99/2012 — 99/2012 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)
Structuré par IAΑπόφαση 99 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 99/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμ...
Regeste / Sommaire juridique
Structuré par IATexte intégral de la décision — 99/2012
Απόφαση 99 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 99/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. χήρας Γ. Ν., το γένος Α. Δ., 2) Α. χήρας Α. Ν., το γένος Χ. Κ., 3) Έ.-Α. χήρας Α. Κ., το γένος Τ. ή Τ. Ν., 4) Λ. Κ. του Α., κατοίκων ..., 5) Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., 6) Τ. Ν. του Α., κατοίκου ..., με αντίκλητο στη Θεσσαλονίκη την Χ. Μ.-Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Δαρούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Χ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Γουνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4/6/2006 (2) αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2431/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/4/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 3/12/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 703 Α.Κ. εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη μιας συμβάσεως, έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι, α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και β) η κατάρτιση της συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως του μεσίτη. Επίσης, για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της πράξεως για την οποία δόθηκε η εντολή. Η ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν δηλαδή η μεσολάβηση ή η υπόδειξη ευκαιρίας βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε και μόνο δημιουργείται υποχρέωση για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, είναι καθαρά ζήτημα πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατόν, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινομένων από το ένα μέρος στο άλλο όρων και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών. Αντίθετα, η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι ο μεσίτης ενημερώνει απλώς με αυτή τον ένα ή και τους δύο ενδιαφερόμενους για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτούς δυνατότητας συνάψεως της συμβάσεως, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες αυτού, αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε λόγω της υπόδειξης αυτής, μάλιστα δε η σύναψη της συμβάσεως δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικά και το κύριο προϊόν της υποδείξεως του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ενέργεια αυτού ή άλλη δευτερεύουσα προσπάθειά του να είναι υπό ορισμένες συνθήκες επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, όπως το γεγονός ότι ο μεσίτης έδωσε στον εντολέα του τη διεύθυνση και το όνομα του ενδιαφερομένου για τη σύναψη της συμβάσεως, ώστε να καθιστά δυνατή την απευθείας διαπραγμάτευση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός δεν εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 του αυτού ως άνω άρθρου του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ,ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι νόμιμα διορισμένη μεσίτρια αστικών συμβάσεων και διατηρεί μεσιτικό γραφείο στη Θέρμη Θεσσαλονίκης με αριθμό μητρώου ..., από τις αρχές δε του έτους 2005 εργάζεται στο γραφείο της, ως συνεργάτης της, ο θείος της Γ. Σ.. Οι εναγόμενοι της δεύτερης αγωγής (που ενδιαφέρει στην κρινόμενη περίπτωση) και ήδη αναιρεσείοντες ήσαν συγκύριοι κατά ποσοστό 18,33% εξ αδιαιρέτου η πρώτη απ' αυτούς, κατά ποσοστό 8,33% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη απ' αυτούς, κατά ποσοστό 33, 34% εξ αδιαιρέτου η τρίτη απ' αυτούς, κατά ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου η τέταρτη απ' αυτούς, κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου ο πέμπτος απ' αυτούς και κατά ποσοστό 12, 50% εξ αδιαιρέτου ο έκτος απ' αυτούς, ενός αγρού εκτάσεως 10 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης. Οι δεύτερη, πέμπτος και έκτος των εναγομένων ήσαν συγκύριοι (κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη, κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου ο πέμπτος και κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου ο έκτος) ενός αγρού, εκτάσεως ενός στρέμματος που βρίσκεται στην περιοχή Πυλαίας Θεσσαλονίκης. Τα δύο αυτά αγροτεμάχια είχαν από ετών συνενωθεί και η οικογένεια Ν. (αναιρεσείοντες) δεν τα χρησιμοποιούσε, παρά μόνο εκμίσθωνε ένα οικίσκο που βρισκόταν σ' αυτό. Ένα από τα όμορα ακίνητα ανήκει στην οικογένεια Κ., η οποία το χρησιμοποιούσε ως έδρα της επιχειρήσεώς της, επιθυμούσε δε να προβεί στην αγορά του ακινήτου της οικογένειας Ν., πλην όμως αυτό ήταν αδύνατο, λόγω των κακών σχέσεων μεταξύ των δύο οικογενειών. Μετά το θάνατο των δικαιοπαρόχων τους οι εναγόμενοι αποφάσισαν να προβούν στην πώληση του άνω ενιαίου αγροτεμαχίου. Λόγω δε της δυσκολίας προς ανεύρεση αγοραστή, ιδίως λόγω του υψηλού τιμήματος, αποφάσισαν να αναθέσουν σε μεσίτη να μεσολαβήσει για την πώληση προς οιονδήποτε ενδιαφερόμενο του άνω ενιαίου αγροτεμαχίου, αντί τιμήματος 2.350.000 ευρώ. Προς τούτο ο πέμπτος από αυτούς, ενεργώντας ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό και των υπολοίπων συνιδιοκτητών, υπέγραψε την από 20/10/2005 έγγραφη σύμβαση μεσιτείας, με την οποία ανέθεσε στην ενάγουσα την εντολή να μεσολαβήσει για την πώληση προς οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο του ενιαίου αγροτεμαχίου, αξίας 2.350.000 ευρώ, αντί αμοιβής ανερχόμενης σε ποσοστό 2% επί ολοκλήρου του πραγματικού τιμήματος πωλήσεως, δηλαδή του συνολικού ποσού των 47.000 ευρώ. Σε περίπτωση αντιπαροχής η αμοιβή της ενάγουσα συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής δραστηριοποιήθηκε ο ανωτέρω συνεργάτης της ενάγουσας, ο οποίος γνωρίζοντας ότι η οικογένεια Κ. ενδιαφέρεται να αγοράσει το εν λόγω ακίνητο, ήρθε σε επαφή με τον Α. Π., γαμπρό του Ι. Κ. και ακολούθως ενημέρωσε και τον Α. Ν. ότι υπάρχει ενδιαφερόμενος αγοραστής, πλην όμως στην αρχή δεν του γνωστοποίησε το όνομά του, γιατί ο Α. Ν. του είχε πει ότι δεν επιθυμεί να αγοράσει το ακίνητό τους η οικογένεια Κ., λόγω της μακροχρόνιας διένεξής τους. Τελικά του ανακοίνωσε το όνομα του υποψηφίου αγοραστή και ο Α. Ν. αποδέχθηκε να πωληθεί το ακίνητο στην οικογένεια Κ., λόγω του ότι δεν υπήρχε άλλος υποψήφιος αγοραστής. Επακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο αυτών προσώπων (Α. Ν. και Α. Π.), στις οποίες ο συνεργάτης της ενάγουσας Γ. Σ. έπαιζε το ρόλο του ενδιάμεσου, μεταφέροντας τις προτάσεις της μίας πλευράς στην άλλη, κυρίως ως προς το τίμημα του ενιαίου ακινήτου. Η επικοινωνία τους γινόταν κυρίως με ανταλλαγή sms και μέσω κινητών τηλεφώνων. Τελικά επήλθε συμφωνία των μερών για πώληση του άνω ενιαίου ακινήτου, αντί τιμήματος 2.230.000 ευρώ, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕRRA Ανώνυμη Εταιρεία Κατασκευών-Εμπορίας και Συμμετοχών" που συνέστησε ο Σ. Κ. με τις αδελφές του Κ. Κ. και Α. Κ., συντάχθηκαν δε σχετικά τα υπ' αριθμ. ... και .../12/1/2006 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Κοτσανίδη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, βάσει των οποίων η ως άνω Α.Ε. αγόρασε από τους εναγομένους τα δύο αγροτεμάχια, αντί αναγραφομένου τιμήματος 488.459, 57 και 35.019,13 ευρώ αντίστοιχα για κάθε ακίνητο. Η τελική αυτή συμφωνία ήταν αποτέλεσμα και της ενεργού μεσολάβησης του θείου και συνεργάτη της ενάγουσας Γ. Σ., ο οποίος όχι μόνο έφερε σε επαφή τους εκπροσώπους των δύο πλευρών, συμβάλλοντας στην παράκαμψη της μακροχρόνιας διαμάχης τους και της αρχικής άρνησης της οικογένειας Ν. να αποδεχθεί ως αγοραστή του ακινήτου του μέλους της οικογένειας Κ., αλλά συμμετείχε ενεργά και στις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, με τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινομένων από το ένα μέρος στο άλλο όρων και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, συμβάλλοντας έτσι στην επίτευξη της τελικής συμφωνίας. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την ως άνω αγωγή, για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας της ενάγουσας και της καταρτίσεως των άνω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα για μεσιτική αμοιβή το ποσό των 47.000 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 703 ΑΚ, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, αφού οι παραδοχές, ότι μετά την σύναψη της από 20/10/2005 έγγραφης συμβάσεως μεσιτείας δραστηριοποιήθηκε ο θείος και συνεργάτης της ενάγουσας μεσίτριας Γ. Σ., ο οποίος γνωρίζοντας ότι η οικογένεια Κ. ενδιαφέρεται να αγοράσει το ακίνητο της οικογένειας Ν. ήλθε σε επαφή με το γαμπρό του πρώτου Α. Παράσχο, και ακολούθως ενημέρωσε τον Α. Ν. για την ύπαρξη ενδιαφερόμενου αγοραστή, χωρίς να του γνωστοποιήσει αρχικά το όνομά του, γιατί γνώριζε ότι υπήρχε μακροχρόνια διένεξη μεταξύ των δύο οικογενειών, ότι στη συνέχεια ανακοίνωσε το όνομα του υποψήφιου αγοραστή στον Α. Ν. και αυτός αποδέχθηκε να πωληθεί το ακίνητο του στην οικογένεια Κ., γιατί δεν υπήρχε άλλος ενδιαφερόμενος, ότι ο ανωτέρω συνεργάτης της μεσίτριας έπαιζε το ρόλο του ενδιάμεσου, μεταφέροντας τις προτάσεις της μιας πλευράς στην άλλη, κυρίως ως προς το τίμημα του ενιαίου ακινήτου και ότι η τελική συμφωνία ήταν αποτέλεσμα της ενεργού μεσολάβησης του Γ. Σ. ο οποίος όχι μόνο έφερε σε επαφή τους εκπροσώπους των δύο πλευρών, συμβάλλοντας στην παράκαμψη της μακροχρόνιας διαμάχης τους και της αρχικής άρνησης της οικογένειας Ν. να αποδεχθεί ως αγοραστή του ακινήτου τους μέλος της οικογένειας Κ., αλλά συμμετείχε ενεργά και στις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, με τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινομένων από το ένα μέρος στο άλλο όρων και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, συμβάλλοντας έτσι στην επίτευξη της τελικής συμφωνίας, καλύπτουν το πραγματικό του άρθρου 703 Α.Κ., με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της δραστηριότητας της ενάγουσας και της συνάψεως της συμβάσεως, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της παρούσας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 703 ΑΚ μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη και της συνάψεως της σκοπούμενης συμβάσεως πρέπει να υπάρχει σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα. Με την απόδειξη της μεσιτικής δραστηριότητας και της συνάψεως της σκοπούμενης συμβάσεως τεκμαίρεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών και το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου μετατίθεται στον αμφισβητούντα την αιτιώδη συνάφεια μεσιτικό εντολέα. Η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Δεν είναι απαραίτητο οι ενέργειες του μεσίτη ν' αποτελούν τη μοναδική αιτία καταρτίσεως της συμβάσεως. Μέχρι ποίου σημείου πρέπει να προχωρήσουν οι ενέργειες αυτές για να θεωρηθεί ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια δεν μπορεί να καθορισθεί με γενικούς ορισμούς εκ των προτέρων , μπορεί, όμως να λεχθεί γενικά, ότι ο μεσίτης δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει μέχρι τέλους τις διαπραγματεύσεις, αρκεί η ενέργεια του να είναι τέτοια, ώστε να μπορεί να φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να χρησίμευε ουσιωδώς προς τούτο. Η κρίση όμως, αν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ή μη ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσολαβητικής δραστηριότητας της ενάγουσας και του αποτελέσματος (σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως του ως άνω ενιαίου ακινήτου). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δεν λήφθηκε υπόψη, δεν εκτιμήθηκε και δεν αξιολογήθηκε από το Εφετείο ο ισχυρισμό τους για μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσολαβητικής δραστηριότητας της ενάγουσας και της καταρτίσεως της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως, ο οποίος "... προέκυπτε από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων ..." πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, προβάλλουν την αιτίαση ότι για τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, ως προς το ύψος του τιμήματος πωλήσεως του ενιαίου ακινήτου σε 2.350.000 ευρώ, δεν προσκομίζεται καμία απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα "... από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα και ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά ..." τις εις αυτή αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, με επιμέλεια του οποίου δόθηκαν, "... και όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...". Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με το τίμημα πωλήσεως του ως άνω ενιαίου ακινήτου, ότι "Καθόσον αφορά το ποσό του τιμήματος, αυτό ανήλθε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, στο ποσό των 2.350.000 ευρώ, το οποίο ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ακινήτου, σύμφωνα με την έκταση και την τοποθεσία του. Άλλωστε στο ποσό αυτό είχε προσδιοριστεί το τίμημα από τους πωλητές του και είχε αναγραφεί μάλιστα και στην υπογραφείσα από τον πέμπτο εναγόμενο της δεύτερης αγωγής σύμβαση μεσιτείας. Σε καμία περίπτωση δεν ανήλθε το τίμημα στα αναγραφέντα στα άνω συμβόλαια ποσά των 488.459,57 και 35.019,13 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία συμπίπτουν με την αντικειμενική αξία κάθε επιμέρους ακινήτου, που είναι υποπολλαπλάσια της πραγματικής τους αξίας. Σημειωτέον ότι οι εναγόμενοι περιορίζονται στην άρνηση του άνω πραγματικού τιμήματος, αποφεύγοντας όμως να αναφέρουν το ύψος του τιμήματος που πράγματι συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε σ' αυτούς από την αγοράστρια εταιρεία", προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και οδηγήθηκε στο αποδεικτικό, κατά την κρίση του, πόρισμα, αναφορικά με το ύψος του τιμήματος του πωληθέντος ως άνω ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη και όσα αμέσως παραπάνω αναφέρονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/4/2010 αίτηση για αναίρεση της 110/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ