Legislator Corpus juridique & Jurisprudence
999/2016 Structuré par IA

999/2016 — 999/2016 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numéro de cause 999/2016 (AP_999_2016)
Autorité / Tribunal
Date de la décision
Juridiction Grèce — Jurisprudence (EL)

Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)

Structuré par IA

Απόφαση 999 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 999/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο ΤζÎ...

Regeste / Sommaire juridique

Structuré par IA
Απόφαση 999 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 999/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο ΤζÎ...

Vous souhaitez savoir comment cet arrêt s'applique à votre dossier ?

Analysez cette décision avec la législation fédérale, le droit cantonal, la doctrine et la jurisprudence subséquente dans Legislator AI.

Ouvrir dans Legislator →

Texte intégral de la décision — 999/2016

Απόφαση 999 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 999/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Νάκο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Τ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1030/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγικό αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση. Ως γεγονότα νοούνται πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, (στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος), οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται αυτά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 34/2015 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για το έγκλημα της απάτης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν, αναιρετικός ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ειδικότερα , αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος ασχολείται με την εμπορία οικοδομικών υλικών - σιδήρων οικοδομώ , στο ... την 06η-06-2008, έχοντας σκοπό να εξαπατήσει τον μηνυτή και να προσπορίσει στον εαυτόν του χρηματικό ποσό επί βλάβη της περιουσίας του μηνυτή , παρέστησε ψευδώς σ' αυτόν ότι είναι σε θέση να του πωλήσει ποσότητα σιδήρου 9.200 κιλών από το κατάστημα του με τιμή μονάδας 1,12 ευρώ το κιλό περιλαμβανομένου και ΦΠΑ, καθώς και τα έξοδα της μεταφοράς, με συνολική αξία 10.200 ευρώ, τα οποία προκαταβλήθηκαν την ίδια μέρα από τον εγκαλούντα με έκδοση της από 06-06-2008 έγγραφης ισόποσης απόδειξης και συμφωνία ότι η παράδοση του σιδήρου θα. γινόταν τις επόμενες ημέρες στον τόπο ανέγερσης της οικοδομής του εγκαλούντος στη ..., γεγονότα τα οποία ήταν ψευδή καθόσον ο κατηγορούμενος δεν διέθετε την ποσότητα σιδήρου γεγονός που σαφώς "γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο της υπόσχεσης καθόσον η επιχείρηση του είχε περιέλθει σε δυσάρεστη οικονομική κατάστασή (είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τρίτους και είχαν εκδοθεί σε βάρος του διαταγές πληρωμής ήδη από τον Απρίλιο του έτους 2008, όπως προέκυψε από τα έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και αναγνώστη καν στο ακροατήριο και το έτος 2009 έπαυσε τη λειτουργία της, όπως ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην απολογία του). Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος έπεισε τον εγκαλούντα ότι θα του παραδώσει την ποσότητα του σιδήρου που του είχε υποσχεθεί αφού και την χρονική στιγμή της υπόσχεσης αυτός δε διέθετε την ποσότητα αυτή του σιδήρου, την οποία ο εγκαλών υποχρεώθηκε να προμηθευτεί από άλλη εταιρεία έναντι μεγαλύτερου τιμήματος, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό ζημία αντίστοιχης αξίας στον εγκαλούντα. Η συμφωνία αυτή στηρίχθηκε στις διαβεβαιωθείς του κατηγορουμένου ότι διέθετε την ως άνω ποσότητα σιδήρου και θα την παρέδιδε άμεσα στον εγκαλούντα και έτσι έπεισε τον τελευταίο να καταβάλει το πιο πάνω ποσό, ενέργεια στην οποία ουδέποτε θα προέβαινε ο εγκαλών, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος προσπόρισε στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, που έγκειτο στην κάρπωση του ως άνω χρηματικού ποσού, με ισόποση ζημία της περιουσίας του εγκαλούντος. Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν πέρα από το μηνυτή και ο μάρτυρας κατηγορίας Κ. Τ. (πατέρας του μηνυτή) στην ένορκη στο ακροατήριο κατάθεση του, χωρίς να αντικρούονται με αποδεικτικά στοιχεία από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, ούτε και από την απολογία του τελευταίου, ο οποίος δεν έδωσε καμία πειστική εξήγηση για το λόγο που αν και γνώριζε την δυσχερή οικονομική του κατάσταση και ότι αν και κατά τους ισχυρισμούς του δεν διέθετε ο ίδιος την ποσότητα σιδήρου, παραταύτα παρέλαβε το ως άνω χρηματικό ποσό από τον εγκαλούντα για την ως άνω αιτία εκδίδοντας σχετική απόδειξη αλλά και τιμολόγιο στο οποίο αναγράφεται η ένδειξη "εξοφλήθη", χωρίς ωστόσο μέχρι σήμερα να έχει, επιστρέψει σε αυτόν το ποσό αν και συνομολογεί ότι ο ίδιος δεν παρέδωσε την ποσότητα σιδήρου στον εγκαλούντα, ούτε επίσης το λόγο για τον οποίο εξαναγκάστηκε ο εγκαλών να καταβάλει εκ νέου χρηματικό ποσό για την αγορά σιδήρου από άλλη εταιρία , ο ισχυρισμός δε του κατηγορουμένου ότι κατέβαλε το πιο πάνω ποσό στον προμηθευτή του προκειμένου για την προμήθεια της επίδικης ποσότητας σιδήρου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε βάσιμος, αντίθετα εξεταζόμενος ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε ο ήδη εγκαλών κατά της πωλήτριας εταιρίας κατέθεσε ότι το επίδικο χρηματικό ποσό το διέθεσε για τις ανάγκες του και έτσι δεν μπόρεσε να το δώσει στην πωλήτρια εταιρία. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχτεί ένοχος ο κατηγορούμενος, για την ως άνω αξιόποινη πράξη, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, η οποία στοιχειοθετείται πλήρως τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική της υπόσταση".

Με το διατακτικό δε της προσβαλλόμενης απόφασης κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος του ότι: "Στο ... την 6-6-2008 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, εμφανίσθηκε στον εγκαλούντα Α. Τ. του Κ. και δήλωσε σε αυτόν ότι είναι σε θέση να του πουλήσει ποσότητα σιδήρου 9.200 κιλών από το κατάστημά του με τιμή μονάδας 1,12 ευρώ το κιλό περιλαμβανομένου και ΦΠΑ, καθώς και τα έξοδα της μεταφοράς, με συνολική αξία 10.200 ευρώ, τα οποία προκαταβλήθηκαν την ίδια μέρα με έκδοση την από 6-6-2005 έγγραφης ισόποσης απόδειξης και συμφωνία ότι η παράδοση του σιδήρου θα γινόταν τις επόμενες ημέρες στον τόπο εργασίας ανέγερση οικοδομής του εγκαλούντος στη .... Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος έπεισε τον εγκαλούντα να του παραδώσει την ποσότητα του σιδήρου που του είχε υποσχεθεί αφού και την χρονική στιγμή της υπόσχεσης αυτός δε διέθετε την ποσότητα αυτή του σιδήρου, την οποία ο εγκαλών υποχρεώθηκε να προμηθευτεί από άλλη εταιρεία έναντι μεγαλυτέρου τιμήματος, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό ζημίας αντίστοιχη αξίας στον εγκαλούντα".

Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, υποθετικές κρίσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε υπαγωγή των στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις α) ο τρόπος τέλεσης από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, της αξιοποίνου πράξεως της απάτης, αφού εκτίθεται, σε τι συνίσταται η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών με την παραδοχή ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι διέθετε την συγκεκριμένη ποσότητα σιδήρου και ήταν σε θέση να την παραδώσει άμεσα, ενώ το γεγονός αυτό ήτο ψευδές καθόσον ο κατηγορούμενος δεν διέθετε την συγκεκριμένη ποσότητα σιδήρου, γεγονός που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης γνώριζε κατά το χρόνο της υπόσχεσης καθόσον κατά τις ίδιες παραδοχές η επιχείρησή του είχε περιέλθει σε δυσχερή οικονομική κατάσταση β) ότι από την ψευδή αυτή παράσταση ότι αυτός διέθετε και θα του παρέδιδε άμεσα την ποσότητα σιδήρου που ήταν η παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε ο εγκαλών και προέβη στην επιζήμια για την περιουσία του πράξη επ' ωφελεία της περιουσίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος προσπόρισε στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, που έγκειτο στην κάρπωση του ως άνω χρηματικού ποσού των 10.000 ευρώ, με ισόποση ζημία του εγκαλούντος και γ) με τις ανωτέρω παραδοχές αιτιολογίας επίσης ο σκοπός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ. Αναφορικά με την ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τις καταφατικές περί της ενοχής του παραδοχές στηρίζοντας επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα χωρίς να λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει την κατάθεση του πατέρα του εγκαλούντος, είναι αβάσιμη, διότι το δικάσαν δικαστήριο την καταφατική περί της ενοχής του κρίση στήριξε σε όλα τα αναφερόμενα στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικτικά μέσα και σε όλο το περιεχόμενο των καταθέσεων και όχι μόνο στις συγκεκριμένες περικοπές που αναφέρονται. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασή του δεν ήταν αναγκαία κατά το νόμο η σύγκριση, αξιολογική στάθμιση και αναφορά του τι ειδικότερα προκύπτει από καθένα από αυτά. Επίσης η αιτίαση ότι η διαφορά μεταξύ του αναιρεσείοντος και του εγκαλούντος είναι αστικής φύσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία, διότι με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στοιχειοθετείται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης του άρθρου 386 παρ. 1α ΠΚ.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, που ενσωματώνονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίνεται και στους προσβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί συνδρομής στο πρόσωπο του, ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ζήτησε την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α', β, δ και ε' ΠΚ, ισχυριζόμενος κατά λέξη τα κάτωθι: "Αιτούμαι την αναγνώριση στο πρόσωπο εμού, ως κατηγορουμένου, ελαφρυντικών περιστάσεων κατ' αρθρ. 84 Π.Κ. εδ. 2 περ. α', β, δ' και ε'. Πράγματι ως πολίτης μέχρι την τέλεση της πράξης έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Ειδικότερα, είχα σταθερή επαγγελματική δραστηριότητα, είχα κοινωνική παρουσία μέσω της επαγγελματικής μου δραστηριότητας και είμαι έντιμος οικογενειάρχης και επαγγελματίας. Καθ' ολη τη διάρκεια της γενικότερης κοινωνικής μου παρουσίας δεν δημιούργησα οιονδήποτε πρόβλημα, μη απασχολώντας τις αρχές και τη δικαιοσύνη. Η έντιμη επαγγελματική και κοινωνική ζωή μου συνάγεται από τον σεβασμό μου στους γραπτούς νόμους αλλά και στους άγραφους ηθικούς κανόνες, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το Λευκό Ποινικό μου Μητρώο.

Επιπροσθέτως, δε είναι γεγονός ότι συμπεριφέρθηκα καλά για όλο το χρονικό διάστημα μετά το ατυχές συμβάν για το οποίο κατηγορούμαι και ότι η παρούσα υπόθεση που άγεται προς κρίση στο Δικαστήριο Σας αποτέλεσε ένα μεμονωμένο ατυχές συμβάν το οποίο οφείλεται αποκλειστικά στη μεγάλη μου ένδεια και ως εκ τούτου όχι σε ταπεινά μου αίτια. Σε κάθε δε περίπτωση προσπάθησα με κάθε τρόπο να άρω τις επιβλαβείς συνέπειες των πράξεων μου, αναζητώντας τρόπους επίλυσης και επικοινωνίας με τον κ. Τ.".

Οι ισχυρισμοί, όμως αυτοί, όπως ανωτέρω προτάθηκαν, ήταν αόριστοι, αφού, α) τα άνω περιστατικά που επικαλέσθηκε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος δεν θεμελιώνουν κατά νόμο τα ελαφρυντικά των ως άνω ουσιαστικού ποινικού διατάξεων, καθόσον, αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα θετικά περιστατικά έντιμης προ της πράξης ζωής και μάλιστα σε όλους τους αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ τομείς συμπεριφοράς, δεν αρκεί δε η ύπαρξη μόνο λευκού ποινικού μητρώου ούτε η μη καταδίκη για άλλες πράξεις. Ενώ για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη δεν αρκεί αρνητική αναφορά συγκεκριμένων θετικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας. Ως προς τις λοιπές ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 β και δ ΠΚ προβλήθηκαν μόνο με την παραπομπή στο ως άνω άρθρο χωρίς καμμία αναφορά πραγματικών περιστατικών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί των ανωτέρω ισχυρισμών, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα όμως το Δικαστήριο για την απόρριψη αυτών διέλαβε σχετική αιτιολογία δεχόμενο, ότι: "οι επικαλούμενες από αυτόν ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 του ΠΚ και ειδικότερα ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α του ΠΚ), κρίνεται απορριπτέος διότι προβλήθηκε χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, μη αρκουμένου του λευκού ποινικού Μητρώου για τη θεμελίωση των ελαφρυντικών αυτών, καθόσον δεν προέκυψαν προσθέτως και πραγματικά περιστατικά σχετικά με την εν γένει ζωή του κατηγορουμένου πριν από την τέλεση της πράξεως, αλλά και μετά από αυτήν (βλ. ΑΠ 625/2006 Ποιν.Χρ ΝΖ.603, ΑΠ 1332/05 ΠοινΔικ 2006 122, 2048/2003 Ποιν.Χρ ΝΔ 745, ΑΠ 507/1998 ΠΧρ ΜΗ. 1096), ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται η απόδειξη θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς (ΑΠ 739/2012 Ποιν.Δικ 2013.383, ΑΠ 13/2009, ΑΠ 649/1997, Ποιν.Χρ. ΜΗ 155) περιστατικά που δεν αποδείχθηκαν. Ωσαύτως δε απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά της επί μακρό, χρόνο καλής συμπεριφοράς (84 παρ. 2 ε του ΠΚ), καθόσον για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ, πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη λαμβανομένης προς τούτο υπόψη και της βαρύτητας της εγκληματικής δραστηριότητας του (407/08 ΠΟΙΝΛΓ 2008.306, ΑΠ 759/04 Ελλ.Δνη 45 1550) και καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή (ΑΠ 260/1991 Ποιν.Χρ. ΜΣΤ, 1646) ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού (ΑΠ 13/09, 131/08 Ποιν.Λογ 2008.112, ΑΠ 859/1996, Ποιν.Χρ ΜΖ.1159). Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος, πραγματικά, μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά (ΑΠ 2253/04 Ποιν.Δνη 2005.506, ΑΠ 1080/2002 Ποιν.Λογ 2002.1148), (ΑΠ 942/2010 Ποιν.Δικ 2011.266). Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προ διαθέσεως του, δοθέντος και ότι δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τον παθόντα, και πρέπει συνεπώς, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου. Ωσαύτως το αίτημα περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων στον κατηγορούμενο σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 β Π Κ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο καθόσον δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, ήτοι από αίτια που δεν είναι αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση, ενώ περαιτέρω δεν προέκυψε ότι βρέθηκε κατά τον συγκεκριμένο χρόνο που τέλεσε την πράξη σε τόσο πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση και υπό την επίδραση αυτής ενήργησε για να αποφύγει κίνδυνο που πίστευε (αδικαιολόγητα) ότι απειλούσε αυτόν ή συγγενή του ή την περιουσία του. Επίσης και το αίτημα περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων στον κατηγορούμενο σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 δ Π Κ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο καθόσον, δεν αρκεί ειλικρινής μεταμέλεια του υπαιτίου, αλλά απαιτείται και να εκδηλώνεται εμπράκτως και να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, δεν προέκυψε σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε οποιαδήποτε καταβολή ή ρύθμιση της ένδικης οφειλής, στοιχεία που θα καταδείκνυαν την προσπάθεια του να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν προέκυψε η συνδρομή ελαφρυντικής περίστασης, πρέπει το σχετικό αίτημα να απορριφθεί στο σύνολο του ως ουσία αβάσιμο".

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμ. πρωτ. 6449/14-9-2015 αίτηση (δήλωση) του Μ. Ρ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ