Supreme Court dismisses appeal against administrative health authority decisions as inadmissible due to procedural defects.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court declared the appeal inadmissible for a large number of individuals challenging administrative decisions by the Attica Health Region. The appellants argued various legal grounds, but the court found the appeals procedurally flawed or lacking merit. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, with the administrative authority ordered to pay court costs for the rejected cases.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if it fails to meet statutory requirements for filing or lacks the necessary legal standing to challenge the specific administrative act.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 926 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 926/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν. Β. του Α., 2.Ι. Π. του Σ., 3.Θ. Α. του Β., 4.Λ. Σ. του Δ., 5.Α. Α. του Π., 6.Μ. Π. του Θ., 7.Α. Κ. του Α., 8.Χ. Α. του Π., 9.Γ. Μ. του Φ., 10.Α. Ζ. του Π., 11.Ε. Σ. του Κ., 12.Γ. Ν. Ι. του Π., 13.Ε. Κ. του Χ., 14.Α. Γ. του Α., 15.Χ. Γ. του Χ., 16.Ν. Μ. του Δ., 17.Α. Χ. του Κ., 18.Α. Π. του Ν., 19.Α. Γ. του Χ., 20.Π. Π. του Κ., 21.Α. Γ. του Χ., 22.Κ. Μ. του Π., 23.Η. Θ. του Κ., 24.Β.
Μ. του Θ., 25.Γ. Λ. του Δ., 26.Ε. Π. του Σ., 27.Ε. Ζ. του Σ., 28.Ι. Π. του Π., 29.Ζ. Β. του Κ., 30.Α. Π. του Ν., 31.Α. Σ. του Δ., 32.Φ. Σ. του Ι., 33.Γ. Μ. του Σ., 34.Γ. Μ. του Δ., 35.Σ. Φ. του Γ., 36.Ε. Τ. του Σ., 37.Ε. Κ. του Ε., 38.Ι. Χ. του Β., 39.Α. Ν. του Δ., 40.Ι. Μ. του Δ., 41.Ι. Τ. του Ν., 42.Γ. Γ. του Γ., 43.Ο. Π., 44.Μ. Β. του Κ., 45.Κ. Μ. του Η., 46.Α. Κ. του Α., 47.Β. Μ. του Ε., 48.Α. Μ. του Ι., 49.Γ.
Ζ. του Κ., 50.Π. Π. του Σ., 51.Κ. Β. του Δ., 52.Γ. Κ. του Κ., 53.Ι. Β. του Σ., 54.Δ. Κ. του Ν., 55.Μ. Δ. του Κ., 56.Ν. Σ. του Θ., 57.Α. Γ. Κ. του Κ., 58.Α. Β. του Δ., 59.Χ. Α. του Κ., 60.Π. Γ. του Γ., 61.Κ. Κ. του Μ., 62.Ι. Ο. του Β., 63.Β. Σ. του Ε., 64.Γ. Μ. του Π., 65.Χ. Κ. του Α., 66.Ι. Ζ. του Θ., 67.Ε. Μ. του Κ., 68.Γ. Κ. του Α., 69.Γ. Π. του Δ., 70.Α. Α. του Κ., 71.Ν. Κ. του Ν., 72.Σ. Γ. του Γ., 73.Δ.
Μ. του Α., 74.Φ. Κ. του Κ., 75.Σ. Κ. του Φ., 76.Ι. Ρ. του Δ., 77.Μ. Τ. του Ε., 78.Μ. Σ. του Ν., 79.Κ. Γ. - Μ. του Δ., 80.Β. Π. του Γ., 81.Κ. Μ. του Β., 82.Ι. Μ. του Ε., 83.Ν. Δ. του Τ., 84.G. T. του B., 85.Γ. Τ. του Π., 86.Σ. Π. του Α., 87.Γ. Μ. του Π., 88.Ε. Δ. του Μ., 89.Π. Μ. του Α., 90.Χ. Χ. του Κ., 91.Π. Π. του Χ., 92.Ν. Κ. του Σ., 93.Η. Α. του Δ., 94.Θ. Κ. του Χ., 95.Ι. Κ. του Α., 96.Γ. Κ. του Ν., 97.Δ.
Ο. του Λ., 98.Π. Κ. του Θ., 99.Σ. Δ. του Β., 100.Ε. Π. του Α., 101.Α. Α. του Β., 102.Ν. Α. του Κ., 103.Φ. Τ. του Α., 104.Β. Σ. του Ε., 105.Χ. Ι. του Δ., 106.Π. Μ. του Π., 107.Χ. Λ. του Ι., 108.Λ. Α. του Κ., 109.Κ. Π. του Ι., 110.Π. Κ. του Γ., 111.Ε. Ρ. του Χ., 112.Ν. Τ. του Ι., 113.Δ. Τ. του Ν., 114.Κ. Σ. του Δ., 115.Ε. Λ. του Λ., 116.Γ. Κ. του Α., 117.Χ. Δ. του Λ., 118.Ν.-Γ. Π. του Ε., 119.Κ. Ο. του Μ., 120.Μ.
Σ. του Κ., 121.Ν. Σ. του Α., 122.Ο. Γ. του Α., 123.Ε.-Σ. Σ. του Σ., 124.Β. Ζ. του Χ., 125.Κ. Φ. του Κ., 126.Π. Τ. του Δ., 127.Κ. Θ. του Κ., 128.Ν. Κ. του Σ., 129.Β. Δ. του Π., 130.Κ. Σ. του Ε., 131.Γ. Σ. του Ε., 132.Γ. Δ. - Κ. του Ν., 133.Θ. Δ. του Δ., 134.Δ. Σ. του Π., 135.Ν. Χ. του Γ., 136.Ε. Χ. του Ε., 137.Κ. Μ. του Θ., 138.Π. Τ. του Α., 139.Φ. Ε. του Σ., 140.Ε. Μ. του Χ., 141.Π. Μ. του Χ., 142.Π. Ζ. του Κ., 143.Ν.
Α. του Δ., 144.Γ. Γ. του Λ., 145.Ε. Γ. του Ε., 146.Η. Α. του Ν., 147.Χ. Τ. του Σ., 148.Μ. Β. του Κ., 149.Ν. A. Ρ. του Μ., 150.Α. Τ. του Α., 151.Μ. Κ. του Π., 152.Μ. Τ. του Γ., 153.Θ. Δ. του Κ., 154.Α. Σ. του Μ. Α., 155.Ι. Ρ. Α. του Ρ., 156.Θ. Γ. του Μ., 157.Μ. Τ. του Χ., 158.Χ. Ο. του Ι., 159.Σ. Σ. του Ε., 160.Ε. Μ. του Χ., 161.Δ. Σ. του Ε., 162.Β. Σ. του Γ., 163.Ε. Π. του Α., 164.Ξ. Ε. του Χ., 165.Ν. Κ. Χ. του Γ., 166.Β.
Π. του Λ., 167.Ε. Γ. Τ. του Π., 168.Α. - Κ. Σ. του Κ., 169.Π. Ρ. τον Α., 170.Γ. Λ. του Κ., 171.Ι. Α. του Σ., 172.Χ. Λ. του Σ., 173.Α. Ε. Γ. του Γ., 174.Η. Α. του Χ., 175.Σ. Λ. του Ε., 176.Ε. Τ. του Ι., 177.Γ. Ζ. του Ι., 178.Δ. Κ. του Θ., 179.Γ. Κ. του Η., 180.Χ. Ξ. του Γ., 181.Ν. Μ. του Π., 182.Ι. Ψ. του Α., 183.Α. Μ. Π. του Α., 184.Φ. Ρ. του Γ., 185.Ε. Π. του Ε., 186.Τ. Κ. του Κ., 187.Ε. Μ. - Α. του Π., 188.Α.
Κ. του Γ., 189.Β. Μ. του Γ., 190.Α. Κ. του Δ., 191.Α. Δ. του Ε., 192.Α. Β. του Γ., 193.Κ. Κ. του Δ., 194.Γ. Π. του Β., 195.Ε. Τ. του Δ., 196.Ι. Σ. του Γ., 197.Χ. Σ. του Π., 198.Κ. Γ. του Π., 199.Φ. Μ. Μ. του Α., 200.Ν. Α. του Δ., 201.Ε. Θ. του Ι., 202.Α. Ρ. του Ν., 203.Ι. Σ. του Π., 204.Π. Ξ. του Α. και 205.Σ. Κ. του Γ., όλων κατοίκων …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι:
α) απεβίωσαν οι ακόλουθοι: 1)η 2η (Ι. Π.) στις 23-11-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο Γ. Π. του Σ., 2)o 20ος (Π. Π.) στις 11-7-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Θ. Ρ. του Δ., ο Δ. Π. του Π. και η Β. Π. του Π., 3)ο 22ος (Κ. Μ.) στις 11-11-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Ε. Κ. του Π. και ο Π. Μ. του Κ., 4)ο 25ος (Γ.
Λ.) στις 12-9-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Χ. Λ. του Σ., ο Δ. Μ. του Μ., ο Δ. Μ. και η Μ. Β. του Γ., 5)ο 66ος (Ι. Ζ. του Θ.) στις 10-04-0021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Σ. Γ. του Ε., η Ε. Ζ. του Ι. και ο Θ. Ζ. του Ι., 6)ο 80ος (Β. Π. του Γ.) στις 19-06-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Α. Τ. του Δ., ο Γ. Π.
του Β. και η Φ. Π. του Β., 7)ο 98ος (Π. Κ. του Θ.) στις 05-08-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Σ. Δ. του Β., η Σ. Κ. του Π. και ο Θ. Κ. του Π., 8)ο 151ος (Μ. Κ. του Π.) στις 10-08-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Χ. Π. του Κ., η Α. Κ. του Μ. και η Α. Κ. του Μ., 9)η 173η Α. - Ε. Γ. του Γ. στις 01-11-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει το ανήλικο τέκνο της, Λ. - Κ.
Γ. του Μ., όπως εκπροσωπείται στις σχετικές δίκες από την νομίμως διορισθείσα προσωρινή επίτροπο και αδελφή της θανούσας, Μ. Γ. του Γ., 10)ο 192ος (Α. Β. του Γ.) στις 09-05-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Δ. Τ. του Χ., η Μ. Β. του Α. και η Ά. Β. του Α., και 11)- 203ος (Σ. Ι. του Π.) στις 02-06-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η Σ.
Κ. του Ι., β)ότι διορθώνει τα ονόματα των παρακάτω αναιρεσιβλήτων: 1) το όνομα του 27ου στο ορθό "Β. Ζ. του Σ." αντί του "Ε. Ζ. του Σ.", 2)Διπλοεγγραφή ως προς την 44η και 148η στο ορθό "Μ. Β. - «Π. αντί του «Μ. «Β., 3)το όνομα της 67ης στο ορθό "Ε. Μ." αντί του "Ε. Μ.", 4) το επώνυμο του 138ου στο ορθό "Π. Τ." αντί του "Π. Τ.", 5)το όνομα του 143ου στο ορθό "Α.
Ν." αντί του "Ν. Α.", 6)το επώνυμο της 165ης στο ορθό "Ν. Χ. - Κ." αντί του "Ν. Κ. - Χ." και 7)το επώνυμο του 191ου στο ορθό "Α. Δ." αντί του "Α. Δ.". Ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε ότι εκπροσωπεί και τους ως άνω κληρονόμους των αποβιωσάντων διαδίκων και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2015 ίδιου Δικαστηρίου και 222/2022 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 12-4-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 321/2022, ΑΠ 1269/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το oποίο φέρει βεβαίωση του· γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.ΑΠ 39/2005, ΑΠ 1308/2022). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι αν ο διάδικος παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών.
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 446/2020, ΑΠ 1374/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 ορίζεται ότι "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς" Από, δε, τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1, 260, 573 παρ. 1 και 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 533/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 12.4.2022 με αριθμ. καταθ. …12.4.2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (1η ΔΥ.Π.Ε.), κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (14.2.2023), άπαντες οι αναιρεσίβλητοι και οι κληρονόμοι θανόντων αναιρεσίβλητων φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τους α) 1770 αναιρεσίβλητο Γ. Ζ. και β) 201ο αναιρεσίβλητο Ε. Θ., αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ποιος εκ των διαδίκων επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε προκύπτει ότι οι 177ος και 201ος αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσίβλητους, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατά συνέπεια ως προς τους ως άνω 177ο και 201ο αναιρεσίβλητους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 και 118 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή ενός από τα στοιχεία αυτά στο δικόγραφο, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτού (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 938/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της ένδικης από 12.4.2022 αίτησης αναίρεσης α) το ονοματεπώνυμο του 27ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Ε. Ζ., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Β. Ζ., β) το ονοματεπώνυμο της 44ης αναιρεσίβλητης αναγράφεται ως Μ. Β., όπως και της 148ης αναιρεσίβλητης, καθότι πρόκειται περί της ιδίας διαδίκου, με τα ορθά στοιχεία Μ..
Β..-Π., γ) το ονοματεπώνυμο της 67ης αναιρεσίβλητης αναγράφεται ως Ε. Μ., ενώ τα ορθά της στοιχεία είναι Ε. Μ., δ) το ονοματεπώνυμο του 143ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Ν. Α., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Α. Ν., ε) το ονοματεπώνυμο της 165ης αναιρεσίβλητης αναγράφεται ως Ν. Κ.-Χ. ενώ τα ορθά της στοιχεία είναι Ν.
Κ.-Χ. στ) το ονοματεπώνυμο του 191ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Α. Δ., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Α. Δ.. Παρά την εσφαλμένη αυτή αναγραφή (λόγω προφανούς παραδρομής) και της διπλοεγγραφής στο δικόγραφο της αναίρεσης των στοιχείων των ως άνω διαδίκων, εν τούτοις δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτών, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω και έτσι, συναφώς, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης από την εσφαλμένη διπλή εγγραφή καθώς και από την εσφαλμένη αναγραφή σ' αυτό των προαναφερθέντων στοιχείων των ως άνω αναιρεσίβλητων, οι οποίοι στο εξής θα προσδιορίζονται με τα ορθά ως άνω στοιχεία τους.
Αντίθετα, ως προς τον 138ο αναιρεσίβλητο Π. Τ. δεν συντρέχει λόγος διόρθωσης των στοιχείων του, καθότι αναφέρεται στο αναιρετήριο με τα ορθά ως άνω στοιχεία του. Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, που σκοπεί τον καθορισμό των προσώπων που μπορούν να είναι υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος.
Η ικανότητα διαδίκου ρυθμίζεται με άμεση συνάρτηση προς το ουσιαστικό δίκαιο και δη τις διατάξεις των άρθρων 34, 35, 61, 72 και 784 του ΑΚ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 35 του ΑΚ, το φυσικό πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αγωγή μπορεί να ασκήσει μόνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υπάρχει.
Το δικόγραφο της αγωγής που φέρει ως ενάγοντα πρόσωπο ανύπαρκτο, όπως φυσικό πρόσωπο το οποίο πράγματι δεν υπήρξε ποτέ ή που έχει αποβιώσει πριν από το χρόνο άσκησής της, είναι απαράδεκτο (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 641/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι και η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 492/2019) και θα έπρεπε αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του ή κατά των κληρονόμων του (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο (ΑΠ 598/2020, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016). Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτηση της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
ΑΠ 27/1987, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017). Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 1014/2017).
Σε περίπτωση, δε, απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, ΑΠ382/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου και με το από 17.2.2023 σημείωμα δήλωσε το θάνατο των κατωτέρω αναιρεσίβλητων με τη συνακόλουθη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτούς και την επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους τους και ειδικότερα δήλωσε ότι α) η 2η αναιρεσίβλητη Ι.
Π. απεβίωσε στις 23.11.2014 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από το νόμιμο κληρονόμο της Γ. Π., αδελφό της, β) ο 20ος αναιρεσίβλητος Π. Π. απεβίωσε στις 11.7.2015 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νομίμους κληρονόμους του Θ. Ρ., σύζυγό του, Δ. Π. και Β. Π., ενήλικα τέκνα του, γ) ο 22ος αναιρεσίβλητος Κ.
Μ. απεβίωσε στις 11.11.2014 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νόμιμους κληρονόμους του Ε. Κ., σύζυγό του και Π. Μ., ενήλικο τέκνο του, δ) ο 25ος αναιρεσίβλητος Γ. Λ. απεβίωσε στις 10.8.2018 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νομίμους κληρονόμους του Χ. Π., Α. Κ. και Ά. Κ., ε) ο 66ος αναιρεσίβλητος Ι.
Ζ. απεβίωσε στις 10.4.2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νομίμους κληρονόμους του Σ. Γ., σύζυγό του, Ε. Ζ. και Θ. Ζ., ενήλικα τέκνα του, στ) ο 80ος αναιρεσίβλητος Β. Π. απεβίωσε στις 19.6.2016 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νόμιμους κληρονόμους του Α. Τ., σύζυγό του, Γ. Π. και Φ. Π., ενήλικα τέκνα του, ζ) ο 98ος αναιρεσίβλητος Π.
Κ. απεβίωσε στις 5.8.2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νόμιμους κληρονόμους του Σ. Δ., σύζυγό του, Σ. Κ. και Θ. Κ., ενήλικα τέκνα του, η) ο 151ος αναιρεσίβλητος Μ. Κ. απεβίωσε στις 10.8.2018 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τις νόμιμες κληρονόμους του Χ. Π., σύζυγό του, Α. Κ. και Ά. Κ., ενήλικα τέκνα του, θ) η 173η αναιρεσίβλητη Ά.-Ε.
Γ. απεβίωσε στις 1.11.2022, και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη νόμιμη κληρονόμο της Λ.-Κ. Γ., ανήλικο τέκνο της, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την προσωρινή επίτροπό της Μ. Γ., ι) ο 192ος αναιρεσίβλητος Α. Β. απεβίωσε στις 10.8.2018 (αληθώς όμως στις 9.5.2015 όπως προκύπτει από το απόσπασμα της υπ'αριθμ. …. 11.05.2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Χαλανδρίου Αττικής) και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τις νομίμους κληρονόμους του, Δ.
Τ. σύζυγό του, Μ. Β. και Ά. Β., ενήλικα τέκνα του, ια) ο 203ος αναιρεσίβλητος Ι. Σ. απεβίωσε στις 2.6.2019 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη νόμιμη κληρονόμο του Κ. Σ., ενήλικο τέκνο του. Από τα προσκομισθέντα στοιχεία προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας των ως άνω δηλούντων τη συνέχιση της δίκης κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, προκύπτουν τα εξής :
Α) Ως προς τον 25ο αναιρεσίβλητο Γ. Λ., που απεβίωσε στις 12.9.2012 (και όχι στις 10.8.2018 που δηλώθηκε ως ημερομηνία θανάτου), όπως προκύπτει από το απόσπασμα της υπ'αριθμ. …2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου Αμαρουσίου Αττικής, αυτός απεβίωσε πριν την άσκηση της από 12.2.2014 με αριθμ. καταθ. …18.2.2014 αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από την επισκόπηση α) της υπ'αριθμ.89/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), β) της αναιρεσιβαλλομένης υπ'αριθμ. 222/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), προκύπτει ότι ο ως άνω αποβιώσας πριν από την άσκηση της αγωγής, εμφανίσθηκε ως διάδικος στις σχετικές δίκες, χωρίς να δηλωθεί ο θάνατός του.
Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είναι ανύπαρκτη (ανίσχυρη) ως προς τον ως άνω αποβιώσαντα πριν την άσκηση της αγωγής διάδικο και κατά συνέπεια ως προς αυτόν δεν επάγεται κανενός είδους αποτελέσματος (εκτελεστότητα, δεδικασμένο). Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του 25ου αναιρεσίβλητου είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης του υποκειμένου της δίκης.
Το ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ γνώριζε το θάνατο αυτού κατά το χρόνο κατάθεσης της άνω αίτησης αναίρεσης (12.4.2022), η οποία στρέφεται και κατ' αυτού, αφού το ζήτημα αυτό ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στο αναιρεσείον, ενώ μάλιστα κατά τις ως άνω διεξαχθείσες δίκες, δηλώθηκε, όπως προεκτέθηκε, εκπροσώπηση του από πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν ασκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση έννομη επιρροή, εφόσον δεν καταλείπεται έδαφος συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του, αφού δεν γεννάται ζήτημα βίαιης διακοπής της δίκης μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας.
Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 25ο αναιρεσίβλητο, κατ' άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ δεν γεννάται, εφόσον ο "δικαιούχος" αυτών ως άνω αναιρεσίβλητος είναι ανύπαρκτο πρόσωπο (ΑΠ 492/2019). Β) Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος των ως άνω 2ης, 20ου, 22ου, 66ου, 80ου, 98ου, 151ου, 192ου και 203ου αναιρεσίβλητων έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτών. Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ως άνω αναιρεσίβλητων που είχαν αποβιώσει πριν την άσκησή της.
Περαιτέρω, εφόσον ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, που είχαν αποβιώσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (23.11.2021), δεν δηλώθηκε ο θάνατός τους, δεν επήλθε ως προς αυτούς βιαία διακοπή της δίκης, η δε προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε είναι υποστατή και ως προς αυτούς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε.
Γ) Τέλος ως προς τους 2η, 20ο, 22ο, 66ο, 80ο, 98ο, 151ο, 173η, 192ο, 203ο αποβιώσαντες αναιρεσίβλητους, προσκομίζονται από τους προαναφερθέντες δηλούντες τη συνέχιση της δίκης κληρονόμους τους όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, η ημερομηνία του θανάτου εκάστου των οποίων αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες οικείες ληξιαρχικές πράξεις, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτών.
Από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα ν' ασκήσει αναίρεση έχει, μεταξύ άλλων, και ο εναγόμενος εφόσον νικήθηκε ολικά ή μερικά, ως και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή μετά την άσκηση την αγωγής. Συνακόλουθα επί νομικού προσώπου, εάν επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο αυτού, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αναίρεσης ο (οιονεί) καθολικός διάδοχος αυτού.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει και επί μερικής οιονεί καθολικής διαδοχής, όπως όταν μεταφέρεται κάποιος τομέας που ασκεί συγκεκριμένες δραστηριότητες του αρχικά εναγομένου νομικού προσώπου σε άλλο φορέα, επίσης νομικό πρόσωπο, το οποίο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δραστηριότητα του μεταφερθέντος τομέα (ΑΠ 847/2021, ΑΠ 306/2020).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 556 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 558 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ' εκείνων, που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη, όπου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι και νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται, δε, αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από τις περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 177/2017, ΑΠ 566/2015).
Ειδικότερα η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται μόνον εναντίον εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, από τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, η αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ` αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνακόλουθα, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει η αναίρεση (ΑΠ 1353/2019, ΑΠ 157/2018, ΑΠ 2080/2017).
Ακόμη, η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή των οποίων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψη τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης (ΑΠ 28/2021, ΑΠ 656/2020, ΑΠ 772/2014).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" [ήδη αναιρεσείον], με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ.
Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.
α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 306/2020). Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 306/2020, ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.
α και γ του νόμου αυτού (ν. 4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α` της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Επίσης με το άρθρο 13 του Ν. 4578/2018 (ΦΕΚ Α 200), με τίτλο άρθρου "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ορίζεται ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31), την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ.
ΙΒ` του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 (Α' 222), στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Τέλος, ο Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.
Στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου, που τιτλοφορείται "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας", και στην παρ. 9 αυτού ορίζεται ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ...". Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς συνέχιση των εκκρεμών δικών η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 794/2022), ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε.
συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 306/2020). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής, ολικής ή μερικής, δεν τρέχει η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, εάν η τελευταία δεν επιδοθεί στον οιονεί καθολικό διάδοχο, κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ (ΑΕΔ 5/2019, ΑΠ 794/2022, ΑΠ 306/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 12.2.2014 με αριθμ. κατάθ. …18.2.2014 αγωγή διακοσίων πέντε (205) σε αριθμό εναγόντων (αληθώς όμως 204 εναγόντων καθότι η 44η ενάγουσα Μ. Β. φέρεται στο δικόγραφο της αγωγής και ως 148η ενάγουσα) κατά του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί, ότι είχαν προσληφθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει του άρθρου 10 του ν.δ 1204/1972 και ότι από 1.1.2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3918/2011. Ότι αυτοί ασκούσαν τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντά τους συνεχώς και αδιάλειπτα σε υγειονομικές μονάδες του εναγόμενου, ήτοι σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας ΙΚΑ και ήδη Κέντρα Υγείας Ε.Ο.Π.ΥΎ, όπως αντίστοιχα για τον καθένα αναφέρεται στην αγωγή.
Ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους προς το εναγόμενο, αυτό αρνείται να τους καταβάλει το νοσοκομειακό επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 20.516,27 ευρώ, εξαιτίας μη συνυπολογισμού του νοσοκομειακού επιδόματος στις αποδοχές τους, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.10.2011, με τον νόμιμο τόκο, ευθέως από την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.5 του ν. 3205/2003, άλλως με βάση την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, άλλως και όλως επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 89/2015 οριστική του απόφαση, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική της βάση, ότι είναι νόμιμη ως προς την κυρία βάση της και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση, ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων (νοσοκομειακό επίδομα) για την χρονική περίοδο από 1.1.2006 έως 28.2.2009 έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του ΑΝ 1846/1951, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της και με επάλληλη αιτιολογία και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση ως κατ'ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) οφείλει να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως 31.10.2011 το ποσό των 9.716,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν : α) η από 15.9.2015 με αριθ. κατάθ. …2015 έφεση των εναγόντων κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), β) η από 18.2.2019 με αριθμ. κατάθ. …2019 έφεση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1ης Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων, γ) η από 21.2.2019 με αριθμ.
κατάθ. …2019 έφεση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιά και Αιγαίου" κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων και κατά του εναγομένου-εφεσίβλητου ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", και δ) η από 26.9.2019 με αριθ. κατάθ. …2019 αντέφεση του εναγομένου-εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) κατά των εναγόντων-εκκαλούντων-αντεφεσίβλητων.
Επί των ως άνω δικογράφων (εφέσεων και αντέφεσης), που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 7167/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 15.9.2015 έφεση των εναγόντων κατά του εναγομένου (Ε.Ο.Π.Υ.Υ) και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης για τις ως άνω από 18.2.2019, 21.2.2019 εφέσεις και για την από 26.9.2019 αντέφεση.
Κατόπιν της από 18.10.2021 με αριθμ. καταθ. …2021 κλήσης των εναγόντων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 222/14.1.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία κρίθηκε ότι α) το εκκαλούν ΝΠΔΔ 1η ΔΥΠε Αττικής (ήδη αναιρεσείον) νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες-εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ).
σ'αυτό (εκκαλούν), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 1η, 3η, 5ο, 11ο, 12η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο, 22ο, 24ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29η, 31η, 32η, 33η, 35η, 36η, 37η, 39ο, 40ο, 41ο, 42η, 43η, 54ο, 55η, 56η, 61ο, 64ο, 67η, 70η, 71η, 74η, 116ο, 117ο, 118ο, 119η, 122η, 123ο, 124η, 126η, 132η, 133η, 135ο, 136η, 138ο, 139η, 140η, 141η, 161ο, 164η, 165η, 166η, 171η, 172η, 173η, 174η, 1760, 181η, 182η, 183η, 184η, 185η, 186η, 188ο, 189η, 190ο, 191ο, 201ο, 203ο, 204η εφεσίβλητους, β) ότι το εκκαλούν ΝΠΔΔ 2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από το εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) σ'αυτό (εκκαλούν), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 2η, 44η, 46ο, 47ο, 48ο, 50ο, 52ο, 76ο, 77η, 78ο, 79η, 80ο, 81η, 82ο, 83ο, 84ο, 85ο, 87ο, 89ο, 90η, 142η, 147ο, 149ο, 150ο, 151η, 152η, 153ο, 154ο, 156η, 157ο, 187η, 192ο, 195ο, 196η, 198ο, 199ο, 200ο εφεσίβλητους, γ) ότι η 6η Δ.Υ.Πε.
νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από το εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) στην 6η Δ.Υ.Πε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 91ο, 114ο, 130η εφεσίβλητους, και δ) ότι το εναγόμενο-αντεκκαλούν ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ). νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- αντεφεσίβλητους που δεν μεταφέρθηκαν από αυτό (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) σε κάποια Δ.Υ.Πε, ήτοι για τους 4η, 6η, 7η, 8ο, 10ο, 13ο, 14ο, 15ο, 21ο, 25ο, 30η, 34η, 38ο, 45η, 49ο, 51ο, 53ο, 57η, 58ο, 59ο, 60ο, 62ο, 63ο, 65η, 66ο, 68ο, 69ο, 75ο, 86ο, 88η, 92ο, 93ο, 94ο, 95ο, 96ο, 97ο, 98ο, 99η, 101ο, 102ο, 103ο, 104η, 105ο, 106ο, 107η, 108ο, 109ο, 113ο, 115ο, 120ο, 121ο, 125η, 127η, 128ο, 129ο, 131η, 134η, 137ο, 144ο, 145ο, 146ο, 148ο, 155ο, 158ο, 159ο, 160ο, 162ο, 163η, 167η, 168η, 169ο, 170ο, 175η, 177ο, 178ο, 179ο, 180ο, 193ο, 194η, 197η, 202ο εφεσίβλητους, ε) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 18.2.2019 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ (1ης Δ.Υ.Πε.
Αττικής) και ήδη αναιρεσείοντος, στ) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 21.2.2019 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ (2ης Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου), ζ) δέχθηκε τυπικά την αντέφεση του αντεκκαλούντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και δέχθηκε αυτή και κατ'ουσία ως προς την 125η ενάγουσα-αντεφεσίβλητη (Κ. Φ.) και ως προς τον 201ο ενάγοντα και 200ο αντεφεσίβλητο (Ε.
Θ.), εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση ως προς αυτούς, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ως προς τους ως άνω ενάγοντες (125η και 201ο) και, τέλος, απέρριψε κατ'ουσία την αντέφεση ως προς τους λοιπούς αντεφεσίβλητους. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ως προς από τους ενάγοντες με αύξοντα αριθμό από 1 έως και 147 η αρίθμηση των ως άνω διαδίκων σε όλα τα δικόγραφα (αγωγή, έφεση, αντέφεση) καθώς και στις ως άνω εκδοθείσες αποφάσεις των Δικαστηρίων της ουσίας είναι η ίδια, ενώ ως προς τους ενάγοντες με αύξοντα αριθμό από 148 έως και 205 η αρίθμηση των ως άνω διαδίκων δεν είναι ίδια στην προσβαλλόμενη απόφαση (222/2022 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), σε σχέση με τα ως άνω δικόγραφα και με την πρωτοβάθμια απόφαση, για το λόγο ότι, όπως προεκτέθηκε, η με αύξοντα αριθμό 44 ενάγουσα (Μ.
Β.) αναγράφεται στα ως άνω δικόγραφα και στην πρωτόδικη απόφαση και ως διάδικος με αύξοντα αριθμό 148 με συνέπεια, λόγω της διπλοεγγραφής της ως άνω διαδίκου, ο αριθμός των εναγόντων ανέρχεται σε διακοσίους πέντε (205) ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ο αριθμός των εναγόντων, ως καλούντων-εκκαλούντων-εφεσίβλητων, ανέρχεται σε διακόσιους τέσσαρις (204), καθότι η ως άνω διάδικος Μ.
Β. έχει εγγραφεί ως εφεσίβλητη μία φορά (ως 44η εφεσίβλητη). Κατά της ως άνω υπ'αριθμ. 222/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δυ.Π.Ε.) άσκησε κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων την από 12.4.2022 με αριθμ.
κατάθεσης …12.4.2022 αίτηση αναίρεσης. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθότι από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι α) ως προς την 125η αναιρεσίβλητη (125η ενάγουσα-125η εφεσίβλητη) Κ.
Φ., απορρίφθηκε η από 12.2.2014 αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας (καθότι κρίθηκε ότι αρμόδια προς εκδίκαση της υπόθεσης ως προς τη διάδικο αυτή είναι τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια) και συνακόλουθα το αναιρεσείον δεν έχει έννομο συμφέρον προς εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και έναντι της ως άνω αναιρεσίβλητου, ούτε με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους προβάλλονται αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή και, συνεπώς, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς την 125η αναιρεσίβλητη, και β) ως προς τους αναιρεσίβλητους με αύξοντα αριθμό 2η, 4η, 6η, 7η, 8ο, 9ο, 10ο, 13ο, 14ο, 15ο, 21ο, 23ο, 25ο, 30η, 34η, 38ο, 44η, 45η, 46ο, 47ο, 48ο, 49ο, 50ο, 51ο, 52ο, 53ο, 57η, 58ο, 59ο, 60ο, 62ο, 63ο, 65η, 66ο, 68ο, 69ο, 72ο, 73ο, 75ο, 76ο, 77η, 78ο, 79η, 80ο, 81η, 82ο, 83ο, 84ο, 85ο, 86ο, 87ο, 88η, 89ο, 90η, 91ο, 92ο, 93ο, 94ο, 95ο, 96ο, 97ο, 98ο, 99η, 100ο, 101ο, 102ο, 103ο, 104η, 105ο, 106ο, 107η, 108ο, 109ο, 110ο, 111η, 112ο, 113ο, 114ο, 115ο, 120ο, 121ο, 127η, 128ο, 129ο, 130η, 131η, 134η, 137ο, 142η, 143ο, 144ο, 145ο, 146ο, 147ο (εφεσίβλητους με τον ίδιο αύξοντα αριθμό), 148η (ίδια διάδικος με την 44η αναιρεσίβλητη), 149ο (148ο εφεσίβλητο), 150ο (149ο εφεσίβλητο), 151ο (150ο εφεσίβλητο), 152η (151η εφεσίβλητη), 153ο (152ο εφεσίβλητο), 154ο (153ο εφεσίβλητο), 155ο (154ο εφεσίβλητο), 156ο (155ο εφεσίβλητο), 157η (156η εφεσίβλητη), 158ο (157ο εφεσίβλητο), 159ο (158ο εφεσίβλητο), 160ο (159ο εφεσίβλητο), 161ο (160ο εφεσίβλητο), 163ο (162ο εφεσίβλητο), 164η (163η εφεσίβλητη), 168η (167ο εφεσίβλητο), 169η (168η εφεσίβλητη), 170ο (169ο εφεσίβλητο), 171ο (170ο εφεσίβλητο), 176η (175η εφεσίβλητη), 178ο (177ο εφεσίβλητο), 179ο (178ο εφεσίβλητο), 180ο (179ο εφεσίβλητο), 181ο (180ο εφεσίβλητο), 188ο (187ο εφεσίβλητο), 193ο (192ο εφεσίβλητο), 194ο (193ο εφεσίβλητο), 195η (194η εφεσίβλητο), 196ο (195ο εφεσίβλητο), 197η (196η εφεσίβλητη), 198η (197η εφεσίβλητη), 199ο (198ο εφεσίβλητο), 200ο (199ο εφεσίβλητο) και 203ο (202ο εφεσίβλητο), κρίθηκε ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν νομιμοποιείται παθητικά, σε σχέση με την ασκούμενη με την από 12.2.2014 αγωγή αξίωση καταβολής του νοσοκομειακού επιδόματος, και συνακόλουθα αυτό (αναιρεσείον) δεν έχει έννομο συμφέρον προς εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και έναντι των ως άνω αναιρεσίβλητων, ούτε με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους προβάλλονται αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ειδικά ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς και, συνεπώς, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς αυτούς.
Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με αύξοντα αριθμό 1η, 3η, 5ο, 11ο, 12η, 16ο, 17ο,18ο, 19ο, 20ο, 22ο, 24ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29η, 31η, 32η, 33η, 35η, 36η, 37η, 39ο, 40ο, 41ο, 42η, 43η, 54ο, 55η, 56η, 61ο, 64ο, 67η, 70η, 71η, 74η, 116ο, 117ο, 118ο, 119η, 122η, 123ο, 124η, 126η, 132η, 133η, 135ο, 136η, 138ο, 139η, 140η, 141η (εφεσίβλητους με τον ίδιο αύξοντα αριθμό), 162ο (161ο εφεσίβλητο), 165η (164η εφεσίβλητη), 166η (165η εφεσίβλητη), 167η (166η εφεσίβλητη), 172η (171η εφεσίβλητη), 173η (172η εφεσίβλητη), 174η (173η εφεσίβλητη), 175η (174η εφεσίβλητη), 182η (181η εφεσίβλητη), 183η (182η εφεσίβλητη), 184η (183η εφεσίβλητη), 185η (184η εφεσίβλητη), 186η (185η εφεσίβλητη), 187η (186η εφεσίβλητη), 189ο (188ο εφεσίβλητο), 190η (189η εφεσίβλητη), 191ο (190ο εφεσίβλητο), 192ο (191ο εφεσίβλητο), 202ο (201ο εφεσίβλητο), 204ο (203ο εφεσίβλητο) και 205η (204η εφεσίβλητη), για τους οποίους το Εφετείο δέχθηκε ότι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (1η ΔΥΠΕ) νομιμοποιείται παθητικά, σε σχέση με την αγωγική αξίωση καταβολής του νοσοκομειακού επιδόματος, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ'άρθρο 116 παρ.2 εδ.β του ως άνω νόμου, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 502/2022, ΑΠ 707/2019, ΑΠ 216/2019) είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 483/2022, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 28/2019).
Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 483/2022, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 29/2019). Στον περιορισμό αυτό υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, η οποία παρόλο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 63/2020, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 843/2013, ΑΠ 772/2014) Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση, της νομιμοποίησης των διαδίκων, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση της εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1157/2017).
Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής (562 παρ.2 του ΚΠολΔ) προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 1527/2021, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 63/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1042/2022, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 134/2021, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1625/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019).
Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 982/2022, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ.4 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1 του ν. 4486/2017 με την οποία ορίζεται ότι "Μετά τις 30.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α..
Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ και οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο" καθότι με την ως άνω διάταξη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) καθίσταται καθολικός διάδοχος των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
με συνέπεια να μη νομιμοποιείται παθητικά αυτό (αναιρεσείον ΝΠΔΔ) ως προς τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, καθό μέρος ερευνάται ως προς τους αναιρεσίβλητους που έχει ασκηθεί παραδεκτά η αίτηση αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί αφενός μεν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, όπως προτάθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε ο τρόπος πρότασής του, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε και αφετέρου δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Εφετείο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ νομιμοποιείται παθητικά ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, αλλά το αναιρεσείον περιορίζεται στην ανάπτυξη της κατ'αυτό ερμηνείας της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης (άρθρο 52 παρ.4 του ν. 4430/2016), βάσει της οποίας, κατά τη εκτίμησή του, αυτό δεν νομιμοποιείται παθητικά ως προς την ένδικη αξίωση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, αλλά ότι νομιμοποιείται παθητικά ο Ε.Φ.Κ.Α.
Τέλος, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με το δεύτερο, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 8 του ν. 2470/1997, 8 του ν. 3205/2003, 11 παρ.1-4, 16 παρ.1 και 4 του Ν. 2071/1992, 3 παρ.2 του ν. 2646/1998, 15, 17, 18 του ν. 1397/1983, 5 παρ.1 του ν. 2194/1994, 7 παρ.2 του ν.1579/1985, 3 του π.δ/τος 266/1989, 2 παρ.1 του ν. 3235/2004, καθότι οι αναιρεσίβλητοι εργάζονταν το επίδικο χρονικό διάστημα σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ, όπου παρέχεται αμιγώς πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και όχι νοσηλευτικό έργο και συνεπώς δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας, ούτε παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες με τους εργαζόμενους στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και συνακόλουθα δεν δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα.
Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, καθό μέρος, επίσης, ερευνάται ως προς τους αναιρεσίβλητους που έχει ασκηθεί παραδεκτά η αίτηση αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθότι δεν διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο της αίτησης όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές αυτής επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Εφετείο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι αναιρεσίβλητοι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσαν συνεχώς και αδιάλειπτα σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ και ήδη Κέντρα Υγείας, όπως μετονομάστηκαν από 18.2.2004, ασκώντας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και ότι δικαιούνται τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος για το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως 31.10.2011, αλλά το αναιρεσείον ΝΠΔΔ περιορίζεται στην ανάπτυξη της κατ'αυτό ερμηνείας των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων, βάσει των οποίων, κατά τη εκτίμησή του, οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνταν το επίδικο χρονικό διάστημα το επίδομα αυτό.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους ως προς τους 1η, 3η, 5ο, 11ο, 12η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο, 22ο, 24ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29η, 31η, 32η, 33η, 35η, 36η, 37η, 39ο, 40ο, 41ο, 42η, 43η, 54ο, 55η, 56η, 61ο, 64ο, 67η, 70η, 71η, 74η, 116ο, 117ο, 118ο, 119η, 122η, 123ο, 124η, 126η, 132η, 133η, 135ο, 136η, 138ο, 139η, 140η, 141η, 162ο, 165η, 166η, 167η, 172η, 173η, 174η, 175η, 182η, 183η, 184η, 185η, 186η, 187η, 189ο, 190η, 191ο, 192ο, 202ο, 204ο, 205η αναιρεσίβλητους.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των λοιπών, πλην των 25ου, 177ου και 201ου, αναιρεσίβλητων και των κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1073/2019) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τον 177ο αναιρεσίβλητο Γ. Ζ. και ως προς τον 201ο αναιρεσίβλητο Ε. Θ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12 Απριλίου 2022 με αριθμ. καταθ. …12.4.2022 αίτηση αναίρεσης ως προς τους 177ο και 201ο αναιρεσίβλητους.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης α) ως προς τον 25ο αναιρεσίβλητο (Γ. Λ.), β) ως προς την 125η αναιρεσίβλητη (Κ. Φ.) και γ) ως προς τους 2η, 4η, 6η, 7η, 8ο, 9ο, 10ο, 13ο, 14ο, 15ο, 21ο, 23ο, 25ο, 30η, 34η, 38ο, 44η, 45η, 46ο, 47ο, 48ο, 49ο, 50ο, 51ο, 52ο, 53ο, 57η, 58ο, 59ο, 60ο, 62ο, 63ο, 65η, 66ο, 68ο, 69ο, 72ο, 73ο, 75ο, 76ο, 77η, 78ο, 79η, 80ο, 81η, 82ο, 83ο, 84ο, 85ο, 86ο, 87ο, 88η, 89ο, 90η, 91ο, 92ο, 93ο, 94ο, 95ο, 96ο, 97ο, 98ο, 99η, 100ο, 101ο, 102ο, 103ο, 104η, 105ο, 106ο, 107η, 108ο, 109ο, 110ο, 111η, 112ο, 113ο, 114ο, 115ο, 120ο, 121ο, 127η, 128ο, 129ο, 130η, 131η, 134η, 137ο, 142η, 143ο, 144ο, 145ο, 146ο, 147ο, 148η, 149ο, 150ο, 151ο, 152η, 153ο, 154ο, 155ο, 156ο, 157η, 158ο, 159ο, 160ο, 161ο, 163ο, 164η, 168η, 169η, 170ο, 171ο, 176η, 178ο, 179ο, 180ο, 181ο, 188ο, 193ο, 194ο, 195η, 196ο, 197η, 198η, 199ο, 200ο και 203ο αναιρεσίβλητους.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 222/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 1η, 3η, 5ο, 11ο, 12η, 16ο, 17ο,18ο, 19ο, 20ο, 22ο, 24ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29η, 31η, 32η, 33η, 35η, 36η, 37η, 39ο, 40ο, 41ο, 42η, 43η, 54ο, 55η, 56η, 61ο, 64ο, 67η, 70η, 71η, 74η, 116ο, 117ο, 118ο, 119η, 122η, 123ο, 124η, 126η, 132η, 133η, 135ο, 136η, 138ο, 139η, 140η, 141η, 162ο, 165η, 166η, 167η, 172η, 173η, 174η, 175η, 182η, 183η, 184η, 185η, 186η, 187η, 189ο, 190η, 191ο, 192ο, 202ο, 204ο, 205η αναιρεσίβλητους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των λοιπών, πλην των 25ου, 177ου και 201ου, αναιρεσίβλητων και των κληρονόμων των αποβιωσάντων 2ης, 20ου, 22ου, 66ου, 80ου, 98ου, 151ου, 173ης, 192ου, 203ου αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ