Appeal dismissed; Supreme Court rejects claim of document distortion as facts were supported by other evidence.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's finding that the employee voluntarily resigned. The appellant argued the Employment Dispute Bulletin was distorted, but the court found the lower court relied on numerous other pieces of evidence, not just the disputed document. Consequently, the appeal was rejected as it concerned a factual evaluation rather than a reading error.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the court of first instance supported its finding on the disputed fact with other evidence, as this constitutes an error in fact-finding rather than a reading error.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 912 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 912/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδομανωλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστολάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-2-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, είχε δε κατέθεσε προτάσεις στις 21-10-2021.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 27-12-2013 συμπληρωματική αυτής αγωγή του ήδη αναιρεσειβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-3-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Δεκεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 365/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 22 Νοεμβρίου 2023 υπ' αριθμ. 365/2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 18.3.2019 με αριθμ. καταθ. 20/20.3.2019 αίτησης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 14.12.2021, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου, στη σύνθεση της οποίας είχε μετάσχει ως Εισηγήτρια αυτή.
2.- Με την κρινόμενη από 18.3.2019 και με αριθ. κατάθ. 20/20.3.2019 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ι. Γ., κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ Ανώνυμη Εταιρία", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 117/12.7.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, επί των:
α) από 16.6.2016 και με αριθ. κατάθ. ΕΦ60/17.6.2016 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ Ανώνυμη Εταιρία" και β) από 29.12.2017 και με αριθμό κατ. ΕΦ194/29.12.2017 έφεσης - αντέφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ι. Γ., κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία (εργατικών διαφορών), με αριθμό 36/27.1.2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, οι από:
ι) 28.12.2011 και με αριθμό κατ. ΜΤ880/30.12.2011 αγωγή και ιι) 27.12.2013 και με αριθμό κατ. ΜΤ1093/30.12.2013 αγωγή του αυτού ενάγοντος (Ι. Γ.) κατά της αυτής εναγομένης (ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ Α.Ε.), απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η δεύτερη αγωγή και έγινε δεκτή εν μέρει η πρώτη αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 29.023,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 20.12.2011, ως αποζημίωση απόλυσης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) απέρριψε, ως απαράδεκτη την από 29.12.2017 και με αριθμό κατ. ΕΦ194/29.12.2017 έφεση - αντέφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ι. Γ. και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 16.6.2016 και με αριθ. κατάθ. ΕΦ60/17.6.2016 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ Ανώνυμη Εταιρία" και εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 36/27.1.2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
Στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την από 28.12.2011 και με αριθμό κατ. ΜΤ880/30.12.2011 αγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στον ενάγοντα - εκκαλούντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα, Ι. Γ., στις 18.2.2019, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων, Μ.
Σ., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 20.3.2019, ήτοι εντός της κατά νόμο προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3.- Οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, - με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, - εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 519/2021, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 429/2019, ΑΠ 968/2018).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (AΠ 70/2022, ΑΠ 519/2021, ΑΠ 220/2016).
Επομένως η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από το δικαστήριο της ουσίας και κατά συνέπεια για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 482/2010, ΑΠ 516/2009, ΑΠ 838/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης [από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ] ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως είναι οι προπαρετεθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 355/2020).
4.- Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία το έτος 1990 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί αρχικά ως οδηγός και αργότερα ως εργοδηγός, απασχολήθηκε δε έκτοτε συνεχώς στην εναγομένη μέχρι και 19.12.2011.
Το βράδυ της ημέρας αυτής (19.12.2011) ο ενάγων προσήλθε στα επί της οδού ... στα Χανιά γραφεία της εναγομένης, όπου αρχικά συνομίλησε με τους έτερους υπαλλήλους της τελευταίας Κ. Σ., ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας της αναγόμενης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και Κ. Τ., που του ανέφεραν ότι ενδεχομένως η εναγόμενη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του.
Ακολούθησε το ίδιο βράδυ, συνάντηση του ενάγοντος με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης Π. Χ., χωρίς την παρουσία έτερου προσώπου, κατά την οποία συζήτησαν το ενδεχόμενο λήξης με καταγγελία της σύμβασης εργασίας του λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της κάμψης των εργασιών της εναγόμενης. Από την επόμενη ημέρα, 20.12.2011, ο ενάγων σταμάτησε να προσέρχεται στην εργασία του, προσέφυγε όμως στην Επιθεώρηση Εργασίας Χανίων και ακολούθως την ίδια ημέρα στο λογιστήριο της εναγομένης, ζητώντας να του υπολογίσουν την αποζημίωση που δικαιούται σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του από την εναγομένη.
Στις 29.12.2011 η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα την με ίδια ημερομηνία εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα: "Την 19.12.2011 και ενόψει των υφιστάμενων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και των συνεπειών, που έχουν αυτές στον κατασκευαστικό κλάδο, συζητήσατε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας μας κ.
Χ. Π., το ενδεχόμενο λήξης της μεταξύ μας συνεργασίας και της αποχώρησής σας από την εταιρεία μας. Παρά ταύτα, όπως γνωρίζετε, το τελευταίο γεγονός (της λήξης δηλαδή της μεταξύ μας συνεργασίας) ουδέποτε επήλθε με νομότυπο τρόπο, καθώς ουδέποτε σας κοινοποιήσαμε ή σας παραδώσαμε έγγραφο καταγγελίας της μεταξύ μας υφιστάμενης εργασιακής σχέσης, υπογεγραμμένο από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας μας, ενώ ουδέποτε σας καταβάλαμε την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωσή σας.
Παρά ταύτα, τα οποία βέβαια γνωρίζετε, εσείς τις τελευταίες έξι (6) εργάσιμες ημέρες εννοείτε να μην προσέρχεστε στην εργασία σας και να απέχετε αδικαιολόγητα από αυτήν. Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν απαντάτε στις επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις, τις οποίες σας έχουμε πραγματοποιήσει από το σταθερό τηλέφωνο της εταιρείας προς το κινητό και σταθερό σας τηλέφωνο αντίστοιχα με αριθμούς..., προκειμένου να σας καλέσουμε στην εργασία σας, από την οποία επαναλαμβάνουμε απουσιάζετε αδικαιολόγητα, σας δηλώνουμε ότι διαμαρτυρόμαστε για την παραπάνω αντισυμβατική σας συμπεριφορά και σας καλούμε για τελευταία φορά να προσέλθετε άμεσα στην εργασία σας διαφορετικά σας δηλώνουμε ότι θα θεωρήσουμε την προεκτεθείσα συμπεριφορά σας ως από μέρους σας καταγγελία της μεταξύ μας υφιστάμενης σχέσης εργασίας, επιφυλασσόμενοι παντός νομίμου δικαιώματος μας".
Στο εξώδικο αυτό ο ενάγων απάντησε με την από 29.12.2011 εξώδικη απάντηση, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 30.12.2011, με την οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει και ότι: "Αρνούμαι λέξη προς λέξη ως απολύτως και σκόπιμα ανακριβή την από 29.12.2011 εξώδικη δήλωση σας. Νομίζω ότι δεν λείπει ούτε από εσάς ούτε από τους συνεργάτες σας η ικανότητα να διακρίνετε την παράνομη απόλυση, που ομολογείτε με το από 29.12.2011 εξώδικό σας, από τη μη απόλυση.
Γνωρίζετε καλύτερα από εμέ ότι με απολύσατε παράνομα στις 19.12.2011 και μου γνωστοποιήσατε ότι από την επόμενη ημέρα δεν θα αποδέχεστε την εργασία μου πλέον. Το γεγονός ότι δεν μου καταβάλατε τα νόμιμα καθιστά βεβαίως παράνομη την απόλυση αυτή, δεν τη καθιστά όμως ανυπόστατη. . .". Συγχρόνως την ίδια ημέρα (30.12.2011) ο ενάγων κατέθεσε και επέδωσε στην εναγόμενη την υπό κρίση με αριθμό εκθ.
κατάθ. 880/2011 αγωγή του. Στις 3.1.2012 ο ενάγων προσέφυγε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, όπου δήλωσε ότι του οφείλονται, εκτός από την αποζημίωση λόγω καταγγελίας, και το συνολικό ποσό των 8.935,84 ευρώ για μη ληφθείσα άδεια 60 ημερών κατά τα τελευταία έτη της εργασιακής σύμβασης, για επίδομα αδείας του 2011, για δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011, για δώρο Χριστουγέννων 2011, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2011 και για 276 ώρες υπερωρίες.
Στις 11.1.2012 πραγματοποιήθηκε στην ως άνω Υπηρεσία συνάντηση του ενάγοντος με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγόμενης Απόστολο Αποστολάκη, ο οποίος προσήλθε ως εκπρόσωπος αυτής και δήλωσε για λογαριασμό της ότι στον ενάγοντα οφείλεται το ποσόν που αντιστοιχεί σε 12 ημέρες μη ληφθείσας αδείας για το έτος 2011.
Στις 13.1.2012 πραγματοποιήθηκε στην ίδια Υπηρεσία νέα συνάντηση του ενάγοντος με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγόμενης, ως εκπρόσωπο αυτής, κατά την οποία ο τελευταίος δήλωσε για λογαριασμό της ότι στον ενάγοντα οφείλεται το συνολικό ποσόν των 3.139,12 ευρώ για επίδομα αδείας και αποζημίωση 12 ημερών μη ληφθείσης αδείας 2011, δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011 και δώρο Χριστουγέννων 2011, το οποίο κατέβαλε στον ενάγοντα και αυτός το εισέπραξε με επιφύλαξη.
Συγχρόνως ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης δήλωσε ότι δεν οφείλεται αποζημίωση απόλυσης στον ενάγοντα, διότι η λύση της συνεργασίας τους έγινε με καταγγελία του τελευταίου, ενώ ο τελευταίος, σε απάντηση δήλωσε και θα αποδείξει ότι στις 19.12.2011 ο εργοδότης του δήλωσε ότι 0α πάψει να αποδέχεται την εργασία του και ότι μετά την απόλυση του και φοβούμενος (ο εργοδότης) ότι 0α προσληφθεί σε ανταγωνιστική εταιρεία και συγκεκριμένα στην εταιρεία του κ.
Μ., άρχισε να ψεύδεται ασύστολα και να αρνείται το παραπάνω γεγονός (για όλα αυτά βλ. το υπ' αριθ 5/2012 δελτίο εργατικής διαφοράς). Τον ισχυρισμό αυτό, ότι στις 19.12.2011 το βράδυ δεν έγινε η καταγγελία, αλλά συζήτηση μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης και του ενάγοντος για το ενδεχόμενο της λήξης της σχέσης εργασίας, προβάλλει η εναγόμενη εξ αρχής, τόσο εξωδίκως όσο και δικαστικώς.
Το γεγονός ότι ο ενάγων το βράδυ της 19ης- 12- 2011 συνομίλησε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης Π. Χ. αποδεικνύεται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης Κ. Σ. στο ακροατήριο, όσο και από το από 29.12.2011 εξώδικο της εναγόμενης προς τον ενάγοντα, στο οποίο γίνεται αναφορά στο γεγονός αυτό, αλλά και από την 29.12.2011 εξώδικη απάντηση του ενάγοντος προς την εναγόμενη, με την οποία δεν το αρνείται.
Τόσο δε στην αγωγή του, όσο και στις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρεται ότι η καταγγελία έγινε το βράδυ της 19.12.2011 από τους νόμιμους εκπροσώπους της εναγομένης. Εν τούτοις για πρώτη φορά κατά την χωρίς όρκο εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο βράδυ δεν συνομίλησε ούτε συνάντησε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, αλλά ότι οι συνάδελφοι του Κ.
Τ. και Κ. Σ. (μάρτυρας της εναγόμενης) του ανακοίνωσαν κατ' εντολή του Π. Χ. ότι απολύεται και να μην πάει στη δουλειά την επομένη, γεγονός που ο Κ. Σ. αρνείται ότι συνέβη. Και παρ' ότι ισχυρίστηκε αυτά, στην από 18.2.2015 προσθήκη αντίκρουση, που κατέθεσε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφέρει ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης το βράδυ της 19ης-12-2011 του ανακοίνωσε στα γραφεία της εταιρείας ότι η εργοδότρια καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας.
Στις δε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρίζεται ότι ο λογιστής της εταιρείας, ενεργώντας ως προστηθείς της και κατ' εντολή και για λογαριασμό του νομίμου εκπροσώπου της Π. Χ. του γνωστοποίησε στις 19.12.2011 την απόλυσή του, ενώ κανένας δεν ισχυρίζεται ούτε καν ο ίδιος, αλλά και αποδεικνύεται, ότι ο λογιστής της εναγόμενης Κ.
Κ. δεν ήταν στα γραφεία της εταιρείας το βράδυ της 19ης- 12-2011. Κατόπιν των ανωτέρω και εν όψει των ως άνω αντιφατικών και ασαφών ισχυρισμών του ενάγοντος, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι το βράδυ της 19ης-12-2011 έγινε συνάντηση του ενάγοντος με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Π. Χ., κατά την οποία δεν έγινε εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αλλά συζήτηση για το ενδεχόμενο απόλυσης του.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρει ότι "θα με καλούσαν δικαστικά πίσω και μετά από τέσσερις μήνες θα μου δήλωναν αποχώρηση με προειδοποίηση για να πάρω τη μισή αποζημίωση....", αλλά και από το γεγονός ότι, όπως συνάγεται από τις δηλώσεις του ενάγοντος στις 13.1.2012, κατά τη συνάντηση στην Επιθεώρηση Εργασίας Χανίων, ο ενάγων είχε ήδη ανεύρει εργασία στην επιχείρηση Μ., οπότε δεν τον συνέφερε να αναμένει την νομότυπη καταγγελία της σύμβασής του εκ μέρους της εναγόμενης.
Συνεπώς, εφόσον δεν έγινε καταγγελία κατά τα προαναφερόμενα, αλλά ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, δεν δικαιούται αποζημίωσης και η αγωγή του, κατά το σχετικό αίτημά της, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσόν των 29.023,70 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το δεύτερο και τρίτο λόγο της έφεσής της, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, χωρίς να γίνει έρευνα του πρώτου λόγου αυτής, η οποία παρέλκει, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η υπ' αριθ. εκθ. κατάθ. 880/2011 αγωγή και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ' ουσίαν, να απορριφθεί η αγωγή".
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παρόλο που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέγνωσε (εμμέσως) ασάφεια ως προς τη μονομερή απευθυντέα δήλωση της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, με την οποία του δήλωσε ότι καταγγέλλει ή θα καταγγείλει στο μέλλον τη σύμβαση εργασίας του και συνακόλουθα παραβίασε ευθέως τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες με τη μη εφαρμογή τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας ως προς το αν εχώρησε καταγγελία ή μη της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Αντιθέτως, αυτό δέχθηκε ότι ουδέποτε έλαβε χώρα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης κατά τη συνάντηση τους στις 19-12-2011 αλλά συζήτηση για το ενδεχόμενο απόλυσής του, και ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.
Επομένως, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ορθά δεν προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Συνεπώς, υπό τις εκτιθέμενες ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες αυτούς, ο δε πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 9/2016) ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 161/2024, ΑΠ 355/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι όπως κατά πιστή αναφορά αναφέρεται στο λόγο αυτό "το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της εκ μέρους της ενάγουσας (ενν.
εναγομένης) καταγγελίας ή μη της σύμβασης εργασίας του. Τούτο διότι δεν εξέθεσε σαφώς πραγματικά περιστατικά για τη βούληση και δήλωση της εναγομένης σχετικά με το ενδεχόμενο απόλυσης του ενάγοντα αλλά συμπέρανε ότι δεν συζητήθηκε ή καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας από τις επικαλούμενες ως ασαφείς και αντιφατικές δηλώσεις του ενάγοντα, σχετικές με τους ποιους συναντήθηκε και όχι τι συζητήθηκε.
Ούτε εξηγεί γιατί οι άνω δηλώσεις του αναιρεσείοντα ενισχύουν την κρίση του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη δεν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που εκτίθεται αναλυτικά παραπάνω στο κεφάλαιο 4 της παρούσας, το εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό του συλλογισμό, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της μη καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη, αλλά της οικειοθελούς αποχώρησης αυτού από την εργασία του.
Δεν απαιτείται περαιτέρω αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα δεν συνιστούν "αιτιολογία" και ως εκ τούτου δεν επιδέχονται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
6. Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 922/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 13.1.2012 Δελτίου Εργατικής Διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας Χανίων, προσδίδοντάς του περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο γι αυτόν.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν, ως προς το περιεχόμενό του, από 13.1.2012 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας Χανίων, αλλά το συνεκτίμησε, στηριζόμενη και αξιολογώντας το περιεχόμενο μεγάλου αριθμού λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), όπως αυτά αναλυτικά διαλαμβάνονται στις σελίδες 6 έως και 10 της προσβαλλόμενης απόφασης.
7.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 189 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.3.2019 και με αριθμό κατ. 20/20.3.2019 αίτηση αναίρεσης, της υπ' αριθμ. 117/12.7.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ