Legislator Corpus juridique & Jurisprudence
99/2022 Structuré par IA

99/2022 — 99/2022 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numéro de cause 99/2022 (AP_99_2022)
Autorité / Tribunal
Date de la décision
Juridiction Grèce — Jurisprudence (EL)

Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)

Structuré par IA

Απόφαση 99 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 99/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - ΒασιÎ...

Regeste / Sommaire juridique

Structuré par IA
Απόφαση 99 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 99/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - ΒασιÎ...

Vous souhaitez savoir comment cet arrêt s'applique à votre dossier ?

Analysez cette décision avec la législation fédérale, le droit cantonal, la doctrine et la jurisprudence subséquente dans Legislator AI.

Ouvrir dans Legislator →

Texte intégral de la décision — 99/2022

Απόφαση 99 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 99/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Δ' Αθηνών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "... ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΚΕΔ) και ήδη "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ" (ΕΤΑΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία - Παναγιώτα Λιμνίου, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική - Ηλέκτρα Γιαννικοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 3-11-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 4-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2009 ανακοπή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1871/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4203/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου διάβασε την από 18-10-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων (πρώτου και δεύτερου) της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων, θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής, για τον αναιρεσείοντα, συνέπειας. Βλάβη δε του διαδίκου υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Το έννομο δε συμφέρον του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει για κάθε ένα των λόγων αναίρεσης. (ΑΠ1241/2008,ΑΠ 1710/2005)). Αλλωστε από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556, και 558 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος που νίκησε, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Α.Π. 1226/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει, ότι η ανακόπτουσα ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-7-2009 ανακοπή στρεφόμενη κατά του αναιρεσείοντος, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "κτηματική εταιρεία του Δημοσίου" (ΚΕΔ), δεύτερης αναιρεσίβλητης, (ήδη "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε." [ ΕΤΑΔ] )και της Δ' ΔΟΥ Αθηνών, αιτούμενη τα σε αυτή αναφερόμενα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ.1871/2010 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη κατά των δύο τελευταίων καθ' ών και δέχτηκε αυτήν ως προς το πρώτο των καθ' ων και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Το τελευταίο άσκησε κατά της παραπάνω απόφασης και ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 11-4-2011 έφεσή του, στρεφόμενο κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και της παραπάνω ομοδίκου του ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "κτηματική εταιρεία Δημοσίου (ΚΕΔ)", (ήδη ΕΤΑΔ). Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη με αρ.4203/2012 απόφασή του απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας και στην ουσία της κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας. Από την επισκόπηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, την οποία το αναιρεσείον στρέφει κατά της μισθώτριας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΚΕΔ), δεύτερης αναιρεσίβλητης, (ήδη ΕΤΑΔ) προκύπτει, ότι όλοι οι λόγοι που περιέχονται σε αυτή, αναφέρονται αποκλειστικά στην επίδικη μισθωτική σχέση και αυτή (αίτηση αναίρεσης) ως και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχουν κανένα λόγο βλαπτικό ως προς το αναιρεσείον σε σχέση με την ομόδικό του κτηματική εταιρεία του Δημοσίου. Επομένως η από 15-7-2015 με αριθμό κατάθεσης 698/2015 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης είναι, σύμφωνα, με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτη και απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού οι λόγοι αυτής, ακόμη και αν γίνουν δεκτοί, δεν ωφελούν αυτό (αναιρεσείον), το οποίο ουδόλως επικαλείται βλάβη σε σχέση με την παραπάνω αναιρεσίβλητη.

Η ίδια παραπάνω αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 4203/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (αρθ 647 επ Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυαν πριν την κατάργηση τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν.43435/2015) κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, και 3 του ν. 813/1978, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 2041/1992 ( ΦΕΚ Α'71 της 4.5.1992 ),αναδιατυπώθηκε με το άρθρο 71 του ν.2065/1992 και αποτελεί το άρθρο 7 του π.δ. 34/1995, το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης, καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλόμενους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που καθορίζεται στη σύμβαση. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της μίσθωσης και καθορίζεται σε ποσοστό ετησίως όχι κατώτερο του 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και για τους ακάλυπτους χώρους του 4%, ενώ για τις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού το ποσοστό αυτό (6% και 4%, αντίστοιχα) υπολογίζεται επί της αγοραίας αξίας του μισθίου, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση, οι οποίοι και πρέπει να μνημονεύονται στη σύμβαση. Περαιτέρω, αναπροσαρμογή του οριζόμενου κατά τα ανωτέρω μισθώματος, γίνεται κάθε έτος και ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του τιμάριθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες. Μετά δε την τροποποίηση που έγινε με το άρθρο 7 παρ 10 του ν.2741/1999 περαιτέρω αναπροσαρμογή του οριζόμενου κατά τα ανωτέρω μισθώματος γίνεται κάθε έτος και ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος(Ε.Σ.Υ.Ε.). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2041/1992, μισθώσεις, που σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ίδιου νόμου παρατείνονται (δηλαδή αυτές που έληγαν από 1.5.1992 μέχρι 31.8.1996 και παρατείνονται μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία), υπόκεινται στην αναπροσαρμογή του μισθώματος, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 813/1978, στη ρύθμιση δε αυτή υπόκειται και κάθε ισχύουσα σύμβαση, αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία των μερών. Από τις παραπάνω διατάξεις, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις που είχαν συναφθεί πριν από το ν. 2041/1992 και παρατείνονται αναγκαστικά, σε συνδυασμό με τον επιδιωκόμενο σκοπό αυτού του νόμου, που είναι να εξασφαλίσει στον εκμισθωτή την απολαβή λογικού, τουλάχιστον, μισθώματος (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 2041/1992), προκύπτει ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία για αναπροσαρμογή του ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η πρώτη αναπροσαρμογή (δηλ. σε ποσοστό 6% ή 4%, αντίστοιχα επί των άνω προσδιοριζόμενων αξιών) γίνεται με δεδομένα αντικειμενικά, μετά πάροδο διετίας, η οποία υπολογίζεται από την έναρξη της μισθώσεως και όχι από την τελευταία αναπροσαρμογή (ΑΠ 195/1996, ΑΠ 328 /1996, ΑΠ 349/1996). Προκύπτει, επίσης, ότι το μίσθωμα που θα προκύψει κατ` εφαρμογή των στοιχείων εξειδίκευσης που εισάγει το άρθρο 8 του 2041/1992, γίνεται απαιτητό από την κοινοποίηση σχετικής έγγραφης οχλήσεως του εκμισθωτή (άρθρο 5παρ. 5 του ν. 813/1978, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του ν. 2041/92 και ήδη άρθρου 7 παρ 5 π.δ.34/1995), ο οποίος, αν βραδύνει να τη γνωστοποιήσει στο μισθωτή, υφίσταται, την οικονομική απώλεια που αντιστοιχεί στο χρόνο της καθυστερήσεώς του. Εντεύθεν, έπεται ότι το μίσθωμα αναπροσαρμόζεται από τις παραπάνω χρονικές στιγμές και ότι ο εκμισθωτής με την έγγραφη όχληση μπορεί να ζητήσει το μίσθωμα στο ύψος που έχει αναπροσαρμοστεί, αυτομάτως και στη συνεχεία με τις ετήσιες αυξήσεις στο 75% του τιμαρίθμου (βλ. σχετ. Α.Π. 349/2006, Α.Π.1954/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενο, ότι με το να δεχθεί, ότι λόγω μη κοινοποίησης σχετικής έγγραφης όχλησης προς την μισθώτρια, δεν πληρούνται οι προυποθέσεις του νόμου για την γέννηση του δικαιώματος του, ως εκμισθωτή, αναπροσαρμογής του μισθώματος, που αφορά την ένδικη μίσθωση, ότι δεν διατηρεί τέτοια αξίωση κατά της μισθώτριας για την ένδικη χρονική περίοδο και ότι με την κοινοποίηση της ένδικης ατομικής ειδοποίησης δεν κατέστη απαιτητό το σε αυτή αναφερόμενο, λόγω αναπροσαρμογής του μισθώματος ποσό, εφάρμοσε και ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των παρ. 2,3 και 5 του άρθρου 7 π.δ. 34/1995. Με τον δεύτερο λόγο της ίδιας αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εκτιμάται, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενο ότι επί του αμέσως παραπάνω ζητήματος το δικαστήριο δεν διέλαβε αιτιολογία.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 4203/2012 απόφασή του που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647επ., όπως ίσχυαν πριν την ισχύ του ν.4335/2015),δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους: "Δυνάμει του από 25-7-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως. το Μετοχικό Ταμείο Στρατού εκμίσθωσε στον Κ. Ζ. τον υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην … επί της συμβολής των οδών ... και ..., ο οποίος (σταθμός αυτοκινήτων) αποτελείται από τρείς υπόγειους χώρου, συνολικής επιφάνειας 3.864 τ.μ. και εκμισθώθηκε μαζί με τα μηχανήματα, εγκαταστάσεις και λοιπό εξοπλισμό. Η χρονική διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε για δύο έτη από της παραδόσεως του μισθίου, και το μίσθωμα στο ποσό των I 915.000 δραχμών μηνιαίως. Το μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί ως σταθμός και πλυντήριο αυτοκινήτων, ήτοι επιχειρηματική δραστηριότητα που προστατεύεται από τις διατάξεις π.δ. 34 1995 (άρθρ. 1 παρ. 1α). Στη συνέχεια, με το από 28-2-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό προσχώρησης σε μισθωτική σχέση, υπεισήλθε στην μίσθωση ως συμμισθώτρια η ανακόπτουσα εταιρεία με την επωνυμία "....", η οποία συστάθηκε με το από 23-1-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.265.000 δραχμών. Με το τελευταίο αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό η ένδικη μίσθωση παρατάθηκε μέχρι το έτος 1994 και κατά τα λοιπά αναφέρθηκαν στους όρους του προηγούμενου συμφωνητικού, χωρίς να γίνει μνεία ούτε στο πρώτο ούτε στο δεύτερο (συμφωνητικό) για αναπροσαρμογή του μισθώματος. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30-12-1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας - Αντωνίας Δαβίλα Μανδρέκα που μεταγράφηκε νόμιμα, το Μετοχικό Ταμείο Στρατού μεταβίβασε αιτία πωλήσεως προς το εκκαλούν-καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο πλέον υπεισήλθε σ' αυτήν ως εκμισθωτής, ενώ η ανακόπτουσα εξακολούθησε να ασκεί τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, καταβάλλοντος το συμφωνηθέν μίσθωμα στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου για λογαριασμό του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι το καταβαλλόμενο μίσθωμα κατά την διετία 1992-1994 ανερχόταν, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, στο ποσό των 2.265.000 δραχμών ή 6647.10€. Επειδή δεν είχε συμφωνηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος το δικαιοπάροχο του καθ' ου η ανακοπή στις 8-4-1994 απέστειλε στην ανακόπτουσα έγγραφη όχληση, επικαλούμενο την διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2041/1992, που ρύθμιζε τότε θέματα εμπορικών μισθώσεων σχετικά με την αναπροσαρμογή του μισθώματος σε περίπτωση που ελλείπει συμφωνία η οποία (αναπροσαρμογή), σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, γινόταν κάθε έτος και ανερχόταν σε ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής. όπως αυτό είχε καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους μήνες. Με βάση δε τη διάταξη αυτή ζήτησε από την ανακόπτουσα το Μετοχικό Ταμείο Στρατού να καταβάλει μίσθωμα αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 8.1% το οποίο διαμορφωνόταν, λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω προϋποθέσεις, από 1-3-1994 στο ποσό των 2.448.500 δραχμών, πλέον τέλος χαρτοσήμου από 3.6% και συνολικά στο ποσό των 2.536.646 δραχμών μηνιαίως, το οποίο και κατέβαλε η ανακόπτουσα. Ομοίως, το Μετοχικό Ταμείο Στρατού με το από 27-10-1994 έγγραφο του που κοινοποίησε στην ανακύπτουσα, επικαλούμενο τις νέες διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων (άρθρο 2 του ν. 2235/1994) και την υπ' αριθμ.1067780/82/ΠΟΛ 1149/9-6-1994 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, καθόρισε το ύψος του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 4.733.400 δραχμών και με το από 17-6-1996 έγγραφο του στο ποσό των 6.816.096 δραχμών, πλην όμως τα εν λόγω δύο τελευταία ποσά δεν αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκαν. Αντίθετα, από το τέλος 1995 η ανακόπτουσα κατέβαλε το ποσό των 2.536.646 δραχμών ή 7.444,30 ευρώ ως μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο μετά την έγγραφη από 18-8-1997 όχληση του Μετοχικού Ταμείου Στρατού προς την ενάγουσα αναπροσαρμόσθηκε από 1-3-1997 στο ποσό των 2.570.925 δραχμών, πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6% και συνολικά σε 2.663.478 δραχμές. Από το έτος δε 1998 και μεταγενέστερα η ανακόπτουσα κατέβαλε ως μίσθωμα το ποσό των 2.750.925 δραχμών μηνιαίως ή 7.544 ευρώ πλέον τέλος χαρτοσήμου από 3,6%. Μετά την μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου ακινήτου στο καθ' ού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, η ανακόπτουσα παρακατέθετε το μίσθωμα, μετά από συμφωνία, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, χωρίς έκτοτε μέχρι την επίμαχη χρονική περίοδο (7-7-2008 έως 3 1-5-2009) να οχληθεί εγγράφως περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην ένδικη μίσθωση που είναι εμπορική και που είχε υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ 34/1995, όπως αυτές ίσχυαν εκάστοτε, μετά την λήξη της συμβατική: και νόμιμης διάρκειας της (16 έτη) κατέστη αορίστου χρόνου με τι: προϋποθέσεις του άρθρου 611 Α.Κ. μη υπαγόμενη πλέον ως προς τη διάρκεια και την λήξη της στις ρυθμίσεις του π.δ. 34/ 1995. Η μίσθωση αυτή ισχύει, αφού δεν αποδείχθηκε αντίθετη συμφωνία των μερών, με του: όρου: της παλαιάς μισθώσεως, εξακολουθεί να διέπεται από το π.δ. 34/1995, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν στη διάρκεια της και συνεπώς εφαρμόζονται και αυτές που αφορούν στην αναπροσαρμογή του μισθώματος (βλ.Ι.Κατρά "Πανδέκτης μισθώσεων και οροφοκτησίας" εκδ.2009 σελ. 418- 4 19). Παρότι όμως δεν οχλήθηκε η ανακόπτουσα καθόλο το χρονικό διάστημα από 7-7-2008 έως 31-5-2009 η "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" απέστειλε στην ανακόπτουσα στις 28-5-2009 τον υπ αριθμ. 5614/ 2560/31-122/ 25-5-2009 χρηματικό κατάλογο, ενώ η Δ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών απέστειλε στις 6-7-2009 την υπ' αριθμ. 3314/5-6-2009 ατομική ταμειακή βεβαίωση, περιεχόμενη στην υπ' αριθμ. .../12-6-2009 ατομική ειδοποίηση χρεών, για οφειλόμενα μισθώματα, λόγω αναπροσαρμογής για το χρονικό διάστημα από 7-7-2008 έως 31-5-2009 συνολικού ποσού 30720,02 ευρώ. πλέον αναλογούντος χαρτοσήμου από 3,6 % (2.295,94 ευρώ) και ΟΓΑ ποσού 457,18 ευρώ. Όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, η αναπροσαρμογή του μισθώματος, όταν δεν υπάρχει συμφωνία, όπως στην ένδικη περίπτωση, γίνεται με βάση τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 34/1995 αυτόματα μία φορά και δη μετά τη συμπλήρωση της διετίας από της ενάρξεως τη: μισθώσεως, και στη συνέχεια χωρεί κάθε έτος με βάση τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή. Σύμφωνα όμως με την παράγραφο 5 του άρθρου 7 του π.δ. 34/1995 το κατά τον ως άνω τρόπο αναπροσαρμοζόμενο ετησίως μίσθωμα καθίσταται απαιτητό από την κοινοποίηση, κατ'ρητή επιταγή του νόμου, εγγράφου οχλήσεως του εκμισθωτή προς τον μισθωτή, στην οποία πρέπει να περιέχεται και πρόσκληση του να καταβάλει πλέον το αναπροσαρμοσθέν μίσθωμα, που προσδιορίζεται κατά ποσό σ' αυτήν, διότι διαφορετικά, αν δηλαδή δεν κοινοποιήσει έγγραφη όχληση, ή βραδύνει να κοινοποιήσει τέτοια, υφίσταται (ο εκμισθωτής) την οικονομική απώλεια εκ των μισθωμάτων που αντιστοιχούν στο χρόνο της καθυστερήσεως του. Το καθ' ου η ανακοπή δε, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει τέτοιες έγγραφες οχλήσεις για την ένδικη περίοδο από 7-7-2008 έως 31-5-2009 και συνεπώς, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για τη γέννηση του δικαιώματος του εκκαλούντος αναπροσαρμογής του μισθώματος. δεν υφίσταται τέτοια αξίωση κατά της ανακόπτουσας, όπως βάσιμα αυτή ισχυρίζεται και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος της ανακοπής της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση, στο ίδιο πόρισμα κατέληξε και έκανε δεκτή την ανακοπή, ακύρωσε δε στη συνέχεια την προσβαλλόμενη υπ αριθμ. 3314/5-6-2009 ατομική ταμειακή βεβαίωση συνολικού ποσού 31.825.94 ευρώ, περιεχόμενη στην υπ' αριθμ. .../12-6-2009 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του ν απορριφθούν ως αβάσιμα και ακολούθως ν' απορριφθεί στο σύνολο της η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα από το εκκαλούν - αναιρεσείον παραπάνω αναφερόμενη έφεση κατά της πρώτης εφεσίβλητης - αναιρεσίβλητης και της με αρ. 1871/2010 προσβληθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή (ως προς το αναιρεσείον) η ασκηθείσα από την ανακόπτουσα ήδη αναιρεσίβλητη ανακοπή και ακυρώθηκε η με αρ.3314/2009 ατομική ταμειακή βεβαίωση περιεχομένη στην με αρ. .../2009 ατομική ειδοποίηση χρεών του προϊσταμένου της Δ. Δ.Ο.Υ. Αθηνών Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αξίωσης του αναιρεσείοντος λόγω αναπροσαρμογής του μισθώματος του ένδικου μισθίου ακινήτου για το αιτούμενο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, δέχτηκε, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ότι κατά το άρθρο 7 παρ.5 του π.δ. 34/1995 το, κατά τα αναφερόμενα, στο ίδιο άρθρο αναπροσαρμοζόμενο ετησίως μίσθωμα, καθίσταται απαιτητό από την έγγραφη όχληση του εκμισθωτή προς τον μισθωτή, όπως ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται, διότι διαφορετικά, αν δηλαδή δεν κοινοποιήσει έγγραφη όχληση ή βραδύνει να κοινοποιήσει τέτοια υφίσταται την οικονομική απώλεια εκ των μισθωμάτων που αντιστοιχούν στο χρόνο καθυστέρησης του και ότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει τέτοιες έγγραφες οχλήσεις για την ένδικη χρονική περίοδο, με συνέπεια να μην διατηρεί τέτοια αξίωση. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η μη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου για την γέννηση της ένδικης αξίωσης του αναιρεσείοντος. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, εντεύθεν δε οι συναφείς, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Συνεπώς, μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957,που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και άρθρα 176, 183, 189 παρ.1και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2015 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 698/17-7-2015) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 4203/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει, για τον κάθε ένα, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ