γ) Το επιχείρημα που περιέχεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ευθύνεται, γιατί τα παραπεμπτικά που εξέδωσε ελέγχθηκαν από Ελεγκτή Ιατρό και εγκρίθηκε η καταβολή της σχετικής δαπάνης από τον Διευθυντή του αρμόδιου Υποκαταστήματος τους αναιρεσείοντος, αποτελεί ανεπαρκή αιτιολογία, αφού ερευνητέα είναι μόνον η προσωπική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου, αν δε υπάρχει ευθύνη και των ανωτέρω προσώπων, αυτό δεν απαλλάσσει τον αναιρεσίβλητο, αλλά γεννά μόνο εις ολόκληρον ευθύνη και των προσώπων αυτών έναντι του αναιρεσείοντος για τη ζημία που υπέστη αυτό, κατά το άρθρο 926 Α.Κ.

Δ) Για την απόρριψη της αγωγής το Εφετείο επικαλείται το περιεχόμενο υπεύθυνων δηλώσεων του άρθρου 8 Ν. 1599/1986 συγγενών των 16 ασθενών, που λήφθηκαν σε προηγούμενες δίκες, χωρίς να αναφέρει, όπως απαιτείται σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ότι οι υπεύθυνες δηλώσεις δεν λήφθηκαν επίτηδες για την παρούσα δίκη, οπότε μόνο τότε θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και χωρίς σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζει συγκεκριμένα ποίοι είναι οι συγγενείς αυτοί, ώστε να είναι δυνατόν να διακριβωθεί, αν οι συγγενείς αυτοί ταυτίζονται ή όχι με τους αναφερόμενους στην αγωγή και στην έκθεση ελέγχου συγγενείς των ασθενών, με βάση και τις αναφορές των οποίων τεκμηριώθηκε ο έλεγχος, ώστε ακολούθως, στην περίπτωση που δεν ταυτίζονται, να κριθεί γιατί είναι αληθής η δική τους κατάθεση και όχι των συγγενών, που έδωσαν τις αναφερόμενες στην αγωγή πληροφορίες κατά τον έλεγχο.

Ε) Το Εφετείο δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία για το εάν η συνταγογράφηση για την λήψη των επίδικων ορθοπεδικών ειδών από τους αναφερόμενους στην αγωγή ασφαλισμένους με απλό παραπεμπτικό έγγραφο και όχι με τριπλότυπο έγγραφο, ήταν σύμφωνη με τις υποχρεώσεις του αναιρεσιβλήτου από τον κανονισμό ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και τη σύμβαση που είχε υπογράψει με αυτό ή όχι και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν ο αναιρεσίβλητος παρέβη τις σχετικές συμβατικές υποχρεώσεις του ή όχι και ακολούθως να ελεγχθεί, στην περίπτωση, που τις παρέβη, αν αυτό έγινε από δόλο του για να δυσχεράνει τον έλεγχο, άλλως δε από αμέλεια του.

Λόγω των πιο πάνω, ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει με σαφήνεια, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος ορθοπεδικός ιατρός, ο οποίος συνδέετο με το αρχικώς ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 ΝΔ 1204/1972, δεν εξέδωσε με υπατιότητά του (δόλο ή αμέλεια) ψευδή κατά περιεχόμενο ιατρικά παραπεμπτικά, κατά παράβαση των κανόνων ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας, του κανονισμού ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και της σύμβασής του, ώστε να λάβουν χωρίς να τα έχουν ανάγκη τα αναφερόμενα στην αγωγή ορθοπεδικά είδη οι εκεί αναφερόμενοι ασφαλισμένοι του αρχικώς ενάγοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με αντίστοιχη με την αξία αγοράς των ειδών αυτών ζημία του και ότι συνεπώς δεν τέλεσε την επίδικη παράβαση της σύμβασης και αδικοπραξία σε βάρος του και δεν ευθύνεται να αποζημιώσει το αναιρεσείον ως καθολικό διάδοχο του αρχικώς ενάγοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 1 κατά την νοηματική εκτίμηση του τετάρτου λόγου αναίρεσης), του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.

Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, η εξέταση του οποίου παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.), μειωμένων όμως κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Θ ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 16/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 687/2018, ΑΠ 343/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 172/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

-

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση. Και -

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ