Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to submit evidence proving distortion of lower court proceedings.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a Court of First Instance decision. The appellant argued that the lower court distorted the content of a 2006 intervention by substitute engineers, but failed to submit the original document to prove this claim. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible under the Civil Procedure Code because the appellant could not substantiate their allegations without the missing evidence.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 495, 559, 561, 579, 940, 947, 205 of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to submit the specific documents necessary to substantiate the claim of distortion of lower court proceedings.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 816 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 816/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λύτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Κ. του Ε., κατοίκου…., και 3) Β. Λ., κατοίκου….. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Νταή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Οι δεύτερη και τρίτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2001 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση των ήδη δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5347/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 296/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το "Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος" με την από 25-04-2013 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 224/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 194/2018 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4-09-2018 αίτησή της και τους από 4/12/2020 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. δ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού) προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.01.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 04.09.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 992/99/17.09.2018 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 194/15.03.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, αφορώσας διαφορά για την καταβολή αμοιβής σε μηχανικούς, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του με αριθμό 233740664958 1116 0044 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά, όμως, ως διαφορά για την καταβολή αμοιβής σε μηχανικό απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).
Με την κρινόμενη από 04-09-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 992/99/17-09-2018 και του παρόντος Δικαστηρίου 1027/30-10-2020 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείουσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." και τους από 04-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 119/11-12-2020, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ) με αριθμό 194/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που επιλήφθηκε της διαφοράς, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της με αριθμό 224/2014 απόφασης του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 25-04-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62/2013 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (Τ.Ε.Ε.), ως εκ του νόμου υποκαταστάτου των προσθέτως παρεμβαινόντων μελών του και ήδη δευτέρας και τρίτου των αναιρεσιβλήτων Ε.
Κ. του Ε. και Β. Λ. και ειδικότερα, κατ' ευδοκίμηση του τρίτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε η με αριθμό 296/2011 προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς) και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 194/2018 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συνεκδίκασε την από 17-07-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 967/01-09-2009 έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (Τ.Ε.Ε.) και την από 23-09-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 918/804/2015 πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος παρέμβαση των Ε.
Ε. Κ. και Β. Λ., δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ανωτέρω έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση και, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα με αριθμό 5347/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε απορρίψει, κατά τη κύρια αυτής βάση, την από 20-12-2001 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11503/20-12-2001 αγωγή του ενάγοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθώς και την προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση των ως άνω φυσικών προσώπων, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ι.Ο.Α.
ΛΥΤΡΑΣ ΘΑΡΡΟΗ HOTEL A.E.E.", να καταβάλει στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (Τ.Ε.Ε.), υπό την ιδιότητά του ως εκ του νόμου υποκατάστατο των μελών του μηχανικών, το συνολικό χρηματικό ποσό των ογδόντα έξι χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα ενός (86.781,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 19-07-2018, όπως διαλαμβάνεται στις προτάσεις του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα (άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ), η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 17-09-2018 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 144 και 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επίσης, οι από 04-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 119/11-12-2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 11-12-2020 και επίδοση αυτού στις 07-01-2021 στους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 11718Ε', 11722Ε' και 11720Ε'/07-01-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, Σταματίου Ν.
Χατζηδάκη, ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης αρχική δικάσιμο της 23-02-2021 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι παραδεκτώς η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι στρέφονται κατά των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων μηχανικών, οι οποίοι με ίδιο δικόγραφο, στην κατ' έφεση δίκη, είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ του ενάγοντος - εκκαλούντος Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, υπό την ιδιότητά του ως υποκαταστάτου αυτών, για την καταβολή της αμοιβής τους, εφόσον η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση φέρει τον χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κατ' άρθρο 83 του ΚΠολΔ, με συνέπεια την επιγενόμενη μεταξύ αυτών και του "Τ.Ε.Ε." αναγκαστική ομοδικία κατ' άρθρο 76 του ΚΠολΔ, καθόσον η ισχύς της αποφάσεως έναντι του "Τ.Ε.Ε." εκτείνεται και στην έννομη σχέση των προσθέτων παρεμβαινόντων μηχανικών, έναντι της αντιδίκου τους εναγομένης - εφεσίβλητης εταιρείας (Α.Π. 362/2020, Α.Π. 91/2005) και, κατά συνέπεια αυτοί νομιμοποιούνται παθητικά, κατ' άρθρο 558 του ΚΠολΔ, ως αναιρεσίβλητοι (Α.Π. 868/2018, Α.Π. 887/2017, Α.Π. 741/2013, Α.Π. 1075/2011, Α.Π. 290/1978).
Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση, που αναιρέθηκε και η διαδικασία, πριν από την απόφαση αυτή, ακυρώνεται, μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κάθε απόφαση, που στηρίζεται σε αυτήν που αναιρέθηκε, αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σε αυτήν. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, ως προς τα πληγέντα κεφάλαια και τα αρρήκτως συνδεόμενα με αυτά που συναναιρούνται και ειδικότερα, στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια και στην περίπτωση της εν όλω αναίρεσης - η οποία συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος, που έγινε δεκτός, πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της - κατά το σύνολο αυτής, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή, κ.λ.π.
Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει, με σχετική διάταξη αυτού, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ. Α.Π. 27/2007). Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο.
Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και τα αρρήκτως με αυτό συνδεόμενα κεφάλαια και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται, κατά το εκκληθέν μέρος, επί του οποίου, με την απόφασή του, αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Το τελευταίο δεσμεύεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ μόνο ως προς τα νομικά ζητήματα, που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, από ότι η αναιρεθείσα, χωρίς να δεσμεύεται, ούτε, ως προς το σημείο αυτό, από εκείνη (Α.Π. 682/2014, Α.Π. 15/2014, Α.Π. 1614/2008, Α.Π. 1606/2007).
Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία κάνει λόγο το άρθρο αυτό, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 295/2007 Α.Π. 479/2010, Α.Π. 542/2017, Α.Π. 631/2018), γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι, η παραπομπή διατάσσεται επί αναίρεσης, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου.
Επομένως, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ο Άρειος Πάγος παραπέμψει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αυτό δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα, που έλυσε ο Άρειος Πάγος. Αν ασκηθεί δε (νέα) αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος αυτοδεσμεύεται από την προηγούμενη απόφασή του (Α.Π. 1297/2010, Α.Π. 1708/2014, Α.Π. 2083/2007, Α.Π. 2141/2007).
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 18 του ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 736/2011, Α.Π. 1708/2008).
Η κρίση, που εκφέρεται με την αναιρετική απόφαση ότι η αγωγή είναι νομικά βάσιμη, ενόψει του ότι εμπεριέχει αναγκαίως την κρίση ότι αυτή είναι και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία, συνεπάγεται δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής και ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται σε επανεξέταση από το δικαστήριο αυτό (Α.Π. 1499/2014, Α.Π. 2017/2007).
Εφόσον, δε, το Δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, είναι απαράδεκτος κάθε λόγος αναίρεσης, που προσβάλλει την απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, κατά το μέρος που αυτό συμμορφώθηκε (άρθρο 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ - Α.Π. 1141/2003, Α.Π. 472/2007). Συντρέχει δε το απαράδεκτο αυτό, αν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, κακώς συμμορφώθηκε το δικαστήριο της παραπομπής, με το επιλυθέν από την απόφαση του Αρείου Πάγου νομικό ζήτημα, διότι η δοθείσα από την τελευταία απόφαση λύση, είναι εσφαλμένη (πρβλ.
Α.Π. 199/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής : Με την από 20-12-2001 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11503/20-12-2001 αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (Τ.Ε.Ε.), ως εκ του νόμου υποκατάστατο στα δικαιώματα των αναφερομένων μελών του διπλωματούχων Μηχανικών Ε.
Ε. Κ. και Β. Λ., όπως παραδεκτώς, κατ' άρθρο 224 του ΚΠολΔ, διόρθωσε την αγωγή αυτή, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι στον Πειραιά, τον Νοέμβριο του έτους 1990, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την τότε επωνυμία "Ι.Ο.Α.
Λύτρας Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις GULLIVER HOTEL Α.Ε.Ε." και ήδη "Ι.Ο. ΛΥΤΡΑΣ THARROE HOTEL Α.Ε.Ε.", εκπροσωπούμενη από τον Ιωάννη Λύτρα, ανέθεσε στους δύο ως άνω υποκαθιστάμενους Μηχανικούς, να εκπονήσουν τις απαιτούμενες μελέτες, για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας, στη νήσο ..., στη θέση "Βρύση" (κατηγορίας πολυτελείας, 17 δωματίων, 38 κλινών), αποτελούμενης από ένα κτίριο, σε οικόπεδο έκτασης 5.527,39 τ.μ., καθώς και την επίβλεψη από έκαστο αυτών (μηχανικών) διακριτά των, ειδικότερα αναφερομένων, επιμέρους εργασιών κατασκευής της εν λόγω οικοδομής.
Ότι οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί, η πρώτη, ως διπλωματούχος Αρχιτέκτων Μηχανικός και ο δεύτερος, ως διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, εκπόνησαν τις σχετικές μελέτες, η αμοιβή των οποίων τους έχει ήδη καταβληθεί από την εναγομένη, με βάση τις οποίες εκδόθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας Σύρου της Νομαρχίας Κυκλάδων, η με αριθμό 97/09-03-1994 οικοδομική άδεια και, περί τον μήνα Απρίλιο του έτους 1994, άρχισαν οι εργασίες κατασκευής του έργου.
Ότι, μετά την έναρξη της εκτέλεσης των εργασιών, κατέστη αναγκαία η τροποποίηση της αρχικής αρχιτεκτονικής μελέτης, διότι, κατά την εκσκαφή των θεμελίων της οικοδομής, ανακαλύφθηκε, σε σημείο του ακινήτου, αρχαίος τάφος της Μυκηναϊκής εποχής. Ότι η εναγομένη, δια του ως άνω εκπροσώπου της, ανέθεσε την εκπόνηση της τροποποιητικής αυτής μελέτης, στην πρώτη των ανωτέρω Μηχανικών Ε.
Ε. Κ., η οποία και την εκπόνησε, μετατοπίζοντας τον χώρο του γυμναστηρίου και της δισκοθήκης, ενώ ο σχετικός φάκελος της τροποποιητικής μελέτης κατατέθηκε στον Ε.Ο.Τ. και εγκρίθηκε από αυτόν την 09-08-1996. Ότι, οι εν λόγω υποκαθιστάμενοι μηχανικοί, από την έναρξη των εργασιών, επέβλεψαν συνεχώς την εκτέλεση των επιμέρους εργασιών του έργου, ελέγχοντας την εφαρμογή των μελετών, τόσο σε επίπεδο κατασκευαστικό, όσο και σε επίπεδο επιμετρήσεων, στις οποίες και προέβαιναν, έως και τον Ιούλιο του έτους 1997, οπότε και περατώθηκε πλήρως και παραδόθηκε το έργο στην εναγομένη εταιρεία.
Ότι, η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή τους, όπως εξάλλου αυτή καθορίστηκε και μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, με βάση τις αναφερόμενες διατάξεις του π.δ/τος 696/1974, τόσο για την τροποποιητική μελέτη, όσο και για την επίβλεψη και επιμέτρηση των εργασιών, ανέρχεται στα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) ποσά. Ακολούθως, παρατίθενται με πίνακες στην αγωγή οι επιμέρους εργασίες, κατά τετραγωνικό ή κυβικό μέτρο (ανάλογα με το είδος των εργασιών) που εκτελέστηκαν, υπό την επίβλεψη των υποκαθιστάμενων μηχανικών, καθώς και:
α) αναλυτικός προϋπολογισμός, για την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, ως προς τμήμα της οικοδομής, αναφορικά με την αιτούμενη αμοιβή της τροποποιητικής μελέτης και β) αναλυτική οριστική επιμέτρηση (απολογισμός) των δαπανών, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν για τις εκτελεσθείσες εργασίες, αναφορικά με τις αιτούμενες αμοιβές της επίβλεψης και επιμέτρησης των εργασιών.
Με βάση το ιστορικό αυτό και με παράθεση πίνακα, στον οποίο αναγράφονται λεπτομερώς οι αιτούμενες αμοιβές και οι κατηγορίες, στις οποίες υπάγονται οι ως άνω επιμέρους εργασίες, το ενάγον, επικαλούμενο ότι η εναγομένη αρνείται την καταβολή της νόμιμης αμοιβής των ως άνω μηχανικών, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σ' αυτό τη νόμιμη αυτή ελάχιστη αμοιβή τους, τόσο για την τροποποιητική μελέτη, όσο και για την επίβλεψη - επιμέτρηση των εργασιών εκτέλεσης του έργου, η οποία ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 36.666.388 δραχμών (ήδη 107.604,95 ευρώ, εκ των οποίων ζητεί 107.604,00 ευρώ), ήτοι:
α) στο ποσό των 33.125.152 δραχμών (ήδη 97.212,00 ευρώ) για την πρώτη αναφερομένη Μηχανικό και β) στο ποσό των 3.541.236 δραχμών (ήδη 10.392,00 ευρώ), για τον δεύτερο αναφερόμενο Μηχανικό (μετ' αφαίρεση των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί από την εναγομένη, έναντι των οφειλομένων αμοιβών της για την επίβλεψη), με το νόμιμο τόκο από τον χρόνο όχλησης αυτής, ήτοι από τις 16-12-2000.
Ζήτησε, επίσης, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει τον φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και τους τόκους επί του ποσού αυτού μέχρι την εξόφληση, με το ποσοστό που θα ισχύει, κατά το χρόνο, που θα εκδοθεί το σχετικό δελτίο παροχής υπηρεσιών από τους ως άνω μηχανικούς, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τους τόκους επί του ποσού των 4.434.793 δραχμών (ήδη 13.014,80 ευρώ), στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι από ανατοκισμό του ποσού των 36.666.388 δραχμών (ήδη 107.604,00 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από τις 16-12-2000 (χρόνος όχλησης της εναγομένης) έως τις 17-12-2001 (χρόνος αναμενόμενης άσκησης της αγωγής) και, τέλος, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει τον Φ.Π.Α., επί των τόκων από ανατοκισμό, με το ποσοστό που θα ισχύει κατά τον χρόνο της εξόφλησης.
Επικουρικώς, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να του καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 36.666.388 δραχμών (ήδη 107.604,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από τις 16-12-2000 και να αναγνωριστεί ότι οφείλει και τον Φ.Π.Α. Επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ), η με αριθμό 5347/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι η κύρια βάση της αγωγής ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 και 681 του Α.Κ., σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 1 του π.δ/τος 48/1994, απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, διότι κρίθηκε ότι, όπως αποδείχθηκε, είχε συμφωνηθεί μεταξύ της εναγομένης και των ως άνω μηχανικών, τους οποίους ήδη υποκαθιστά το Τ.Ε.Ε., να υπολογιστεί η αμοιβή των τελευταίων (τόσο για την τροποποιητική μελέτη, όσο και για την επίβλεψη), με βάση τον εμβαδομετρικό προϋπολογισμό του έργου και όχι με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, τον οποίο αβασίμως επικαλέστηκε το ενάγον με την αγωγή του, ως συμφωνημένο ενώ, επιπροσθέτως, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε στην αγωγή, επικουρικό αίτημα καταβολής της αμοιβής, με βάση τον εμβαδομετρικό προϋπολογισμό του έργου.
Επίσης, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, η επικουρική αγωγή βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, τέλος, δε, απορρίφθηκε και η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη, υπέρ του ενάγοντος, παρέμβαση των ανωτέρω μηχανικών. Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μόνο κατά την κύρια βάση της αγωγής, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 17-07-2009 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 967/01-09-2009 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (Τ.Ε.Ε.), με την οποία παραπονέθηκε για λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή, ώστε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του, ως προς την κύρια αυτής βάση, εξέδωσε τη με αριθμό 296/2011 απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την ένδικη έφεση και την, ασκηθείσα με τις προτάσεις τους, από 20-01-2011 πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος, παρέμβαση των ως άνω μηχανικών, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη και δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας, έτσι, την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Την αναίρεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, για τους διαλαμβανόμενους λόγους, ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (Τ.Ε.Ε.), με την από 25-04-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62/2013 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας, ύστερα από σύνταξη της από 28-11-2013 σχετικής Έκθεσης της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο της αίτησης και μετά την έρευνα στην Εισηγητική Έκθεση και των έξι (6) λόγων αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 224/2014 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Με την απόφαση αυτή, αναιρέθηκε στο σύνολό της η προσβαλλόμενη με αριθμό 296/2011 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτός ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, ήτοι περί μη λήψης υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων, που προτάθηκαν από το αναιρεσείον με το δικόγραφο της αγωγής του και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η απόφαση αυτή, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της τα εξής: "...
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προτάθηκαν με το δικόγραφο της αγωγής και συγκεκριμένα, ενώ με αυτή ζητούσε την καταβολή της νόμιμης αμοιβής των υποκαθισταμένων από αυτό (ενάγον) πολιτικών μηχανικών Ε.
Κ. και Β. Λ., για την τροποποιητική μελέτη και επίβλεψη του επίδικου έργου από αυτούς, όπως η αμοιβή αυτή προσδιορίζεται, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 3, 6, 85 παρ. 1, 93 και 95 παρ. 4 β του Π.Δ. 696 /1994, σε συνδυασμό με αυτές του Π.Δ. 515/1989, το Εφετείο δέχθηκε ότι για "τη συμφωνημένη αμοιβή" και ειδικότερα αυτή του εμβαδομετρικού υπολογισμού του έργου, δεν υπάρχει σχετικό (επικουρικό) αίτημα.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, το αναιρεσείον δεν επικαλείται συμφωνία για αμοιβή μεταξύ των ως άνω μηχανικών και της εργοδότριας εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και, επομένως, δεν ζητεί συμφωνημένη αμοιβή, αλλά (ζητεί) τη νόμιμη αμοιβή, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ. 696/1974, εκθέτοντας σ' αυτή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται από το νόμο, για τον προσδιορισμό της αμοιβής των υποκαθισταμένων από το αναιρεσείον μηχανικών.
Συνεπώς, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) ...". Ακολούθως, επαναφερθείσας της υπόθεσης προς συζήτηση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που επιλήφθηκε, ως δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 224/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, το οποίο κατά τα ανωτέρω, αναίρεσε στο σύνολό της τη με αριθμό 296/2011 προηγούμενη απόφασή του και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 194/2018 οριστική του απόφαση.
Με την απόφαση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε, κατ' άρθρο 246 του ΚΠολΔ, την από 17-07-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 967/01-09-2009 έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (Τ.Ε.Ε.) και την παραδεκτώς ασκηθείσα, με αυτοτελές δικόγραφο, από 23-09-2015 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 918/804/30-09-2015 πρόσθετη, υπέρ του εκκαλούντος, παρέμβαση των υποκαθιστάμενων από το εκκαλούν μηχανικών Ε.
Ε. Κ. και Β. Λ. (άρθρα 80 και 81 του ΚΠολΔ, σε συνδ. με το άρθρο 1 του π.δ/τος 48/1984, όπως τροποποίησε τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 2 του Β.Δ. από 30/31 Μαΐου 1956 "Περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει"), δεσμευόμενο από την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου και συμμορφούμενο προς αυτήν δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την πιο πάνω αναιρετική απόφαση επιλύθηκε νομικό ζήτημα καθόσον κρίθηκε αμετάκλητα ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και συνακόλουθα ορισμένη, στη συνέχεια, δε, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της εν λόγω υπόθεσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, στο οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση εισήχθη και συζητήθηκε δέχτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ζήτημα αυτό, τα ακόλουθα: "... Η κρίση αυτή που εξέφερε η αναιρετική απόφαση, σχετικά με το νομικά βάσιμο (και το αναγκαίως εμπεριεχόμενο ορισμένο) της ως άνω αγωγής, κατά την κύρια βάση της, δηλαδή ως έχουσας αίτημα τη νόμιμη αμοιβή των υποκαθιστάμενων από το ενάγον Τ.Ε.Ε.
μηχανικών, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις αναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ. 696/1974, αποτελεί επίλυση "νομικού ζητήματος", όπως η έννοια αυτού εκτέθηκε στο τέλος της αμέσως προηγούμενης νομικής σκέψης, με συνέπεια να επέρχεται δέσμευση του παρόντος δικαστηρίου της παραπομπής, ως προς το ζήτημα αυτό (άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ), το οποίο δεν υπόκειται σε επανεξέταση.
Επίσης, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της (ολικά), όπως αυτό προκύπτει σαφώς, τόσο από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, όσο και από το διατακτικό αυτής, ενώ και ο αναιρετικός λόγος, που έγινε δεκτός, πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, κατά τα αναφερόμενα στην ίδια ως άνω νομική σκέψη.
Επομένως, νομίμως φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση, με την προαναφερόμενη από 14-4-2014 κλήση του εκκαλούντος - ενάγοντος Τ.Ε.Ε., με επαναφορά των διαδίκων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση (άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ), με συνέπεια η από 17-7-2009 έφεσή του να ερευνάται εκ νέου (να επαναδικάζεται) στο σύνολό της, από το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ίδια διαδικασία που ακολουθήθηκε πρωτοδίκως, δεσμευόμενο μόνο ως προς το ανωτέρω νομικό ζήτημα (δηλαδή ότι η κύρια βάση της αγωγής με την οποία ζητείται η νόμιμη αμοιβή, είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του Π.Δ. 696/1974) και όχι από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας εφετειακής απόφασης, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη ...".
Ήδη, η αναιρεσείουσα προβάλλει με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 18 του ΚΠολΔ, διότι: Α) παραβίασε τη δέσμευση της με αριθμό 224/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, όσον αφορά την έκταση της παραπομπής η οποία προσδιορίζεται μέσω της ερμηνείας της αναιρετικής απόφασης και Β) παραβίασε τη δέσμευση των απορριπτικών διατάξεων της αναιρετικής απόφασης, επί των λοιπών πέντε λόγων αναίρεσης, οι οποίοι δεν έγιναν δεκτοί και τις κρίσεις της απόφασης αυτής, οι οποίες αφορούν την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων του π.δ/τος 696/1974, από τη με αριθμό 296/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Σύμφωνα, όμως, με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, το επιλαμβανόμενο, μετά την αναίρεση, δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την πιο πάνω αναιρετική απόφαση και συμμορφούμενο προς αυτήν, όσον αφορά το επιλυθέν νομικό ζήτημα, ορθά έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι δεσμεύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που έκρινε νομικά βάσιμη την αγωγή, αλλά και ως προς το ορισμένο αυτής, αφού, όπως αποφάνθηκε, η κρίση της εν λόγω απόφασης, για το ότι η αγωγή, με την οποία ζητείται η νόμιμη αμοιβή των υποκαθιστάμενων από το ενάγον "Τ.Ε.Ε." μηχανικών, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις αναφερόμενες διατάξεις του π.δ/τος 696/1974, είναι νομικά βάσιμη, προϋπέθετε και δη αναγκαίως την κρίση ότι αυτή ήταν, κατά την προαναφερόμενη κύρια αυτής βάση και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ απαιτούμενα στοιχεία.
Άλλωστε, όπως ρητώς αναφέρεται στην αναιρετική απόφαση, η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη, διαλαμβάνοντας, επί λέξει, ότι το αναιρεσείον: "...(ζητεί) τη νόμιμη αμοιβή, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ. 696/1974, εκθέτοντας σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο για τον προσδιορισμό της αμοιβής των υποκαθισταμένων από το αναιρεσείον μηχανικών...".
Επομένως, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, το νομικό αυτό ζήτημα έχει κριθεί αμετακλήτως, με τη με αριθμό 224/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά τρόπο δεσμευτικό, όχι μόνο για το εν λόγω Δικαστήριο της παραπομπής, που επιλήφθηκε της ένδικης υπόθεσης, αλλά και για το παρόν Δικαστήριο, στο οποίο επανήλθε η αυτή υπόθεση, ύστερα από την κρινόμενη νέα αναίρεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου της παραπομπής.
Ομοίως και οι λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον λόγο αυτό, κρίνονται απαράδεκτες και απορριπτέες. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, είχε συνταχθεί και κατατεθεί αρμοδίως η από 28-11-2013 Έκθεση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, η οποία αποτελούσε, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 562, 569, 571 και 574 του ΚΠολΔ, αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την πρόοδο της αναιρετικής δίκης.
Ωστόσο, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με τη με αριθμό 224/2014 απόφασή του, πέραν της έρευνας του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβλήθηκε από το τότε αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδαφ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεν ασχολήθηκε καθόλου με την εξέταση των λοιπών πέντε (5) λόγων αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονταν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 9 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον καμία αναφορά δεν έκανε σ' αυτούς, ούτε και διέλαβε μνεία ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω του ότι η αναιρετική εμβέλεια του εξετασθέντος και δεκτού γενομένου λόγου αναίρεσης, καταλαμβάνει το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Όμως, από το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης, με το οποίο ορίζεται ότι: "
Αναιρεί την 296/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές", χωρίς η σχετική διάταξη να περιορίζεται σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης, σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση, άρα και η εξαφάνιση της αναιρεσιβληθείσας εφετειακής απόφασης, υπήρξε ολική.
Επομένως, δεν συνέτρεχε λόγος να αναφερθεί το Δικαστήριο της παραπομπής στην Εισηγητική έκθεση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ούτε βεβαίως και τίθεται θέμα ερμηνείας της απόφασης αυτής, εφόσον από τα ανωτέρω ήδη εκτεθέντα προκύπτει ότι, το αιτιολογικό και το διατακτικό της είναι σαφές, ορισμένο και αναμφίβολο, ο δε αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός, πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία ότι η αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού λόγου καταλαμβάνει στο σύνολό της την εφετειακή απόφαση και, ως εκ τούτου, η με αριθμό 224/2014 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, δεν είναι διατυπωμένη με τρόπο που να γεννά αμφιβολίες, ούτε και είναι ασαφής, ως προς την έκταση της παραπομπής, έτσι ώστε να προκύπτει αβεβαιότητα, ως προς την απορρέουσα από αυτήν ενδοδιαδικαστική δέσμευση αλλά, αντίθετα, προκύπτει, αναμφίβολα και με σαφήνεια για το πώς το Δικαστήριο τούτο πράγματι αποφάνθηκε.
Επομένως, δεν τίθεται θέμα ερμηνείας της απόφασης αυτής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, συσχετίζοντας απαραδέκτως τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος έγινε δεκτός από τη με αριθμό 224/2014 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά και με τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι, κατά την Εισηγητική έκθεση, κρίθηκαν απορριπτέοι και τους οποίους το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δεν ερεύνησε, εφόσον η απόφαση δεν είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες, ούτε και είναι ασαφής, αλλά αντίθετα, προκύπτει, αναμφίβολα και με σαφήνεια για το πώς το Δικαστήριο τούτο πράγματι αποφάνθηκε, χωρίς βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, να είναι επιτρεπτό να ερευνηθεί πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί, δεδομένου μάλιστα ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η ερμηνεία της ως άνω αναιρετικής απόφασης, θα οδηγούσε σε αλλαγή του διατακτικού, πράγμα που ρητά απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ.
Σημειώνεται ότι τελείως διάφορο είναι το ζήτημα της πλημμέλειας από την παράλειψη εκδίκασης από το δικαστήριο της ουσίας βάσης της αγωγής, οπότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, από το ζήτημα της πλημμέλειας της εσφαλμένης εκτίμησης του περιεχομένου της άνω βάσης της αγωγής, με την παράλειψη λήψης υπόψη πραγματικών ισχυρισμών που τη θεμελιώνουν, οπότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος.
Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως άλλωστε και το παρόν Δικαστήριο, δεσμεύεται και δεν δύναται να αποστεί από την ως άνω με αριθμό 224/2014 αναιρετική απόφαση, ως προς το επιλυθέν με αυτή νομικό ζήτημα, ο, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ερευνώμενος λόγος της νέας αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω πλημμέλειες είναι απαράδεκτος, καθόλες τις αιτιάσεις αυτού και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε, ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, για τον λόγο αυτό, απέρριψε την ύπαρξη ή δέχθηκε την ύπαρξή του.
Αν η απόφαση δεν ασχολήθηκε με το δεδικασμένο που προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, αλλά ενδεχομένως λόγος από τον αριθμό 8. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου αυτού, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους.
Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ. Α.Π. 15/1998, Α.Π. 416/2019, Α.Π. 960/2015, Α.Π. 1115/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στο Δικαστήριο της παραπομπής, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, παρά το νόμο, εξαφάνισε τη με αριθμό 5347/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αγνοώντας, έτσι, πλήρως την ενδοδιαδικαστική δέσμευση, το δεδικασμένο και το αμετάκλητο, που απορρέει από τη με αριθμό 296/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, εφόσον, όπως διατείνεται, όλοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης απόφασης, απορρίφθηκαν από τη με αριθμό 224/2014 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι αυτή δέχτηκε, αναφορικά με την ένσταση περί δεδικασμένου, τα εξής: "... Ακόμη, η εναγομένη, προσκομίζοντας και την από 18-11-2016 νομική γνωμοδότηση προς ενίσχυση του σχετικού ισχυρισμού της, υποστηρίζει με τις προτάσεις της ότι η αποδοχή από τον Άρειο Πάγο του ως άνω (τρίτου) λόγου αναίρεσης, δεν έχει νομική συνέπεια για το κύρος της προσβληθείσας εφετειακής απόφασης, η οποία δεν έχει προσβληθεί και, επομένως, έχει καταστεί αμετάκλητη, ως προς την κύρια αγωγική βάση, περί καταβολής της νόμιμης αμοιβής στους δύο ως άνω μηχανικούς με συνέπεια αυτό να δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δεν μπορεί να κρίνει ελεύθερα επί της κύριας αυτής βάσης, αφού δεσμεύεται από το δεδικασμένο, που παράγει το μη αναιρεθέν κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, που απεφάνθη επί της κύριας βάσης της αγωγής, περί καταβολής της νόμιμης αμοιβής.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της εναγομένης είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε ολικά η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση (296/2011), με την παραδοχή του σχετικού λόγου αναίρεσης, ότι δηλαδή το αναιρεσείον - ενάγον Τ.Ε.Ε., δεν επικαλείται με την αγωγή του συμφωνία για αμοιβή μεταξύ των ως άνω μηχανικών και της εργοδότριας εναγομένης και, επομένως, δεν ζητεί συμφωνημένη αμοιβή, αλλά ζητεί τη νόμιμη αμοιβή, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις διατάξεις του Π.Δ. 696/1974, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι για τη "συμφωνημένη αμοιβή" και ειδικότερα αυτή του εμβαδομετρικού υπολογισμού του έργου, δεν υπάρχει σχετικό αίτημα".
Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της παραπομπής, δεν έσφαλε, καθόσον, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η με αριθμό 296/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς αναιρέθηκε στο σύνολό της από τη με αριθμό 224/2014 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία δεν περιόρισε, με σχετική διάταξη, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους και, ως εκ τούτου, η εφετειακή απόφαση απέβαλε πλήρως την ισχύ της, η οποία, μετά ταύτα, δεν παράγει δεδικασμένο, επί οιουδήποτε ζητήματος αυτή έκρινε, οι δε διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την έκδοση αυτής (άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επομένως, ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, το δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόταν από το δεδικασμένο, το οποίο απέρρεε από το μη αναιρεθέν κεφάλαιο της με αριθμό 296/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που αποφάνθηκε επί της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής και ότι, συνεπώς, εφόσον το σχετικό κεφάλαιο δεν ανατράπηκε από τη με αριθμό 224/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, όπως διατείνεται, υπήρξε μερική, δεν μεταβιβάστηκε προς νέα κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ.
Α.Π. 963/1985, Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 12/2000), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 2001/2009, Α.Π. 558/2008). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ.
Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ λόγο, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (Α.Π. 933/2014, Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ. Α.Π. 2091/1986, Α.Π. 267/2017), της αντέφεσης, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 374/2019, Α.Π. 208/2018).
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όχι μόνον όταν τα "πράγματα" δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ. Α.Π. 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σε αυτή (Ολ. Α.Π. 294/1981) και το δικαστήριο της ουσίας τα έλαβε υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως (Α.Π. 728/2010), όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων, μη περιεχομένων στην αγωγή ή προτάσεως νέων ισχυρισμών, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 269 του ΚΠολΔ - το οποίο ήδη έχει καταργηθεί με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015) - και του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα.
Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που προτάθηκε απαραδέκτως, τον οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Α.Π. 376/2018, Α.Π. 724/2011, Α.Π. 389/2010, Α.Π. 728/2010, Α.Π. 128/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει, με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3994/2011: "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".
Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ. Α.Π. 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993).
Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης, από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ, αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής, με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.
Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η παροχή διευκρινίσεων επ' αυτής με τις προτάσεις του ενάγοντος, την οποία ρητώς επιτρέπει η διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ. Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, είναι, στην ως άνω μεταβολή, να προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια, να κρίνει αυτήν παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω.
Σε διαφορετική περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη "πραγμάτων" που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Α.Π. 148/2009, Α.Π. 1765/2005, Α.Π. 50/1992). Δηλαδή ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1152/2017 Α.Π. 1765/2005).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται: "Με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα: "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως" και, τέλος, με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα: "Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται, εξαιτίας γεγονότων, που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, να ζητηθεί, αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά, άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προς εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. Δεν μπορεί, επίσης, να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός, που στηρίζει την βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις, που επιτρέπουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, οι οποίοι μπορούσαν να προταθούν μέχρι την τελευταία, επί της ουσίας της υποθέσεως, συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του, ήδη καταργηθέντος, άρθρου 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ και του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (Ολ.
Α.Π. 2/1994 Α.Π. 2070/2007). Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ, συνάγεται, περαιτέρω, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση, που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή, για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικανικής πιο πάνω αξιώσεως, με την υποβολή της σε νέα δευτεροβάθμια δικαστική κρίση (Α.Π. 1867/2017, Α.Π. 821/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, κατά οικείο σκέλος αυτού και υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής:
Α) παρά το νόμο δεν εξέτασε και δεν κήρυξε την ακυρότητα, κατ' άρθρο 159 εδ. 3 και 160 εδ. 3 του ΚΠολΔ, της προδικασίας και της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, την οποία (ακυρότητα) παραδεκτώς προέβαλε ενώπιόν του και Β) υπέπεσε στις, κατ' άρθρα 313, 159 εδ. 3, 94 και 305 εδ. 3 ΚΠολΔ, ακυρότητες, καθότι εκδόθηκε επί ανυπάρκτου κεφαλαίου της με αριθμό 296/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, εν γνώσει της ανυπαρξίας και του ανισχύρου της αναιρετικής διάταξης της με αριθμό 224/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, ενώ με τους συναφείς πρόσθετους λόγους της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 8, 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπό τον τίτλο "Πρόσθετοι λόγοι στον πέμπτο λόγο αναίρεσης" και υπό τα στοιχεία (4.1) και (5), η αναιρεσείουσα ψέγει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για το ότι αφενός μεν παραβίασε την ενδοδιαδικαστική δέσμευση της απορριπτικής διάταξης της με αριθμό 224/2014 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, με την Εισηγητική Έκθεση, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, απορρίφθηκε ως αβάσιμος, μολονότι αυτός ήταν ταυτόσημος με τον τρίτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, που εκ παραδρομής έγινε δεκτός, αφετέρου δε, δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... οι αιτιάσεις της εφεσίβλητης εταιρείας που προβάλλονται με τις προτάσεις της, κατά την προκείμενη, μετά παραπομπή, συζήτηση: α) περί πλημμελειών της προδικασίας, ενώπιον του Αρείου Πάγου, β) περί ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών στην αναιρετική παραπεμπτική απόφαση και γ) περί εκφοράς, κατά παράβαση του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ουσιαστικών κρίσεων από την αναιρετική απόφαση, επί της κύριας βάσης της αγωγής, δεν αποτελούν αντικείμενο έρευνας του παρόντος δικαστηρίου της παραπομπής, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λόγω της επαναφοράς των διαδίκων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, επαναδικάζει την ως άνω έφεση του εκκαλούντος Τ.Ε.Ε., δεσμευόμενο μόνο ως προς το προαναφερόμενο νομικό ζήτημα ...".
Με την κρίση του αυτή το επιλαμβανόμενο, μετά την αναίρεση, δικαστήριο της παραπομπής, δεν έσφαλε και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, αλλά και ο συναφής πρόσθετος λόγος κατά τα οικεία αυτού σκέλη, που αποτελούν, εν πολλοίς, επανάληψη των αιτιάσεων, που διαλαμβάνονται στους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κρίνονται απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, ως προς όλες τις αιτιάσεις τους, για τους ίδιους λόγους που αναπτύχθηκαν, κατά την έρευνα των παραπάνω αναιρετικών λόγων.
Επίσης, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, κατά το τελευταίο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση των άρθρων 94, 305 εδ. 3 και 158 εδ. 3 του ΚΠολΔ, δεν έλαβε υπόψη ότι, κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης, στη δικάσιμο της 05-10-2017, πλην του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Κ.
Βασιλάκη, παρέστη και ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής (αναιρεσείουσας) Δικηγόρος Ιωάννης Λύτρας, με σχετική δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος και υπέγραψε τις προτάσεις και εκδόθηκε σχετικό γραμμάτιο προεισπράξεως της δικηγορικής αμοιβής. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού η παράλειψη αναγραφής της παράστασης του ενός εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων της δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή, ούτε και προέκυψε ότι υπέστη κάποια βλάβη από την παράλειψη αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να θεραπευθεί με τη διαδικασία της διόρθωσης της απόφασης, κατά το μέρος που, εκ παραδρομής, στο προεισαγωγικό μέρος αυτής, η αναιρεσείουσα εταιρεία, κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης και της πρόσθετης παρέμβασης, κατά τη δικάσιμο της 05-10-2017, εμφανίζεται να εκπροσωπείται μόνο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Κ.
Βασιλάκη, ενώ από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Ιωάννη Λύτρα, οι οποίοι έχουν συνυπογράψει και τις προτάσεις, που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη.
Εξάλλου, με τον, υπό στοιχεία (4) και (6), πρόσθετο λόγο, του ιδίου πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως, που δεν προτάθηκε και ότι δεν κήρυξε το απαράδεκτο της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία έλαβε χώρα με την από 17-07-2009 έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (Τ.Ε.Ε.).
Όπως, όμως, προκύπτει από περιεχόμενο του πρώτου λόγου του δικογράφου της ένδικης έφεσης, κατά παραδοχή του οποίου εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, που παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκοπεί το Δικαστήριο, για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού πρόσθετου λόγου αναίρεσης, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, επικαλούμενο εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 696/1974.
Επομένως, και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τον ως άνω λόγο έφεσης, ως ορισμένο και τον εξέτασε κατ' ουσίαν, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, πράγματα που δεν είχαν προταθεί, ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να τον απορρίψει ως απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτό, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ομοίως απορριπτέος κρίνεται και ο έτερος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι, δηλαδή, παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει, ως απαράδεκτη, την μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής. Και τούτο διότι, από την από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο στην ως άνω έφεσή του, σχετικώς με το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα, διέλαβε ότι ακριβώς και στην αγωγή του, όπως το περιεχόμενο αυτής αναλυτικά παραπάνω εκτέθηκε, χωρίς την προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία μεταβλήθηκε ανεπίτρεπτα η ιστορική βάση αυτής.
Ειδικότερα, δεν προέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου νέους ισχυρισμούς, πέραν των όσων είχε ήδη επικαλεστεί στην ένδικη αγωγή του, ούτε και ανασκεύασε την ιστορική αυτής βάση, επιχειρώντας να θεραπεύσει την αοριστία αυτής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας αποσπάσματα της αγωγής και της έφεσης, τα οποία, ωστόσο, εκτιμάται ότι συνιστούν απλώς διευκρινιστικούς ισχυρισμούς.
Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη του μη νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς, τους οποίους δεν απέκρουσε ως δικονομικά απαράδεκτους και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης, ως αβάσιμη ελέγχεται και η προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμούς, που περιέχονται στην ανεπίτρεπτη, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ (όχι εκ του αριθμού 19, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) είναι αβάσιμοι στο σύνολό τους και πρέπει να απορριφθούν.
Από τη διάταξη του άρθρου 681 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, προκύπτει ότι και η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης ή / και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου.
Με τη σύμβαση αυτή, ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη ή / και επιβλέποντας την κατασκευή του έργου, δικαιούται, δε, παραδίδοντας τούτο (άρθρο 694 του Α.Κ.), να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Σύμφωνα με τα όσα ίσχυαν, κατά το κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο, πριν τη κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του Ν. 3919/2011, η αμοιβή αυτή δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής, που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ/τος 696/1974 "Περί αμοιβών μηχανικών διά σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν, κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 301) όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το π.δ/μα 515/1989 (ΦΕΚ Α' 219), που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 59 του ν.δ/τος της 17.07/16.08.1923 "Περί σχεδίων πόλεων, κ.λ.π." και του άρθρου μόνου του ν.δ/τος 2726/1953, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 46 περ.
δ' του Ν. 3316/2005 (ΦΕΚ Α' 42) (Α.Π. 82/2016, Α.Π. 77/2011, Α.Π. 648/2010, Α.Π. 579/2009, Α.Π. 743/2000). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων μόνο του άρθρου 1 του Ν.Δ. 2726/1953, 1 παρ. 1 του Π.Δ. 696/1974 και 174 του Α.Κ. συνάγεται ότι, τα κατώτατα όρια αμοιβών των μηχανικών διπλωματούχων ανωτάτων σχολών, για την εκπόνηση μελετών και τη διενέργεια επιβλέψεων/ παραλαβών και εκτιμήσεων των αναφερομένων σε αυτά έργων, αποτελούν κατώτερη διατίμηση, υποχρεωτική για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη κάτι που καθιστά άκυρη τη συμφωνία για αμοιβή κατώτερη από τη νόμιμη, κατά το υπολειπόμενο από τα όρια αυτά μέρος της (Α.Π. 72/2015, Α.Π. 15/2014, Α.Π. 1257/2002, Α.Π. 853/1997).
Αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή, ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμο ελάχιστης, ο μηχανικός δικαιούται τη νόμιμη αμοιβή, που καθορίζεται από το ως άνω π.δ/μα 696/1974, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και ισχύει (Α.Π. 1146/2012, Α.Π. 1699/2007, Α.Π. 1415/2005). Την ως άνω αμοιβή δύναται να αξιώσει, είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού, κατά τις διατάξεις του β.δ/τος 30/31.05.1956 και του άρθρου 2 παρ. 2 του π.δ/τος 242/1984, είτε ο ίδιος ο μελετητής και επιβλέπων μηχανικός (Α.Π. 1113/2017, Α.Ε.Δ. 26/1993, Α.Π. 1415/2005, Α.Π. 1152/2015).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α, 3 παρ. 1, 4, 6, 80 παρ. 1, 82, 83, 229 παρ. 2 και 230 παρ. 2 του π.δ/τος 696/1974, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το π.δ/μα 515/1989, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του ν.δ/τος της 17 Ιουλίου 1923 "Περί σχεδίων πόλεων, κ.λ.π.", προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών, για την εκπόνηση των αναφερομένων στο διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων, καθορίζεται και σε ποσοστά επί της εκατό του προϋπολογισμού των μελετώμενων έργων, με βάση προβλεπόμενο τύπο.
Ειδικότερα, επί του ζητήματος του "προϋπολογισμού" των έργων, στο άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' του π.δ/τος 696/1974, όπως ισχύει ορίζεται ότι: "Ο προϋπολογισμός με τον οποίο υπολογίζεται η αμοιβή κάθε έργου είναι αυτός που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των κονδυλίων αυτού, όπως αυτός εγκρίνεται από τον εργοδότη, σύμφωνα με αναλυτική προμέτρηση και με τις τιμές μονάδας εργασιών, που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης, που έχει ανατεθεί στον ίδιο μελετητή, με την οικεία σύμβαση".
Ο προϋπολογισμός, δηλαδή, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για το υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων, κατά το χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού, αφορά τα κονδύλια, δηλαδή τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό, που συντάσσει ο μηχανικός, ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό, που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία.
Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η εκδοχή ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως του μηχανικού, σχετικά με την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σε αυτόν μελέτης, πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος, κατά τα ανωτέρω, ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός, ως προς το ύψος των επιμέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξιώσεως του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού.
Δηλαδή για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του, από την εκπόνηση της ανατεθείσας σε αυτόν μελέτης, με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται, με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν στο χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή προϋπολογισμό της αμοιβής (Α.Π. 82/2016, Α.Π. 1146/2012, Α.Π. 2317/2009, Α.Π. 579/2009, Α.Π. 790/2008 Α.Π. 1699/2007, Α.Π. 743/2000).
Τέλος, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του π.δ/τος 696/1974, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 46 του π.δ/τος 515/1989, η αμοιβή επιβλέψεως των κτιριακών έργων (αρχιτεκτονικών, φέρουσας κατασκευής και εγκαταστάσεων), χωρίς τη σύνταξη επιμετρήσεως, ορίζεται σε ποσοστό της πραγματοποιηθείσας δαπάνης των εκτελεσθεισών εργασιών, με βάση τον αναφερόμενο στο άρθρο 2 μαθηματικό τύπο, στον οποίο θα αναγραφούν, αντί του προϋπολογισμού, η πραγματοποιηθείσα δαπάνη και, αντί των συντελεστών του άρθρου 83 παρ. 1, οι συντελεστές του άρθρου 92 παρ. 1.
Η αμοιβή της επιμέτρησης κτιριακού έργου, όμως, αν και ως υπηρεσία περιλαμβάνεται στα καθήκοντα της επίβλεψης (άρθρο 91), κατά ρητή πρόβλεψη των άρθρων 92 και 93 αυτού αμείβεται χωριστά. Κατά τα λοιπά, ισχύουν αναλόγως στην αμοιβή επιβλέψεως και οι διατάξεις των παραγράφων 3, 10 και 11 του άρθρου 83 (άρθρο 95 παρ. 10) και, συνεπώς, η αμοιβή για την επίβλεψη των αρχιτεκτονικών κτιριακών έργων, θα υπολογισθεί επί της πραγματοποιηθείσας συνολικής δαπάνης, που περιλαμβάνει τις δαπάνες της φέρουσας κατασκευής και των εγκαταστάσεων, αλλά με βάση τις αμοιβές, που αναλογούν στην κατηγορία που κατατάσσονται οι αντίστοιχες επί μέρους μελέτες (Α.Π. 837/2015, Α.Π. 1152/2015, Α.Π. 1415/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 1294/2018, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται, κατά το ως άνω εδάφ. β' αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 1512/2014, Α.Π. 426/2014, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 208/2011, Α.Π. 1662/2010). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη, ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη, ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 860/2018, Α.Π. 208/2018, Α.Π. 1226/2014, Α.Π. 2146/2014, Α.Π. 574/2010, Α.Π. 737/2008, Α.Π. 1300/2006, Α.Π. 1207/2005, Α.Π. 320/2003). Στην περίπτωση, δε, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006) Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995). Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν οι επικαλούμενες ανεπάρκειες της αιτιολογίας, αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα, ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009). Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1420/2013) και κατά τούτο, συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Α.Π. 109/2020).
Εξάλλου, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του, αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως είναι οι προπαρετεθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
Ειδικότερα, οι από τα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ. τιθέμενοι κανόνες, - με τους οποίους ορίζεται ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως, αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη - εφαρμόζονται, σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία, ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν, έτσι, κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 1098/2011, Α.Π. 426/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 254/2003, Α.Π. 416/1993).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, ναι, μεν, μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί, όμως, να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (Α.Π. 220/2016).
Επομένως, η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις, μόνες τους και χωρίς άλλο, αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (Ολ.
Α.Π. 324/1978, Α.Π. 482/2010, Α.Π. 516/2009, Α.Π. 838/2005). Αυτονόητο είναι ότι οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., οι οποίες αφορούν δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής για την αναζήτηση του αληθούς νοήματος δικαστικής απόφασης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 967/2015).
Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ή όπου βασίμως πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα, που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά τα λοιπά ερείσματα αυτής επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 25/1994, Α.Π. 10/2016, Α.Π. 1652/2010, Α.Π. 406/2010, Α.Π. 318/2009) είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Στην προκειμένη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι υποκαθιστάμενοι από το ενάγον (ήδη εκκαλούν) Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας [ήδη πρώτο των αναιρεσίβλητων] Ευαγγελία Καρακώστα και Βασίλειος Λειβαδάρας (ήδη προσθέτως παρεμβαίνοντες) διπλωματούχος αρχιτέκτων μηχανικός, η πρώτη και διπλωματούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός ο δεύτερος [ήδη δεύτερη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων], είναι μέλη του ενάγοντος και διατηρούν επαγγελματικό γραφείο στον Πειραιά.
Η εναγόμενη εταιρεία (ήδη εφεσίβλητη) με την τότε επωνυμία "Ι.Ο.Α. Λύτρας Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις GULLIVER HOTEL Α.Ε.Ε." (ήδη "Ι.Ο.Α. ΛΥΤΡΑΣ ΘΑΡΡΟΗ HOTEL Α.Ε.Ε.") [ήδη αναιρεσείουσα], εκπροσωπούμενη από τον Ιωάννη Λύτρα, ανέθεσε στον Πειραιά, περί τον Νοέμβριο του έτους 1990, στους δύο ως άνω μηχανικούς, να εκπονήσουν τις απαιτούμενες μελέτες, για την έκδοση οικοδομικής άδειας, με σκοπό την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας στη ..., στη θέση "Βρύση" (κατηγορίας πολυτελείας 17 δωματίων, 38 κλινών) αποτελούμενης από ένα κτίριο (ήτοι ένα ενιαίο κτιριακό όγκο, με δύο τμήματα, ένα μονώροφο και ένα διώροφο), σε οικόπεδο έκτασης 5.527,39 τ.μ., καθώς και την επίβλεψη, από μεν τον δεύτερο αυτών (μηχανικών) των εργασιών θέρμανσης και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, από δε την πρώτη αυτών όλων των λοιπών εργασιών κατασκευής της οικοδομής.
Η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε προφορικά, λόγω της πολύχρονης φιλίας του εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας (Ιωάννη Λύτρα) με την πρώτη ως άνω μηχανικό (Ευαγγελία Καρακώστα) και προέβλεπε ότι το έργο θα εκτελείτο όχι από γενικό εργολάβο, αλλά από μερικούς, κατ' είδος εργασιών, εργολάβους επιλογής της εναγομένης, με την επίβλεψη των προαναφερομένων μηχανικών.
Πράγματι, με μελέτες και φροντίδα των μηχανικών αυτών, εκδόθηκε την 9-3-1994, η με αριθμό ... άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Σύρου της Νομαρχίας Κυκλάδων, με αρχικό προϋπολογισμό έργου, όπως εκτιμήθηκε τότε, ανερχόμενο στο ποσό των 27.822.489 δραχμών (βλ. την προσκομιζόμενη σε αντίγραφο, από την εναγομένη από Μαΐου 1993 έγγραφη "σύνταξη προϋπολογισμού έργου Π.Δ. 515/89"), ενώ η δαπάνη επίβλεψης των εν λόγω μηχανικών, με βάση τον ως άνω αρχικό προϋπολογισμό έργου (των 27.822.489 δραχμών) προσδιορίστηκε αρχικά στο συνολικό ποσό των 5.650.131 δραχμών, ήτοι 4.551.466 δραχμές, για την πρώτη αυτών και 1.098.665 δραχμές για τον δεύτερο αυτών (βλ.
τον προσκομιζόμενο, σε αντίγραφο, από την εναγομένη συγκεντρωτικό πίνακα αμοιβών, που φέρει την υπογραφή και σφραγίδα της μηχανικού Ε. Κ. και αναγράφει ως ημερομηνία ελέγχου την 9-3-1994), αλλά, στη συνέχεια (κατόπιν της από 10-8-1998, με αριθ. καταθ. πρωτ. 4442/1998 αίτησης της εν λόγω μηχανικού προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων) προσδιορίστηκε, με βάση πάντα τον ως άνω αρχικό προϋπολογισμό του έργου, στο συνολικό ποσό των 7.557.364 δραχμών, ήτοι 6.042.631 δραχμές, για την πρώτη αυτών και 1.514.733 δραχμές, για τον δεύτερο αυτών (βλ.
τον προσκομιζόμενο, σε αντίγραφο από την εναγομένη συγκεντρωτικό πίνακα αμοιβών, που φέρει την υπογραφή και σφραγίδα της μηχανικού Ε. Κ. και αναγράφει ως ημερομηνία τον Μάιο 1993). Μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, η εναγομένη κατέβαλε στους υποκαθιστάμενους από το ενάγον μηχανικούς, τα έξοδα για την έκδοση της εν λόγω άδειας και την αμοιβή τους για τις εκπονηθείσες από αυτούς μελέτες, μέρος των οποίων χρησιμοποιήθηκε και για την λήψη επιδότησης από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, εκ μέρους αυτής (εναγομένης).
Με βάση την οικοδομική αυτή άδεια, άρχισαν τον Απρίλιο του έτους 1994, οι εργασίες ανοικοδόμησης πλην, όμως, κατά την ολοκλήρωση των εργασιών εκσκαφής, ανευρέθηκε, σε σημείο του ακινήτου, ένας θολωτός τάφος των Μυκηναϊκών χρόνων, με αποτέλεσμα να διακοπούν οι οικοδομικές εργασίες, μέχρι να υποβληθεί νέα μελέτη και να χορηγηθεί σχετική άδεια από το αρμόδιο Αρχαιολογικό Συμβούλιο (βλ.
το υπ' αριθμ. 147/23-5-1994 έγγραφο της ΚΑ' Εφορείας Προιστ. - Κλασ. Αρχ/των του Υπουργείου Πολιτισμού προς την ως άνω μηχανικό Ευαγγελία Καρακώστα). Κατόπιν αυτού, κατέστη αναγκαία η μερική τροποποίηση της αρχιτεκτονικής μελέτης, προκειμένου να μετατοπιστεί ο αντίστοιχος, προς το σημείο, όπου βρέθηκε ο εν λόγω Μυκηναϊκός τάφος, κτιριακός όγκος, ώστε με την έγκριση από την αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία, να καταστεί δυνατή η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών και η ολοκλήρωση της κατασκευής του ξενοδοχείου.
Η τροποποιητική αυτή μελέτη ανατέθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας Ιωάννη Λύτρα, στην υποκαθιστάμενη από το ενάγον Τ.Ε.Ε. μηχανικό Ευαγγελία Καρακώστα, η οποία πράγματι την εκπόνησε. Η μελέτη αυτή υποβλήθηκε αρχικά στην ΚΑ' Εφορεία Αρχαιοτήτων και εγκρίθηκε από το Αρχαιολογικό Συμβούλιο, με συνέπεια την έκδοση της υπ' αριθμ.
πρωτ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ21/41727/2143/21.10.1994 απόφασης της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, με την οποία επετράπη, από πλευράς αρχαιολογικού νόμου, η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στο εν λόγω ακίνητο, για την ανέγερση ξενοδοχείου, με τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους και με την επισήμανση ότι η άδεια αυτή δεν αντικαθιστά άλλη, που απαιτείται από συναρμόδια αρχή.
Σημειώνεται ότι, η ίδια ως άνω τροποποιητική μελέτη υποβλήθηκε και στον Ε.Ο.Τ., από τον οποίο και εγκρίθηκε. Στη συνέχεια, όμως, επειδή διαπιστώθηκε ότι, με την μετατόπιση του κτίσματος της αίθουσας συνεδρίων, στη νέα θέση, που απεικονίζεται στην τροποποιητική μελέτη, παραβιαζόταν η λωρίδα των δέκα (10) μέτρων του υποχρεωτικώς ακάλυπτου χώρου από τα όρια ιδιοκτησίας η ως άνω Διεύθυνση του Υπουργείου Πολιτισμού ζήτησε, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ21/44011/2295/12.9.1994 έγγραφό της, από την αρμόδια Πολεοδομία Σύρου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων την έγκριση, κατά παρέκκλιση, της εν λόγω τροποποίησης. Τελικά, η ως άνω Πολεοδομία απευθύνθηκε στην Γενική Διεύθυνση Πολεοδομίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., η οποία με το υπ' αριθμ. 37197/14.9.1995 έγγραφό της, που κοινοποιήθηκε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Κυκλάδων την 20-10-1995, απάντησε ότι ''...
από την ισχύουσα Πολεοδομική Νομοθεσία για τις Τουριστικές εγκαταστάσεις εκτός σχεδίου ... δεν προβλέπεται κατά παρέκκλιση μείωση των προβλεπομένων αποστάσεων από τα όρια γηπέδου για οποιονδήποτε λόγο ...''.
Συνεπώς, με βάση το ανωτέρω έγγραφο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., κατέστη ανέφικτη η εφαρμογή της εν λόγω τροποποιητικής μελέτης και, για το λόγο αυτό, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας Ιωάννης Λύτρας αποφάσισε την μη υποβολή της τροποποιητικής αυτής μελέτης στην Πολεοδομία Σύρου, ενώ, στη συνέχεια, απευθύνθηκε σε άλλον αρχιτέκτονα μηχανικό, τον Ανδρέα Σάμιο, ο οποίος εκπόνησε καινούργια μελέτη (βλ.
το προσκομιζόμενο από την εναγομένη από Οκτωβρίου 2000 σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα του προαναφερομένου μηχανικού) ...". Στη συνέχεια, το δικαστήριο της παραπομπής, αναφορικά με την αξίωση της υποκαθιστάμενης από το ενάγον "..." (Τ.Ε.Ε.) Μηχανικού Ε. Ε. Κ., με την οποία ζήτησε, επικαλούμενο τον αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή αναλυτικό προϋπολογισμό δαπάνης εργασιών, για την αναθεώρηση της με αριθμό ...
Οικοδομικής Άδειας τμήματος του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή της, κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε και συγκεκριμένα : α) για την εκπονηθείσα τροποποιητική μελέτη αρχιτεκτονικών εργασιών (για την αναθεώρηση της άδειας) 494.996 δραχμές (άρθρα 82, 83 και 2 του π.δ/τος 696/1974) και β) για την εκτός έδρας μελέτη 106.190 δραχμές (άρθρο 85 παρ. 1 του π.δ/τος 696/1974), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "...
Η ως άνω μηχανικός Ευαγγελία Καρακώστα, προέβη στην τροποποίηση της αρχικής αρχιτεκτονικής μελέτης της, για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της εύρεσης αρχαιολογικών ευρημάτων, σε μέρος του οικοπέδου, όπου διενεργούντο οι εργασίες εκσκαφής, για την ανέγερση του ξενοδοχείου της εναγομένης, πλην, όμως, η τροποποιητική αυτή μελέτη της, όπως προαναφέρθηκε, παραβίαζε έναν από τους βασικότερους κανόνες της πολεοδομικής νομοθεσίας, ήτοι αυτόν της απαιτούμενης απόστασης των δέκα (10) μέτρων από τα όρια του οικοπέδου, τον οποίο όφειλε να λάβει υπόψη της, κατά την εκπόνηση της εν λόγω μελέτης.
Επί του ζητήματος αυτού, ήταν σαφής και κατηγορηματική η θέση της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με το υπ' αριθμ. 37197/14.9.1995 έγγραφό της ότι, παρέκκλιση από τον ανωτέρω κανόνα δεν επιτρέπεται, για οποιονδήποτε λόγο και, συνεπώς, και για την επίδικη περίπτωση, γεγονός που όφειλε η μηχανικός αυτή να το γνωρίζει ως εκ της επαγγελματικής ιδιότητάς της, αλλά και της εμπειρίας της.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η τροποποιητική μελέτη ενεκρίθη από τις αρμόδιες αρχές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και του Ε.Ο.Τ., δεν ασκεί οιαδήποτε έννομη επιρροή, γιατί η Πολεοδομία Σύρου που ήταν η μόνη αρμόδια υπηρεσία να ελέγξει εάν πράγματι τηρήθηκε ή όχι η απόσταση των δέκα (10) μέτρων από τα όρια του οικοπέδου (καθόσον ούτε οι αρχαιολογικές υπηρεσίες, ούτε οι υπηρεσίες του Ε.Ο.Τ., προβαίνουν σε τέτοιο έλεγχο, αφού αυτές δεν ερευνούν την τήρηση της πολεοδομικής νομοθεσίας) μετά και την ανωτέρω απάντηση από το Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., δεν θα ενέκρινε την τροποποιητική μελέτη.
Για το λόγο αυτό άλλωστε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας αποφάσισε την μη υποβολή της εν λόγω τροποποιητικής μελέτης στην Πολεοδομία Σύρου, απευθυνόμενος μάλιστα σε άλλον μηχανικό τον Ανδρέα Σάμιο, ο οποίος, σε μεταγενέστερο χρόνο, εκπόνησε καινούργια μελέτη ενώ μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής, η σχετική διαδικασία αναθεώρησης της αδείας στο τμήμα του ακινήτου, όπου ανευρέθηκαν τα αρχαιολογικά ευρήματα, ακόμη εκκρεμούσε.
Σημειώνεται ότι, ακόμα και ο μάρτυρας του ενάγοντος Γεώργιος Τσαφούλιας, αρχιτέκτων μηχανικός και σύζυγος της υποκαθισταμένης από το ενάγον Τ.Ε.Ε. μηχανικού, κατά την κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επιβεβαίωσε ότι η τροποποιητική μελέτη δεν τηρούσε τον κανόνα της απαιτούμενης, σύμφωνα με την πολεοδομική νομοθεσία, απόστασης των δέκα μέτρων από τα όρια του οικοπέδου, αναφέροντας χαρακτηριστικά: ''....
η νομοθεσία προβλέπει πλάγια απόσταση των 10 μ. Η αρχιτεκτονική μελέτη δεν κάλυπτε τα 10 μ. και ζητήσαμε εξαίρεση. Η ποιότητα της μελέτης έδωσε τη δυνατότητα να δοθεί η εξαίρεση ...''. Όμως, όπως αποδείχθηκε, τέτοια εξαίρεση ούτε δόθηκε, ούτε ήταν δυνατόν να δοθεί από την αρμόδια Πολεοδομία Σύρου, μετά την προαναφερθείσα θέση της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Προϊσταμένης Αρχής της Πολεοδομίας Σύρου, στην οποία η τελευταία απευθύνθηκε), με το υπ' αριθ. 37197/14.9.1995 έγγραφό της ότι παρέκκλιση από τον ανωτέρω πολεοδομικό κανόνα (ήτοι απαιτούμενη απόσταση 10 μέτρων από τα όρια του οικοπέδου), δεν επιτρέπεται για οποιονδήποτε λόγο.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ενόψει: α) της ευθύνης της υποκαθιστάμενης από το ενάγον μηχανικού, για τη μη τήρηση, με την εν λόγω τροποποιητική της μελέτη, του βασικού κανόνα της πολεοδομικής νομοθεσίας, περί της απαιτούμενης απόστασης των δέκα μέτρων από τα όρια του οικοπέδου β) του, για το λόγο αυτό, ανεφάρμοστου της μελέτης αυτής, γ) της, για τον ίδιο λόγο, καθυστέρησης από την εναγομένη διενέργειας των εργασιών αποπεράτωσης του συγκεκριμένου τμήματος (όπου ανευρέθηκε ο Μυκηναϊκός τάφος) της ξενοδοχειακής μονάδας και του περιβάλλοντος αυτής χώρου τουλάχιστον επί μία εξαετία (1995 - 2001) και δ) των εξόδων, στα οποία ήδη υποβλήθηκε η εναγομένη, για την εκπόνηση νέας τροποποιητικής μελέτης, από άλλον μηχανικό και της επιβάρυνσής της με διπλά έξοδα, για την ίδια εργασία (εκπόνηση τροποποιητικής μελέτης), με συνέπεια να καθίσταται η θέση της επαχθέστερη, σε περίπτωση παραδοχής της ένδικης αγωγής, ως προς την αμοιβή της υποκαθιστάμενης από το ενάγον μηχανικού, για μία τροποποιητική μελέτη, που ήταν ανεφάρμοστη, με ευθύνη της τελευταίας, η με την ένδικη αγωγή άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος Τ.Ε.Ε., ως υποκατάστατου της προαναφερομένης μηχανικού, είναι καταχρηστική, ως προφανώς υπερβαίνουσα τα, εκ του άρθρου 281 του Α.Κ., επιβαλλόμενα όρια, κατά παραδοχή της παραδεκτώς προβληθείσας πρωτοδίκως σχετικής ένστασης της εναγομένης ....
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, έστω και με επάλληλη, αλλά και πιο συνοπτική αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και κατά παραδοχή της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, απέρριψε ως ασκηθέν καταχρηστικά το επίδικο δικαίωμα, περί καταβολής της νόμιμης αμοιβής της υποκαθιστάμενης από το ενάγον Τ.Ε.Ε.
μηχανικού για την τροποποιητική μελέτη της, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το ενάγον Τ.Ε.Ε., με τον σχετικό (δεύτερο) λόγο της υπό κρίση έφεσής του, τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα..". Συνεχίζοντας το Εφετείο, δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, που αφορά την αγωγική αξίωση των υποκαθιστάμενων από το ενάγον "..." (Τ.Ε.Ε.) Μηχανικών Ε.
Ε. Κ. και Β. Λ., περί καταβολής της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του π.δ/τος 696/1974, για την επίβλεψη και επιμέτρηση των εργασιών στο κτιριακό έργο της εναγομένης κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι οι εργασίες ανέγερσης του ξενοδοχείου συνεχίστηκαν από τον Οκτώβριο του έτους 1994, όταν και εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, με την οποία επετράπη η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στο εν λόγω ακίνητο, για την ανέγερση ξενοδοχείου, σε όλη την έκταση του έργου, εκτός από εκείνη του τμήματος, στο οποίο είχε ανευρεθεί ο Μυκηναϊκός τάφος και στο οποίο (τμήμα) αναφερόταν η τροποποιητική μελέτη.
Ειδικότερα, οι εργασίες της σκυροδέτησης διήρκεσαν μέχρι το τέλος του έτους 1995, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν οι εργασίες τοιχοποιίας, επιχρισμάτων, κουφωμάτων, επίστρωσης δαπέδων, υδραυλικών, αποχέτευσης, ηλεκτρικών, θέρμανσης και τελικά το έργο ολοκληρώθηκε στις αρχές Αυγούστου του έτους 1997. Μέχρι τότε επιβλέποντες του έργου εξακολουθούσαν να είναι οι υποκαθιστάμενοι από το ενάγον δύο μηχανικοί και συγκεκριμένα, η μεν πρώτη αυτών, Ευαγγελία Καρακώστα, για τις αρχιτεκτονικές εργασίες, στατικές εργασίες, εργασίες ύδρευσης και εργασίες αποχέτευσης, ο δε δεύτερος αυτών Βασίλειος Λειβαδάρας, για τις εργασίες θέρμανσης και εργασίες ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, αφού ούτε οι ίδιοι είχαν παραιτηθεί, ούτε η εναγομένη εταιρεία είχε προβεί σε διαδικασία αντικατάστασής τους, όπως απαιτείτο, εάν πράγματι είχε διακοπεί η συνεργασία της με τους μηχανικούς αυτούς, όπως η ίδια διατείνεται.
Καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα (ήτοι από Απρίλιο 1994 μέχρι Αύγουστο 1997) των εργασιών (με μία μικρή διακοπή αυτών από Μάιο μέχρι Οκτώβριο 1994 λόγω της ανεύρεσης του αρχαίου τάφου) της ανέγερσης της ξενοδοχειακής μονάδας της εναγομένης, υπήρξε επίβλεψη εκ μέρους των προαναφερομένων μηχανικών, παρά τα προβλήματα που ανέκυψαν στις σχέσεις της πρώτης αυτών με την εναγομένη από Οκτώβριο 1995 και εντεύθεν, λόγω της ανωτέρω αδυναμίας εφαρμογής της τροποποιητικής μελέτης της τελευταίας.
Είναι βέβαια αληθές ότι σε όλη τη διάρκεια των ανωτέρω εργασιών, ορισμένες φορές, αντί της μηχανικού Ε. Κ., ερχόταν για λογαριασμό της, προς επίβλεψη των εργασιών, ο σύζυγος αυτής Γεώργιος Τσαφούλιας, ομοίως αρχιτέκτων μηχανικός, πλην, όμως, αυτό γινόταν με την γνώση, συναίνεση και, σε κάθε περίπτωση, με την έγκριση της εναγομένης, αφού η τελευταία είχε αποδεχθεί την κατάσταση αυτή και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε (εγγράφως η με άλλο τρόπο) προς την εν λόγω μηχανικό για συγκεκριμένο λόγο.
Η εναγομένη με τις προτάσεις της, τόσο πρωτοδίκως, όσο και στο παρόν Δικαστήριο ισχυρίζεται ότι δεν έγινε επίβλεψη των εργασιών από τους ανωτέρω μηχανικούς, παρά μόνο στο στάδιο των σκυροδετήσεων, από την πρώτη αυτών, δια του συζύγου της Γ. Τσαφούλια, επικαλούμενη ότι η επίβλεψη αυτή σταμάτησε μετά το πέρας των εργασιών αυτών.
Επιχειρείται δε να ενισχυθεί η θέση αυτή της εναγομένης εταιρείας με την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της μάρτυρός της Ό. Π., συζύγου του νομίμου εκπροσώπου της Ιωάννη Λύτρα, η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: "... Δεν έκαναν επίβλεψη... Το 1995 σταμάτησαν να έρχονται. Μετά τα μπετά δεν έκαναν επίβλεψη.
Πηγαίναμε εμείς και κάναμε επίβλεψη ...". Όμως, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της εναγομένης περί μη επίβλεψης των εργασιών, εκ μέρους των εν λόγω μηχανικών, ενόψει: α) της σαφούς περί του αντιθέτου κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος Γ. Τ., β) του γεγονότος ότι ούτε οι μηχανικοί αυτοί είχαν παραιτηθεί, ούτε η εναγομένη είχε προβεί σε διαδικασία αντικατάστασής τους, όπως απαιτείτο, εάν πράγματι είχε διακοπεί η συνεργασία της με αυτούς, ούτε, άλλωστε, προσκομίζεται οιοδήποτε έγγραφό της προς τους τελευταίους, με το οποίο να προκύπτει η επικαλούμενη διακοπή της συνεργασίας τους, όπως καταγγελία της αρχικής περί επίβλεψης συμφωνίας τους ή ανάκληση της ιδιότητας αυτών, ως επιβλεπόντων μηχανικών του έργου και γ) του γεγονότος ότι η εναγομένη, όπως η ίδια ισχυρίζεται, κατέβαλε προς τους ως άνω μηχανικούς την, κατά τα εκτιθέμενα από αυτήν, συμφωνημένη αμοιβή τους (με βάση τον εμβαδομετρικό υπολογισμό, για τον οποίο θα γίνει αναφορά κατωτέρω) για την επίβλεψη των εργασιών, δηλαδή κατέβαλε αμοιβή για μία εργασία, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της, δεν έλαβε χώρα.
Η νόμιμη, επομένως, αμοιβή των υποκαθισταμένων από το ενάγον μηχανικών, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη στην παράγραφο
ΙΙΙ της παρούσας, εφόσον το αναληφθέν από αυτούς έργο αφορούσε, σε περίπτωση επίβλεψης κτιριακού έργου, υπολογίζεται, κατ' άρθρο 92 παρ. 1 Π.Δ. 696/1974 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 46 του Π.Δ. 515/1989), σε ποσοστό της πραγματοποιηθείσας δαπάνης των εκτελεσθεισών εργασιών (ήτοι της αναλυτικής οριστικής επιμέτρησης), με βάση τον αναφερόμενο στο άρθρο 2 μαθηματικό τύπο, στον οποίο αναγράφονται, αντί του προϋπολογισμού, η πραγματοποιηθείσα δαπάνη και, αντί των συντελεστών του άρθρου 83 παρ. 1 του Π.Δ. 696/1974, οι συντελεστές του ως άνω άρθρου 92 παρ. 1 του ίδιου Π.Δ., ενώ επίσης, η αμοιβή αυτή για την επίβλεψη υπολογίζεται επί της πραγματοποιηθείσας συνολικής δαπάνης, που περιλαμβάνει τις δαπάνες της φέρουσας κατασκευής και των εγκαταστάσεων, αλλά με βάση τις αμοιβές, που αναλογούν στην κατηγορία, που κατατάσσονται οι αντίστοιχες επιμέρους μελέτες ...".
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη την ενσωματωμένη στην αγωγή "Τεχνική Έκθεση επιμέτρησης εργασιών και οικονομικός υπολογισμός έργου" της Μηχανικού Ε. Ε. Κ. και τα ομοίως ενσωματωμένα στην αγωγή: α) παραρτήματα με το είδος των εργασιών που διενεργήθηκαν την ποσότητα, την μονάδα και τιμή εκάστης αυτών και β) αντίγραφα τιμολογίων πώλησης - δελτίων αποστολής, καθώς και τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, που αφορούσαν εργασίες, που διενεργήθηκαν στο ξενοδοχείο της εναγομένης και υλικά, που χρησιμοποιήθηκαν σ' αυτές, προέβη στην επαλήθευση των ποσών, που αφορούσαν τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες των εργασιών που εκτελέστηκαν και επέβλεψαν οι υποκαθιστάμενοι από το ενάγον μηχανικοί και οι οποίες ανήλθαν στο συνολικό χρηματικό ποσό των 184.493.348 δραχμών και, στη συνέχεια, έκρινε ότι υπήρχε βάσιμη αξίωση των υποκαθισταμένων μηχανικών για την αμοιβή αυτών, την οποία νομίμως άσκησε, αντ' αυτών, το πρώτο των αναιρεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (Τ.Ε.Ε.), δεχόμενο ειδικότερα, τα εξής: "...
Από τις ανωτέρω παραγματοποιηθείσες δαπάνες, που, όπως προαναφέρθηκε, ανήλθαν συνολικά σε 184.493.348 δραχμές: α) ποσό 48.624.000 δρχ., αφορά τις στατικές εργασίες (σίδηρος, μπετόν, φατούρα και εκσκαφές), β) ποσό 7.225.500 δρχ., αφορά τις εργασίες υδραυλικών και γ) ποσό 3.685.186 δρχ., αφορά τις εργασίες αποχέτευσης, που επέβλεψε η μηχανικός Ε.
Καρακώστα, ενώ: α) ποσό 16.635.300 δρχ. αφορά τις εργασίες θέρμανσης και β) ποσό 5.920.000 δρχ., αφορά τις εργασίες ηλεκτρικών, που επέβλεψε ο μηχανικός Β. Λειβαδάρας (βλ. τον ενσωματωμένο στην αγωγή πίνακα πραγματοποιηθείσας δαπάνης, όπως κατανέμεται στις μελέτες).
Συνεπώς, με βάση: α) το γεγονός ότι οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες ανήλθαν στο ποσό των 184.493.348 δρχ., β) το γεγονός ότι η κατηγορία του κατασκευασθέντος έργου είναι η τέταρτη (
ΙV), για τις αρχιτεκτονικές και στατικές εργασίες και η δεύτερη (
ΙΙ), για τις εργασίες ύδρευσης και αποχέτευσης, γ) το γεγονός ότι οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί δικαιούνται, κατ' άρθρο 95 παρ. 4 περ. β' του Π.Δ. 696/1974, προσαύξηση στην αμοιβή της επίβλεψης, κατά ποσοστό 50%, επειδή το επαγγελματικό γραφείο τους βρίσκεται στον Πειραιά, δηλαδή πέραν των 150 χιλιομέτρων από το έργο και δ) το γεγονός ότι οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί προέβησαν και σε επιμέτρηση των εργασιών που επέβλεψαν, με συνέπεια να δικαιούνται, κατ' άρθρο 93 του Π.Δ. 696/1974, και αμοιβή επιμέτρησης (που ορίζεται σε ποσοστό 40% της αμοιβής επίβλεψης), η οποία και ζητείται από το ενάγον Τ.Ε.Ε., που υποκατέστησε αυτούς, η νόμιμη αμοιβή της μηχανικού Ε.
Καρακώστα: α) για την επίβλεψη των αρχιτεκτονικών εργασιών (των οποίων η δαπάνη ήταν 184.493.348 δρχ.) ανέρχεται, σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο του άρθρου 2 του Π.Δ. 696/1974 (σε συνδυασμό με το άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ.) σε 6.807.804 δρχ., κατά τους εκεί αναλυτικούς υπολογισμούς και, κατόπιν διπλασιασμού της αμοιβής επίβλεψης, λόγω εκτέλεσης του έργου με μερικούς, κατ' είδος εργασιών, εργολάβους (άρθρο 95 παρ. 5 του ιδίου Π.Δ.) σε 13.615.608 δρχ. (6.807.804 Χ 2) και, κατόπιν προσαύξησης κατά 50%, γιατί η απόσταση του έργου είναι πέραν των 150 χιλιομέτρων από την έδρα της επιβλέπουσας μηχανικού (άρθρο 95 παρ. 4β'του ιδίου Π.Δ.), σε 17.019.510 δρχ. (13.615.608 δρχ. + [6.807.804 Χ 0,50 =] 3.403.902), ενώ η αμοιβή επιμέτρησης αυτής ανέρχεται σε 2.723.121 δρχ. (6.807.804 δρχ.
Χ 0,40), δηλαδή η αμοιβή επίβλεψης και επιμέτρησης για τις εν λόγω εργασίες ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 19.742.631 δρχ., β) για την επίβλεψη των στατικών εργασιών (των οποίων η δαπάνη ήταν 48.624.000 δρχ.) ανέρχεται, σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο του άρθρου 2 του Π.Δ. 696/1974 (σε συνδυασμό με το άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ.) σε 2.304.778 δρχ., κατά τους εκεί αναλυτικούς υπολογισμούς, και, κατόπιν διπλασιασμού της αμοιβής επίβλεψης, λόγω εκτέλεσης του έργου με μερικούς, κατ' είδος εργασιών, εργολάβους (άρθρο 95 παρ. 5 του ιδίου Π.Δ.) σε 4.609.556 δρχ. (2.304.778 Χ 2) και, κατόπιν προσαύξησης, κατά 50%, γιατί η απόσταση του έργου είναι πέραν των 150 χιλιομέτρων από την έδρα της επιβλέπουσας μηχανικού (άρθρο 95 παρ. 4β'του ιδίου Π.Δ.), σε 5.761.945 δρχ. (4.609.556 + [ 2.304.778 Χ 0,50 = ] 1.152.389), ενώ η αμοιβή επιμέτρησης αυτής ανέρχεται σε 921.911 δρχ. (2.304.778 Χ 0,40), δηλαδή η αμοιβή επίβλεψης και επιμέτρησης για τις εν λόγω εργασίες ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 6.683.856 δρχ.
γ) για την επίβλεψη των εργασιών ύδρευσης (των οποίων η δαπάνη ήταν 7.225.500 δρχ.) ανέρχεται, σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο του άρθρου 2 του Π.Δ. 696/1974 (σε συνδυασμό με το άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ.) σε 512.432 δρχ., κατά τους εκεί αναλυτικούς υπολογισμούς και, κατόπιν διπλασιασμού της αμοιβής επίβλεψης λόγω εκτέλεσης του έργου με μερικούς, κατ' είδος εργασιών, εργολάβους (άρθρο 95 παρ. 5 του ιδίου Π.Δ.) σε 1.024.864 δρχ. (512.432 Χ 2) και, κατόπιν προσαύξησης, κατά 50%, γιατί η απόσταση του έργου είναι πέραν των 150 χιλιομέτρων από την έδρα της επιβλέπουσας μηχανικού (άρθρο 95 παρ. 4β'του ιδίου Π.Δ.), σε 1.281.080 δρχ. (1.024.864 + [512.432 Χ 0,50 =] 256.216), αλλά επειδή, κατ' άρθρο 95 παρ. 8 του ιδίου Π.Δ., το τελικώς προκύπτον συνολικό ποσοστό αμοιβής επίβλεψης επί της αξίας του έργου, δεν δύναται να είναι, σε κάθε περίπτωση, μεγαλύτερο του 15%, όταν συντρέχουν περισσότερες περιπτώσεις του ως άνω άρθρου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη υπόθεση, η αμοιβή επίβλεψης ανέρχεται τελικά σε 1.083.025 δρχ. (7.225.500 Χ 0,15), ενώ η αμοιβή επιμέτρησης αυτής ανέρχεται σε 204.973 δρχ. (512.432 Χ 0,40), δηλαδή η αμοιβή επίβλεψης και επιμέτρησης για τις εν λόγω εργασίες ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.288.798 δρχ.
και δ) για την επίβλεψη των εργασιών αποχέτευσης (των οποίων η δαπάνη ήταν 3.685.186 δρχ.) ανέρχεται, σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο του άρθρου 2 του Π.Δ. 696/1974 (σε συνδυασμό με το άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ.) σε 313.093 δρχ., κατά τους εκεί αναλυτικούς υπολογισμούς, και, κατόπιν διπλασιασμού της αμοιβής επίβλεψης, λόγω εκτέλεσης του έργου με μερικούς κατ' είδος εργασιών, εργολάβους (άρθρο 95 παρ. 5 του ιδίου Π.Δ.) σε 626.186 δρχ. (313.093 Χ 2) και κατόπιν προσαύξησης κατά 50%, γιατί η απόσταση του έργου είναι πέραν των 150 χιλιομέτρων από την έδρα της επιβλέπουσας μηχανικού (άρθρο 95 παρ. 4β'του ιδίου Π.Δ.), σε 782.732 δρχ. (626.186 + [ 313.093 Χ 0,50=] 156.546), αλλά επειδή, κατ' άρθρο 95 παρ. 8 του ιδίου Π.Δ., το τελικώς προκύπτον συνολικό ποσοστό αμοιβής επίβλεψης επί της αξίας του έργου, δεν δύναται να είναι, σε κάθε περίπτωση, μεγαλύτερο του 15%, όταν συντρέχουν περισσότερες περιπτώσεις του ως άνω άρθρου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη υπόθεση, η αμοιβή επίβλεψης ανέρχεται τελικά σε 552.778 δρχ. (3.685.186 Χ 0,15), ενώ η αμοιβή επιμέτρησης αυτής ανέρχεται σε 125.237 δρχ. (313.093 Χ 0,40), δηλαδή η αμοιβή επίβλεψης και επιμέτρησης για τις εν λόγω εργασίες ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 678.015 δρχ.
Επίσης, με βάση τα ίδια ως άνω δεδομένα, η νόμιμη αμοιβή του μηχανικού Β. Λειβαδάρα: α) για την επίβλεψη των εργασιών θέρμανσης (των οποίων η δαπάνη ήταν 16.635.300 δρχ.) ανέρχεται, σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο του άρθρου 2 του Π.Δ. 696/1974 (σε συνδυασμό με το άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ.) σε 1.179.775 δρχ., κατά τους εκεί αναλυτικούς υπολογισμούς, και, κατόπιν διπλασιασμού της αμοιβής επίβλεψης, λόγω εκτέλεσης του έργου με μερικούς κατ' είδος εργασιών εργολάβους (άρθρο 95 παρ. 5 του ιδίου Π.Δ.) σε 2.359.550 δρχ. (1.179.775 Χ 2) και, κατόπιν προσαύξησης κατά 50%, γιατί η απόσταση του έργου είναι πέραν των 150 χιλιομέτρων από την έδρα του επιβλέποντος μηχανικού (άρθρο 95 παρ. 4β'του ιδίου Π.Δ.), σε 2.949.438 δρχ. (2.359.550 + [ 1.179.775 Χ 0,50 =] 589.888, αλλά επειδή, κατ' άρθρο 95 παρ. 8 του ιδίου Π.Δ., το τελικώς προκύπτον συνολικό ποσοστό αμοιβής επίβλεψης, επί της αξίας του έργου δεν δύναται να είναι, σε κάθε περίπτωση, μεγαλύτερο του 15%, όταν συντρέχουν περισσότερες περιπτώσεις του ως άνω άρθρου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη υπόθεση, η αμοιβή επίβλεψης ανέρχεται τελικά σε 2.495.295 δρχ. (16.635.300 Χ 0,15), ενώ η αμοιβή επιμέτρησης αυτής ανέρχεται σε 471.910 δρχ. (1.179.775 Χ 0,40), δηλαδή η αμοιβή επίβλεψης και επιμέτρησης για τις εν λόγω εργασίες ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.967.205 δρχ.
και β) για την επίβλεψη των εργασιών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων (των οποίων η δαπάνη ήταν 5.920.000 δρχ.) ανέρχεται, σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο του άρθρου 2 του Π.Δ. 696/1974 (σε συνδυασμό με το άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ.) σε 442.579 δρχ., κατά τους εκεί αναλυτικούς υπολογισμούς και, κατόπιν διπλασιασμού της αμοιβής επίβλεψης, λόγω εκτέλεσης του έργου με μερικούς κατ' είδος εργασιών εργολάβους (άρθρο 95 παρ. 5 του ιδίου Π.Δ.) σε 885.158 δρχ. (442.579 Χ 2) και κατόπιν προσαύξησης κατά 50%, γιατί η απόσταση του έργου είναι πέραν των 150 χιλιομέτρων από την έδρα του επιβλέποντος μηχανικού (άρθρο 95 παρ. 4β'του ιδίου Π.Δ.), σε 782.732 δρχ. (885.158 + [442.579 Χ 0,50 =] 221.290), αλλά επειδή, κατ' άρθρο 95 παρ. 8 του ιδίου Π.Δ., το τελικώς προκύπτον συνολικό ποσοστό αμοιβής επίβλεψης, επί της αξίας του έργου, δεν δύναται να είναι, σε κάθε περίπτωση, μεγαλύτερο του 15%, όταν συντρέχουν περισσότερες περιπτώσεις του ως άνω άρθρου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη υπόθεση, η αμοιβή επίβλεψης ανέρχεται τελικά σε 888.000 δρχ. (5.920.000 Χ 0,15), ενώ η αμοιβή επιμέτρησης αυτής ανέρχεται σε 177.032 δρχ. (442.579 Χ 0,40), δηλαδή η αμοιβή επίβλεψης και επιμέτρησης για τις εν λόγω εργασίες ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.065.032 δρχ.
Κατά συνέπεια, η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ. 696/1974 των υποκαθισταμένων από το ενάγον μηχανικών, για την επίβλεψη και επιμέτρηση των ανωτέρω εργασιών στο κτιριακό έργο της εναγομένης, ανέρχεται: α) για την μηχανικό Ε. Καρακώστα στο συνολικό ποσό των 28.393.300 (19.742.631 + 6.683.856 + 1.288.798 + 678.015) δραχμών και, μετ' αφαίρεση ποσού 2.363.757 δραχμών, που έχει ήδη καταβληθεί έναντι της αμοιβής αυτής, απομένει υπόλοιπο εκ ποσού 26.029.543 δραχμών και ήδη 76.389 ευρώ, που δεν έχει ακόμα καταβληθεί και β) για τον μηχανικό Β.
Λειβαδάρα, στο συνολικό ποσό των 4.032.237 (2.967.205 + 1.065.032) δραχμών και, μετ' αφαίρεση ποσού 491.001 δραχμών, που έχει ήδη καταβληθεί έναντι της αμοιβής αυτής, απομένει υπόλοιπο εκ ποσού 3.541.236 δραχμών και ήδη 10.392,45 ευρώ, που δεν έχει ακόμα καταβληθεί, από το οποίο ζητούνται 10.392 ευρώ ... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, ως προς την αιτούμενη νόμιμη αμοιβή επίβλεψης, με την αιτιολογία αφενός μεν ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ της εναγομένης και των μηχανικών, η αμοιβή των τελευταίων να υπολογιστεί με βάση τον εμβαδομετρικό και όχι τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, καθώς και ότι δεν είχε συνταχθεί από τους μηχανικούς πλήρης προμέτρηση του έργου, ενώ οι μεταγενέστερες επιμετρήσεις του έργου, που επικαλείται το ενάγον με την αγωγή του, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την αναγκαία, προβλεπόμενη από το νόμο, προμέτρηση, αφετέρου δε ότι δεν υπάρχει στην αγωγή επικουρικό αίτημα καταβολής της αμοιβής επίβλεψης με εμβαδομετρικό υπολογισμό, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 92 του Π.Δ. 696/1974, που καθορίζει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή επίβλεψης και τυγχάνει εφαρμογής, έστω και αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, περί καταβολής αμοιβής κατώτερης της νομίμου, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού (πρώτου) λόγου της έφεσης του ενάγοντος.
Σημειώνεται ότι, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου έφεσης και την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υποχρεούται να εφαρμόσει για την διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, όχι το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, αλλά τις διατάξεις του Π.Δ. 696/1974, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση καταλαμβάνουν χρονικά την επίδικη έννομη σχέση (Ολ.
Α.Π. 7 και 8/2011, Α.Π. 837/2015). Επίσης το Δικαστήριο τούτο, επειδή δικάζει πλέον την αγωγή και όχι την έφεση, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα, που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως (Α.Π. 1887/2008) και, συνεπώς, αναφορικά με τους λοιπούς προβληθέντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμούς της εναγομένης, τους οποίους αυτή επαναφέρει και με τις προτάσεις της, στο παρόν Δικαστήριο πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Οι τελικώς πραγματοποιηθείσες δαπάνες των ανωτέρω αναφερομένων εργασιών, που εκτελέστηκαν με την επίβλεψη των υποκαθιστάμενων από το ενάγον μηχανικών και που αποτελούν τη βάση για τον υπολογισμό της αμοιβής επίβλεψης (άρθρο 92 ΠΔ 696/1974) ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 184.493.348 δραχμών, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε και όπως αποδείχθηκε, τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Γ.
Τ., αρχιτέκτονα μηχανικού, ο οποίος είχε προσωπική αντίληψη του έργου, όσο και από την ενσωματωμένη στην αγωγή "Τεχνική έκθεση επιμέτρησης εργασιών και οικονομικός απολογισμός έργου" της μηχανικού Ε. Καρακώστα, με τα ενσωματωμένα παραρτήματα αυτής, που αναφέρουν λεπτομερώς με το είδος των εργασιών που διενεργήθηκαν, την ποσότητα, την μονάδα και τιμή εκάστης αυτών, καθώς και από τα ομοίως ενσωματωμένα αντίγραφα τιμολογίων πώλησης - δελτίων αποστολής και τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, που αφορούν εργασίες που διενεργήθηκαν στο κτίριο της εναγομένης και υλικά που χρησιμοποιήθηκαν σ' αυτές.
Η εναγομένη, άλλωστε, δεν αμφισβητεί με τις προτάσεις της την εκτέλεση των στην οριστική έκθεση επιμέτρησης αναφερόμενων εργασιών όπως αυτές προεκτέθηκαν (πλην ενός γκαράζ επιφάνειας 7,40 τ.μ., της μόνωσης - στεγανοποίησης των ταρατσών, μέρους των επιχρισμάτων και μέρους της επίστρωσης με πλακίδια των εξωτερικών κλιμάκων) και την ποσότητα αυτών (ούτε τον τρόπο και τις πράξεις εξαγωγής της αμοιβής των ανωτέρω μηχανικών), αλλά τα ποσά ορισμένων εκ των ανωτέρω επιμέρους εργασιών, τα οποία θεωρεί αυξημένα, σε σχέση με την πραγματικότητα, επικαλούμενη όλως γενικώς ότι, το ύψος της επιμέτρησης, που περιλαμβάνεται στην αγωγή είναι "απόλυτα ανακριβής".
Όμως, από τα προσκομιζόμενα απ' αυτήν (σε μικρό αριθμό) τιμολόγια πώλησης, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της περί τεχνητής αύξησης των επικαλούμενων από το ενάγον δαπανών που πραγματοποιήθηκαν, αφού δεν προκύπτει εάν τα τιμολόγια αυτά αφορούν το σύνολο ή μέρος των εργασιών που εκτελέσθηκαν... Περαιτέρω, ως προς τις λοιπές αιτούμενες με την αγωγή αμοιβές επίβλεψης και επιμέτρησης της υποκαθιστάμενης από το ενάγον μηχανικού Ε.
Καρακώστα, για τις εργασίες διαμόρφωσης περιβάλλοντος, τις αρχιτεκτονικές εργασίες πισίνας και τις στατικές εργασίες πισίνας, τα σχετικά κονδύλια είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, γιατί δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα επίβλεψη της μηχανικού αυτής για τις εν λόγω εργασίες. Ειδικότερα, λόγω της ανεύρεσης του αρχαίου τάφου της Μυκηναϊκής εποχής, σε σημείο του ακινήτου της εναγομένης, δεν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του περιβάλλοντος χώρου.
Μάλιστα η επίβλεψη αυτών ανατέθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, σε άλλο μηχανικό, ήτοι στον διπλωματούχο αρχιτέκτονα μηχανικό Ανδρέα Σάμιο, ο οποίος συνέταξε και το προσκομιζόμενο σχετικό από Οκτωβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα, για την επέκταση του ξενοδοχείου της εναγομένης μετά την επίλυση του ζητήματος του ως άνω αρχαίου τάφου, με βάση και την προσκομιζόμενη υπ' αριθ.
Πρωτ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ21/49216/2998/25-9-2001 απόφαση της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, με την οποία χορηγήθηκε η άδεια συνέχισης των οικοδομικών εργασιών στο εν λόγω ακίνητο, για την επέκταση του ξενοδοχείου, με την σαφή αναφορά για την τελική διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, με βάση τη νέα μελέτη και με τις οδηγίες του αρμόδιου αρχαιολόγου.
Σημειώνεται, επίσης, ότι στις σχετικές μελέτες που κατέθεσε η υποκαθιστάμενη από το ενάγον μηχανικός, δεν περιλαμβάνονται και μελέτες που να αφορούν τις εν λόγω αρχιτεκτονικές και στατικές εργασίες πισίνας, σε αντίθεση με τις λοιπές αιτούμενες αμοιβές επίβλεψης για άλλες εργασίες, για τις οποίες υπάρχουν σχετικές μελέτες ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί, δικαιούνται να λάβουν τη νόμιμη αμοιβή για την επίβλεψη και την επιμέτρηση των εργασιών στο κτιριακό έργο της εναγομένης και, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης, δέχθηκε αυτήν, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα με αριθμό 5347/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) και συνακόλουθα δέχθηκε την συνεκδικασθείσα με την έφεση αυτή, από 23-9-2015 πρόσθετη παρέμβαση των υποκαθιστάμενων από το ενάγον "Τ.Ε.Ε." μηχανικών, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτή σχετικώς οριζόμενα, και, αφού κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση και κατά το μέρος, κατά το οποίο αυτή κρίθηκε νόμιμη, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη εταιρεία να καταβάλει στο ενάγον, ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα των μελών του διπλωματούχων Μηχανικών Ε.
Ε. Κ. και Β. Λ., το συνολικό χρηματικό ποσό των ογδόντα έξι χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα ενός (86.781,00) ευρώ, ήτοι εβδομήντα έξι χιλιάδες τριακόσια ογδόντα εννέα (76.389,00) ευρώ, ως αμοιβή επίβλεψης και επιμέτρησης της υποκαθιστάμενης πρώτης Μηχανικού και δέκα χιλιάδες τριακόσια ενενήντα δύο (10.392,00) ευρώ, ως αμοιβή επίβλεψης και επιμέτρησης του υποκαθιστάμενου δεύτερου Μηχανικού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ενώ απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα περί τοκοδοσίας από τις 16-12-2000, το αίτημα περί καταβολής του αντιστοιχούντος στην επιδικαζόμενη αμοιβή ποσού του Φ.Π.Α.
καθώς και το αίτημα για καταβολή τόκων επί καθυστερούμενων τόκων τουλάχιστον ενός έτους (ανατοκισμός) και συνακόλουθα και το αίτημα καταβολής Φ.Π.Α των τόκων εξ ανατοκισμού τέλος, δε, συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Με τις κρίσεις του αυτές, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, ως δικαστήριο της παραπομπής δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 παρ. 1 εδαφ.
α', 83 παρ. 1, 3 και 10, 91, 92 παρ. 1, 93, 95 παρ. 4β', 5, 8 και 10 του π.δ/τος 696/1974, τις οποίες αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως, δε, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες, συνεπώς, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος, τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53 της 19/20 Σεπτεμβρίου 1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης Συμβάσεως δια την Προάσπισιν των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών", ούτε εκείνες των άρθρων 106 και 110 εδ. 1 του ΚΠολΔ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν έπραξε κάτι διαφορετικό από το να συμμορφωθεί προς την παραπάνω με αριθμό 224/2014 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που επέλυσε δεσμευτικά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη προηγηθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης, το νομικό ζήτημα της νομικής θεμελίωσης και του ορισμένου της ένδικης αγωγής, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν επιδέχεται άλλη λύση.
Κατά συνέπεια, οι διαλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος του κυρίως δικογράφου, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας, η πλημμέλεια της παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων, για το λόγο ότι υιοθέτησε εκούσια το εμφιλοχωρήσαν σφάλμα της ως άνω αναιρετικής απόφασης, η οποία, εκ παραδρομής, όπως υποστηρίζει, δέχθηκε τον, εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 εδαφ.
β' του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης και ότι παρερμήνευσε τη με αριθμό 296/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, σχετικά με την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, όπως αναλυτικά αναπτύχθηκε, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώ ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που επιγραμματικά διαλαμβάνεται στο λόγο αυτό ότι, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 του Α.Κ., όσον αφορά την αποδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης με την με αριθμό 224/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίνεται αβάσιμος, αφού οι σχετικές ρυθμίσεις του Α.Κ.
δεν ευρίσκουν εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος. Ομοίως, οι επιμέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αποδίδονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, περί της προσχηματικής εξέτασης όλων των πραγματικών ισχυρισμών της και των αποδεικτικών μέσων, περί της υιοθέτησης των αγωγικών ισχυρισμών, περί της παραδοχής των αντιφατικών και αβάσιμων ισχυρισμών του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος, όπως διατείνεται, ενέχεται σε ψευδορκία και περί παράλειψης να δεχθεί τις ομολογίες αυτού, κρίνονται, επίσης, αόριστες και απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον δεν αποδίδονται συγκεκριμένες πλημμέλειες, στις οποίες υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, ήτοι δεν αναφέρονται τα θεμελιωτικά του λόγου αυτού στοιχεία, επιπλέον, δε, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, ο, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Ομοίως και ο συναφής πρόσθετος λόγος, με τον τίτλο "Συμπλήρωση και αναδιατύπωση της πρώτης παραγράφου του τρίτου λόγου, υπό στοιχείο (1)", με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο επηρεάστηκε από τις ιδιότητες των αναιρεσιβλήτων, ήτοι του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και της δεύτερης, ως βουλευτή του Ελληνικού Κοινοβουλίου, στερώντας έτσι από αυτήν την παροχή δικαστικής προστασίας, διατυπούμενος ως ανωτέρω, τυγχάνει απορριπτέος ως παντελώς αόριστος.
Επίσης, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα, ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο προσάπτονται οι πλημμέλειες ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο : 1.
δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 3 εδαφ. 6 του π.δ/τος 696/1974 και ειδικότερα έσφαλε, όσον αφορά τον προσδιορισμό της νόμιμης αμοιβής επίβλεψης, θεωρώντας ότι η αμοιβή με εμβαδομετρικό προϋπολογισμό, αποτελεί καταστρατήγηση των ελαχίστων ορίων της αμοιβής με αναλυτικό προϋπολογισμό, 2. δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 92 και 3 εδαφ. 6 του ως άνω π.δ/τος, κρίνοντας ειδικότερα ότι η αμοιβή με εμβαδομετρικό προϋπολογισμό, είναι νόμιμη μόνο στις αμοιβές μελετών επί κτιριακών έργων, για την εκτέλεση των οποίων εκδίδεται οικοδομική άδεια και όχι (και) επί των αμοιβών επίβλεψης και 3.
δεν διακρίνει μεταξύ της επίβλεψης που αφορά την παρακολούθηση της τήρησης των κανόνων της πολεοδομικής νομοθεσίας (τυπική επίβλεψη), όπως στην προκειμένη περίπτωση, και της επίβλεψης, κατ' άρθρο 681 Α.Κ., σε συνδ. με τις διατάξεις του π.δ/τος 696/1974 (ουσιαστική επίβλεψη), η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, ελλειπούσης σχετικής συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων και, επιπλέον, δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, από τις οποίες σαφώς προκύπτει ότι ο υπολογισμός της αμοιβής του επιβλέποντος σε οικοδομικά έργα, για τα οποία απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας, πραγματοποιείται είτε με συμβατικό εμβαδομετρικό υπολογισμό, είτε με αναλυτικό προϋπολογισμό, εφόσον έχει εγκριθεί προμέτρηση του έργου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδαφ. 1 του άρθρου 3 του π.δ/τος 696/1974, κρίνεται απορριπτέος, κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:
Οι επιμέρους και υπό στοιχεία (1) και (2) αιτιάσεις ως αβάσιμες, διότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς ήταν η καταβολή στο ενάγον της νόμιμης ελάχιστης αμοιβής των υποκαθιστάμενων μελών του, από την σύμβαση επίβλεψης και επιμέτρησης του επίδικου έργου από αυτούς, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και όχι η αμοιβή αυτών με εμβαδομετρικό προϋπολογισμό, όπως αβασίμως υποστήριζε η αναιρεσείουσα.
Ειδικότερα η τελευταία, με τις έγγραφες προτάσεις της, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι είχε συμφωνήσει με τους υποκαθιστάμενους από το ενάγον μηχανικούς ότι η αμοιβή τους θα υπολογιζόταν, όχι με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, τον οποίο επικαλέστηκε το ενάγον με την αγωγή του, αλλά με βάση τον εμβαδομετρικό προϋπολογισμό του έργου, όπως αυτός είχε προσδιοριστεί, κατά τον χρόνο έκδοσης της με αριθμό ...
Οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με τον τότε συνταχθέντα από την υποκαθιστάμενη μηχανικό συγκεντρωτικό πίνακα αμοιβών, στον οποίο αναγραφόταν, ως αμοιβή επίβλεψης (και για τους δύο μηχανικούς) το ποσό των 5.650.131 δρχ., το οποίο και είχε εξοφληθεί εν μέρει με καταβολή την 11-03-1998 ποσού 3.739.733 δρχ. (στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα δικαιώματα τρίτων και ο προκαταβαλλόμενος φόρος εισοδήματος των μηχανικών) και εν μέρει με τον συνυπολογισμό και ποσού 2.231.071 δρχ., που είχε καταβληθεί, σε προγενέστερο χρόνο, επιπλέον και αχρεωστήτως στους μηχανικούς αυτούς, ως αμοιβή τους, για τις μελέτες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτελούσε προκαταβολή, έναντι της αμοιβής επίβλεψης.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απαντώντας στον παραπάνω αρνητικό ισχυρισμό της εναγομένης εταιρείας, περί συμφωνίας με τους υποκαθιστάμενους από το ενάγον μηχανικούς ότι η αμοιβή τους θα υπολογιζόταν με βάση τον εμβαδομετρικό προϋπολογισμό του έργου, έκρινε ότι αυτός στερείται έννομης σημασίας και τον απέρριψε, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι: "Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της εναγομένης δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί η νόμιμη αμοιβή επίβλεψης, που ζητείται με την αγωγή, προσδιορίζεται όχι με βάση τον αρχικό προϋπολογισμό του έργου (αναλυτικό ή εμβαδομετρικό), όπως καθορίστηκε κατά τον χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας, βάσει του εκτιμώμενου κόστους κατασκευής του έργου, του εξαγόμενου από αντικειμενικά στοιχεία (σημειωτέον ότι ο εν λόγω αρχικός υπολογισμός αποτελεί τη βάση προσδιορισμού μόνο των αμοιβών μελετών για την έκδοση της άδειας - άρθρο 3 Π.Δ. 696/1974), αλλά προσδιορίζεται κατ' άρθρο 92 του ίδιου Π.Δ., με βάση τις τελικά πραγματοποιηθείσες δαπάνες των εργασιών που εκτελέσθηκαν στο έργο ....
Το κρίσιμο συνεπώς, ζήτημα, στην προκειμένη υπόθεση, αποτελεί, ως προς την αιτούμενη νόμιμη αμοιβή επίβλεψης, το ύψος της τελικά πραγματοποιηθείσας δαπάνης των εκτελεσθεισών εργασιών και όχι το ύψος του αρχικού προϋπολογισμού του έργου, κατά τον χρόνο σύνταξης των μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η εναγομένη ...".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ως άνω π.δ/τος, καθώς, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, η νόμιμη αμοιβή επίβλεψης κτιριακών έργων (αρχιτεκτονικών, φέρουσας κατασκευής και εγκαταστάσεων), χωρίς τη σύνταξη επιμέτρησης, υπολογίζεται, κατ' άρθρο 92 παρ. 1 του π.δ/τος 696/1974 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 46 του Π.Δ. 515/1989), σε ποσοστό της πραγματοποιηθείσας δαπάνης των εκτελεσθεισών εργασιών (ήτοι της αναλυτικής οριστικής επιμέτρησης), με βάση τον αναφερόμενο στο άρθρο 2 μαθηματικό τύπο, στον οποίο αναγράφονται, αντί του προϋπολογισμού, η πραγματοποιηθείσα δαπάνη και, αντί των συντελεστών του άρθρου 83 παρ. 1 του π.δ/τος 696/1974, οι συντελεστές του ως άνω άρθρου 92 παρ. 1 του ίδιου π.δ/τος, ενώ, επίσης, η αμοιβή αυτή για την επίβλεψη υπολογίζεται επί της πραγματοποιηθείσας συνολικής δαπάνης, που περιλαμβάνει τις δαπάνες της φέρουσας κατασκευής και των εγκαταστάσεων, αλλά με βάση τις αμοιβές, που αναλογούν στην κατηγορία, που κατατάσσονται οι αντίστοιχες, επιμέρους, μελέτες.
Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ότι, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα τέτοια συμφωνία, ότι δηλαδή η αμοιβή επίβλεψης των υποκαθισταμένων μηχανικών είχε συμφωνηθεί να προσδιοριστεί με βάση τον αρχικό προϋπολογισμό του έργου (αναλυτικό ή εμβαδομετρικό) η συμφωνία αυτή ήταν άκυρη, με την ακόλουθη, επάλληλη, αιτιολογία: "Εξάλλου, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα τέτοια συμφωνία, σε σχέση με την αμοιβή των υποκαθιστάμενων μηχανικών, αυτή, ως αναφερόμενη σε αμοιβή τούτων κατωτέρα της νομίμου (αφού κατά τα εκτιθέμενα από την εναγομένη ανέρχεται σε 5.650.131 δρχ.), είναι απολύτως άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε, εφόσον αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου, δεδομένου ότι ...
σύμφωνα με τα όσα ίσχυαν, κατά το κρίσιμο επίδικο χρόνο (πριν την κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του Ν. 3919/2011), η αμοιβή αυτή δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής, που καθορίζονται από τις διατάξεις του Π.Δ. 696/1974, ενώ τυχόν γενομένη τέτοια συμφωνία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη, κατ' άρθρα 174 και 180 Α.Κ ....".
Η, δε, υπό στοιχείο (3) αιτίαση, κατά το μέρος με το οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει, εμμέσως, την περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συγκεκριμένα ως προς την έλλειψη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων μερών για την ουσιαστική επίβλεψη του έργου, είναι απαράδεκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, ενώ, τα εκτιθέμενα στο τελευταίο σκέλος του λόγου αυτού, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω, κατά την εξέταση των επιμέρους και υπό στοιχεία (1) και (2) αιτιάσεων.
Επίσης, απορριπτέοι κρίνονται και οι συναφείς από τους αριθμούς 1 εδαφ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, υπό τον τίτλο "Προσθήκη λόγων αναιρέσεως στον ίδιο τρίτο λόγο αναιρέσεως" και υπό τα στοιχεία (8.1) και (8.2), με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τις ακόλουθες αναιρετικές πλημμέλειες: (8.1) ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τα άρθρα 92 εδαφ. 1 και 3 εδαφ. 6 του π.δ/τος 696/1974, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού και την νομιμότητα των κατωτάτων ορίων της αμοιβής με εμβαδομετρικό προϋπολογισμό, δεχθέν ότι η αμοιβή για το έργο της τυπικής επίβλεψης με εμβαδομετρικό προϋπολογισμό, βάσει σχετικής συμβάσεως (αίτηση εκδόσεως οικοδομικής άδειας) και εγκρίσεως της Πολεοδομίας, κατά τον οποίο λαμβάνεται υπόψη το κόστος του έργου, με βάση τη σχετική Υπουργική Απόφαση (συμβατικός εμβαδομετρικός προϋπολογισμός) δεν είναι νόμιμος και (8.2) ότι, αφενός μεν δεν εφάρμοσε τις προσήκουσες διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας και δη των άρθρων 53-55 του από 17/7-16/8/1923 Ν.Δ., 3 εδαφ. 6 και 92 του ΠΔ 696/174 και του άρθρου 681 ΑΚ, αφετέρου δε εφάρμοσε, κατά ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις μη προσήκουσες διατάξεις των άρθρων 91 και 3 εδαφ. 1 του ως άνω π.δ/τος, οι οποίες έχουν εφαρμογή επί μισθώσεως έργου ουσιαστικής επίβλεψης, ενώ δέχθηκε ότι τα κατώτατα νόμιμα όρια των αμοιβών της τυπικής επίβλεψης με συμβατικό εμβαδομετρικό προϋπολογισμό, αποτελούν καταστρατήγηση του εναλλακτικού τρόπου υπολογισμού αμοιβών, ήτοι της αμοιβής με αναλυτικό προϋπολογισμό.
Οι ως άνω αιτιάσεις, κατά το μέρος που αναφέρονται σε παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες με την ίδια αιτιολογία, που αναφέρθηκε στην απόρριψη του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, καθόσον σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, η νόμιμη αμοιβή επίβλεψης, που ζητείται με την αγωγή, προσδιορίζεται, όπως δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας, κατ' άρθρο 92 του ως άνω π.δ/τος, με βάση τις τελικά πραγματοποιηθείσες δαπάνες των εργασιών, που εκτελέσθηκαν στο έργο και όχι με βάση τον αρχικό προϋπολογισμό του έργου (αναλυτικό ή εμβαδομετρικό), όπως καθορίστηκε κατά τον χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας, βάσει του εκτιμώμενου κόστους κατασκευής του έργου, του εξαγόμενου από αντικειμενικά στοιχεία, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι ο αρχικός προϋπολογισμός αποτελεί τη βάση προσδιορισμού μόνο των αμοιβών μελετών, για την έκδοση της άδειας - άρθρο 3 του π.δ/τος 696/1974, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
Πέραν τούτου, οι αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους ως άνω πρόσθετους λόγους και ειδικότερα κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα επικαλείται συμφωνία με τους υποκαθιστάμενους από το ενάγον μηχανικούς ότι, δηλαδή, η αμοιβή τους για την επίβλεψη θα υπολογιζόταν με βάση τον εμβαδομετρικό προϋπολογισμό του έργου, είναι αλυσιτελείς, εφόσον η σχετική συμφωνία άγει, όπως δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας, σε αμοιβή μικρότερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής, που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ/τος 696/1974 και τυχόν γενομένη τέτοια συμφωνία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη, κατ' άρθρα 174 και 180 Α.Κ.
Αναφορικά δε με τον πρόσθετο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης νόμου, για το λόγο ότι δεν εφάρμοσε τις προσήκουσες διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας και δη των άρθρων 53 - 55 του από 17/7 - 16/8/1923 Ν.Δ., οι οποίες αφορούν την επίβλεψη της κατασκευής κτιριακών έργων, για τα οποία απαιτείται οικοδομική άδεια προς προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος ο λόγος αυτός στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι διατάξεις αυτές, σκοπός των οποίων είναι η εφαρμογή των πολεοδομικών διατάξεων για την κατασκευή του έργου, σύμφωνα με τους όρους που εκδόθηκε η οικοδομική άδεια, διασφαλίζοντας το δημόσιο συμφέρον, διαφοροποιούνται, πράγματι, ως προς τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα επίβλεψης των οικοδομικών εργασιών, που αναθέτει στον μηχανικό η πολεοδομική υπηρεσία με την οικοδομική άδεια, από τις διατάξεις του άρθρου 687 του Α.Κ.
σε συνδυασμό με αυτές του π.δ/τος 696/74, οι οποίες αφορούν την επίβλεψη της κατασκευής κτιριακών έργων, ως προς την εφαρμογή της σύμβασης με γενικό ή μερικούς εργολάβους ή δι' αυτεπιστασίας και οι οποίες σκοπό έχουν την προάσπιση των συμφερόντων του κυρίου του έργου και τον έλεγχο αυτών που εκτελούν το έργο προς όφελός του.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί του ότι, στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο περί τυπικής επίβλεψης, για την παρακολούθηση δηλαδή της τήρησης των κανόνων της πολεοδομικής νομοθεσίας και μόνο και όχι ουσιαστικής επίβλεψης του έργου από τους υποκαθιστάμενους από το ενάγον μηχανικούς, πλήττει, εμμέσως την περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας - το οποίο, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δέχθηκε ότι οι ως άνω μηχανικοί, κατά το από μηνός Απριλίου του έτους 1994 έως τις αρχές Αυγούστου του έτους 1997 χρονικό διάστημα (με μία μικρή διακοπή αυτών από Μάιο μέχρι Οκτώβριο του έτους 1994, λόγω της ανεύρεσης του αρχαίου τάφου) επέβλεπαν το κτιριακό έργο της εναγομένης - και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων.
Ομοίως, απορριπτέοι κρίνονται και οι υπό στοιχεία (8.3) και (8.5) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας, τις ακόλουθες αναιρετικές πλημμέλειες: (8.3) ότι δεν εφάρμοσε ή εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 231 του π.δ/τος 696/1974, η οποία αφορά την απαιτούμενη μελέτη εφαρμογής του άρθρου 91 του ως άνω π.δ/τος, άνευ της οποίας δεν είναι νοητή, εφικτή και νόμιμη η εκτέλεση του έργου της επίβλεψης του άρθρου 91, καθόσον δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η εκπόνηση σχεδίων εφαρμογής (κατασκευαστικών) και η μελέτη εφαρμογής των κατασκευαστικών σχεδίων, ούτε έχει αιτιολογίες σχετικά με τη διάκρισή τους από τα αρχικά σχέδια των μελετών, με βάση τα οποία εκδόθηκε η οικοδομική άδεια και (8.5) ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 95 εδαφ. 5 του π.δ/τος 696/1974, που ορίζει ότι "Εις περίπτωσιν συγχρόνου εκτελέσεως έργου ουχί δια γενικού εργολάβου, αλλά δια μερικώς κατ' είδος εργασιών, εργολάβων, η αμοιβή επιβλέψεως διπλασιάζεται, εις περίπτωσιν δε εκτελέσεως έργου ή τμήματος αυτού ή και εργασιών τινών απολογιστικώς δι' αυτεπιστασίας (άνευ εργολάβου) η αμοιβή δια το ούτως εκτελεσθέν έργο τετραπλασιάζεται", διότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρξε "σύγχρονη", αλλά διαδοχική εκτέλεση των εργασιών από πλείονες υπεργολάβους.
Ομοίως, οι παραπάνω αιτιάσεις, πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και είναι, συνεπώς απορριπτέες, ως απαράδεκτες, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 231 του π.δ/τος 696/1974, που ως εκ του περιεχομένου της αφορά δημοπρατηθέντα έργα, δεν ευρίσκει, ως εικός, εν προκειμένω, έδαφος εφαρμογής.
Τέλος, ο υπό στοιχεία (8.4) πρόσθετος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τον κανόνα του άρθρου 92 εδαφ. 1 και του άρθρου 83 εδαφ. 3 του ΠΔ 696/1974, κρίνεται απορριπτέος διότι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη, στην αμοιβή επιβλέψεως ισχύουν αναλόγως και οι διατάξεις των παραγράφων 3, 10 και 11 του άρθρου 83 για τις μελέτες, κατά ρητή παραπομπή του άρθρου 95 παρ. 10 και, συνεπώς, η αμοιβή για την επίβλεψη των αρχιτεκτονικών κτιριακών έργων, υπολογίζεται επί της πραγματοποιηθείσας συνολικής δαπάνης, που περιλαμβάνει τις δαπάνες της φέρουσας κατασκευής και των εγκαταστάσεων, αλλά με βάση τις αμοιβές, που αναλογούν στην κατηγορία που κατατάσσονται οι αντίστοιχες επιμέρους μελέτες.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει στον πιο πάνω τρίτο αναιρετικό λόγο του κυρίως δικογράφου, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 95 εδαφ. 8 του π.δ/τος 696/1974, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, κατά το οποίο η αμοιβή επίβλεψης δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει ποσοστό 15%, επί του συνολικού προϋπολογισμού του έργου, υποστηρίζει ότι, εφόσον ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανερχόταν στο ποσό των 150.000.000 δρχ., ήτοι στο ποσό των 440.205,429 ευρώ, οι συνολικές αμοιβές μελετών και επίβλεψης, δεν ήταν δυνατόν να υπερβαίνουν το ποσό των 66.030,81 ευρώ, για το σύνολο του έργου.
Ωστόσο, οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο αιτιάσεις πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την αξία του έργου και, επομένως, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτες κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση, το δικαστήριο της παραπομπής, κατά τους σχετικούς υπολογισμούς, εφάρμοσε το άρθρο 95 παρ. 8 του ως άνω π.δ/τος, περιορίζοντας το ύψος της αμοιβής επίβλεψης των μηχανικών, για τις εκεί αναγραφόμενες εργασίες, στο 15% επί της αξίας του έργου. Περαιτέρω, με τον ίδιο τρίτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ.
Και τούτο διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στον οικείο αναιρετικό λόγο, ενώ δέχθηκε την ένσταση αυτή, όσον αφορά την αιτούμενη αμοιβή της Ε. Ε. Κ., για την εκπόνηση της τροποποιητικής μελέτης, αντίθετα, απέρριψε την σχετική ένσταση, ως προς την αιτούμενη αμοιβή πραγματοποίησης της επίβλεψης και επιμέτρησης του έργου και, περαιτέρω, με την προσθήκη προσθέτου λόγου υπό τον τίτλο "Προσθήκη λόγων αναιρέσεως στον τρίτο λόγο αναιρέσεως", υπό την ένδειξη (6.1) και, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καταστρατήγησε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του Α.Κ.
Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας, κρίνονται απορριπτέες κατά τις ακόλουθες διακρίσεις: Ειδικότερα, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ως προς το αίτημα της καταβολής της νόμιμης αμοιβής της υποκαθιστάμενης από το ενάγον - εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο "Τ.Ε.Ε." μηχανικού Ε. Ε. Κ., για την εκπόνηση της τροποποιητικής μελέτης, το δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την πρωτοδίκως υποβληθείσα και επαναφερθείσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση κατάχρησης δικαιώματος της εναγομένης - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας, έτσι, την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κατά παραδοχή της ένστασης αυτής, απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα.
Αντίθετα, ως προς το αίτημα της καταβολής της νόμιμης αμοιβής επίβλεψης των υποκαθιστάμενων από το ενάγον μηχανικών, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την σχετική ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, με το ακόλουθο σκεπτικό: "... Ακολούθως η εναγομένη προς απόκρουση της αγωγικής αξίωσης του ενάγοντος (καταβολή της αμοιβής επίβλεψης των υποκαθιστάμενων από αυτό μηχανικών), προέβαλε τον ισχυρισμό της καταχρηστικής άσκησης του επιδίκου δικαιώματος, επικαλούμενο ότι ζητείται αμοιβή επίβλεψης, χωρίς, όμως, να έχει πραγματοποιηθεί ουδεμία επίβλεψη, πλην του σταδίου των σκυροδετήσεων της οικοδομής.
Το ανωτέρω, όμως, επικαλούμενο από την εναγομένη περιστατικό, δεν θεμελιώνει την ένσταση του άρθρου 281 του Α.Κ., αλλά, εφόσον είναι αληθινό (αν και κατά τα προεκτεθέντα δεν αποδείχθηκε ότι είναι αληθές), συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής λόγω μη άσκησης επίβλεψης, δεδομένου ότι η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του, ενώ η επίκληση περιστατικών όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση του δικαιώματος, δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής ...
Κατά συνέπεια, ο προαναφερθείς ισχυρισμός της εναγομένης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος ...". Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., που αφορούσε την επιδίκαση αμοιβής επίβλεψης των ως άνω Μηχανικών, καθότι η προβολή της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος προϋποθέτει υπαρκτό δικαίωμα, που ασκείται καταχρηστικά και δεν νοείται η προβολή της επί ανυπάρκτου δικαιώματος, κατά τους περί τούτου ισχυρισμούς του προβάλλοντος την εν λόγω ένσταση (Α.Π. 536/2007, Α.Π. 1799/2006) και, κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Εφόσον δε απέρριψε την ένσταση αυτή, ως νομικά αβάσιμη δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενος κατά τον ως άνω αναιρετικό λόγο, στην ανεπάρκεια της αιτιολογίας, αφού, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξει ανεπάρκεια στην περιγραφή τους.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, για ανεπάρκεια αιτιολογιών, ως προς την απόρριψη της ενστάσεως του άρθρου 281 του Α.Κ., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. και συγκεκριμένα ορθώς δεν εφάρμοσε την εξισορροπητική μεταξύ παροχής και αντιπαροχής διάταξη αυτή, η οποία δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής, αφού στην ένδικη υπόθεση ζητήθηκαν και επιδικάσθηκαν αξιώσεις με βάση τη νόμιμη (ελάχιστη) αμοιβή των υποκαθισταμένων από το ενάγον μηχανικών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, αληθώς εκτιμώμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το εν λόγω σκέλος του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, η ειδικότερη αιτίαση ότι εσφαλμένα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως νόμιμη, επί των αιτουμένων αμοιβών επίβλεψης, την εφαρμογή του άρθρου 91 του π.δ/τος 696/1974, σε συνδυασμό με τις διατάξεις 20 και 25 εδ. 3 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφενός μεν ο συμφωνηθείς τρόπος αμοιβής ήταν αυτός του εμβαδομετρικού προϋπολογισμού και αφορούσε μίσθωση έργου επίβλεψης για τις ανάγκες της τήρησης των κανόνων της πολεοδομικής νομοθεσίας (τυπική επίβλεψη), αφετέρου δε ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή, δεν ήταν κατώτερη των νομίμων ορίων, είναι απαράδεκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, με την επίκληση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Εξάλλου, με τον ίδιο τρίτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, κατά το πέμπτο σκέλος αυτού και υπό την επίκληση του αριθμού 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα διατυπώνει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ), τα οποία, εάν ελάμβανε υπόψη του, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν πραγματοποιήθηκε ουσιαστική επίβλεψη του έργου από τους ως άνω μηχανικούς.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα αμφισβητεί ότι, μετά το στάδιο των σκυροδετήσεων και μετά την εσφαλμένη εκπόνηση της τροποποιητικής μελέτης από την Ε. Ε. Κ., πραγματοποιήθηκε ουσιαστική επίβλεψη του έργου, κατ' άρθρο 91 του π.δ/τος 696/1974, με το επιχείρημα ότι, δεν θα ήταν δυνατόν να παραμείνουν οι ως άνω μηχανικοί επιβλέποντες του έργου, έχοντας δημιουργήσει ουσιώδεις κακοτεχνίες στη σκυροδέτηση και έχοντας υποβάλλει, η πρώτη εξ αυτών, εσφαλμένη τροποποιητική μελέτη στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, με συνέπεια την χρονική καθυστέρηση του έργου, την υποβολή της (αναιρεσείουσας) σε πρόσθετες δαπάνες και την απώλεια διαφυγόντων κερδών και εκβιάζοντας για την ανάληψη εργολαβιών, υπό την απειλή παραιτήσεώς τους από την τυπική επίβλεψη του έργου.
Περαιτέρω, δε, με τον συναφή πρόσθετο λόγο, που φέρει τον τίτλο "Προσθήκη λόγων αναιρέσεως στον τρίτο λόγο αναιρέσεως", υπό τα στοιχεία (6.3.1) και υπό την επίκληση των αριθμών 1 εδαφ. β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει, εκτός των παραπάνω αναφερομένων, ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται και στο ότι η πλέον συνήθης και κατά κανόνα ακολουθούμενη στις συναλλαγές μίσθωση έργου επίβλεψης οικοδομικών έργων, για τα οποία εκδίδεται οικοδομική άδεια, αφορά εκείνη που αντικείμενο έχει την παρακολούθηση της τήρησης των κανόνων της πολεοδομικής νομοθεσίας (τυπική επίβλεψη), ότι δεν υφίστατο σύμβαση ανάθεσης έργου ουσιαστικής επίβλεψης, ότι δεν υπήρξε η απαιτούμενη από το εδαφ. 1 του άρθρου 3 του π.δ/τος 696/1974 προμέτρηση του έργου, ότι υπήρξαν επανειλημμένες εξώδικες και δικαστικές ομολογίες των αντιδίκων της, ότι είχε συμφωνηθεί μόνο η πραγματοποίηση τυπικής επίβλεψης του έργου, ότι από το έτος 1994 οι σχέσεις των συμβληθέντων μερών είχαν σοβαρά διαταραχθεί, ότι μετά το στάδιο των σκυροδετήσεων, είχε αναλάβει καθήκοντα επίβλεψης άλλος μηχανικός, ότι οι ως άνω μηχανικοί εκτελούσαν χρέη υπεργολάβου στο έργο γεγονός που δεν είναι συμβατό με τα καθήκοντα του επιβλέποντος, ότι δεν έκαναν επιμετρήσεις, ότι δεν υπήρξε παράδοση, παραλαβή και έγκριση του έργου και, επιπλέον, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, θεμελιώνοντας το σύνολο των αιτιολογιών του στην κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης.
Οι παραπάνω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, με την έννοια που προεκτέθηκε και, σε κάθε περίπτωση, αναφέρονται στην κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς.
Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι, κύριος, κατά το οικείο αυτού σκέλος και πρόσθετος αναιρετικός λόγος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις, από τους αριθμούς 1 εδαφ. β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Τέλος, με τον πρόσθετο λόγο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που φέρει τον τίτλο"Προσθήκη λόγων αναιρέσεως στον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως"και υπό στοιχείο (8), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., τους οποίους ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στη συγκεκριμένη σύμβαση, με συνέπεια να μην υπάρχει έδαφος εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων μερών, σχετικά με την ανάθεση στους υποκαθιστάμενους από το ενάγον μηχανικούς του έργου της ουσιαστικής επίβλεψης των εργασιών του επίδικου έργου, ούτως, ώστε, να έπρεπε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθμός 1 και αριθμός 19 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι στο σύνολό τους, κατά τις διακρίσεις που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν.
Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, καθώς και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι, είναι επίσης απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, στο σύνολό τους. Τούτο διότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με τα κρίσιμα ως άνω, για την έκβαση της δίκης, ζητήματα, που αφορούν την εκτέλεση του έργου της επίβλεψης και επιμέτρησης των εργασιών στο κτιριακό έργο της εναγομένης, το οποίο ανατέθηκε στους υποκαθιστάμενους από το ενάγον μηχανικούς κι έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά περαιτέρω στοιχείων για τη πληρότητα της αιτιολογίας.
Ειδικότερα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον ως άνω αναιρετικό λόγο και κατά το οικείο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο δικαστήριο της παραπομπής την πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών που ενέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη της ενστάσεως του 281 του Α.Κ., κατά το μέρος που αφορούσε την επιδίκαση αμοιβής επίβλεψης των ως άνω μηχανικών, αντιπαραβάλλοντας τις κρίσεις της απόφασης αυτής, κατά το μέρος που δέχθηκε την σχετική ένσταση, η οποία αφορούσε την επιδίκαση αμοιβής στην Μηχανικό Ε.
Ε. Κ., για την εκπόνηση της τροποποιητικής μελέτης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος του ενάγοντος (άρθρο 281 του Α.Κ.) ως νομικά αβάσιμη, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της διαφοράς και κατάρτιση ελάσσονος πρότασης εκτίμησης των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας, οι οποίοι συνίστανται, κατά τον ως άνω αναιρετικό λόγο, σε αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο στην υπόθεση ζήτημα.
Ειδικότερα, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης, ως προς το ότι, ενώ από τις αρχές του έτους 1996 είχε ανατεθεί στον Αρχιτέκτονα Μηχανικό Ανδρέα Σάμιο, η σύνταξη νέας τροποποιητικής μελέτης και η επίβλεψη του έργου, σε αντικατάσταση των αναιρεσιβλήτων μηχανικών, όλως αντιφατικά δέχθηκε ότι, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα πραγματοποιείτο επίβλεψη του έργου από τους τελευταίους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εν λόγω μηχανικός, μετά την εκπόνηση της τροποποιητικής μελέτης της μηχανικού Ε. Ε. Κ., η εφαρμογή της οποίας κατέστη ανέφικτη, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ανέλαβε την εκπόνηση νέας τροποποιητικής μελέτης και, σε μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι μετά την ολοκλήρωση της επίβλεψης του έργου από τους ως άνω μηχανικούς, ανέλαβε την επίβλεψη των λοιπών εργασιών (διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου αρχιτεκτονικές και στατικές εργασίες πισίνας), αφού γίνεται αναφορά στο από Οκτώβριο του 2000 τοπογραφικό του πιο πάνω μηχανικού.
Έτσι, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται σαφές ότι οι υποκαθιστάμενοι από το ενάγον μηχανικοί, καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Απρίλιο του έτους 1994 μέχρι τις αρχές Αυγούστου του έτους 1997, εξακολούθησαν να επιβλέπουν το έργο της ανέγερσης της ξενοδοχειακής μονάδας της εναγομένης, εκτός από το τμήμα εκείνο στο οποίο είχε ανευρεθεί ο Μυκηναϊκός τάφος (με μία μικρή διακοπή αυτών από Μάιο μέχρι Οκτώβριο 1994 λόγω της ανεύρεσης του αρχαίου τάφου), παρά τα προβλήματα που ανέκυψαν στις σχέσεις της πρώτης αυτών με την εναγομένη από Οκτώβριο 1995 και εντεύθεν, λόγω της ανωτέρω αδυναμίας εφαρμογής της τροποποιητικής μελέτης.
Ουδεμία δε αντίφαση διαπιστώνεται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι δηλαδή η εν λόγω μηχανικός Ε. Ε. Κ. δεν επέβλεψε τις εργασίες διαμόρφωσης περιβάλλοντος, τις αρχιτεκτονικές και τις στατικές εργασίες πισίνας, καθόσον, όπως δέχθηκε η απόφαση αυτή, η επίβλεψη των εργασιών αυτών ανατέθηκε, σε μεταγενέστερο χρόνο, στον ως άνω Αρχιτέκτονα Μηχανικό Ανδρέα Σάμιο, ο οποίος και συνέταξε το από Οκτωβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα, για την επέκταση του ξενοδοχείου της εναγομένης, μετά την επίλυση του ζητήματος του ως άνω αρχαίου τάφου, με βάση την σχετική απόφαση της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, με την οποία χορηγήθηκε η άδεια συνέχισης των οικοδομικών εργασιών στο εν λόγω ακίνητο.
Πέραν δε αυτού, οι λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει εμμέσως τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών, που από αυτό έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, έχει διατυπωθεί με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις.
Εξάλλου, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να απαντήσει στους ισχυρισμούς της εναγομένης ότι δεν γνώριζε τον μηχανικό Β. Λ. και ότι αυτός ουδεμία φυσική παρουσία είχε στο έργο, ούτε η παράλειψη να διευκρινίσει με ποια συχνότητα αντί της Ε.
Ε. Κ., το έργο επέβλεπε και ο σύζυγός της Γεώργιος Τσαφούλιας, εφόσον τα ανωτέρω ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα με εκτενή αναφορά σε αποδεικτικά μέσα, κατέληξε με σαφήνεια και πληρότητα στην κρίση ότι, αμφότεροι οι ως άνω μηχανικοί επέβλεψαν, καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, τις αναφερόμενες εργασίες.
Για την πληρότητα, εξάλλου, της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν απαιτείτο η αναφορά της παράδοσης και παραλαβής του έργου, αφού γίνεται μνεία ότι το έργο ολοκληρώθηκε αρχές Αυγούστου του 1997 και συνακόλουθα και οι συναρτώμενες σε αυτό εργασίες επίβλεψης και επιμέτρησης. Οι δε λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον οικείο αναιρετικό λόγο και με τις οποίες η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει τον ως άνω, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, ότι δηλαδή το δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε ότι δεν αμφισβήτησε με τις προτάσεις της την εκτέλεση των αναφερομένων εργασιών, που περιέχονται στην οριστική έκθεση επιμέτρησης, την ποσότητα αυτών, τον τρόπο και τις πράξεις εξαγωγής της αμοιβής των ανωτέρω μηχανικών, μολονότι αυτή (αναιρεσείουσα) κατά τρόπο γενικό και ειδικό είχε αμφισβητήσει όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς και, περαιτέρω, ότι εξέλαβε την καταβολή της αμοιβής επίβλεψης με εμβαδομετρικό προϋπολογισμό, ως αναγνώριση της άσκησης επίβλεψης από τους ως άνω μηχανικούς, μολονότι η καταβολή αυτή δεν έγινε οικειοθελώς, αλλά αντίθετα πραγματοποιήθηκε όταν η αναιρεσείουσα απευθύνθηκε στην Πολεοδομία, ζητώντας να θεωρήσει το πέρας των οικοδομικών εργασιών, ώστε να ηλεκτροδοτηθεί το ξενοδοχείο, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και, ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετούν αιτιολογία, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, αλλά πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που σχετίζονται με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης.
Επισημαίνεται, τέλος, ότι, με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης του εξετασθέντος μάρτυρος αποδείξεως, πλήττεται απαραδέκτως υπό την επίφαση συνδρομής της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, η επί της ουσίας ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, επομένως, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επομένως, υπό τις ανωτέρω σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω διατάξεων που εφάρμοσε, δικαιολογείται απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι, από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ, προβαλλόμενες αιτιάσεις, που περιέχονται στον εξεταζόμενο τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης και στους συναφείς πρόσθετους αυτού λόγους, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, επί των αμέσως πιο πάνω ζητημάτων, οι οποίες πρέπει, για το λόγο αυτό, να απορριφθούν στο σύνολό τους.
Η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, επενεργεί μεν και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, πλην, όμως, ειδικά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις, όπου υπάρχει συμβατικό θεμέλιο από το οποίο απορρέουν αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, δεν έλκεται σε εφαρμογή η αρχή αυτή, αλλά η αναλογία των παροχών κρίνεται από τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και δη εκείνες των άρθρων 178, 179 Α.Κ., ως και εκείνης του άρθρου 281 του Α.Κ.
κατά την άσκηση δικαιώματος απορρέοντος από τη σύμβαση (Α.Π. 946/2018, Α.Π. 769/2007). Άλλωστε, η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας στην καταρτισθείσα μεταξύ των ιδιωτών σύμβαση, προϋποθέτει την ύπαρξη σ` αυτήν κενού, ήτοι σημείου της όλης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, που έμεινε αρρύθμιστο, είτε γιατί δεν μπορούσε να προβλεφθεί, είτε γιατί προβλέφθηκε, αλλά, για οποιοδήποτε λόγο, δεν ρυθμίστηκε, καθώς και την ανάγκη πλήρωσης αυτού, για να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση του σκοπού της δικαιοπραξίας (Α.Π. 194/2020, Α.Π. 946/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ερευνώμενο και υπό στοιχείο 5. πρόσθετο λόγο του τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην προβλεπόμενη, από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, διότι παραβίασε την καθιερούμενη με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι τυγχάνει παντελώς αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει με ποιόν τρόπο παραβιάστηκε η ως άνω αρχή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αφού η νόμιμη αμοιβή επίβλεψης, που ζητείται με την αγωγή, προσδιορίζεται κατ' άρθρο 92 του π.δ/τος 696/1974 και, ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας στην ως άνω καταρτισθείσα σύμβαση, οι όροι της οποίας ήταν σαφείς, έτσι ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής αυτής.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019). Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1991, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009). Επίσης, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008), ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (Α.Π. 237/2019 Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 2019/2007), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988 Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1058/1998, Ολ. Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014, Α.Π. 1720/2013, Α.Π. 232/2009, Α.Π. 147/2008). Ομοίως, δεν είναι "πράγματα" υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με ανακύπτοντα νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή, κατ' αυτούς, ερμηνεία διατάξεων του νόμου (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 576/2018, Α.Π. 1090/2014, Α.Π. 2264/2014, Α.Π. 69/2013, Α.Π. 1492/2011). Τέλος, προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (Α.Π. 1382/2011, Α.Π. 728/2010, Α.Π. 130/2004), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθρο 240 του ΚΠολΔ) στο Εφετείο.
Εξάλλου, για το ορισμένο του, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ότι ο αποτελών "πράγμα" ισχυρισμός, δηλαδή αυτός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ολ.
Α.Π. 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα και δεν αρκεί, αντίθετα, να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα από αυτόν με επίκληση έγγραφα, αλλά και να επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 1439/2019 Α.Π. 1199/2018 Α.Π. 555/2019, Α.Π. 109/2019, Α.Π. 159/2018, Α.Π. 605/2015, Α.Π. 354/2011, Α.Π. 993/2007, Α.Π. 1419/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και υπό τα στοιχεία Α και με αριθ. (3), (4) και (5), η αναιρεσείουσα προβάλει τις ακόλουθες αιτιάσεις: (3) Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν αμφισβήτησε με τις προτάσεις της, την εκτέλεση των αναφερομένων εργασιών, που περιέχονται στην οριστική έκθεση επιμέτρησης, την ποσότητα αυτών, τον τρόπο και τις πράξεις εξαγωγής της αμοιβής των ανωτέρω μηχανικών, μολονότι αυτή (αναιρεσείουσα) κατά τρόπο γενικό και ειδικό είχε αμφισβητήσει όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, (4) Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι είχαν συνταχθεί μελέτες εφαρμογής, χωρίς αυτές να έχουν ουδέποτε συνταχθεί και προσκομιστεί, ούτε και οι αντίδικοί της επικαλέστηκαν αυτές με τις προτάσεις τους και (5) Άνευ οιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή διδάγματος της κοινής πείρας, θεώρησε ότι οι ως άνω μηχανικοί πραγματοποίησαν ουσιαστική επίβλεψη του έργου, κατ' άρθρο 91 του π.δ/τος 696/1974.
Οι επικαλούμενες ως άνω υπό στοιχεία (4) και (5) πλημμέλειες, στις οποίες, κατά διαλαμβανόμενα στον ως άνω αναιρετικό λόγο, υπέπεσε το δικαστήριο της παραπομπής, δεν συνιστούν "πράγματα", αλλά αρνητικούς της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ισχυρισμούς και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, οι σχετικοί ως άνω ισχυρισμοί, δεν ιδρύουν τον, εκ του αριθμού 8 εδαφ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Ούτε, εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι είχαν καταρτισθεί ειδικές μελέτες εφαρμογής, αλλά έκρινε, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του, ότι έλαβε χώρα ουσιαστική επίβλεψη του έργου. Σε κάθε περίπτωση με τις αιτιάσεις αυτές, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα η εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την σύνταξη μελετών εφαρμογής και την ουσιαστική επίβλεψη του έργου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Εξάλλου, οι υπό στοιχείο (3) αιτιάσεις κρίνονται απορριπτέες, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για όσους μεν συγκεκριμένους ισχυρισμούς ειδικώς αμφισβήτησε η αναιρεσείουσα, το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν, κατά τα λοιπά, δε, στα πλαίσια του άρθρου 261 εδαφ.
β' του ΚΠολΔ, από τη γενική άρνηση της αγωγής και την μη ειδική αμφισβήτηση των αγωγικών ισχυρισμών, συνήγαγε ομολογία της αναιρεσείουσας, ως προς τα κρίσιμα στην υπόθεση ζητήματα.
Εξάλλου, με το ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, υπό στοιχείο (Β) από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε την ως άνω διάταξη, αφού δεν ερεύνησε τις υποβληθείσες από την αναιρεσείουσα ενστάσεις παραγραφής, καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, τις εκ των άρθρων 374, 681, 684, 685, 689, 690 και 689 του Α.Κ.
ενστάσεις τις ενστάσεις εξόφλησης και αχρεωστήτως καταβληθέντων, καθώς και τον ισχυρισμό περί παρέργου εργασίας της μηχανικού Ε. Ε. Κ.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ως άνω ενστάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό των επιδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, που θεμελίωνε την ένσταση πενταετούς παραγραφής από το άρθρο 250 αρ. 5 του Α.Κ., την οποία προέβαλε η εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, το δικαστήριο της παραπομπής απέρριψε αυτήν, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την ειδικότερη αιτιολογία: "...
Περαιτέρω, ως προς την προβληθείσα πρωτοδίκως από την εναγομένη ένσταση παραγραφής, λόγω παρόδου πενταετίας, πρέπει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 5 του Α.Κ., η αξίωση καταβολής της αμοιβής του μηχανικού παραγράφεται σε πέντε χρόνια, πλην, όμως, η παραγραφή της αξίωσης αυτής, κατά το άρθρο 253 του ίδιου κώδικα αρχίζει μόλις λήξει το έτος, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, η οποία, κατ' άρθρο 251 Α.Κ.
αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Στην προκειμένη δε περίπτωση, οι εργασίες στο κτιριακό έργο της εναγομένης, τις οποίες επέβλεψαν οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί, διήρκεσαν μέχρι τον Αύγουστο του 1997, οπότε και ολοκληρώθηκε το έργο. Κατόπιν τούτου, ενόψει του ότι η αιτούμενη αξίωση της αμοιβής επίβλεψης κατέστη απαιτητή τον Αύγουστο του 1997, με την ολοκλήρωση του έργου, από την 1-1-1998 (που άρχισε η παραγραφή της κατά τα προεκτεθέντα) μέχρι την 28-12-2001 (χρόνος άσκησης της ένδικης αγωγής), δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και, συνεπώς, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος …., που υποκατέστησε τους ως άνω μηχανικούς, για καταβολή της εν λόγω αμοιβής επίβλεψης αυτών, δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της σχετικής προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης ...".
Εξάλλου, το Εφετείο, ενώπιον του οποίου η αναιρεσείουσα επανέφερε την και πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος των αντιδίκων της, απέρριψε αυτήν, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ως μη νόμιμη, με το σκεπτικό ότι τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση της αγωγής καταχρηστική.
Περαιτέρω, επί των ενστάσεων εκ των άρθρων 374, 681, 684, 685, 689, 690 και 689 του Α.Κ., το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε αυτές, δεχόμενο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Τέλος, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι, με αποκλειστική υπαιτιότητα των επιβλεπόντων μηχανικών (των υποκαθισταμένων από το ενάγον), εκ της πλημμελούς επίβλεψής τους, προκλήθηκαν ουσιώδεις κακοτεχνίες στο έργο, με συνέπεια να έχει ασκήσει εναντίον τους σχετική αγωγή, που αφορά, μεταξύ άλλων, και τις κακοτεχνίες αυτές, επί της οποίας (αγωγής), έχει ήδη εκδοθεί η (προσκομιζόμενη με επίκληση) υπ' αριθμ. 1826/2016 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και, συνακόλουθα, κωλύεται η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος για την αιτούμενη αμοιβή επίβλεψης.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι, από τις τυχόν κακοτεχνίες του έργου (τις οποίες πάντως αυτή επικαλείται, με τις προτάσεις της όλως γενικώς και αορίστως, χωρίς να τις προσδιορίζει με ορισμένο και συγκεκριμένο τρόπο), δηλαδή από τα επουσιώδη ή ουσιώδη ελαττώματα αυτού, δεν κωλύεται η γένεση και η έκταση του δικαιώματος του εργολάβου (μηχανικού) επί της αμοιβής του, αλλά παρέχονται στον εργοδότη τα από τα άρθρα 688-690 Α.Κ., προβλεπόμενα δικαιώματα, δηλαδή δικαιούται ο εργοδότης να απαιτήσει, αναλόγως του ελαττώματος, είτε να ζητήσει διόρθωση αυτού μέσα σε εύλογη προθεσμία, ή ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, είτε να ζητήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ...".
Ομοίως, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η, από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την και πρωτοδίκως υποβληθείσα από την εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, ένσταση εξόφλησης και την ένσταση αχρεωστήτως καταβληθέντων, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ενστάσεις αυτές, τις οποίες δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμες κατ' ουσίαν, με το σκεπτικό ότι η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή των υποκαθιστάμενων από το ενάγον μηχανικών, για την επίβλεψη και επιμέτρηση των περιγραφομένων εργασιών στο κτιριακό έργο της εναγομένης, ανέρχεται για μεν τη μηχανικό Ε.
Ε. Κ. στο συνολικό ποσό των 28.393.300 δραχμών και, μετ' αφαίρεση ποσού 2.363.757 δραχμών, που έχει ήδη καταβληθεί έναντι της αμοιβής αυτής, απομένει υπόλοιπο εκ ποσού 26.029.543 δραχμών και ήδη 76.389 ευρώ, για δε τον μηχανικό Β. Λ. στο συνολικό ποσό των 4.032.237 δραχμών και, μετ' αφαίρεση ποσού 491.001 δραχμών, που έχει ήδη καταβληθεί έναντι της αμοιβής αυτής, απομένει υπόλοιπο εκ ποσού 3.541.236 δραχμών και ήδη 10.392,45 ευρώ.
Επίσης, με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση, η, από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παρέργου εργασίας της Μηχανικού Ε.
Ε. Κ.. Ωστόσο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων, κατ' ουσίαν, τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τον συγκροτούν. Επομένως, εφόσον το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε όλους τους ως άνω ισχυρισμούς, ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται, η από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδαφ.
β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξάλλου, απορριπτέες ως απαράδεκτες κρίνονται και οι ενιαίως κρινόμενες, υπό στοιχείο (Α) και με αριθ. (1) και (2) αιτιάσεις της αναιρεσείουσας του ως άνω έκτου αναιρετικού λόγου του κυρίως δικογράφου, από τον αριθμό 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ καθώς και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης υπό τον τίτλο "Πρόσθετοι λόγοι στον έκτο λόγο της αίτησης Αναιρέσεως" και υπό τα στοιχεία (3), (5), (6) και (7), από τους αριθμούς 8, 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι οποίοι αποτελούν, εν πολλοίς, επανάληψη των αιτιάσεων, που διαλαμβάνονται στους απορριφθέντες πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, αλλά και στον πέμπτο και στους συναφείς πρόσθετους αυτού λόγους, με την ίδια αιτιολογία που αναφέρθηκε κατά την έρευνα των παραπάνω αναιρετικών λόγων.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει, επιπροσθέτως, να αναφερθεί ότι, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η με αριθμό 224/2014 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου δεν επέλυσε νομικό ζήτημα, εφόσον η αναίρεση της με αριθμό 296/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς έγινε δεκτή, για το λόγο του αριθμού 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ο Άρειος Πάγος, εξετάζοντας τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, επέλυσε νομικό ζήτημα.
Ειδικότερα, αποτελεί νομικό ζήτημα το εάν πληρούται η όχι το πραγματικό του προβαλλόμενου από τον αναιρεσείοντα λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, συνεπώς, αν επέρχεται, ως έννομη συνέπεια, η αναίρεση ή όχι της απόφασης και, ως εκ τούτου, η παραδοχή ή η απόρριψη λόγου αναίρεσης, ενέχει εξ ορισμού επίλυση νομικού ζητήματος.
Τέλος, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, στον έκτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, υπό το στοιχείο (8), με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το δικαστήριο της παραπομπής, επειδή δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της από 18-11-2016 Γνωμοδότησης, σχετικά με το δεδικασμένο και το αμετάκλητο της με αριθμό 296/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός της αυτός, δεν συνιστά"πράγμα"αλλά πρόκειται για νομικό επιχείρημα, που προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, για την υποστήριξη των απόψεών της, σε σχέση με τα ανακύπτοντα νομικά ζητήματα και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης.
Ενώ, αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθμό 11 εδαφ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ρητά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρεται στην ως άνω Γνωμοδότηση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο διατυπώνονται οι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, καθώς και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθμός 8, 14 και 19 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι στο σύνολό τους, κατά τις διακρίσεις, που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως"αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι, όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (Α.Π. 941/2009, Α.Π. 567/2009, Α.Π. 1586/2008, Α.Π. 1143/2003), της ανακοπής της τριτανακοπής, όχι, όμως, κατά κανόνα, η ένσταση και η αντένσταση, οι οποίες είναι αντικείμενο του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Εξαίρεση υπάρχει μόνο υπέρ των γνήσιων ενστάσεων, που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα (π.χ. ένσταση συμψηφισμού, ως προς την ανταπαίτηση που προτείνεται σε συμψηφισμό) - (Α.Π. 1294/2018, Α.Π. 81/2006). Για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει προβάλλει στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αίτημα που αφέθηκε αδίκαστο (Α.Π. 96/2014 Α.Π. 82/2016).
Εξάλλου, τα άρθρα 440 και 441 του Α.Κ., που ρυθμίζουν τον συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι: "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι: "Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν.
Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.
Η πρόταση του συμψηφισμού, μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) - (Α.Π. 486/2016). Όπως συνάγεται, δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 του Α.Κ. και 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γένεσής τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (Α.Π. 1057/2019, Α.Π. 84/2019, Α.Π. 793/2005).
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και σε συνάφεια και συνάρτηση με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, από τους αριθμούς 8 εδαφ. β' και 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση και συγκεκριμένα δεν εξέτασε την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση περί συμψηφισμού των αναφερομένων απαιτήσεών της για τις οποίες έχει ασκήσει σχετική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με εκείνες των αγωγικών απαιτήσεων των αντιδίκων της.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των εγγράφων προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η τελευταία δεν υπέβαλε σαφή και ορισμένη από τα άρθρα 440 και 441 του Α.Κ. ένσταση περί συμψηφισμού, ώστε να εκτιμηθεί η ανωτέρω αιτίαση, ως παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η ένσταση αυτή ήταν απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, αφού η εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, δεν εξέθετε με σαφήνεια και πληρότητα τα δικαιοπαραγωγικά της ανταπαίτησής της γεγονότα, δηλαδή τα περιστατικά που θεμελιώνουν, κατά νόμο, τις προβαλλόμενες σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις της (βλ.
και Ολ. Α.Π. 20/1992), ούτε και υπήρχε σχετικό αίτημα περί συμψηφισμού. Σύμφωνα λοιπόν και με τις προπαρατιθέμενες σκέψεις, έστω και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί ειδικά επί του ανωτέρω ισχυρισμού, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ήτοι το δικαστήριο της ουσίας, δεν άφησε αίτηση αδίκαστη, αφού ο περί συμψηφισμού ισχυρισμός της εναγομένης, όπως φέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε, ήταν αόριστος και, συνεπώς, δεν θεωρείται ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο εξεταζόμενος έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο διατυπώνεται η από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και ο χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο ή οι λόγοι, που κατά νόμο δικαιολογούν την πρόταση αυτού το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτως ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 183/2014, Α.Π. 2319/2014, Α.Π. 114/2009), αν δε το δικαστήριο εξέτασε τον σχετικό ισχυρισμό στην ουσία του, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (Α.Π. 199/2017). Το γεγονός, εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από τη διάταξη αυτή, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (Α.Π. 1499/2014), μεταξύ των οποίων και εκείνος της διατάξεως με αριθμό 11 περ. α', κατά τους ορισμούς της οποίας αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 1621/2012). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων, που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 315/2008).
Εξάλλου, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1215/2014, Α.Π. 257/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.
β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τοιαύτη περίπτωση συντρέχει και όταν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (κυρίως έγγραφα), δεν προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τρόπο παραδεκτό και νόμιμο, όπως, ειδικότερα, επί διαφοράς εκδικαζομένης κατά ειδική διαδικασία, όπως η διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, όταν αυτά δεν προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, οπότε λαμβάνει χώρα και η κατάθεση των προτάσεων, όπου πρέπει να γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 591 παρ. 1 περ.
γ' έως στ', 614 αριθ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, αλλά προσκομίσθηκαν βραδύτερον, μετά τη συζήτηση, με την προσθήκη στις προτάσεις αυτών, εκτός εάν, τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύουν ισχυρισμό, που προβάλλεται σε αντίκρουση ισχυρισμού του αντιδίκου, που είχε προβληθεί με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (Α.Π. 616/2015, Α.Π. 543/2014, Α.Π. 1058/2011, Α.Π. 659/2007, Α.Π. 1672/2000).
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 346, 453 και 591 παρ. 1 στοιχ. ε' και 524 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ιδίως τα έγγραφα).
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί, δε, η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην, όμως, εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Ολ.
Α.Π. 14/2005, Ολ. Α.Π. 23/2008 Ολ. Α.Π. 9/2000, Α.Π. 794/2017) Τέλος, για το ορισμένο του ως άνω, από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, περί λήψης υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, που δεν προσκομίσθηκε, πρέπει να εξειδικεύεται με το αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, το οποίο, παρά το νόμο, λήφθηκε υπόψη και ειδικότερα επί εγγράφου να προκύπτει η ταυτότητα αυτού (Α.Π. 1472/2018, Α.Π. 478/2017, Α.Π. 874/2015 Α.Π. 1669/2014), να διαλαμβάνεται ο λόγος, για τον οποίο το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν έπρεπε να ληφθεί από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 826/2015, Α.Π. 1058/2011) και, επιπλέον, να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 826/2015, Α.Π. 1058/2011, Α.Π. 839/2010, Α.Π. 1312/2012, Α.Π. 1419/2007).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.
Α.Π. 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 42/2002). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 188/2017).
Για να ιδρυθεί δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 322/2011, Α.Π. 371/2009). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
Α.Π. 42/2002, Α.Π. 237/2019, Α.Π. 1588/2011, Α.Π. 1652/2009, Α.Π. 331/2004). Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (Α.Π. 759/2018, Α.Π. 161/2017, Α.Π. 1967/2009 Α.Π. 1212/2009, Α.Π. 774/1996, Α.Π. 710/1991).
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ. Α.Π. 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 516/2017, Α.Π. 2047/2014, Α.Π. 1573/2006).
Εξάλλου, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον, κατά τη διάταξη αυτή, λόγο αναίρεσης, είναι και η δικαστική ομολογία, που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αφορά την παραδοχή επιβλαβούς για τον ομολογούντα διάδικο πραγματικού γεγονότος (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 1407/2014 Α.Π. 115/2007) και η οποία, κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 1407/2014, Α.Π. 115/2007, Α.Π. 414/2000).
Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί δικαστικής ομολογίας από τα διαλαμβανόμενα σε μαρτυρική κατάθεση πραγματικά περιστατικά, που είναι σε βάρος του διαδίκου, για τον οποίο ο εν λόγω μάρτυρας καταθέτει, τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως από το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης της κατάθεσης του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Η δικαστική ομολογία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 964/2013) και ειδικότερα το αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός, να αναφέρεται αμέσως στο αμφισβητηθέν αντικείμενο της διαφοράς, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν το ομολογούμενο γεγονός αποτελεί απλώς βάση δικαστικού τεκμηρίου, για το αποδεικτέο γεγονός (Α.Π. 403/2017, Α.Π. 2185/2009, Α.Π. 1611/2008, Α.Π. 115/2007).
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του, περιεχομένη στις προτάσεις του εν τούτοις, παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (Α.Π.1003/2017, Α.Π. 469/2009, Α.Π. 1336/2008).
Ως προς το αποδεικτικό μέσο της εξώδικης ομολογίας, όπως είναι αυτή που απευθύνεται σε άλλο δικαστήριο, από αυτό που δικάζει ή περιέχεται σε έγγραφο, που εκδίδεται από διάδικο και εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 352 παρ. 2 και 353 του ΚΠολΔ), η συναγωγή ή μη από το δικαστήριο της ουσίας εξώδικης ομολογίας από έγγραφο, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αν από την προσβαλλόμενη απόφαση συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά τον λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (Α.Π. 1462/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού μέσου, που προσκομίστηκε με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 58/2008).
Ειδικότερα, δε, ως προς την δικαστική ομολογία, διότι, ναι μεν αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), για να δημιουργηθεί όμως, λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρισθεί ότι επικαλέσθηκε αυτή κατά νόμιμο τρόπο και να το αποδεικνύει, προσκομίζοντας τις προτάσεις του (Α.Π. 1139/2009, Α.Π. 389/2008, Α.Π. 894/2008, Α.Π. 356/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. α' και αριθμός 14 του ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, παραβιάζοντας την διάταξη του άρθρου 447 ΚΠολΔ, ήτοι έλαβε υπόψη την ενσωματωμένη στην αγωγή "Τεχνική Έκθεση επιμέτρησης εργασιών και οικονομικός απολογισμός του έργου" της διαδίκου μηχανικού Ε.
Ε. Κ. με τα ενσωματωμένα παραρτήματα αυτής, αλλά και την διάταξη του εδαφ. 2 του άρθρου 393 και του άρθρου 438 του ίδιου κώδικα, ήτοι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Γ. Τ., στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εφόσον η κατάθεσή του αυτή έρχεται σε αντίθεση με δημόσιο έγγραφο, με πλήρη αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η με αριθμό ...
Οικοδομική Άδεια της .... Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, αξιολογείται ως αόριστος και, συνακόλουθα, απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ότι, τους σχετικούς ισχυρισμούς για μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και δικονομική ακυρότητα, είχε επικαλεστεί πρωτοδίκως και ότι έγινε επαναφορά τους στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να έχει τούτο τη δυνατότητα να εκφέρει κρίση επ' αυτών, υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Πέραν, όμως, αυτού, ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, όπως και ο συναφής πρόσθετος λόγος, υπό στοιχείο (8.1) του τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης - ο οποίος, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή του στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης - είναι απαράδεκτος και διότι η εν λόγω "Τεχνική Έκθεση επιμέτρησης εργασιών και οικονομικός απολογισμός του έργου"εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας. Ενώ ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως και ο συναφής πρόσθετος λόγος, υπό στοιχείο (8.2) του τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης - ο οποίος, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή του στους αριθμούς 1, 8, 12, 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης - ότι, δηλαδή, το Εφετείο έλαβε υπόψη την μαρτυρική κατάθεση του Γ. Τ., συζύγου της μηχανικού Ε. Ε. Κ., ο οποίος πραγματοποίησε, αντ' αυτής, την επίβλεψη του επιδίκου έργου μέχρι του σταδίου των σκυροδετήσεων, κρίνεται απορριπτέος, διότι η εν λόγω ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αυτού στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με καταχώρηση στα οικεία πρακτικά, δεν συνιστά μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, εφόσον η αξιοπιστία αυτού εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, με τον ίδιο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος και υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. β' και αριθμός 14 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την μομφή, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη προσκομιδή και επίκληση από τους αναιρεσίβλητους και τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι δέχθηκε σιωπηρώς ότι υφίσταντο και μετ' επικλήσεως προσκομίστηκαν τα κατονομαζόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, που αναφέρεται στη μη νόμιμη προσκομιδή και επίκληση των εν λόγω εγγράφων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε σιωπηρώς υπόψη του έγγραφα, που δεν προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσίβλητους, αλλά, αντίθετα, κατέληξε στην δικαιοδοτική κρίση του, με βάση τα νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητώς μνημονεύει.
Τέλος, με τον ίδιο από τον αριθμό 11 περ. γ' και αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έγγραφα που αυτή νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε παντελώς υπόψη τη με αριθμό ...
Οικοδομική άδεια της ..., την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης Ό. Π., διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης εταιρείας, τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Σ. και Ν. Ζ., την υπεύθυνη δήλωση που αυτή (αναιρεσείουσα) υπέβαλε προς την Πολεοδομία ... το έτος 1998, την από 12-08-1998 αίτηση της Ε. Ε. Κ. στην Πολεοδομία ..., τα αποκόμματα εισιτηρίων, την χειρόγραφη επιμέτρηση σκυροδετήσεων, το από 25-10-1996 χειρόγραφο - ιδιωτικό συμφωνητικό του Γ.
Τ., τα έντυπα εντάλματα κατάθεσης στον λογαριασμό της Ε. Κ. στην "Ε.Τ.Ε.", των αμοιβών των συνεργείων της, ως υπεργολάβων στο έργο, από το περιεχόμενο των οποίων (εγγράφων), θα αποδεικνύονταν οι ουσιώδεις, για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμοί της. Ωστόσο, από την ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στο 10ο φύλλο οπισθία σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Γ.
Τ. και Ό. Π., που εξετάστηκαν, ο πρώτος με επιμέλεια του ενάγοντος και η δεύτερη με επιμέλεια της εναγομένης, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του ιδίου δικαστηρίου, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εφεσίβλητη - εναγομένη με αριθμούς 17132/5-6-2003 ένορκη βεβαίωση του Δ.
Σ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασίλειου Σοφιανόπουλου και 289/6-6-2003 ένορκη βεβαίωση του Ν. Ζ., ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λευκάδας, οι οποίες έχουν ληφθεί κατόπιν νόμιμης, κατ' άρθρα 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο και 681 του ΚΠολΔ, κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την υπ' αριθ. 9782/4-6-2003 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Θ.
Τ.), καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (η τυχόν αναφορά κατωτέρω ορισμένων μόνο από τα έγγραφα αυτά είναι απλώς ενδεικτική, αφού δεν παραλείφθηκε κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς ...
σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :...", σε συνδυασμό με το χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες, αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης και δη από το όλο περιεχόμενό της, τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν στους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό, ήτοι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Επομένως, ο εξεταζόμενος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, κατ' ορθή επαγωγή, θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ. α', β' και γ' του ΚΠολΔ (ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή του και στους αριθμούς 1, 8, 12, 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, σύμφωνα με τις αμέσως παραπάνω διακρίσεις.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση, που το δικαστήριο έχει την εξουσία, συμφώνως προς τους κανόνες των άρθρων 340 και 390 του ΚΠολΔ, να εκτιμήσει ελεύθερα, αντιστοίχως, τις μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτιμήσεως του (Α.Π. 907/2006, Α.Π. 419/2004) και τις, μη συνιστώσες ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, γνωμοδοτήσεις προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, οι οποίες δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο (Ολ.
Α.Π. 11/2005, Α.Π. 1294/2018). Επίσης, τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που τους προσδίδει ο νόμος. Για να έχει αντικείμενο η δικαστική ομολογία, ώστε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και να προσδοθεί σε αυτήν η δέουσα αποδεικτική δύναμη, πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου και έγινε (Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 412/2011, Α.Π. 1517/2008, Α.Π. 648/1999).
Για να θεμελιωθεί, δε, ο λόγος αυτός αναίρεσης, απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σε αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο είναι, ως προς το αποδεικτικό μέσο, το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (Α.Π. 1597/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 12 του ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του μάρτυρος απόδειξης Γ.
Τ. και, συνακόλουθα, τη δεσμευτικότητα της ισχύος της, που περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναφορικά, μεταξύ άλλων με την μη σύνταξη επιμετρήσεων από τους ως άνω μηχανικούς, με το ότι η μηχανικός Ε. Ε. Κ. ασκούσε ως πάρεργο εργασία τα καθήκοντα του υπεργολάβου στο έργο, αναφορικά με την νομιμότητα των κατωτάτων ορίων αμοιβής, της τυπικής επίβλεψης του έργου με εμβαδομετρικό υπολογισμό, καθώς και ως προς την συνολική δαπάνη εκτελέσεως του έργου, παραθέτοντας αποσπάσματα της επ' ακροατηρίου ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος αυτού.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τα περιστατικά που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά, δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, υπό την προαναφερόμενη έννοια, αλλά αφορούν το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε παντελώς υπόψη τη με αριθμό ...
Οικοδομική Άδεια, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο και από την οποία προέκυπτε ότι, στους υποκαθιστάμενους από το ενάγον μηχανικούς είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα της επιβλέψεως του έργου, για της ανάγκες παρακολούθησης της τήρησης των κανόνων της πολεοδομικής υπηρεσίας και μόνο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται από την αναιρεσείουσα ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη, που αποδόθηκε στο έγγραφο αυτό, από το δικαστήριο της ουσίας και πάντως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς, όπως προκύπτει από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη, αξιολόγησε και συνεκτίμησε, εκτός των άλλων αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, και το ως άνω δημόσιο έγγραφο, το οποίο ρητώς μνημονεύει.
Τέλος, προβάλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία των υποκαθισταμένων από το ενάγον μηχανικών, ως προς το ότι τα καθήκοντα αυτών περιορίζονταν στην τυπική επίβλεψη του έργου, για τις ανάγκες τηρήσεως της πολεοδομικής νομοθεσίας, ομολογία η οποία συνάγεται από το αναφερόμενο απόσπασμα της παρέμβασης, που αυτοί άσκησαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της προσφυγής της (αναιρεσείουσας).
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι εκτός του ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει το δικόγραφο της παρέμβασης αυτής, από το οποίο φέρεται ως απορρέουσα η ως άνω ομολογία, ούτε και παραθέτει ολόκληρο το κείμενο του σχετικού δικογράφου, παρά μόνο απόσπασμα αυτού, η επικαλούμενη ομολογία, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά είναι εξώδικη, αφού δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της προκείμενης δίκης, αλλά επ' ευκαιρία άλλης δίκης και ως τέτοια (εξώδικη) εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί.
Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 828/2010). Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 922/2018, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 1276/2017, Α.Π. 1219/2014, Α.Π. 355/2012, Α.Π. 1440/2002).
Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 696/2019). Κατά την έννοια της άνω διατάξεως, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Τα διαδικαστικά δικόγραφα της ίδιας δίκης, δεν αποτελούν έγγραφα (πρβλ.
Α.Π. 77/2011). Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως, ώστε, από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 194/2005), ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1573/2006) και, επιπλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε (Α.Π. 1311/2018, Α.Π. 1875/2006).
Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του από το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (Α.Π. 533/2009, Α.Π. 437/2005).
Τέλος, οι αντιφατικοί, μεταξύ αλλήλων λόγοι αναιρέσεως, που ασκούνται σωρευτικά, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως. Στην περίπτωση αυτή, υπάγονται οι λόγοι αναιρέσεως, όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι το παραμόρφωσε, αφού ο τελευταίος προϋποθέτει λογικά ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο που φέρεται ότι παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρο 559 αριθμός 11 και 20 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα (Α.Π. 1294/2018, Α.Π. 757/2015, Α.Π. 1270/2013, Α.Π. 537/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο και τελευταίο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό 296/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιά και της με αριθμό 5347/2011 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποφάσεις αυτές, ως διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων, κατά την έννοια του νόμου, ήτοι των άρθρων 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ, ούτως ώστε να είναι δεκτικά παραμόρφωσης.
Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό 1826/2016 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που παρήχθη σε άλλη πολιτική δίκη μεταξύ των διαδίκων και η οποία δέχθηκε εν μέρει ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή αποζημιώσεως αυτής (αναιρεσείουσας) κατά των αντιδίκων της.
Με αυτό το περιεχόμενο, ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται, ποιο το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της επικαλούμενης παραμόρφωσης του εγγράφου αυτού.
Επίσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την παραπάνω πλημμέλεια, ήτοι, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως διαλαμβανόμενα, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της μεταξύ αυτής και των υποκαθισταμένων μηχανικών συμβάσεως, η οποία συνάφθηκε τον Μάρτιο του έτους 1994, με την υπογραφή της ανάθεσης ανάληψης έργου, κατά την έκδοση της με αριθμό ... Οικοδομικής Άδειας, στην οποία ρητώς αναφέρεται και καθορίζεται η αμοιβή επίβλεψης του έργου με εμβαδομετρικό προυπολογισμό, αγνοώντας έτσι ότι επρόκειτο περί συμβάσεως έργου τυπικής επίβλεψης και όχι ουσιαστικής επίβλεψης, κατά το άρθρο 91 του π.δ/τος 669/1994, ως εσφαλμένα υπέλαβε το δευτεροβάθμιο, κατά παραπομπή, Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο για αυτήν (αναιρεσείουσα) αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όμως, δεν προσκομίζει προς απόδειξη του ανωτέρω λόγου αναίρεσης το εν λόγω έγγραφο, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του και να διαπιστωθεί, αν υπήρξε παραμόρφωση αυτού και, κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος.
Επίσης, υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε γνώση των λοιπών αναφερομένων εγγράφων, τα οποία επηρεάζουν ουσιωδώς την έκβαση της δίκης παρά το ότι μετ' επικλήσεως προσκομίστηκαν σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα τη με αριθμό ... Οικοδομική Άδεια, την από 12-08-1998 Αίτηση της Ε.
Κ. προς την Πολεοδομία, την χειρόγραφη επιμέτρηση σκυροδετήσεων το από 25-10-1996 χειρόγραφο - ιδιωτικό συμφωνητικό του Γ. Τ. και τα έντυπα εντάλματα κατάθεσης, στον λογαριασμό της Ε. Κ. στην "….." των αμοιβών των συνεργείων, ως υπεργολάβων στο έργο. Ο παραπάνω λόγος, κατά το σκέλος αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι εκτός του ότι η αναιρεσείουσα κανένα από τα παραπάνω έγγραφα δεν προσκομίζει, ώστε να εκτιμηθεί το περιεχόμενό τους και να διαπιστωθεί αν υπήρξε παραμόρφωση αυτών, αντιφάσκει με τον, από τον αριθμό 11 εδαφ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατά τα ανωτέρω κρίθηκε απορριπτέος. Τέλος, με τον ίδιο πρόσθετο λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 20-03-2006 παρέμβασης, που κατέθεσαν οι υποκαθιστάμενοι Μηχανικοί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, κατά τη συζήτηση προσφυγής της (αναιρεσείουσας), στις 31-10-2006.
Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει το εν λόγω δικόγραφο, ώστε να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του και να διαπιστωθεί, αν υπήρξε παραμόρφωση αυτού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της, καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθισταμένου πλέον άνευ αντικειμένου του αιτήματος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, κατ' άρθρα 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, του αιτήματος περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 940 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την επιβολή, κατ' άρθρο 947 του ΚΠολΔ, χρηματικής ποινής και του αιτήματος περί επιβολής των ποινών τάξεως του άρθρου 205 του ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη από διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους και κατέθεσαν χωριστές έγγραφες προτάσεις και ειδικότερα του πρώτου αυτών χωριστά και των δεύτερης και τρίτου αυτών από κοινού, αφού αυτοί είχαν κοινή εκπροσώπηση και κατέθεσαν κοινές έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό …….ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την από 04-09-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου 992/99/17-09-2018 και του παρόντος Δικαστηρίου 1027/2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 04-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 119/11-12-2020, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης της με αριθμό 194/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσίβλητων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ, καθώς και τη δικαστική δαπάνη των δευτέρας και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Απορρίπτει την υποβληθείσα, αίτηση της αναιρεσείουσας, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, καθώς και τα λοιπά αιτήματα αυτής.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ