Supreme Court dismisses appeal on insurance contract termination, ruling evidence assessment is non-reviewable.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision terminating an insurance contract due to alleged non-disclosure of pre-existing conditions. The appellants argued the lower court violated common sense by accepting medical records from 2006 as proof of illness despite a lack of prescriptions until 2011. The court held that evaluating the probative value of evidence and determining factual circumstances falls under the exclusive discretion of the trial court and is not subject to appellate review.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 3 para. 1 & 6 of Law 2496/1997; Art. 559 no. 1 sub. b' of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review the trial court's assessment of evidence or factual findings, as these constitute matters of fact rather than the erroneous application of legal principles or common sense.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 912 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 912/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Π. του Π., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Λ., ... και 3) Α. Π. του Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καρανίκο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία - Μιχαήλ Μαρκόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2014 αγωγή των ήδη πρώτης και τρίτου αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2118/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που αναφέρονται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζονται τα εξής: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή".
Εξάλλου, κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου 3 του ως άνω νόμου "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να θέσει στο λήπτη της ασφάλισης συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις, τις οποίες αυτός οφείλει να απαντήσει. Τα ζητήματα δε που ο ασφαλιστής έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεών του τεκμαίρεται (νόμιμο τεκμήριο) ότι είναι τα μόνα που επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.
Δηλαδή αυτά και μόνον θεωρούνται εκ του νόμου ότι είναι στον κύκλο των ζητημάτων και οι επ' αυτών απαντήσεις-πληροφορίες του λήπτη μπορεί να συνιστούν -κατά περίπτωση- αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου. Σε περίπτωση παράβασης από το λήπτη της ως άνω υποχρεώσεώς του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος.
Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.
Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή ανεξαρτήτως αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή δεν έχει σημασία αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή (ΑΠ 720/2007).
Σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει κατ" αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015).
Βασική όμως προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυβέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε. Επομένως, δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σβ κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 70/2015, ΑΠ 1093/2010).
Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 529/2018, ΑΠ 1759/2017, ΑΠ 627/2016).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
ΑΠ 18/2008, Ολ. ΑΠ 15/2006). Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει η προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό αυτής, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί πλεοναστικώς ή αφηγηματικώς διαλαμβανομένων αιτιολογιών αυτής (ΑΠ 1113/2017). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους μέρος της τα ακόλουθα: "Ο αποβιώσας στις 29-1-2013 Λ. Π. του Λ., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των λοιπών εναγόντων, οι οποίοι αποτελούν τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, κατήρτισε με την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" τις εξής τραπεζικές συμβάσεις Α) στις 9-1-2001 κατήρτισε την με αριθμό ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου......Β) στις 2-10-2006 κατήρτισε τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου .....Γ) Στις 25-10-2006 από κοινού με την πρώτη των εναγόντων κατήρτισαν την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου.....Δ) Στις 25-10-2006 από κοινού με την πρώτη των εναγόντων κατήρτισαν τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου....
και Ε) Στις 4-4-2008 από κοινού με την πρώτη των εναγόντων κατήρτισαν τη με αριθμό ... σύμβαση δανείου ... και αντίστοιχες αιτήσεις ασφάλισης προκειμένου να ενταχθούν στο.....ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής για τον κίνδυνο θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια....Άπασες οι ως άνω αιτήσεις ασφάλισης συμπληρώθηκαν από τους αρμόδιους υπαλλήλους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία τύγχανε και η δικαιούχος ταυ ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου, βάσει των απαντήσεων που έδινε ο αιτών, Λ.
Π. του Λ. και η πρώτη ενάγουσα στις εκάστοτε ερωτήσεις στα διάφορα πεδία, ακολούθως δε εκτυπώθηκαν και υπογράφηκαν από τους τελευταίους. Αναφορικά με το περιεχόμενο των εν λόγω αιτήσεων ασφάλισης σημειώνεται ότι στην πρώτη σελίδα εκάστης των αιτήσεων γίνεται αναφορά της ημερομηνίας σύνταξής της, των στοιχείων του ασφαλιζόμενου και του δανείου, του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου, του δικαιούχου του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς και των ασφαλιστικών καλύψεων, είναι δε ενσωματωμένο το ερωτηματολόγιο υγείας, ενώ στη δεύτερη σελίδα αυτών, ακολουθούν οι ειδικοί όροι που θα διέπουν την εκάστοτε ασφαλιστική σύμβαση.
Τα πεδία στο ερωτηματολόγιο υγείας ομοίως συμπληρώθηκαν από τους υπαλλήλους της άνω τράπεζας βάσει των σχετικών απαντήσεων του Λ. Π. του Λ. στις εκάστοτε ερωτήσεις. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων τέθηκαν και οι ακόλουθες ερωτήσεις στον ως άνω αποβιώσαντα - ασφαλισμένο : Α) στις με ημερομηνία 27-10-2006 δύο αιτήσεις συμμετοχής σε ομαδική ασφάλιση "1.
Έχετε ή είχατε ποτέ πρόβλημα ή είχατε ποτέ υποβληθεί σε θεραπεία εξαιτίας : α. καρδιακής προσβολής, στηθάγχης, αρτηριοσκλήρυνσης, καρκίνου, οιουδήποτε όγκου, διαβήτη, ενδοκρινολογικών διαταραχών, υπέρτασης, έλκους, παράλυσης, ασθένειας της καρδιάς, πνευμόνων, εγκεφάλου, ήπατος, στομάχου ή νεφρών, παγκρέατος, νευρολογικών ή διανοητικών διαταραχών ή κάποια άλλη σωματική βλάβη ή ασθένειας;
β. λοίμωξης από τον ιό HIV, σύνδρομο AIDS ή άλλη σεξουαλικά σχετιζόμενη ασθένεια; 2. Έχετε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ή νοσοκομειακή περίθαλψη κατά τα τελευταία 5 χρόνια ή μείνατε εκτός εργασίας κατά τα τελευταία 2 χρόνια περισσότερο από 15 συνεχείς ημέρες εξαιτίας ασθένειας ή τραυματισμού; Β) Στις με ημερομηνία 12-2-2010 δύο αιτήσεις συμμετοχής σε ομαδική ασφάλιση προστέθηκε και η ερώτηση 2....Έχετε λάβει αποζημίωση ανικανότητας για εργασία από ατύχημα ή ασθένεια από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή ασφαλιστική εταιρία;" ενώ έχει προστεθεί στο περιεχόμενο της υπό στοιχείο Ια ως άνω ερώτησης και η τυχόν υποβολή σε θεραπεία για δυσλιπιδαιμία.
Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν για κάθε μία αίτηση ξεχωριστά, ο ερωτηθείς σχετικά ασφαλισμένος απάντησε αρνητικά, οπότε τα οικεία πεδία συμπληρώθηκαν από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας με την ένδειξη "ΟΧΙ". Στη συνέχεια του ερωτηματολογίου, στην πρώτη σελίδα των αιτήσεων περιλήφθηκαν επιπλέον όροι σύναψης και λειτουργίας της σύμβασης ασφάλισης μεταξύ των οποίων και ο όρος ότι "δηλώνω υπεύθυνα [εννοείται ο αιτών και μετέπειτα ασφαλισμένος] ότι έλαβα γνώση των όρων της ασφάλισης, τους οποίους αποδέχομαι πλήρως και ότι οι δηλώσεις και απαντήσεις μου που αφορούν την ασφάλισή μου ή το δάνειο μου είναι αληθείς και ακριβείς. - Γνωρίζω και αποδέχομαι ότι ψευδείς ή ανακριβείς δηλώσεις ή απαντήσεις μου μπορεί να επιφέρουν ακύρωση της ασφάλισής μου" και στη συνέχεια στο οπισθόφυλλο των αιτήσεων αναφέρονταν οι όροι ασφάλισης, οριζόταν ως δικαιούχος του ασφαλίσματος η Τράπεζα, και ως εξαιρέσεις από την ασφάλιση αναφέρονταν μεταξύ άλλων εξαιρέσεων και τα εξής : "για την εφαρμογή του παρόντος εξαιρούνται οι κίνδυνοι, οι οποίοι προέρχονται ή οφείλονται άμεσα ή έμμεσα, ολικά ή μερικά σε παθήσεις, σωματικές βλάβες ή ασθένειες, οι επιπλοκές αυτών καθώς και τα επακόλουθά τους, οι οποίες προϋπήρχαν της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του Ασφαλιστηρίου ή επαναφοράς του σε ισχύ και ο Ασφαλισμένος δεν δήλωσε την ύπαρξή τους κατά τη σύναψη της σύμβασης".
Ακολούθως, μετά την υποβολή των ως άνω αιτήσεων και τη συμπλήρωση των ερωτηματολογίων, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, στην οποία διαβιβάσθηκαν (οι αιτήσεις ασφάλισης), ενέταξε τον Λ. Π. του Λ. στην ομαδική ασφάλιση των με αριθμών ... ομαδικών "ασφαλιστηρίων ζωής για τον κίνδυνο θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια" και υπό τους όρους των ως άνω ασφαλιστηρίων, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, οπότε και εκδόθηκαν τα σχετικά ατομικά πιστοποιητικά ομαδικής ασφάλισης.
Βάσει των γενικών όρων ασφάλισης των ως άνω δύο ομαδικών συμβολαίων, των οποίων γνώση έλαβε ο αποβιώσας, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ρητά προβλεπόταν ότι: α) "Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο ασφαλισμένος υποχρεούται να δηλώσει στην εταιρία (εναγόμενη) κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου καθώς και να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση της εταιρίας (3ος όρος) και β) ότι "για την εφαρμογή του παρόντος εξαιρούνται οι κίνδυνοι, οι οποίοι προέρχονται ή οφείλονται άμεσα ή έμμεσα, ολικά ή μερικά σε:
παθήσεις, σωματικές βλάβες ή ασθένειες, οι επιπλοκές αυτών καθώς και τα επακόλουθά τους, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στις ερωτήσεις του ιατρικού ερωτηματολογίου της αίτησης ασφάλιση, προϋπήρχαν της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της Ασφάλισης και ο Ασφαλισμένος δεν δήλωσε την ύπαρξή τους κατά τη σύναψη της σύμβασης." (5ος όρος), ενώ από τον επισυναπτόμενο στα ως άνω ασφαλιστήρια συμβόλαια πίνακα παροχών υποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και συγκεκριμένα, σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, η ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να καταβάλει το ανάλογο ασφάλισμα στη δανείστρια τράπεζα, που είχε οριστεί από αυτόν (συμβαλλόμενο) με την αίτηση του ως ανέκκλητος δικαιούχος του ασφαλίσματος και το οποίο θα ισούταν με το ανεξόφλητο υπόλοιπο του αρχικού ποσού του δανείου κατά την ημερομηνία επέλευσης του θανάτου (ασφαλιστικού κινδύνου), όπως αυτό ορίζεται από τη δανειακή σύμβαση και προκύπτει από το χωρίς καθυστερήσεις πληρωμών, σχέδιο αποπληρωμής του δανείου.
Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ο δανειολήπτης και ασφαλισμένος Λ. Π. του Λ. απεβίωσε στις 29 Ιανουάριου 2013, στην ευρισκόμενη στη Θεσσαλονίκη οικία του, ο δε θάνατός του επήλθε όπως αναγράφεται στην με αριθμό ....2013 συνταχθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου, με βεβαίωση του ιατροδικαστή Π. Μ., από "στένωση - απόφραξη στεφανιαίων αρτηριών του μυοκαρδίου".
Ακολούθως, με την από 12.02.2013 έγγραφη δήλωση αναγγελίας θανάτου, την οποία παρέλαβε η εναγόμενη στις 13.02.2013, οι ενάγοντες γνωστοποίησαν προς την τελευταία την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι αυτοί ουδεμία ευθύνη έχουν για την αποπληρωμή των με αριθμών ... δανείων και για το 50% του οφειλόμενου κεφαλαίου των με αριθμών ..., ..., ...
δανείων, δεδομένου ότι βάσει των ως άνω συναφθεισών συμβάσεων ασφάλισης και, ενόψει της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, η εναγομένη όφειλε να καταβάλει το ασφάλισμα στην δανείστρια τράπεζα, η οποία ήταν δικαιούχος αυτού και η οποία, εξ αυτού του λόγου, έπρεπε να διεκδικήσει την καταβολή του από την εναγόμενη.
Εντούτοις, η εναγομένη με επιστολές που έστειλε προς τη δανείστρια τράπεζα και την πρώτη ενάγουσα με ημερομηνία 11.04.2013, γνωστοποίησε την πρόθεσή της περί μη καταβολής του ασφαλίσματος, καθόσον βάσει των προσκομισθέντων ιατρικών στοιχείων, προέκυψε ότι ο παθών, ενώ γνώριζε ότι έπασχε από ασθένειες, πριν από την ημερομηνία ασφάλισης.....τις απέκρυψε και δεν τις δήλωσε κατά τη συμπλήρωση και υπογραφή των αιτήσεων ασφάλισης, καθώς στη σχετική ερώτηση που περιλαμβάνεται στο ιατρικό ερωτηματολόγιο των αιτήσεων απάντησε αρνητικά και ως εκ τούτου, ο αποβιώσας, αποκρύπτοντας δολίως τις ως άνω ασθένειες του, παρέβη την υποχρέωσή του που απορρέει από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν 2496/1997.
Συγκεκριμένα η εναγομένη απέστειλε προς την δανείστρια τράπεζα την με την με αριθμό πρωτοκ. .../2013 επιστολή (όσον αφορά τις με αριθμούς ... δανειακές συμβάσεις), την με αριθμό πρωτ. .../13 επιστολή (όσον αφορά την με αριθμ. ... δανειακή σύμβαση) και την με αριθμό πρωτ. .../2013 επιστολή (όσον αφορά τις με αριθμούς ...
δανειακές συμβάσεις) και προς την πρώτη ενάγουσα...... Ως εκ τούτου η ασφαλιστική εταιρεία γνωστοποίησε στις ανωτέρω, δανείστρια τράπεζα και την πρώτη ενάγουσα, με τις προρρηθείσες από 11-4-2013 επιστολές της ότι: ουδεμία υποχρέωση έχει απέναντι στην Εμπορική Τράπεζα, και κατήγγειλε τις ανωτέρω συμβάσεις ασφάλισης του ασφαλισμένου δανειολήπτη Π.
Λ., στις προαναφερόμενες ασφαλίσεις, ενώ διατήρησε την ισχύ όσων συμβάσεων ασφάλισης ήταν συμβαλλόμενη η σύζυγος του (πρώτη ενάγουσα) και μόνο για εκείνη. Δεδομένης άλλωστε, της απάντησης αυτής από την εναγομένη, η δανείστρια (Εμπορική Τράπεζα) δεν αξίωσε την καταβολή του ασφαλίσματος από αυτήν, και δεν προέβη σε κάποια νομική ενέργεια διεκδίκησής του, και γι' αυτό το λόγο οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αγωγή.
Η εναγομένη, ισχυρίζεται ότι ο αποθανών, κατά τον χρόνο σύνταξης των αιτήσεων συμμετοχής σε ομαδική ασφάλιση, ήτοι κατά την 27- 10-2006 και 12-2-2010, απέκρυψε δολίως κατά τη σύνταξη των σχετικών ερωτηματολογίων αυτών ότι έπασχε από "αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία", ήτοι από ασθένειες που προϋπήρχαν της ασφάλισής δεν δήλωσε αυτές, κατά τη συμπλήρωση και υπογραφή των αιτήσεων ασφάλισης, καθώς η σχετική ερώτηση περιλαμβάνονταν στο ιατρικό ερωτηματολόγιο των αιτήσεων.
Όσον αφορά τις ανωτέρω αιτιάσεις της εναγόμενης, απεδείχθη ότι κατά τη συμπλήρωση των ενδίκων αιτήσεων ασφάλισης (27-10-2006 και 12-2-2010) ο θανών έπασχε όντως από Αρτηριακή Υπέρταση και Δυσλιπιδαιμία ο δε θάνατός του συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω καρδιολογικής φύσης παθήσεις του. Αυτό προκύπτει: Α) από τις σελίδες με ημερομηνίες 15-6-2006 και με αύξοντες αριθμούς 6, 7 και 8 του βιβλιαρίου ασθένειας του ως άνω ασφαλισμένου θανόντος, στις οποίες ο ιατρός καρδιολόγος Π.
Σ., φαίνεται να παραπέμπει αυτόν να κάνει κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις (μεταξύ άλλων και για Γενική αίματος, σάκχαρο, ουρία κρεατίνη, (σ.6) γενική ούρων, τριγλυκερίδια, χοληστερίνη (σ.7), και έλεγχο θυρεοειδούς Τ3, Τ4 Τ8Η(σ.8)} και στη αιτιολογία της νόσου για τη οποία πρέπει να γίνουν οι εξετάσεις αυτές, ο ανωτέρω ιατρός στο πεδίο "ΝΟΣΟΣ" των ανωτέρω σελίδων συμπλήρωσε, στη σελ. 6 "Αρτηριακή Υπέρταση, Υπερλιπιδαιμία", στη σελ. 7 "Αρτηριακή Υπέρταση" και "Τρανσα μινασαιμία "και στη σελ 8 " Αρτηριακή Υπέρταση" και Ταχυκαρδία".
Β) από τις σελίδες με ημερομηνία 4-10-2006 και με αύξοντες αριθμούς 9,10,11 και 12 του βιβλιαρίου ασθένειας του ως άνω ασφαλισμένου θανόντος, στις οποίες ο ιατρός καρδιολόγος Π. Σ., φαίνεται να παραπέμπει αυτόν να κάνει κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις {μεταξύ άλλων δοκιμασία κόπωσης (σ.9) γενική ούρων, τριγλυκερίδια, χοληστερίνη (σ.10,11,και 12),} και στη αιτιολογία της νόσου για τη οποία πρέπει να γίνουν οι εξετάσεις αυτές, ο ανωτέρω ιατρός αναγράφει, "προκάρδιο άλγος" "Αρτηριακή Υπέρταση" (σ.9) και "Αρτηριακή Υπέρταση", Υπερλιπιδαιμία" (σελ. 10, 11 και 12), Γ) από την με ημερομηνία 11.3.2013 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού του, καρδιολόγου, Π.
Σ. στην οποία τούτος βεβαιώνει, ότι "ο αποβιώσας στις 29 Ιανουάριου 2013 Λ. Π. του Λ., ηλικίας, κατά τον χρόνο εκείνο, 54 ετών, 4 έπασχε, αρχής γενομένης από το έτος 2006 περίπου, από αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία εξ αυτού δε του λόγου, ακολουθούσε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή η οποία συνίστατο στην ημερήσια λήψη ενός δισκίου copalia (10/160 mg ) και ενός δισκίου Atrost (20 mg)", Δ) από την με ημερομηνία 9-10-2006 δοκιμασία κοπώσεως σε κυλιόμενο τάπητα του ανωτέρω ασφαλισμένου, που πραγματοποιήθηκε στο διαγνωστικό κέντρο "..." και στο ιστορικό ασθενούς της εξέτασης αυτής βεβαιώνεται "Προκάρδια άλγη - ΑΥ (ήτοι αρτηριακή υπέρταση).
Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα, ότι ήδη πριν από την 15 Ιουνίου 2006, ο ως άνω ασφαλισμένος είχε διαγνωσμένες νόσους Αρτηριακή Υπέρταση και Υπερλιπιδαιμία. Οι ενάγοντες, ισχυρίζονται με την υπό κρίση αγωγή τους και επαναλαμβάνουν με την έφεσή τους, ότι ο αποβιώσας ήταν καθ' όλα υγιής, κατά το χρόνο κατάρτισης των ως άνω συμβολαίων ασφάλισης και ότι τα όποια προβλήματα αρτηριακής υπέρτασης και δυσλιπιδαιμίας αντιμετώπισε, εμφανίστηκαν αργότερα ήτοι το 2011, δηλαδή σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο των ασφαλιστήριων συμβολαίων και επομένως απάντησε αληθώς στις υποβληθείσες σ' αυτόν ερωτήσεις στο ιατρικό ερωτηματολόγιο των αιτήσεων.
Προς επίρρωση αυτών διατείνονται ότι οι από 15-6-2006 και 4-10-2006 αναγραφές στο βιβλιάριο ασθενείας του ασφαλισμένου, στο πεδίο "ΝΟΣΟΣ" των λέξεων "Υπεριλιπιδαιμία", "προκάρδιο άλγος" και "Αρτηριακή Υπέρταση" δεν αποτελούν διάγνωση αλλά τη νόσο που είναι προς διερεύνηση και που είναι ο λόγος για τον οποίο παραγγέλλεται από τον ιατρό η διενέργεια εξετάσεων διότι διαφορετικά τα ασφαλιστικά ταμεία δεν θα κάλυπταν το κόστος των εξετάσεων.
Τα ανωτέρω όμως δεν αποδείχθηκαν. Αντιθέτως, όπως προαναφέρθηκε αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας στις 29 Ιανουάριου 2013 Λ. Π. του Λ., ηλικίας, κατά τον χρόνο θανάτου 54 ετών, έπασχε, αρχής γενομένης από το έτος 2006 περίπου, από αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία εξ αυτού δε του λόγου, ακολουθούσε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή η οποία συνίστατο στην ημερήσια λήψη ενός δισκίου copalia (10/160 mg) και ενός δισκίου Atrost (20 mg), όπως βεβαιώνεται με την από 11.03.2013 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού καρδιολόγου, Π.
Σ., που είναι ο ίδιος ιατρός ο οποίος διέταξε να διενεργηθούν οι εξετάσεις από τον ασφαλισμένο στις 15-6-2006 και 4-10- 2006 και που συμπλήρωσε τις σελίδες του βιβλιαρίου ασθένειας του αποβιώσαντος, όπου καταγράφεται για πρώτη φορά στη θέση νόσος η ένδειξη "Αρτηριακή υπέρταση - δυσλιπιδαιμία". Εξάλλου, οι ισχυρισμοί των εναγόντων, ότι οι ως άνω εγγραφές αφορούσαν προληπτικό έλεγχο και έγιναν προκειμένου να δικαιολογηθεί το κόστος των εν λόγω εξετάσεων από τον ασφαλιστικό του φορέα του αποβιώσαντος, πέραν του ότι έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το περιεχόμενο της ιατρικής βεβαίωσης του ως άνω ιατρού, ουδόλως επιβεβαιώνονται από κάποιο έτερο αποδεικτικό μέσο.
Αντιθέτως, από το ίδιο το βιβλιάριο ασθένειας του ασφαλισμένου, προκύπτει ότι εάν γινόταν προληπτικός έλεγχος κάποιας νόσου αυτό θα αναγραφόταν όπως πχ στις σελίδες 44 και 45 του ιδίου βιβλιαρίου με ημερομηνία 31-5-2010, σε εξετάσεις που αφορούσαν την εμμέσως ασφαλιζόμενη σύζυγο του, ανεγράφη στο πεδίο "ΝΟΣΟΣ" "προληπτικός έλεγχος μαστών".
Εξάλλου, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί της κατάστασης της υγείας του αποβιώσαντος ουδόλως αναιρείται από μόνο το γεγονός ότι από την ημερομηνία χορήγησης σ' αυτόν του ατομικού συνταγολογίου του (29.03.2000) έως το έτος 2011, οπότε, και κατά τα εκ μέρους τους ισχυριζόμενα, εμφανίστηκαν οι. ως άνω παθήσεις, ουδέν φάρμακο του είχε συντανογραφηθεί μέχρι τότε, καθώς η ως άνω ανυπαρξία συνδέεται με το γεγονός του εάν ο αποβιώσας κάλυπτε εξ ιδίων το κόστος αγοράς των φαρμάκων του ή εάν συμμετείχε στην αγορά αυτών με κάποιο ποσοστό και δεν καταδεικνύει από μόνο του την ανυπαρξία παθήσεων.
Εξάλλου, η έλλειψη συνταγογράφησης φαρμάκου στο βιβλιάριο του ως άνω ασφαλισμένου δεν μπορεί να αναιρέσει την από 11.03.2013 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού καρδιολόγου, Π. Σ., ο οποίος βεβαιώνει ότι ο ως άνω ασφαλισμένος έπασχε "αρχής γενομένης από το έτος 2006 περίπου, από αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία".
Περαιτέρω, ας σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι ιατρικές - αιματολογικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο αποβιώσας προ του 2011 είχαν χώρα στο πλαίσιο γενικού προληπτικού ελέγχου και όχι λόγω συγκεκριμένης ασθένειας του, αναιρείται από το γεγονός ότι ουδεμία σχετική εγγραφή περί διενέργειας αιματολογικών εξετάσεων υπάρχει στο βιβλιάριο ασθένειας του προ του 2006, πολύ δε περισσότερο συνεπεία αρτηριακής υπέρτασης δυσλιπιδαιμίας.
Ως εκ τούτου, από όλα τα ανωτέρω το Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι ο ασφαλισμένος, Λ. Π., κατά την ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων ασφάλισης για σύναψη ασφάλισης ζωής στην εναγόμενη, στις 27.10.2006,07.04.2008 και 12.02.2010, στις οποίες προέβη αυτοβούλως, οπότε και συμπληρώθηκαν τα προαναφερθέντα ερωτηματολόγια υγείας βάσει των απαντήσεων που ο ίδιος έδωσε, έπασχε από "αρτηριακή υπέρταση" και "δυσλιπιδαιμία" και εξ αυτού του λόγου, ο θεράπων ιατρός αυτού καρδιολόγος - στα όποια παραστατικά εξετάσεων εξέδωσε από τον Ιούνιο του 2006 και εντεύθεν, καθώς και στη δοκιμασία κοπώσεως στην οποία τον υπέβαλε τον Οκτώβριο του 2006 ανέγραφε ως νόσο και ιστορικό την ένδειξη " αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία".
Επομένως, ο αποβιώσας ασφαλισμένος κατά την υποβολή της αίτησης για σύναψη του ασφαλιστικού συμβολαίου και συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου υγείας, απέκρυψε δολίως στα ερωτήματα με αριθμ. 1 την πραγματική κατάσταση της υγείας του. Ο δε θάνατος του συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω καρδιολογικής φύσης παθήσεις του, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμ.
πρωτ. ....02.2013 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Π. Μ., παρά τα όσα αναληθώς ισχυρίζεται ο μάρτυρας, Ι. Α., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως, ενώπιον της- συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., ότι ο αποβιώσας μετά τη θεραπεία για την αρτηριακή υπέρταση δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα. Επομένως, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι όταν ο ασφαλισμένος, Λ.
Π., υπέβαλε στην εναγομένη τις προρρηθείσες αιτήσεις του (προτάσεις) για την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων ασφάλισης, γνώριζε όλα τα σχετικά με το ιατρικό του ιστορικό στοιχεία, τα οποία αντικειμενικά ερευνώμενα και εκτιμώμενα ως σύνολο τυγχάνουν ουσιώδη, υπό την έννοια ότι ήταν ικανά να επηρεάσουν την κατάρτιση των συγκεκριμένων συμβάσεων ασφάλισης ή το περιεχόμενο των όρων τους, δοθέντος του ότι εάν η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία τα γνώριζε, είτε δεν θα κατήρτιζε καθόλου τη σύμβαση, είτε ενδεχομένως θα είχε συμφωνήσει διαφορετικούς όρους, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του με αριθμ. ...
ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι: "Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος έχει απαντήσει θετικά σε ερώτηση του ιατρικού ερωτηματολογίου που περιλαμβάνεται στην αίτηση ασφάλισης ... τότε η ασφάλιση περιορίζεται στην κάλυψη θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας για εργασία από ατύχημα".
Η ως άνω δε κρίση επιβεβαιώνεται εμμέσως και από το περιεχόμενο των αιτήσεών του, στις οποίες αναγράφεται ότι "σε περίπτωση που απαντήσετε "ναι" (σ.σ. στο ιατρικό ερωτηματολόγιο) παρακαλούμε να δώσετε περισσότερες λεπτομέρειες, όπως ημερομηνίες διάρκεια - σημερινή κατάσταση υγείας, καθώς και ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις ιατρών και νοσοκομείων ή κλινικών".
Επομένως, δεδομένου ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε πριν από την εκ μέρους της εναγομένης γνώση της παράβασης από τον ασφαλισμένο της του προαναφερόμενου ασφαλιστικού βάρους, αναλογικά εφαρμοζόμενης της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. β' του ν. 2496/1997, αυτή απαλλάσσεται και μάλιστα αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις προσκομιζόμενες πρώτη φορά ενώπιων του παρόντος Δικαστηρίου ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών καρδιολόγων Δ. Τ. και Γ. Μ.. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες εξακολουθούν να ευθύνονται έναντι της δανείστριας τράπεζας για την αποπληρωμή των δανείων του δανειολήπτη Λ. Π. ως εκ της κληρονομικής τους ιδιότητας".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε απορρίψει ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την αγωγή αυτών ως κληρονόμων του ασφαλισμένου Λ. Π., με την οποία ζητούσαν, ασκώντας πλαγιαστικά το δικαίωμα της δανείστριας τράπεζας, επειδή η ίδια αδρανεί, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη- εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην τελευταία με βάση τα συναφθέντα ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια και λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης του θανάτου του ασφαλισμένου, το ασφάλισμα που αντιστοιχεί στο ανεξόφλητο υπόλοιπο των στεγαστικών δανείων που είχε λάβει ο ασφαλισμένος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε με την προσήκουσα υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου της εφαρμοσθείσας διάταξης, αφού έκρινε ότι ο αποβιώσας ασφαλισμένος γνώριζε πριν την κατάρτιση των ομαδικών ασφαλίσεων ζωής ότι έπασχε από αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία και δολίως απέκρυψε τις παθήσεις αυτές απαντώντας αρνητικά στο σχετικό ερωτηματολόγιο υγείας και έτσι δέχθηκε την ένσταση απαλλαγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας από την καταβολή του ασφαλίσματος.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την καταβολή του ασφαλίσματος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ειδικότερα, δέχθηκε α) ότι ο συγγενής (σύζυγος και πατέρας) των αναιρεσειόντων είχε ενταχθεί στα ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής της αναιρεσίβλητης για τον κίνδυνο θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, σε περίπτωση επέλευσης του οποίου η αναιρεσίβλητη υποχρεούτο να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα ως ασφάλισμα το ανεξόφλητο υπόλοιπο των στεγαστικών δανείων β) ότι ο ασφαλισμένος απάντησε αρνητικά στο ενσωματωμένο στα ασφαλιστήρια συμβόλαια ερωτηματολόγιο υγείας γ) ότι πριν την κατάρτιση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ο ασφαλισμένος είχε διαγνωσθεί ότι έπασχε από αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία και ακολουθούσε ανάλογη φαρμακευτική αγωγή, παθήσεις τις οποίες δολίως παρέλειψε να δηλώσει κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου δ) ότι ο ασφαλισμένος απεβίωσε στις 29-1-2013 από στένωση- απόφραξη των στεφανιαίων αρτηριών του μυοκαρδίου και ε) ότι τα στοιχεία αυτά (παθήσεις) ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου υπό την έννοια ότι εάν η αναιρεσίβλητη γνώριζε την πραγματική κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου είτε δεν θα κατήρτιζε τη σύμβαση είτε θα την κατήρτιζε με διαφορετικούς όρους.
Η περιεχόμενη (πλεοναστικώς) στην προσβαλλόμενη απόφαση κρίση ότι ο θάνατος του ασφαλισμένου συνδέεται αιτιωδώς με τις προϋπάρχουσες παθήσεις είναι αδιάφορη για την εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 6 του Ν. 2496/1997 και δεν επέδρασε στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο στηρίχθηκε αποκλειστικά στη σκόπιμη αποσιώπηση των κρίσιμων για την εκτίμηση του ασφαλιζόμενου κινδύνου στοιχείων, δηλαδή των παθήσεων από τις οποίες έπασχε ο ασφαλισμένος, οπότε η ειδικότερη αιτίαση περί εσφαλμένης συσχέτισης της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης αλυσιτελώς προβάλλεται.
Οι λοιπές αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε ορθά τα προσκομισθέντα έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις, τα οποία αποδείκνυαν ότι ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο κατάρτισης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ήταν απόλυτα υγιής, είναι απαράδεκτες καθόσον υπό το πρόσχημα της από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων στοιχείων για τη θεμελίωση του άνω λόγου απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την καταβολή του ασφαλίσματος στη δανείστρια τράπεζα.
Κατ' ακολουθίαν αυτών οι λόγοι αναίρεσης πρώτος, δεύτερος και τρίτος, με τους οποίους υπό την επίκληση των παραπάνω αιτιάσεων αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη εξάλλου του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.
Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ. με το άρθρο 5 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 489/2019, ΑΠ 169/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο (επικουρικό) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο μετακύλησε στους αναιρεσείοντες το βάρος της απόδειξης του αρνητικού ισχυρισμού τους ότι ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο κατάρτισης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ήταν απόλυτα υγιής παραβιάζοντας έτσι τους ορισμούς του νόμου για την κατανομή του βάρους απόδειξης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την καταβολή του ασφαλίσματος επειδή έκρινε επαρκείς τις αποδείξεις για τη θεμελίωσή της, κρίνοντας αντίστοιχα αναπόδεικτο τον αρνητικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, χωρίς με τον τρόπο αυτό να παραβιάσει τους ορισμούς του νόμου για το αντικειμενικό βάρος απόδειξης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 14/2005). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1982/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στη δευτεροβάθμια δίκη προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο ασφαλισμένος ήταν απόλυτα υγιής κατά το χρόνο κατάρτισης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων α) το υπ' αριθ. ...
συνταγολόγιο β) το υπό στοιχείο .../11-12-20-13 έγγραφο του ΕΟΠΠΥ γ) τις από 15/7/2011 και από 15/11/2011 βιοχημικές εξετάσεις δ) την υπ' αριθ. ...27-5- 2015ένορκη κατάθεση του Ε. Π. ε) την υπ' αριθ. ...-5- 2015 ένορκη κατάθεση του Ι. Α. στ) την από 25-4-2018 γνωμοδότηση του καρδιολόγου Γ. Μ. και ζ) την από 30-4-2018 ιατρική γνωμάτευση του επεμβατικού καρδιολόγου Δ.
Τ.. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις των παραπάνω μαρτύρων, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, όπου ορισμένα μάλιστα από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αναλύονται και σχολιάζονται ιδιαιτέρως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα προαναφερόμενα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής, όχι όμως εκείνη της ένστασης ή αντένστασης ή του λόγου της έφεσης, όπως επίσης και το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, γιατί υπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1597/2018). Επομένως ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν εξέφρασε δικανική κρίση επί του αιτήματος των αναιρεσειόντων για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το πότε θεωρείται σοβαρή πάθηση η αρτηριακή υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία και άφησε έτσι αδίκαστη αίτηση, είναι απαράδεκτος, διότι η ανάγκη για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης υπάγεται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου και δεν χρειαζόταν να διαλάβει ρητή διάταξη για την απόρριψή του.
Επίσης ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σε αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σε αυτό συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση ο έβδομος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα την από 11-3-2013 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Π. Σ., στην οποία αναφέρεται ότι " ο αποβιώσας Λ. Π. έπασχε από το έτος 2006 περίπου από αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία και εξ αυτού του λόγου ακολουθούσε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή..." είναι αβάσιμος διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί ότι ο άνω ασφαλισμένος είχε διαγνωσμένες νόσους από το έτος 2006 απέδωσε το αληθές περιεχόμενο στο άνω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ" αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 401/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά την εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 6 Ν. 2496/1997 παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας διότι δέχεται ότι ο ασφαλισμένος είχε διαγνωσμένες νόσους ενώ αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε συνταγογράφηση φαρμάκων στο βιβλιάριο του ασφαλισμένου έως το 2011 και τα παραπεμπτικά σημειώματα για ιατρικές εξετάσεις το έτος 2006 αφορούσαν έλεγχο προς διερεύνηση κάποιας πάθησης.
Ο λόγος αυτός, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμοποιήθηκαν για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2018 αίτηση των α) Β. Π. ) Π. Π. και ) Α. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2118/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ