Supreme Court remands case for retrial due to lack of legal basis for sending to a court of equal jurisdiction.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's decision to refer the case back to a court of equal jurisdiction. The plaintiffs argued for a retrial, but the Court found no legal ground to remand the matter. Consequently, the Court ruled that the case should be dismissed directly by the Supreme Court itself.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 560 para. 1 lit. a' C.P.D.; Art. 560 para. 4 C.P.D.: When no legal basis exists for remanding a case to a court of equal jurisdiction after an appeal, the Supreme Court may issue a final judgment dismissing the action without remand.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 919 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 919/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε.». Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Π. και 2) Σ. Κ. του Α., αμφοτέρων κατοίκων ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Χρυσκιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05.12.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 378/2014 μη οριστική, 377/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6008/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14.09.2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6008/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών εγγράφων:
Με την από 05.12.2012 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη, ειδική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, να τους καταβάλει, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εξ ημισείας στον καθένα τους, τα ποσά των 15.686,10 ευρώ και 2.962,50 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 378/2014 μη οριστική, με την οποία διατάχθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη και 377/2015 οριστική του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκε έφεση από την ειδική διάδοχο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσα και επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 6008/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες και δικάζοντας επί της ουσίας δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14.09.2017 αίτησή της για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 1185/2015). Με το λόγο αυτό (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 16/2020, ΑΠ 11/2020, ΑΠ 757/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση ως εκ του χρόνου άσκησης της αίτησης αναίρεσης μετά την 01.01.2016, η οποία αποσκοπεί στο να μην παραμείνει άθικτη απόφαση, που εμφανίζει σοβαρό ελάττωμα, από το ότι δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος κατ' εξαίρεση ερευνά και αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου. 559 του ΚΠολΔ.(ΑΠ 35/2019, ΑΠ 714/2019, ΑΠ 1056/2018, ΑΠ 1434/2018). Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης αναφέρονται περιοριστικά και φυσικά καλύπτονται και οι αντίστοιχοι λόγοι του άρθρου 560 (Μ. Μαργαρίτη Ερμ. ΚΠολΔ, εκδ. 2012, σελ. 1191).
Εξάλλου, από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού η οποία, αν είναι ισάξια μ’ αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επομένως η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση αποτελεί κατά το άρθρο 361 του ΑΚ νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματά του απ` αυτή (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 422/2018, ΑΠ 390/2011).
Τέλος, με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και παράλληλα ορίστηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από τον διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής.
Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 336/29.2.1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 28/τ. α`/14.4.1984), με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΝΠΘ/ΤΕ), που με την 2435/26.6.1998 πράξη του (ΦΕΚ 142/τ. α`/29.6.1998) μετονομάστηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΗ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν τους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.
Οι εκδιδόμενες από την εν λόγω Επιτροπή αποφάσεις, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Έτσι, στο πλαίσιο αυτό, με τις περιπτώσεις (i) και (iv) της παραγράφου 2 εδ. α` του κεφαλαίου Β` της ΠΔ/ΤΕ/2501/2002 (ΦΕΚ Α` 277/18.11.2002) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν κατ’ ελάχιστο να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με «το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται.
Επιπλέον, αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό)», καθώς και «σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ.
παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)». Περαιτέρω, με τα εδάφια α) και β) της παραγράφου 2 της απόφασης 178/2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΦΕΚ Α` 152/9.8.2004), ορίζεται ότι:
«α) Η παρ. 2 εδ. α’ (iv) του Κεφαλαίου Β` της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης.
β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κ.λ.π., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου ως εξής:
(i) ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή
(ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζομένου μέχρι ενός ανώτατου ορίου. Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου».
Εξάλλου, με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2251/1994, που εφαρμόζονται και επί στεγαστικών δανείων, που χορηγούνται από Τράπεζα, με προμηθευτή την τελευταία και καταναλωτή τον δανειολήπτη (ΑΠ 1196/2010, ΑΠ 2123/2009, ΑΠ 430/2005), περαιτέρω δε και τις πιο πάνω αποφάσεις της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ΤΕ, γίνεται δεκτό ότι δεν είναι καταχρηστικός ο όρος, με τον οποίο προβλέπεται, σε σύμβαση δανείου, η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οικονομικού μεγέθους που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/00 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (με την έννοια της «απόκλισης» από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει), δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής κατ’ ανώτατο όριο δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης (ΑΠ 354/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 652/2010).
[III] Στην ένδικη υπόθεση και όσον αφορά το διαδικαστικό ιστορικό της δίκης, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ’ άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν, κατά της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ειδική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, την από 05.12.2012 αγωγή τους με την οποία, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου τους, εξέθεταν ότι σύναψαν με την εναγομένη την με αριθμό …/10-10-2005 σύμβαση τοκοχρεολυτικού στεγαστικού δανείου ποσού 200.000 ευρώ, το οποίο θα εκταμιευόταν σταδιακά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, εξοφλούμενο με το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας σε 360 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις.
Ότι, το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο 3,35% πλέον 0,12% εισφοράς του Ν 128/75, ενώ στο ίδιο άρθρο 4, ορίστηκε ότι «Ρητά συνομολογείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα μεταβολής του επιτοκίου εφόσον υπάρξει μεταβολή του παρεμβατικού (επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης) επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση) αντίστοιχα και έως του διπλάσιου της μεταβολής αυτής.
Η μεταβολή θα λαμβάνει χώρα εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία μεταβολής του παρεμβατικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας [...]». Ότι ο ανωτέρω όρος, ο οποίος ήταν προδιατυπωμένος από την εναγομένη και περιλαμβανόταν στους Γ.Ο.Σ., χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους ενάγοντες, κατά το μέρος που ρυθμίζει τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου, είναι άκυρος ως καταχρηστικός σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 και 7 περ.
ε' και ια' του Ν. 2251/1994, γιατί εμφανίζει αοριστία, αφού επιτρέπει στην προμηθεύτρια τράπεζα να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ• των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή πελάτη, εν προκειμένω στους ενάγοντες, κριτήρια ειδικά και εύλογα, καθώς ο αναφερόμενος όρος («η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα») περιέχει αοριστία.
Ότι, παρά ταύτα μολονότι το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και συνδεόμενο με συγκεκριμένο επιτόκιο αναφοράς, η εναγομένη προέβαινε σε αυξομειώσεις κατά το δοκούν χωρίς να μειώνει το επιτόκιο κατά το ποσοστό μείωσης του επιτοκίου της ΕΚΤ. Ότι, ειδικότερα, ενώ από την έναρξη αποπληρωμής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του άνω δανείου έως και τον Ιούλιο του 2007 τα επιτόκιο προσφοράς της ΕΚΤ υπέστη διαδοχικές αυξήσεις τις οποίες η εναγομένη ενσωμάτωσε χωρίς καμία καθυστέρηση στο επιτόκιο του δανείου, από τις 07.11.2008 όταν το επιτόκιο άρχισε να υποχωρεί σταδιακά η εναγομένη αρνήθηκε να ενσωματώσει στο επιτόκιο τις σταδιακές μειώσεις που δέχθηκε το επιτόκιο προσφοράς της ΕΚΤ, λαμβάνοντας από τους ενάγοντες επί πλέον ποσό από αυτό που πράγματι όφειλαν, με αποτέλεσμα να καταστεί αδικαιολόγητα και χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας τους, τόσο κατά το ποσό της διαφοράς των τόκων που κατέβαλαν επιπλέον, όσο και κατά το ποσό της διαφοράς του άληκτου κεφαλαίου.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και επικαλούμενοι τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει, εξ ημισείας σε καθένα τους, το ποσό των 15. 686,10 ευρώ και το ποσό των 2.962,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, όμως, η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη καθώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η Τράπεζα έχει δικαίωμα (και όχι υποχρέωση) μεταβολής του επιτοκίου της ένδικης σύμβασης.
Και ναι μεν οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή τους ότι ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος, πλην όμως δεν θεμελιώνουν επί τέτοιας βάσης τις ένδικες αξιώσεις τους αλλά επί της βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού ισχυριζόμενοι ότι η Τράπεζα δεν τήρησε τα όσα συμφώνησαν με τον ανωτέρω όρο.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες παρά την επίκληση ακυρότητας του προαναφερθέντος όρου εν συνεχεία, βασίζουν σ’ αυτόν ακριβώς τον όρο τις ένδικες αξιώσεις τους, επικαλούμενοι αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης Τράπεζας επειδή αρνήθηκε να ενσωματώσει στο επιτόκιο του δανείου τους τις σταδιακές μειώσεις που δέχθηκε το επιτόκιο προσφοράς της ΕΚΤ, όπως προβλεπόταν με τον εν λόγω όρο.
Ωστόσο, η ενσωμάτωση αυτή ήταν δικαίωμα και όχι υποχρέωση της Τράπεζας, κατά την συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεμελιωθεί υποχρέωσή της να ενσωματώσει στο επιτόκιο του δανείου των εναγόντων τις σχετικές σταδιακές μειώσεις του επιτοκίου της ΕΚΤ και κατά συνέπεια αδικαιολόγητος πλουτισμός της εκ του λόγου αυτού.
[IV] Έσφαλε συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών το οποίο, δεχόμενο τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της εναγομένης Τράπεζας και εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη με αριθμό 377/2015 οριστική (και την συμπροσβαλλόμενη 378/2014 μη οριστική) απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, κράτησε την υπόθεση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, κρίνοντας ότι η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος των εναγόντων χωρίς νόμιμη αιτία, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη. Με τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, με αποτέλεσμα να ιδρύεται ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που εξετάζει αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, διάταξη η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, διότι δεν είναι ορθό να μένει άθικτη εσφαλμένη νομικά απόφαση εξ αιτίας του ότι δεν προτάθηκε ο προσήκων λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1447/2002). Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των προβαλλόμενων από την αναιρεσείουσα λοιπών λόγων αναίρεσης γιατί καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
[V] Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ «αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές».
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι «οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν» συνάγεται ότι, όσες φορές μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία από το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αλλά υπολείπεται μόνον η, κατά το περιεχόμενο της παρούσας, διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης απόφασης (ΑΠ 537/2016, ΑΠ 1162/2013).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω θα πρέπει να αναιρεθεί η με αριθμό 6008/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που μετά την εξαφάνιση της με αριθμό 377/2015 οριστικής (και της συμπροσβαλλόμενης 378/2014 μη οριστικής) απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, δικάζει επί της από 05.12.2012 (αριθ. εκθ. κατ. 479/31-12-2012) αγωγής των αναιρεσίβλητων, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 790/2019).
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183,191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 6008/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που μετά την εξαφάνιση της με αριθμό 377/2015 οριστικής (και της συμπροσβαλλόμενης 378/2014 μη οριστικής) απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, δικάζει επί της από 05.12.2012 (αριθ. εκθ. κατ. 479/31-12-2012) αγωγής των αναιρεσίβλητων.
Απορρίπτει την από 05.12.2012 (αριθ. εκθ. κατ. 479/31-12-2012) αγωγή των αναιρεσίβλητων Γ. Σ. του Π. και Σ. Κ. του Α..
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου
αποχωρήσαντος από
την υπηρεσία, ο
αρχαιότερος της
σύνθεσης Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου