99/2009 — 99/2009 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI-structuredΑπόφαση 99 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 99/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο κ...
Headnote / Official Regeste
AI-structuredFull Text of the Judgment — 99/2009
Απόφαση 99 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 99/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπυρίδωνα Κιούκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) α) Ψ1, κατοίκου ...... και β) Ψ2, κατοίκου ......, με την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αναιρεσιβλήτου Ψ, που απεβίωσε στις 09.02.2007, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Ελευθέριος Μαυρής και 2) Ψ3, κατοίκου ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Καραγκούνης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.03.2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 136/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14.03.2007 αίτησή του καθώς και τους από 07.10.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους και αίτηση επαναφοράς πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 24.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του κυρίου δικογράφου και εκείνου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βιαία διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικώς με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από 28-2-2007 ληξιαρχική πράξη του Ληξιάρχου Αθηνών στις 9-2-2007 απεβίωσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ψ, ο οποίος, όπως αποδεικνύεται από το νομίμως προσκομιζόμενο με αριθμ. πρωτ. ...... πιστοποιητικό της Δημάρχου ......, που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα και την δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατέλειπε κατά το θάνατό του μόνους πλησιέστερους συγγενείς, τα εκ νομίμου γάμου του με την Α τέκνα του, ήτοι τον Ψ1 και την Ψ2. Οι τελευταίοι με δήλωση στο ακροατήριο, καθώς και με το έγγραφό τους σημείωμα δήλωσαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως λόγω του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους βιαία διακοπή της δίκης και την επανάληψή της απ' αυτούς ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, η οποία έτσι παραδεκτά επαναλαμβάνεται απ' αυτούς, οι οποίοι παρίστανται νομίμως.
2.- Κατά το άρθρο 703 § 1 ΑΚ εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας συμβάσεως έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής μεταξύ της ενεργείας του μεσίτη (υποδείξεως ή μεσολαβήσεως) και της πραγματώσεως της συμβάσεως πρέπει να υπάρχει σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της αιτιώδους συναφείας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό που κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση όμως αν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ή μη ως πρόσφορη αιτία του παρασχεθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 ΑΚ. Εξάλλου, στην έννοια της μεσολαβήσεως περιλαμβάνεται κάθε πρόσφορη ενέργεια για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατόν να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, και την διαπραγμάτευση των όρων αυτών.
3.- Παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο αναιρεσείων είναι νόμιμα διορισμένος μεσίτης αστικών συμβάσεων και δραστηριοποιείται στη περιοχή των βορείων προαστίων, διατηρεί δε κτηματομεσιτικό γραφείο στην ...... . Ο πρώτος αναιρεσίβλήτος είχε στην κυριότητά του ένα μεγάλο ακίνητο στην ...... . Συγκεκριμένα του ανήκε οικόπεδο εκτάσεως 1387 τ.μ μετά της επ' αυτού πέτρινης, παλαιάς οικίας, η οποία αποτελείτο από υπόγειο επιφανείας 180 τ. μ, ισόγειο επιφανείας 215 τ. μ. και πρώτο όροφο επιφανείας 161 τ.μ., το οποίο βρίσκεται σε προνομιακή θέση με θέα και στη διασταύρωση των οδών ...... και ...... . Επιθυμώντας να πωλήσει αυτό το ακίνητο, αρχικά στις 20-11-2002 απευθύνθηκε στον επίσης μεσίτη της περιοχής, αδελφό του αναιρεσείοντος, ο οποίος δραστηριοποιείται ανεξάρτητα, Β, στον οποίο έδωσε την με την ίδια ημερομηνία έγγραφη εντολή, προκειμένου να ανεύρει αγοραστή του ακινήτου αυτού, το οποίο πωλούσε με τίμημα 850.000.000 δρχ., αντί μεσιτικής αμοιβής που ορίστηκε ειδικώς σε 3.000.000 δρχ. Ο άνω μεσίτης, γνωρίζοντας την προς πώληση διάθεση του άνω ακινήτου υπέδειξε αυτό στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία με την από 20-12-2002 έγγραφη εντολή της ανέθεσε σ' αυτόν τη σχετική ενέργεια, ώστε να είναι εφικτή η απευθείας διαπραγμάτευση με τον ιδιοκτήτη Ψ1 (πρώτο αναιρεσίβλητο). Μάλιστα αναφέρθηκε στην έγγραφη εντολή ότι το τίμημα των 850.000.000 δρχ. είναι συζητήσιμο. Μετά από αυτά τα ενδιαφερόμενα μέρη αναιρεσίβλητοι προσήλθαν σε διαπραγματεύσεις για την επίτευξη κοινής συμφωνίας. Υπόψη ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη επεδίωκε τη μείωση του τιμήματος, καθώς και τη διευθέτηση του θέματος της ύπαρξης της πέτρινης οικίας, την οποία δεν ήθελε αυτή να αποκτήσει, από την πλευρά δε του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπήρχε, όπως ήταν φυσικό, η επιδίωξη της επίτευξης υψηλού τιμήματος. Οι ανωτέρω ενόψει ότι επρόκειτο για σημαντική απόφαση λόγω της μεγάλης αξίας των ακινήτων της εν λόγω περιοχής, απευθύνθηκαν και στον αναιρεσείοντα μεσίτη της περιοχής, ενέργεια που συνηθίζεται στις συναλλαγές, προκειμένου η κάθε πλευρά να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της. Ειδικότερα, ο πρώτος (πωλητής) κατέστησε γνωστό στον αναιρεσείοντα την πώληση του άνω ακινήτου του αντί τιμήματος 900.000.000 δρχ., χωρίς να συμφωνηθεί συγκεκριμένη μεσιτική αμοιβή για τη μεσολάβηση αυτή. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από το νόμιμα προσκομιζόμενο από 4-3-2003 έγγραφο εντολής, ανέθεσε στον αναιρεσείοντα την υπόδειξη ακινήτου προς αγορά και συγχρόνως της γνωστοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, το ακίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου με τίμημα 900.000.000 δρχ., ανέλαβε δε, να του καταβάλει για την περίπτωση που καταρτισθεί τελικά η κύρια σύμβαση μεσιτική αμοιβή σε ποσοστό 1% επί του πραγματικού ποσού του τιμήματος, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ. Στην κατάρτιση της μεσιτικής εντολής, αυτή προέβη, παρότι γνώριζε την ύπαρξη και την προσφορά προς πώληση του εν λόγω ακίνητου του πρώτου αναιρεσιβλήτου από την υπόδειξη του προαναφερομένου μεσίτη, αδελφού του αναιρεσείοντος, ο οποίος τους είχε φέρει σε επαφή με σκοπό ο τελευταίος να μεσολαβήσει στον πωλητή ώστε να επιτύχει συμφέροντες για αυτήν όρους. Άλλωστε, η δεύτερη αναιρεσίβλητη από τις αρχές του 2003 είχε απευθυνθεί στον αναιρεσείοντα μεσίτη, ο οποίος της είχε υποδείξει και άλλα ακίνητα της περιοχής (βλ. από 29-1-2003 έγγραφη μεσιτική εντολή). Αναφορικά με τις συνεννοήσεις των αναιρεσιβλήτων, αυτές υπήρξαν μακρές λόγω της σημαντικότητας της σύμβασης. Το ερίζον θέμα υπήρξε αυτό του ύψους του τιμήματος, όπως συνηθίζεται στις συναλλαγές αυτού του τύπου. Εξάλλου, απασχόλησε τα μέρη, όπως προαναφέρθηκε, η τύχη της εντός του ακινήτου πετρόκτιστης οικίας, την οποία δεν ήθελε να αποκτήσει η δεύτερη αναιρεσίβλητη μέλλουσα αγοράστρια. Έτσι οι διαπραγματεύσεις διάρκεσαν ένα έτος και τελικά καταρτίσθηκε το αριθμ. ...... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Γεωργίας Βαχτσεβανίδη-Αστρεινίδη που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου η τελευταία και ο σύζυγός της Γ αγόρασαν εξ αδιαιρέτου από τον πρώτο αναιρεσίβλητο το αναφερόμενο παραπάνω ακίνητο της ......, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 780.000.000 δρχ. ή 2.289.000 ΕΥΡΩ, όπως προκύπτει από το από 20-12-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατάρτισαν, πριν την οριστική υπογραφή του συμβολαιογραφικού εγγράφου τα μέρη. Κατά το τελευταίο (ιδιωτικό συμφωνητικό) ο πρώτος αναιρεσίβλητος ως πωλητής ανέλαβε να μεριμνήσει αρμοδίως ώστε να εκδοθεί άδεια κατεδαφίσεως της υπάρχουσας εντός του οικοπέδου διώροφης από πέτρα οικοδομής μέχρι της καταρτίσεως του άνω συμβολαίου και με δαπάνες του. Η σύμβαση αυτή, η μεταβίβαση της κυριότητας του άνω ακίνητου στην αγοράστρια, ήταν αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης και των αποκλειστικών ενεργειών του μεσίτη Β, γι' αυτό, του γεγονότος αυτού έγινε μνεία στο προαναφερόμενο συμβόλαιο. Διότι αυτός πράγματι τέθηκε στη διάθεση των συμβληθέντων στη συνέχεια μερών προς εξυπηρέτησή τους και προκειμένου να καταλήξουν σε οριστική συμφωνία. Συγκεκριμένα ο Β μετά τις άνω εντολές, που έλαβε και από τις δύο πλευρές, απασχολήθηκε με τη συνεννόηση των μερών, ώστε να επιτευχθεί το τίμημα που θα ικανοποιούσε αυτά και ακόμα να διευθετηθεί το θέμα της υπάρχουσας στο ακίνητο οικίας. Για το σκοπό αυτό αποτάθηκε στο συνεργάτη του γραφείου του, τοπογράφο μηχανικό Δ, στον οποίο ανέθεσε για λογαριασμό του πωλητή να ασχοληθεί ώστε να εκδοθεί η σχετική πολεοδομική άδεια. Πράγματι με βάση τις ενέργειες του άνω μηχανικού, εκδόθηκε η αριθμ. ...... άδεια κατεδάφισης του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου και έτσι κατέστη δυνατό να υπογραφεί το άνω συμβόλαιο, εφόσον ο αναιρεσίβλητος πωλητής είχε πεισθεί ότι δεν μπορούσε να επιτύχει την τιμή των 850.000.000 δρχ. Για την υπόδειξη και μεσολάβηση αυτή, οι οποίες οδήγησαν στην κατάρτιση του άνω συμβολαιογραφικού εγγράφου, ο μεσίτης Β έλαβε τη συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή και από τα δύο μέρη. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια απέρριψε εν όλω την αγωγή του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα δέχτηκε ότι η ανωτέρω μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς τη δεύτερη ήταν αποτέλεσμα των αποκλειστικών ενεργειών του μεσίτη Β και όχι του αναιρεσείοντος. Έτσι, όμως που αποφάνθηκε το δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφήρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστική διάταξη. Επιπλέον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα που εφήρμοσε, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος και έβδομος κύριοι λόγοι αναιρέσεως, καθώς και δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ο όγδοος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρονται "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αρ. 8. Αντίθετα, υπό την επίφαση της παραβιάσεως της επίμαχης διατάξεως πλήττεται αποκλειστικά η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία καθεαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.
4. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ανακύπτει με το να δεχθεί το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα έγγραφα, οπότε δεν είναι δυνατή, λόγω της συνεκτίμησής του με τα άλλα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που του αποδόθηκε, και η κρίση που προκύπτει από την συνεκτίμησή του με τα άλλα έγγραφα είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προς συναγωγή της κρίσης του ότι ο αναιρεσείων μεσίτης δεν δικαιούται αμοιβής για την σύναψη της ένδικης μεταβίβασης ακινήτου συνεκτίμησε μαζί με όλα τα επικαλούμενα και προσαγόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και την από 4-3-2003 μεσιτική εντολή της δεύτερης αναιρεσιβλήτου προς αυτόν, το περιεχόμενο της οποίας ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παραμορφώθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν ο πρώτος κύριος λόγος καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις τους είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
5.- Κατά το άρθρο 671 § 1 Κ.Πολ.Δ στη διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικώς κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθορισμένη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο προς συναγωγή του πορίσματός του έλαβε υπόψη του και τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα μεταξύ των οποίων και 1) τις από 20-11-2002, και 20-12-2002 μεσιτικές εντολές, 2) το από 20-12-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό και 3) τις από 4-2-2004 και 10-2-2004 αποδείξεις πληρωμής, με το περιεχόμενο των οποίων δεν συμφωνεί ο αναιρεσείων. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι, πέμπτος κύριος και ο τρίτος πρόσθετος, λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις τους είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
6.- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε "πράγματα" με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχεται τα πράγματα αυτά, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται όμως να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις προσαχθείσες αποδείξεις και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων. Επομένως οι, τρίτος κύριος και τρίτος πρόσθετος, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχτηκε πραγματικά περιστατικά ως αποδειχθέντα, χωρίς αποδείξεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο όλα τα φερόμενα ως "πράγματα", κατ' επίφαση φέρονται ως τέτοια, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου η οποία όμως εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Ωσαύτως, και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον ίδιο αριθμό είναι απορριπτέοι για τον ίδιο λόγο, αφού, οι εις αυτόν αναφερόμενες αιτιάσεις βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2007 αίτηση και τους από 7-10-2008 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 136/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ