Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding new facts in voluntary jurisdiction proceedings.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the first-instance judgment in voluntary jurisdiction proceedings. The appellants argued that the lower court considered new facts regarding loan defaults and financial hardship not previously presented. The court ruled that such arguments are inadmissible in this specific procedural context.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 560(5)(a) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The argument for inadmissibility under Article 560(5)(a) of the Code of Civil Procedure is not established in voluntary jurisdiction proceedings.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 655 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 655/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ι. Κ. του Β. και 2) Ι. - Α. συζ. Ι. Κ., το γένος Ν. Μ.-Ξ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μοσχοβάκη. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής και καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΕ", ως ειδικής και καθολικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής και καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Emporiki Bank ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής και καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑΪΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 28-10-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 19-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το 6ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάστηκε με την από 21-8-2015 αίτηση του 1ου αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/ 2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η και το 6ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 2-11-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 46/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία εκδόθηκε, κα¬τά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των εκ των εφεσιβλήτων:
πρώτης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE", της τέταρτης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" και της έκτης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ", ως ειδικής και καθολικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τ BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Παρά, όμως την ανωτέρω ε¬ρημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναι¬ρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον των: πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζας Eurobank Ergasias AE ", υπό την ιδιότητά της ως ειδικής και καθολικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τ BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τέταρτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", υπό την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου", διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 153/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο του απολειπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 805/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθ. 1097, 1098, 1094, 1096/21-3-2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πατρών Σ. Κ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 2-11-2018 (αριθμ. καταθ. 3/2018) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 24-5-2019, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Ελλάδος ΑΕ", στην τρίτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", στην τέταρτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", υπό την ιδιότητά της ως ειδικής και καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου" και στην πέμπτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΧΑΊΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ", αντίστοιχα.
Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, ματαιώθηκε λόγω διενέργειας των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών. Από δε τις με αριθμ. 1510, 1506, 1508, 1509/6-11-2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πατρών Σ. Κ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν εκ νέου τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 19-6-2019 κλήσης, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η ως άνω, από 2-11-2018, αίτηση αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 25-9-2020, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στις ως άνω δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιρών, αντίστοιχα.
Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, αναβλήθηκε από το πινάκιο, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19-11-2021). Κατά συνέπειαν, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 224 παρ.4 εδ.
γ'και δ', 575 εδ. β' του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 59/2021). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 59/2021).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Εξάλλου, η ένταξη και της εγγύησης ως χρέους στη διαδικασία του ν. 3869/2010 είναι απαραίτητη τόσο για την προστασία των πιστωτών, όσο και του οφειλέτη, στα πλαίσια της συλλογικής διευθέτησης της κατάστασης του οφειλέτη. Αν ο οφειλέτης δεν εντάξει και την εγγύηση, ο δανειστής θα μπορεί να κινηθεί κατά της περιουσίας του οφειλέτη και να διαταράξει τη διαδικασία ρύθμισης σε βάρος των πιστωτών που έχουν ενταχθεί.
Και ο οφειλέτης προστατεύεται από την ένταξη της εγγύησης, ανεξαρτήτως αν ο πρωτοφειλέτης καταβάλει, καθώς το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3869/2010 αναφέρεται σε άπαξ απαλλαγή. Αν ο οφειλέτης-εγγυητής δεν εντάξει και αυτήν την απαίτηση στη διαδικασία και ο πρωτοφειλέτης κάποια στιγμή σταματήσει την ικανοποίηση του πιστωτή, ο τελευταίος θα κινήσει τη διαδικασία ικανοποίησής του κατά του εγγυητή, χωρίς ο τελευταίος να μπορεί να εντάξει πλέον την εγγύηση σε κάποια διαδικασία.
Αν έχει επέλθει μόνιμη αδυναμία πληρωμών για τα χρέη του εγγυητή, η απαίτηση από την εγγύηση αντιμετωπίζεται κατά το άρθρο 6 παρ. 3 ως ληξιπρόσθεσμη και εντάσσεται και αυτή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010. Με βάση τα παραπάνω, υπάγεται στη διαδικασία και το χρέος λόγω εγγυήσεως, ανεξαρτήτως αν καταβάλει ο πρωτοφειλέτης.
Η εγγύηση δεν απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, καθώς ο οφειλέτης που έχει άλλα χρέη και ένα εξ αυτών είναι ληξιπρόθεσμο, μπορεί και πρέπει ενόψει του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 3869/2010 να εντάξει και την εγγύηση στη διαδικασία. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).'Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ".......
Οι αιτούντες είναι σύζυγοι 64 και 63 ετών, αντίστοιχα, συνταξιούχοι του ΙΚΑ και έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, ηλικίας 38 και 35 ετών αντίστοιχα. Διαμένουν σε ακίνητο ιδιοκτησίας της αιτούσας, που βρίσκεται στην πόλη της …, επιφανείας 100 τ.μ. και αντικειμενικής αξίας 59.850 ευρώ. Ο αιτών, είναι κύριος μιας οικίας εκτάσεως 100 τ.μ., που βρίσκεται στο ..., αντικειμενικής αξίας 19.040 ευρώ και διατηρεί την επικαρπία, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, δύο αγροτεμαχίων, με εντός αυτών 13 και 71 ελαιόδεντρα και έκτασης 733,24 και 2.799,41 τ.μ., αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται στη θέση "....
Η αιτούσα, έχει την κυριότητα, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, μιας μονοκατοικίας εμβαδού 67,61 τ.μ., σε οικόπεδο, επιφανείας 167,50 τ.μ., που βρίσκεται στις εργατικές κατοικίες Ζακύνθου, με αντικειμενική αξία 51.372,55 ευρώ. Επίσης, της ανήκει, κατά ποσοστό 8,33%, η πλήρης κυριότητα ενός διαμερίσματος, εμβαδού 95,50 τ.μ., στην …, αντικειμενικής αξίας 5.730,57 ευρώ και δώδεκα αγροτεμαχίων στο ...
και στη ..., καθώς και ενός οικοπέδου 300 τ.μ. στο ... ..., αντικειμενικής αξίας 1.736,76 ευρώ. Τέλος, διατηρεί την επικαρπία, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, δύο αγροτεμαχίων, με εντός αυτών 13 και 71 ελαιόδεντρα και έκτασης 733,24 και 2.799,41 τ.μ. αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται στη θέση ".... Ο αιτών είναι συνταξιούχος, από το έτος 2007 και ελάμβανε το έτος 2012 μηνιαία σύνταξη ύψους 1.812,36 ευρώ, ενώ η αιτούσα είναι συνταξιούχος, από το έτος 2010 και ελάμβανε το έτος 2012 μηνιαία σύνταξη ύψους 1.036,43 ευρώ.
Οι μηνιαίες οικογενειακές δαπάνες των αιτούντων (σημειώνεται ότι δεν υφίστανται προστατευόμενα μέλη) ανέρχονται σε αυτές που απαιτούνται για την κάλυψη των απολύτως βιοτικών αναγκών τους, ειδικότερα δε, προσδιορίζονται από το παρόν Δικαστήριο στο ποσό των 1.200 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της δαπάνης για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας της αιτούσας (δαπάνη μετάβασης στην Αθήνα, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κατά το μέρος που δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό της φορέα).
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των ενδίκων αιτήσεων και δη μεταξύ των ετών 2000 και 2012 οι αιτούντες δανείσθηκαν από τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές τα παρακάτω ποσά, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, καθίστανται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα χρέη και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης των αιτήσεων, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης.
Πιστωτές του αιτούντος είναι: 1) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", προς την οποία έχει τις εξής οφειλές: α) από την με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό ύψους 433,81 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, β) από την με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό ύψους 27,87 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, γ) από την με αριθμό ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής με πρωτοφειλέτρια τη σύζυγό του, ποσό ύψους 11.915,86 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, 2) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." προς την οποία έχει τις εξής οφειλές: α) από την με αριθμό λογαριασμού ...
σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ποσό ύψους 31.374,28 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, β) από την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ποσό ύψους 92,04 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, γ) από την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ποσό ύψους 246,88 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, δ) από την με αριθμό λογαριασμού ...
σύμβαση καταναλωτικής πίστης, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, ποσό ύψους 4.660,26 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, ε) από την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής με πρωτοφειλέτρια τη σύζυγό του, ποσό ύψους 17,51 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, στ) από την με αριθμό λογαριασμού ...
σύμβαση καταναλωτικής πίστης, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής με πρωτοφειλέτρια την σύζυγό του, ποσό ύψους 46.477,03 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, 3) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", προς την οποία έχει τις εξής οφειλές: α) από την με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσό ύψους 53.197,63 ευρώ, συμπεριλαμβανο-μένων τόκων και εξόδων, β) από την με αριθμό ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό ύψους 9.206,97 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, γ) από την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (αριθμός λογαριασμού ...), στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, ποσό ύψους 104.048,30 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, δ) από την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (αριθμός λογαριασμού ...), στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, ποσό ύψους 115.641,99 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, ε) από την με αριθμό ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής με πρωτοφειλέτρια την σύζυγό του, ποσό ύψους 149.083,22 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, απαίτηση που είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, στ) από την με αριθμό ... σύμβαση δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής με πρωτοφειλέτρια την σύζυγό του, ποσό ύψους 8.356,40 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων και 4) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", προς την οποία έχει οφειλή ύψους 16.295,82 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, από την με αριθμό ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής με πρωτοφειλέτρια την σύζυγό του. Εξάλλου, πιστωτές της αιτούσας είναι: 1) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", προς την οποία έχει τις εξής οφειλές:α)από την με αριθμό 1460420765526847 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό ύψους 2.605,20 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, β) από την με αριθμό ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό ύψους 4.836,31 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, γ) από την με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής ο σύζυγός της, ποσό ύψους 11.915,86 ευρώ, συμπεριλαμβανο-μένων τόκων και εξόδων, 2) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", προς την οποία έχει τις εξής οφειλές:
α) από την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής ο σύζυγός της, ποσό ύψους 17,51 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, β) από την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής ο σύζυγός της, ποσό ύψους 46.477,03 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, γ) από την με αριθμό λογαριασμού ...
σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ποσό ύψους 45,20 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, δ) από την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ποσό ύψους 17.303,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, ε) από την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ποσό ύψους 50,83 ευρώ, συμπεριλαμβα-νομένων τόκων και εξόδων, στ) από την με αριθμό λογαριασμού ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό ύψους 2.529,76 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, ζ) από την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό ύψους 1.612,44 ευρώ, συμπεριλαμβα-νομένων τόκων και εξόδων, 3) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", προς την οποία έχει τις εξής οφειλές:
α) από την με αριθμό ... σύμβαση δανείου, ποσό ύψους 100,72 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, β) από την με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό ύψους 9.206,97 ευρώ, συμπεριλαμβα-νομένων τόκων και εξόδων, γ) από την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (αριθμός λογαριασμού ...), στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια, ποσό ύψους 104.048,30 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, απαίτηση που είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, δ) από την με αριθμό ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου (αριθμός λογαριασμού ...), στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια, ποσό ύψους 115.641,99 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, απαίτηση που είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, ε) από την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής ο σύζυγός της, ποσό ύψους 149.083,22 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, απαίτηση που είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, στ) από την με αριθμό ...
σύμβαση δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής ο σύζυγός της, ποσό ύψους 8.356,40 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, ζ) από την με αριθμό ... σύμβαση δανείου, ποσό ύψους 190,04 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, η) από την με αριθμό ... σύμβαση δανείου, ποσό ύψους 102,08 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, θ) από την με αριθμό 3508154 σύμβαση δανείου, ποσό ύψους 27.921,72 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, ι) από την με αριθμό ...
σύμβαση δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια, ποσό ύψους 26.171,66 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, 4) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", προς την οποία έχει οφειλή ύψους 16.295,82 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, από την με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής ο σύζυγός της, 5) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Αχαϊκή Συνεταιριστική Τράπεζα υπό εκκαθάριση", προς την οποία έχει οφειλή ύψους 21.362,99 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, από την με αριθμό ...
σύμβαση δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια και 6) Το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προς το οποίο έχει οφειλή ύψους 3.796,70 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, από τον με αριθμό λογαριασμού 21/8909 δάνειο μικροεπισκευών. Συνολικά, επομένως, ο αιτών έχει συνάψει ως συνοφειλέτης ή με την ιδιότητα εγγυητή-οφειλέτη, με τέσσερα διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα, τρεις συμβάσεις στεγαστικών δανείων και έξι συμβάσεις καταναλωτικών δανείων, δυνάμει των οποίων οφείλει το ποσό των 456.496,39 ευρώ, ο ίδιος δε έχει συνάψει μόνος του ως οφειλέτης, τρεις συμβάσεις πιστωτικών καρτών, τρεις συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως και μία σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δυνάμει των οποίων οφείλει το ποσό των 94.579,48 ευρώ.
Δηλαδή έχει συμβληθεί, είτε ως συνοφειλέτης ή εγγυητής, είτε ατομικά ως οφειλέτης, με τα τέσσερα παραπάνω μετέχοντα στη δίκη πιστωτικά ιδρύματα σε δεκαέξι διαφορετικές συμβάσεις πιστωτικών προϊόντων συνολικού οφειλόμενου ποσού 551.075,87 ευρώ. Εξάλλου, η αιτούσα, έχει συνάψει ως συνοφειλέτης ή με την ιδιότητα της εγγυήτριας, με έξι διαφορετικούς πιστωτές, τρεις συμβάσεις στεγαστικών δανείων και επτά συμβάσεις καταναλωτικών δανείων, δυνάμει των οποίων οφείλει το ποσό των 499.370,78 ευρώ, η ίδια δε έχει συνάψει μόνη της ως οφειλέτρια, τέσσερις συμβάσεις πιστωτικών καρτών και εννέα συμβάσεις καταναλωτικών δανείων, δυνάμει των οποίων οφείλει το ποσό των 70.301,47 ευρώ.
Δηλαδή η αιτούσα έχει συμβληθεί, είτε ως συνοφειλέτης ή εγγυήτρια, είτε ατομικά ως οφειλέτης, με τα έξι παραπάνω μετέχοντα στη δίκη πιστωτικά ιδρύματα και Ν.Π.Δ.Δ. σε είκοσι τρεις διαφορετικές συμβάσεις πιστωτικών προϊόντων, συνολικού οφειλόμενου ποσού 569.672,25 ευρώ. Σημειώνεται ότι, αν έχει επέλθει μόνιμη αδυναμία πληρωμών για τα χρέη του εγγυητή η απαίτηση από την εγγύηση αντιμετωπίζεται κατά το άρθρο 6 παρ. 3 ως ληξιπρόθεσμη και εντάσσεται και αυτή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, ανεξαρτήτως αν καταβάλει ή όχι ο πρωτοφειλέτης την απαίτηση, καθώς το άρθρο 1 παρ. 3 του ν.3869/2010 αναφέρεται σε άπαξ απαλλαγή.
Αν ο οφειλέτης-εγγυητής δεν εντάξει και αυτήν την απαίτηση στη διαδικασία και ο πρωτοφειλέτης κάποια στιγμή σταματήσει την ικανοποίηση του πιστωτή, ο τελευταίος θα κινήσει τη διαδικασία ικανοποίησής του κατά του εγγυητή, χωρίς ο τελευταίος να μπορεί να εντάξει πλέον την εγγύηση σε κάποια διαδικασία.
Συνεπώς, ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση προσδιόρισε το ύψος των ληξιπρόθεσμων δανειακών υποχρεώσεων εκάστου των αιτούντων, λαμβάνοντας υπόψη και συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων, αφ' ενός δύο στεγαστικά δάνεια στα οποία αμφότεροι οι αιτούντες ενέχονται ως εγγυητές και για τα οποία η πρωτοφειλέτης έχει καταθέσει αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία του ν. 3869/2010, αφ' ετέρου απαιτήσεις στις οποίες ενέχονται αμφότεροι οι αιτούντες άλλοτε με την ιδιότητα του εγγυητή και άλλοτε με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, απορριπτομένου ως εκ τούτου του περί του αντιθέτου (δεύτερου) λόγου εφέσεως ως αβάσιμου.
Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι το οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων, πριν την αφαίρεση των φόρων, ανήλθε το έτος 2005 στο συνολικό ποσό των 59.384,93 ευρώ (41.487,59 ευρώ για τον αιτούντα και 17.897,34 ευρώ για την αιτούσα), το έτος 2006 στο συνολικό ποσό των 75.961,53 ευρώ (53.045,05 ευρώ για τον αιτούντα και 22.916,48 ευρώ για την αιτούσα), το έτος 2007 στο συνολικό ποσό των 87.835,58 ευρώ (60.611,68 ευρώ για τον αιτούντα και 27.223,90 ευρώ για την αιτούσα), το έτος 2008 στο συνολικό ποσό των 86.852,71 ευρώ (58.697,55 ευρώ για τον αιτούντα και 28.155,16 ευρώ για την αιτούσα), το έτος 2009 στο συνολικό ποσό των 79.298,99 ευρώ (47.379,34 ευρώ για τον αιτούντα και 31.919,65 ευρώ για την αιτούσα), το έτος 2010 στο συνολικό ποσό των 99.702,69 ευρώ (67.389,47 ευρώ για τον αιτούντα και 32.313,22 ευρώ για την αιτούσα), το έτος 2011 στο συνολικό ποσό των 76.800,44 ευρώ (47.079,46 ευρώ για τον αιτούντα και 29.720,98 ευρώ για την αιτούσα), για το έτος 2012 στο συνολικό ποσό των 60.753,04 ευρώ (37.167,37 ευρώ για τον αιτούντα και 23.585,67 ευρώ για την αιτούσα), το έτος 2013 στο συνολικό ποσό των 50.700,55 ευρώ (28.727,65 ευρώ για τον αιτούντα και 21.972,90 ευρώ για την αιτούσα), το έτος 2014 στο συνολικό ποσό των 44.562,83 ευρώ (25.599,38 ευρώ για τον αιτούντα και 18.963,45 ευρώ για την αιτούσα ), για το έτος 2015 στο συνολικό ποσό των 42.448,75 ευρώ (23.836,94 ευρώ για τον αιτούντα και 18.611,81 ευρώ για την αιτούσα).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες έλαβαν το έτος 2004 δύο στεγαστικά δάνεια από την "ΑΛΦΑ Τράπεζα Α.Ε." άνω των 220.000 ευρώ, με βάση την με αριθμό ... σύμβαση, στην οποία ενέχονται ως εγγυητές, για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών της κόρης τους, Α. Κ. και με πρωτοφειλέτρια την ίδια. Την εξυπηρέτηση των δανείων αυτών ανέλαβαν εξ ολοκλήρου οι αιτούντες.
Οι τελευταίοι, εξάλλου, στην υπό κρίση αίτησή τους αναφέρουν ότι "κατέφυγαν στον τραπεζικό δανεισμό περισσότερο από όσο τους επέτρεπε η οικονομική τους κατάσταση", ενώ προέβησαν σε "συνεχείας αναχρηματοδοτήσεις για να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις οφειλές τους" (βλ. σελ. 8 της αίτησης). Το έτος 2009, ο αιτών, έχοντας λάβει εφάπαξ ποσού 60.000 ευρώ, λόγω της συνταξιοδότησής του και της αποχώρησής του από την εργασία του, ανάλωσε αυτό για την αγορά για τις δύο θυγατέρες του τριών συνεχόμενων αγροτεμαχίων, συνολικής επιφανείας 59.727,90 τ.μ., στις ....
Ισχυρίστηκε ο αιτών στην κατάθεσή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι σκοπός της αγοράς αυτής ήταν η αξιοποίηση των εν λόγω οικοπέδων, ώστε από το εισόδημα αυτό να εξοφλούνται οι πιστώτριες τράπεζες. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι σε ουδεμία πράξη αξιοποίησης των ακινήτων αυτών προέβησαν οι αιτούντες, τα οποία παραμένουν ανεκμετάλλευτα μέχρι και σήμερα.
Την 1-11-2011, οι αιτούντες, έλαβαν δάνειο ύψους 14.750 ευρώ από την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", με σκοπό την κάλυψη εκτάκτων αναγκών. Η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από την πιστώτρια τράπεζα τον Ιούλιο 2012, λόγω μεγάλης καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων του δανείου και εξεδόθη η υπ' αριθμ. 62193/2012 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για κεφάλαιο ύψους 14.984,72 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Την 23-11-2012, ο αιτών, έλαβε δάνειο από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", για το οποίο οφείλει το ποσό των 246,88 ευρώ, ενώ η αιτούσα έλαβε την 1-7-2012 δάνειο από την ίδια πιστώτρια τράπεζα, για το οποίο οφείλει το ποσό των 17.303,50 ευρώ. Όπως κατέθεσε και ο ίδιος ο αιτών εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου "παίρναμε τα δάνεια για να πληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας", αναγνώρισε δε ότι ήδη από το έτος 2011 αντιμετώπιζαν δυσκολίες πληρωμής.
Παρ' όλα αυτά αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες συνέχισαν να αναλαμβάνουν νέες δανειακές υποχρεώσεις, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό συνεχώς τις οφειλές τους. Τον Ιούλιο 2012 και πριν τη λήψη των τελευταίων δανείων, το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων ανερχόταν στο ποσό των 2.848,79 ευρώ, προερχόμενο από τις συντάξεις αμφοτέρων.
Τον ίδιο χρόνο οι δόσεις που έπρεπε να καταβάλουν για την αποπληρωμή των δανειακών τους υποχρεώσεων ανέρχονταν στο ποσό των 1.200 ευρώ για τα στεγαστικά δάνεια της κόρης τους και στο ποσό των 2.500 ευρώ για όλα τα υπόλοιπα δάνεια (βλ. κατάθεση αιτούντος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Άλλα εισοδήματα από άλλες πηγές, πλην αυτών που προέρχονται από τη σύνταξή τους, όπως λ.χ.
από την εκμετάλλευση (εκμίσθωση) ακίνητης περιουσίας τους, δεν αποδείχθηκαν. Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες έχουν πράγματι περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, αφού το εισόδημά τους ουδόλως επαρκεί για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών τους και την εξυπηρέτηση των αυξημένων δανειακών τους υποχρεώσεων.
Ωστόσο, η περιέλευσή τους σε αυτή τη δυσχερή οικονομική κατάσταση, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, οφείλεται αποκλειστικά σε δική τους υπαιτιότητα και τούτο διότι η προσφυγή τους σε υπέρμετρο, όπως αποδείχθηκε, τραπεζικό δανεισμό, χωρίς το εισόδημά τους να μπορεί να στηρίξει τέτοιας έκτασης συμβατικές υποχρεώσεις, συνοδευόμενη από ανακύκλωση της πίστωσης, άσκοπη και άστοχη ανάλωση των εισοδημάτων τους και μείωση του ενεργητικού της περιουσίας τους, υπήρξε απερίσκεπτη.
Η ανωτέρω παραδοχή επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι ουδόλως αποδείχθηκε η συνδρομή ιδιαίτερου λόγου ή έκτακτης και επιτακτικής ανάγκης που να κατέστησε απαραίτητη μια τέτοιου εύρους δανειοδότηση, ιδίως όσον αφορά τα προϊόντα καταναλωτικής πίστης και πιστωτικών καρτών, δεδομένου μάλιστα ότι το οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων, κατά τα έτη κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων, επαρκούσε πλήρως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογενείας τους.
Περαιτέρω, ενώ οι αιτούντες ενέχονταν ήδη από το έτος 2004 ως εγγυητές σε δύο συμβάσεις στεγαστικών δανείων άνω των 220.000 ευρώ, των οποίων την εξόφληση είχαν επωμιστεί εξ ολοκλήρου, ο αιτών ανάλωσε εισόδημά του, προερχόμενο από εφάπαξ που έλαβε κατά τη συνταξιοδότησή του, ποσού 60.000 ευρώ, για την αγορά τριών οικοπέδων, το έτος 2009, στο όνομα των θυγατέρων του, δίχως τα ακίνητα αυτά να του αποφέρουν κάποιο οικονομικό όφελος, ώστε από αυτό να αποπληρώνονται οι μηνιαίες δόσεις των δανείων του, επιβαρύνθηκαν δε οι αιτούντες το έτος 2010 και με έτερο στεγαστικό δάνειο ύψους περίπου 150.000 ευρώ, σε χρόνο μάλιστα που αμφότεροι είχαν συνταξιοδοτηθεί και ως εκ τούτου τα εισοδήματά τους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν μειωμένα, γεγονός που το γνώριζαν και το αποδέχθηκαν, χειροτερεύοντας με τον τρόπο αυτό εν γνώσει τους την οικονομική τους κατάσταση.
Εξάλλου, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, το ποσό που οι αιτούντες έπρεπε να καταβάλουν μηνιαίως για την εξυπηρέτηση των δανείων τους ήταν ήδη πριν από το έτος 2012 (έτος λήψης τελευταίων δανείων) μεγαλύτερο από το μηνιαίο εισόδημά τους, λαμβανομένων υπόψη και των δαπανών κάλυψης των στοιχειωδών βιοτικών τους αναγκών, όπως ως άνω προσδιορίστηκαν.
Όπως ο αιτών καταθέτει, οι αιτούντες προέβησαν με τη λήψη νέων δανείων σε συνεχή δανεισμό και ανακύκλωση τραπεζικών προϊόντων. Ωστόσο, έπραξαν τούτο σε χρόνο, που η εισοδηματική και περιουσιακή τους κατάσταση δεν τους το επέτρεπε, αφού είχαν ήδη επιβαρυνθεί με υπέρογκες δανειακές υποχρεώσεις, τις οποίες αδυνατούσαν να καλύψουν, καθώς το μηνιαίο εισόδημά τους είχε μειωθεί μετά τη συνταξιοδότησή τους.
Με τον τρόπο αυτό, όμως, οι αιτούντες επωμίσθηκαν νέα οικονομικά βάρη και μάλιστα σε χρόνο κατά τον οποίο το εισόδημά τους δεν επαρκούσε για την εξυπηρέτηση της συνολικής μηνιαίας δόσης των προηγούμενων οφειλών, προσθέτοντας στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό περισσότερα χρέη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 14-4-2011 οι αιτούντες μεταβίβασαν με γονική παροχή στη θυγατέρα τους, Γ.
Κ., το δικαίωμα ψιλής κυριότητας δύο αγροτεμαχίων έκτασης 733,24 τ.μ. και 2.799,41 τ.μ., αντίστοιχα, με εντός αυτών 13 και 71 ελαιόδεντρα, αντίστοιχα. Τα ακίνητα αυτά βρίσκονται στη θέση "..., περιγράφονται δε αναλυτικά στο υπ' αριθμ. .../14-4-2011 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Ζακύνθου Αναστασίας Γιατρά.
Οι αιτούντες μεταβίβασαν τα περιουσιακά τους αυτά στοιχεία στη θυγατέρα τους άνευ ανταλλάγματος, μειώνοντας την περιουσία τους προς βλάβη των πιστωτών τους και αποξενώθηκαν από αυτά σε περίοδο ακριβώς πριν περιέλθουν σε αδυναμία πληρωμής, ενώ γνώριζαν ότι τα εισοδήματα και η περιουσιακή τους κατάσταση δεν θα επαρκούσαν προς ικανοποίηση των δανειστών τους.
Πράγματι, οι αιτούντες με την ανωτέρω μεταβίβαση αποσκοπούσαν δολίως στη μη ικανοποίηση έστω και μέρους των απαιτήσεων των πιστωτών τους, οι οποίοι θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν, στην περίπτωση ρευστοποίησης των ακινήτων αυτών είτε από το Δικαστήριο είτε εκούσια από τους αιτούντες, εάν τα πωλούσαν, καταβάλλοντος το τίμημα που θα εισέπρατταν προς μερική εξόφληση των οφειλών τους ή, ακόμα, θα μπορούσαν οι αιτούντες να εκμισθώνουν τα ακίνητα, εισπράττοντας μίσθωμα που θα ενίσχυε τα μηνιαία τους εισοδήματα, ακόμα και σε καιρό κρίσης, με ένα εύλογο μηνιαίο μίσθωμα, λαμβανομένου υπόψη ότι τα ενοίκια στη ...
παραμένουν πολύ υψηλά σε σχέση με άλλες περιοχές που έχουν μειωθεί λόγω της κρίσης. Οι αιτούντες, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, όπου διαφαινόταν με μεγάλη πιθανότητα βέβαιη η οικονομική τους αδυναμία, επέλεξαν να αποξενωθούν από το δικαίωμα κυριότητας επί των προαναφερομένων ακινήτων και μάλιστα άνευ ανταλλάγματος, παρότι τα ακίνητα αυτά ήταν τα μόνα στη ..., πλην της κύριας κατοικίας τους στην οποία διαμένουν, που τους ανήκαν κατά ποσοστό 100% και θα μπορούσαν ευχερώς να διατεθούν με την κατάλληλη αξιοποίηση (εκποίηση ή εκμίσθωση) για την εξυπηρέτηση των υπέρογκων δανειακών τους υποχρεώσεων, ενόψει και του ότι τα εισοδήματά τους, προερχόμενα αποκλειστικά από τη σύνταξή τους, δε θα αυξάνονταν δραματικά τα επόμενα έτη.
Προέβησαν επομένως σε καταδολιευτική μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων τους, με πρόθεση βλάβης των πιστωτών τους, αφού αποξενώθηκαν από σημαντικά περιουσιακά τους στοιχεία, δίχως να λάβουν αντάλλαγμα, μειώνοντας έτσι το ενεργητικό της περιουσίας τους και δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο την οικονομική τους κατάσταση.
Η εναπομείνασα ακίνητη περιουσία των αιτούντων, με εξαίρεση την κατοικία στην οποία διαμένουν, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεδομένου ότι το ακίνητο κυριότητας του αιτούντος στο Νομό ... δεν υπερβαίνει σε αξία τις 20.000 ευρώ, η δε αιτούσα είναι συγκυρία σε ποσοστό 8,33% σε δώδεκα αγροτεμάχια μικρής έκτασης στο ... ..., τα οποία δεν της αποφέρουν κανένα εισόδημα και είναι άνευ ουσιαστικής αξίας, καθώς και συγκυρία, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου 67 τ.μ.
στην πόλη της …, το οποίος δεν της αποφέρει κανένα εισόδημα από εκμετάλλευσή του, ενώ το γεγονός της συγκυριότητας σε αυτό καθιστά δυσχερή, αν όχι αποτρεπτική, την εκποίησή του.
Συνεπώς, οι σχετικοί (τρίτος, τέταρτος και πέμπτος) λόγοι εφέσεως θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες ενήργησαν δολίως, αφού με τη σύναψη όλων των ανωτέρω δανείων καρπώθηκαν τα οφέλη από την υπερχρέωσή τους, με την απόκτηση υλικών αγαθών και με την άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου, παρότι γνώριζαν εξαρχής, ενόψει των εισοδημάτων τους, όπως διαμορφώθηκαν αυτά ιδίως μετά τη συνταξιοδότησή τους και των εν γένει αναγκών τους, ή έστω το προέβλεψαν ως πολύ πιθανό πλην όμως το αποδέχθηκαν, ότι δε θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τα ανωτέρω υπέρογκα δάνεια και ότι θα έφταναν στο μέλλον σε αδυναμία πληρωμής τους.
Δηλαδή, στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, οι αιτούντες- καίτοι ο υπερδανεισμός δεν συνιστά εξ ορισμού στοιχείο του δόλου - υπερέβησαν καταφανώς τον συνήθως αναλαμβανόμενο από το μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων, ενώ σε καμία περίπτωση η σημερινή δυσμενής θέση, στην οποία οι ίδιοι έχουν περιέλθει, δεν δύναται να αποδοθεί απλώς και μόνο σε εσφαλμένους υπολογισμούς τους, σε συνδυασμό και με τις σημερινές κρατούσες δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, αλλά, αντιθέτως, σε συνειδητές επιλογές τους προς δημιουργία και διατήρηση ενός δυσανάλογα υψηλού βιοτικού επιπέδου τους.
Περαιτέρω, οι αιτούντες, ενώ είχαν ήδη επωμιστεί υψηλές δανειακές υποχρεώσεις, χειροτέρεψαν εν γνώσει τους την οικονομική τους κατάσταση με την άσκοπη ανάλωση εισοδημάτων τους για την αγορά νέων ακινήτων στο όνομα των θυγατέρων τους, τα οποία ουδέποτε αξιοποίησαν προκειμένου να αποκομίσουν οικονομικό όφελος και να εξοφλήσουν τα χρέη τους, μεταβίβασαν αξιόλογα περιουσιακά τους στοιχεία, άνευ ανταλλάγματος, από την εκποίηση ή εκμετάλλευση των οποίων θα υπήρχε η δυνατότητα έστω μερικής εξόφλησης των χρεών τους και ανέλαβαν νέες δανειακές υποχρεώσεις, σε χρόνο κατά τον οποίο ήδη αντιμετώπιζαν δυσχέρεια στην αποπληρωμή των προηγούμενων χρεών τους.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, προκύπτει ότι η περιέλευση των αιτούντων σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών ενέσκηψε αποκλειστικά από δική τους υπαιτιότητα, καθότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προέβησαν σε ενέργειες που εν γνώσει τους χειροτέρεψαν την οικονομική τους κατάσταση, το δε εύρος του δανεισμού τους εκτάθηκε πολύ πέραν των οικονομικών δυνάμεών τους, και δη σε τέτοιο σημείο που δεν θα μπορούσαν ποτέ αυτοί να εξυπηρετήσουν αυτοδυνάμως τα αναληφθέντα χρέη, γεγονός που προέβλεψαν και αποδέχθηκαν.
Τελικά, όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή η δυσχερής οικονομική κατάσταση είχε ως απότοκο τη σταδιακή συσσώρευση των χρεών τους, τα οποία από ένα χρονικό σημείο και έπειτα εκτροχιάστηκαν, με αποτέλεσμα οι αιτούντες να οδηγηθούν σε οικονομικό τέλμα και να μην είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των πιστωτών τους.
Ωστόσο, αυτή η συναλλακτική συμπεριφορά των αιτούντων πόρρω απέχει από τη λογική μίας απλής αστοχίας ή ενός ατυχούς προγραμματισμού των οικονομικών υποχρεώσεών τους, δηλονότι αυτοί προέβησαν, ως απεδείχθη, αφειδώς σε υπέρμετρο τραπεζικό δανεισμό - χωρίς μάλιστα να έχει αποδειχθεί η συνδρομή των λόγων που να κατέστησαν επιτακτική μια τέτοιας έκτασης δανειοδότηση - αναλαμβάνοντας επιπλέον συμβατικές υποχρεώσεις με τη χρήση και ανακυκλούμενης πίστωσης- δυσθεώρητες για τις οικονομικές τους δυνάμεις, οι οποίες συνεπάγονταν συνολική μηνιαία δόση μεγαλύτερη του μηνιαίου οικογενειακού εισοδήματός τους, ανάλωσαν άσκοπα το εισόδημά τους, χωρίς να προσβλέπουν σε οικονομικό όφελος, αποξενώθηκαν από περιουσιακά τους στοιχεία, άνευ ανταλλάγματος κι έτσι εν γνώσει τους επιδείνωσαν σε ανεξέλεγκτο βαθμό την οικονομική τους θέση.
Είναι, δε, χαρακτηριστικό το γεγονός ότι προέβησαν στις ανωτέρω ενέργειες που χειροτέρεψαν την οικονομική τους κατάσταση, αφενός, γνωρίζοντας ότι το οικογενειακό τους εισόδημα με δυσκολία επαρκούσε για την εξυπηρέτηση των υπέρογκων δανειακών τους υποχρεώσεων, αφετέρου, παρά το γεγονός ότι διέβλεπαν ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο αυτό, αφού, παρά τον ισχυρισμό των καθών περί δόλιας περιέλευσής τους στη σημερινή κατάσταση της υπερχρέωσης, οι ίδιοι δεν ανταπέδειξαν ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών ανέμεναν ή ήλπιζαν σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών τους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους, αλλά ούτε από το σύνολο του εισφερθέντος αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, αναμενόμενη βελτίωση του οικογενειακού τους εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκούν αυτοί δικαιολογημένα και με βεβαιότητα ότι με την αύξηση των εισοδημάτων τους θα δύνανται να αποπληρώνουν προσηκόντως τις δανειακές τους υποχρεώσεις.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η περιέλευση των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής των πιο πάνω χρεών οφείλεται σε δόλο αυτών, διότι ο μεν αιτών συμφώνησε με τέσσερα (4) διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση δεκαέξι (16) πιστωτικών προϊόντων, δημιουργώντας χρέη ύψους 551.075,87 ευρώ, η δε αιτούσα συμφώνησε με έξι (6) διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση είκοσι τριών (23) πιστωτικών προϊόντων, δημιουργώντας χρέη συνολικού ύψους 569.672,25 ευρώ, ενώ γνώριζαν ότι με βάση την περιουσιακή τους κατάσταση και το οικογενειακό τους εισόδημα, το οποίο ήταν περιορισμένο, διότι προερχόταν από μισθωτή εργασία, καθώς και μειωμένο λόγω της συνταξιοδότησής τους, αλλά και τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες τους, κατά το χρόνο λήψης των εν λόγω δανείων, δεν θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν μελλοντικά στην αποπληρωμή τους και θα οδηγούνταν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, γεγονός το οποίο αποδέχθηκαν.
Επιπρόσθετα, και ενώ οι αιτούντες αντιμετώπιζαν δυσκολία εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεών τους, χειροτέρεψαν περαιτέρω εν γνώσει τους την οικονομική τους κατάσταση, με το να αναλάβουν νέες, πρόσθετες και αυξημένες δανειακές υποχρεώσεις, με την άσκοπη ανάλωση του εισοδήματός τους, χωρίς να αναμένουν οικονομικό όφελος και με την απομείωση του ενεργητικού της περιουσίας τους με την καταδολιευτική μεταβίβαση ακινήτων τους, χωρίς αντάλλαγμα.
Επισημαίνεται ότι, το γεγονός ότι τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα ενέκριναν τη λήψη των εν λόγω δανείων από τους αιτούντες δεν αίρει τις συνέπειες της δόλιας συμπεριφοράς του υπερχρεωμένου οφειλέτη, που είναι η μη υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010, ακόμη και αν σε αυτό συνέβαλε η συμπεριφορά των πιστωτικών ιδρυμάτων που χορηγούσαν δάνεια χωρίς να ελέγξουν την οικονομική δυνατότητα του αιτούμενου το δάνειο και χωρίς να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές του υποχρεώσεις και την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά και που συνεπώς φέρουν ευθύνη για την επισφάλεια αυτή.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει τόσο ο πρώτος όσο και ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης εφέσεως. Επομένως, εφόσον οι αιτούντες έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και το αποδέχθηκαν, ενήργησαν δολίως, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των εφεσίβλητων, αφού συνέβαλαν αποφασιστικά με την προαναφερόμενη συμπεριφορά τους στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών τους οφειλών.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω περιήλθαν δολίως σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες και συνεπώς δεν εμπίπτουν στην έννοια των έντιμων και καλόπιστων υπερχρεωμένων οφειλετών, οι οποίοι τυγχάνουν προστασίας από το ν. 3869/2010 ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ενστάσεως των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι οι αιτούντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες περιήλθαν εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών και απέρριψε την προαναφερόμενη έφεση αυτών κατά της 21/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας τις ένδικες από 6-5-2014 και 21-8-2015 αιτήσεις τους.
Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων - συζύγων στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3896/2010, καθώς και αυτές των άρθρων 27 του ΠΚ και 330 του ΑΚ, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη.
Ειδικότερα, με το να δεχθεί την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων, διότι αυτοί, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, είχαν προβλέψει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους και αποδέχθηκαν τούτο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, διέλαβε δε, στην προσβαλλομένη απόφαση, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή της περιέλευσής τους, από ενδεχόμενο δόλο, σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε καθένας των αιτούντων συζύγων και ήδη αναιρεσειόντων, είτε ως πρωτοφειλέτες, είτε ως εγγυητές, το οποίο για μεν τον 1ο αναιρεσείοντα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 551.075,87 ευρώ και για την 2η αναιρεσείουσα στο συνολικό ποσό των 569.672,25 ευρώ, β) το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων συζύγων, κατά τα οικονομικά έτη 2005 έως 2015, γ) την ηλικία των αναιρεσειόντων (64 και 63 ετών, αντίστοιχα) και ότι αυτοί είναι συνταξιούχοι από το έτος 2007 και 2010, αντίστοιχα, δ) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων προέβησαν σε αλόγιστο δανεισμό, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο να είναι δυσχερής η αποπληρωμή των χρεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες, ενόψει της περιουσιακής τους κατάστασης και του οικογενειακού τους εισοδήματος, το οποίο ήταν περιορισμένο, ως προερχόμενο από μισθωτή εργασία, καθώς και μειωμένο, λόγω της συνταξιοδότησής τους και της εξαιτίας αυτής μείωσης των εισοδημάτων τους και τέλος ε) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβαν έναντι των πιστωτών τους, υπερέβαιναν τις δυνατότητές τους, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν μετά την συνταξιοδότησή τους.
Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες, μπορούσαν να προβλέψουν ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους και εντούτοις αποδέχτηκαν και επιδοκίμασαν την συμπεριφορά αυτή.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες ειδικότερα διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 1) εσφαλμένα υπολόγισε τις δανειακές τους υποχρεώσεις και δεν προσδιορίζει τις δανειακές συμβάσεις, στις οποίες είχαν συμβληθεί αυτοί ως εγγυητές, 2) εσφαλμένα έκρινε ως δόλια την μεταβίβαση της επικαρπίας των δύο αγροτεμαχίων στην θυγατέρα τους, τα οποία είχαν χαμηλή αξία και 3) δεν υπολόγισε ότι κατά το χρόνο δανεισμού τους είχαν υψηλά εισοδήματα, αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για την πληρέστερη κατά την άποψή τους ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξειδικεύονται αναλυτικά, οι δανειακές συμβάσεις, οι συμβάσεις τις οποίες υπέγραψαν οι αναιρεσείοντες ως εγγυητές, το οικογενειακό εισόδημα αυτών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως και η οικογενειακή τους κατάσταση και ειδικότερα, η συνταξιοδότησή τους, η περιουσία τους, όπως και ότι μπορούσαν να προβλέψουν ότι υπήρχε το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής των υπέρογκων υποχρεώσεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες και αποδέχτηκαν το ενδεχόμενο αυτό.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι η ένσταση δόλου των αναιρεσιβλήτων τραπεζών είναι αόριστη, τον οποίο το πρώτον υποβάλλουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως αντένσταση, προτείνεται απαραδέκτως κατ` άρθρο 562 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα και προεχόντως διότι δεν προβλήθηκε ως λόγος αναίρεσης με το αναιρετήριο και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 65/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ. β` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και τα οποία διατυπώθηκαν με την έφεσή τους ως παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ειδικότερα ότι α) δεν έλαβε υπόψη τα υψηλά εισοδήματα των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων και τις, κατά τα έτη 2012-2014, τεράστιες περικοπές των συντάξεών τους, β)την εκ μέρους τους αποδοχή κληρονομιάς και την χαμηλή αξία των δύο αγροτεμαχίων των οποίων η ψιλή κυριότητα μεταβιβάστηκε, το έτος 2011, στην θυγατέρα τους, γ) τη σεβαστή ακίνητη περιουσία τους, δ) το σοβαρό πρόβλημα υγείας της δεύτερης από αυτούς (αναιρεσείουσας) και ε)την δικαστική εμπλοκή ακινήτου των θυγατέρων τους, που έχει οδηγήσει στην εμπορική του απαξίωση.
Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά, δεν συνιστούν ισχυρισμούς ("πράγματα") κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.
Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, το Εφετείο ερεύνησε όλους τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ρητώς, αλλά και εκ των πραγμάτων, καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο, που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ.3).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 257/2020).
Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 610/2020, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφ. α` του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ.
α` του άρθρου 560 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, ήτοι ότι α) " οι αναιρεσείοντες, στις 1-11-2011, έλαβαν δάνειο ύψους 14.750 ευρώ από την τράπεζα "Πειραιώς ΑΕ", με σκοπό την κάλυψη έκτακτων αναγκών. Η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από την πιστώτρια τράπεζα τον Ιούνιο 2012, λόγω μεγάλης καθυστέρησης στη καταβολή των δόσεων του δανείου και εξεδόθη η 62192/2012 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για κεφάλαιο ύψους 14.984,72 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Την 23-11-2012, ο αιτών έλαβε δάνειο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για το οποίο οφείλει το ποσό των 246,88 ευρώ, η αιτούσα έλαβε, την 1-7-2012, δάνειο από την ίδια πιστώτρια τράπεζα για το οποίο οφείλει το ποσό των 17.303,50 ευρώ .." και β) " επιβαρύνθηκαν οι αιτούντες το έτος 2010 και με έτερο στεγαστικό δάνειο ύψους 150.000 ευρώ, σε χρόνο μάλιστα που αμφότεροι είχαν συνταξιοδοτηθεί και ως εκ τούτου τα εισοδήματά τους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν μειωμένα, γεγονός που το γνώριζαν και το αποδέχθηκαν, χειροτερεύοντας, με τον τρόπο αυτό εν γνώσει τους την οικονομική τους κατάσταση ..".
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφ. α` του άρθρου 560 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες , στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Διάταξη για τα δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.
β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2018 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018) αίτηση για αναίρεση της 46/2018 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 04 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ