Legislator Giurisprudenza & Legislazione
636/2017 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for non-admissibility as facts were already considered and rejected by second instance court.

Numero d'incarto 636/2017
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding a maritime debt dispute. The appellant argued that the second-instance court failed to consider specific evidence and facts, such as the existence of a boat and a one-time declaration. The court ruled that these arguments were inadmissible because the second instance had already examined and rejected them, making the appeal grounds invalid under the Code of Civil Procedure.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds allege that the second instance court failed to consider facts that were already examined and rejected by that court, as the appeal does not create new grounds for review.

Parole chiave

Generato dall'IA
admissibility of appeal second instance review Code of Civil Procedure maritime debt dispute factual examination soddisfacimento del credito istanza di autorizzazione all’esecuzione – Decisione revoca del gratuito patrocinio

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Law 3869/2010, Article 3, paragraph 2, letter b
Law 3869/2010, Article 8, paragraph 6, letter b

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 636 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 636/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεάνθη Ρούσσο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "... CREDIT Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Πιστώσεων", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ - ...BANK", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου, η 4η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 5η από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιπές δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4320/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 3η, 4η, 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις .../8-12-2016, .../13-12-2016, .../8-12-2016 και .../8-12-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Π., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 12-7-2016, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, κατ’ άρθρ. 769 εδάφ. β’ και 762 ΚΠολΔ, στις πρώτη ("... ΑΕ"), δεύτερη ("... ΑΕ"), έκτη ("... CREDIT ΑΕ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ"), έβδομη ("... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ") και όγδοη ("ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ - ...BANK") των αναιρεσιβλήτων.

Κατά συνέπεια, αφού οι αναιρεσίβλητες αυτές δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα), με την επισημείωση ότι η πρώτη και η τέταρτη ("...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ") από τις αναιρεσίβλητες είναι καθολικές διάδοχοι των δεύτερης και έβδομης από αυτές, αντίστοιχα, όπως προκύπτει και από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (βλ. και τα προαναφερόμενα πρώτο και τρίτο επιδοτήρια). Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 εδάφ. β’ του άρθρου 4 του νόμου 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), που δεν έχει θιγεί, κατά το σημείο τούτο, από τα άρθρα 12 παρ. 1 του ν. 4161/2013 και 1 παρ. 4 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/ 2015, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στην περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου και του συζύγου του.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδάφ. α’ και β’ του ίδιου νόμου, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.

Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση.

Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει λόγο για "αίτηση" του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ’ ένσταση μέχρι την περάτωση της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρ. 745 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης, όπως θα εκτεθεί παρακάτω.

Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη.

Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών.

Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αίτησης, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν πάψει να αποτελούν περιουσία του.

Ο οφειλέτης, πάντως, πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποίησης ή είσπραξης, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι’ αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Ειδικά, το ποσό του "εφάπαξ", είτε χαρακτηριστεί ως περιουσία είτε ως εισόδημα, αποτελεί αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο και πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση ή, εφόσον εισπράχθηκε μεταγενέστερα, να δηλώνεται αρμοδίως ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να το λάβει υπόψη κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών του. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 4320/2014 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 ν. 3869/2010, 739 ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ["Ο αιτών εκκαλών προσκομίζει την από 16-11-2011 υπεύθυνη δήλωσή του, στην οποία αναφέρει ότι οι καταστάσεις της περιουσίας του και των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου του είναι ορθές και πλήρεις.

Στην αίτησή του ο ίδιος ισχυρίζεται ότι μοναδική πηγή εισοδήματός του είναι ο μισθός του, πλην όμως στη φορολογική δήλωση οικονομικού έτους 2011, εκτός από το εισόδημα μισθωτών υπηρεσιών, εμφανίζεται εισόδημα ποσού 24.500 ευρώ, το οποίο εκτιμάται ότι πρόκειται για προκαταβολή της εφ’ άπαξ χρηματικής παροχής που θα ελάμβανε ο αιτών από την υπηρεσία του (κατά την αποστρατεία του) και το οποίο όφειλε να έχει αναφέρει στην αίτησή του και στην κατηγορία εισοδήματα "από κάθε άλλη πηγή", ο δε όψιμος ισχυρισμός του, ότι το ανωτέρω ποσό του δόθηκε εν είδει δανείου από τον ασφαλιστικό του φορέα ως στρατιωτικού, δεν δύναται να αναιρέσει το χαρακτήρα του ποσού αυτού ως εισοδήματος και δη ικανού να συνεκτιμηθεί προς ευρύτερη ικανοποίηση των πιστωτριών του.

Με βάση τά ανωτέρω και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο αιτών - εκκαλών παρέλειψε να αναφέρει στην κατηγορία "κινητά και άλλα περιουσιακά στοιχεία" σκάφος 7,4 μέτρων με αριθμό νηολογίου "..." κυριότητάς του, -και δη ασχέτως της μικρότερης ή μεγαλύτερης αξίας του σκάφους αυτού, αφού ο ν. 3869/2010 δεν καταλείπει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στον οφειλέτη ως προς την υποχρέωση δήλωσης των περιουσιακών του στοιχείων- το Δικαστήριο οδηγείται σε κρίση περί ουσιώδους ανειλικρίνειας της δήλωσης του αιτούντος - εκκαλούντος από βαριά αμέλειά του και συνακόλουθα περί παραβίασης της επιβαλλόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3869/2010, υποχρέωσης ειλικρίνειας, αφού η ατελής δήλωσή του ήταν πρόσφορη να μειώσει το ποσοστό ικανοποίησης των απαιτήσεων των πιστωτριών του τραπεζών με αποτέλεσμα την αντίστοιχη ζημία τους, ώστε απορριπτέα τυγχάνει η αίτηση περί υπαγωγής του αιτούντος στις διατάξεις του ν. 3869/2010..."].

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 20-6-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 73/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την ένδικη, από 23-11-2011, αίτησή του. Κρίνοντας έτσι το εν λόγω δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ν. 3869/2010, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, ότι η παράλειψη αναφοράς στη αίτηση δικαστικής ρύθμισης οφειλών του αναιρεσείοντος, τόσο της προκαταβολής του "εφάπαξ" χρηματικού ποσού των 24.500 ευρώ που έλαβε από την υπηρεσία του κατά το έτος 2010 και που δηλώθηκε στη φορολογική του δήλωση του οικονομικού έτους 2011, όσο και του σκάφους της κυριότητάς του (7,40 μέτρων με αριθμό νηολογίου "..."), συνιστά ουσιώδη, οφειλόμενη σε βαριά του αμέλεια, ανειλικρινή δήλωση, η οποία ήταν πρόσφορη να μειώσει το ποσοστό ικανοποίησης των απαιτήσεων των πιστωτριών του τραπεζών.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τέταρτος, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθμ. 1 που αναγράφεται στο αναιρετήριο), λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενος ότι 1) η παράλειψή του να αναφέρει το σκάφος ήταν επουσιώδης, γιατί η αξία του δεν ήταν σημαντική και, οπωσδήποτε, τέτοια που να είναι ικανή να προκαλέσει, σε περίπτωση εκποίησής του, αγοραστικό ενδιαφέρον και να οδηγήσει έτσι σε μερική, έστω, ικανοποίηση των πιστωτών, 2) η χρηματική παροχή του "εφάπαξ" αναλώθηκε εξ ολοκλήρου για τη μερική διευθέτηση των οφειλών του και, συνακόλουθα, κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησής του, είχε πάψει πλέον να αποτελεί περιουσία του και 3) σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο όφειλε, κατ’ εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος που διέπει την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρ. 744 ΚΠολΔ), αν είχε υποψία ότι αυτός είχε αποκρύψει περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα, να προσφύγει στις διατάξεις του άρθρου 236 ΚΠολΔ, προκειμένου να ζητήσει διευκρινίσεις και διασαφήσεις για την άρση των ατελειών και των ασαφειών, αλλιώς, να διατάξει επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, κατ’ άρθρ. 254 του ίδιου Κώδικα.

Και τούτο, διότι δεν υπάρχουν στην πληττόμενη απόφαση τέτοιες παραδοχές (υπό αριθμητικά στοιχεία 1 και 2), ώστε να ιδρυθούν οι παρόντες, από το άρθρ. 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, ενώ η παράλειψη του δικαστηρίου να υλοποιήσει την κατ’ άρθρο 236 επιταγή (κατ’ ακρίβεια, του πρωτοβαθμίου) ή να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, κατ’ άρθρ. 254, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, γιατί με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά που δίκασε ως Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/ 2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Εξάλλου, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, κατά το οποίο οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα (που ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση) εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζεται ως κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή των νέων διατάξεων ο χρόνος άσκησης του ένδικου μέσου, υιοθετώντας έτσι μεταβατική διάταξη διαφορετική από εκείνη του άρθρου 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ.

Ο γενικός διαχρονικού δικαίου κανόνας του τελευταίου άρθρου, για τα ένδικα μέσα, ορίζει, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως κρίσιμο χρόνο για την εφαρμογή του νέου δικαίου, ως προς τα ζητήματα του παραδεκτού των ένδικων μέσων, του επιτρεπτού των προβαλλόμενων λόγων και του χρόνου της άσκησης, το χρόνο που δημοσιεύεται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1091/2015).

Συνεπώς, οι διευρυμένοι λόγοι αναίρεσης του νέου άρθρου 560 ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με το ν. 4335/2015, ισχύουν για την προσβολή αποφάσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, για τις αναιρέσεις που ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016 (ΑΠ 140/ 2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3) Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τους αναφερόμενους ουσιώδεις - λυσιτελείς, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ισχυρισμούς του, που πρότεινε παραδεκτά στο παραπάνω δικαστήριο και, συγκεκριμένα, ότι 1) με τη χωρίς όρκο εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και με τις πρωτόδικες προτάσεις του, αλλά και με την έφεσή του, ανέφερε την ύπαρξη του σκάφους και το ασήμαντο της αξίας του και 2) με δήλωσή του στο ακροατήριο του ίδιου δικαστηρίου και με την προσθήκη - αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεών του, απαντώντας στη σχετική ένσταση της ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ...

ΑΕ", αλλά και με την έφεσή του, δήλωσε το "εφάπαξ", διευκρινίζοντας ότι αυτό δεν υφίστατο πλέον κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με αυτούς (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../14-7-2016 αίτηση του Β. Ι. Π. για αναίρεση της 4320/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Και

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ