Legislator European & Swiss Legal Corpus
999/2024 AI-structured

999/2024 — 999/2024 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 999/2024 (AP_999_2024)
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 999 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 999/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα ΣιμιτοπούλÎ...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 999 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 999/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα ΣιμιτοπούλÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 999/2024

Απόφαση 999 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 999/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βιολέτας Χαρίση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ε. του Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέργιου Τόπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 85/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5922/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-09-2020 αίτησή της και τους από 10-3-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 23-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 15192/ 1696/2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 5922/2020 απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28-9-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 85/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει την από 6-5-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7395/2017) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.869.40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη στις 24-7-2020 (βλ. σχετική επί του σώματος της απόφασης σημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Γ.) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 23-9-2020. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με το από 10-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 82/2023) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ. υπ' αριθ. 5220 Ε'/2-11-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Π. Β., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα), η τελευταία άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24-10-1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων... β)... γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. στ)... ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ' του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ)... Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας...(παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του (παρ.1). Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β)... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2)". Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του (παρ. 1). Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας... (παρ.3). Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)". Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι: "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ. 1). Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3). Με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες: α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε', εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2). Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3)". Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. α' αυτού ορίζεται ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη. Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του Ν. 2472/1997 καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του. Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Ταυτόχρονα, η ενημέρωση αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του ως άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βούλησης του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ. ια' του Ν. 2472/1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων πληροφορίες, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ως άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή. Ειδικότερα δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του. Πληροί δε την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου. Τούτο, μάλιστα, διότι ο εκτελών την επεξεργασία ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του Ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στον σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ' του ως άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι μεταξύ των πληροφοριών, τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη. Επίσης, στηρίζεται και στο ότι δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης προς ενημέρωση του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, για κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον. Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί. Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 693/2023, 38/2023, 958/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 26/2022, 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: Δέχθηκε ότι η από 18-1-2008 αίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την οποία ζητούσε από την τελευταία να του χορηγήσει πιστωτική κάρτα, περιελάμβανε τους αναφερόμενους στο σκεπτικό της απόφασης όρους, σχετικά με την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του από την ίδια την Τράπεζα ή από τρίτους που ενεργούν κατ' εντολή και για λογαριασμό της, όπως π.χ. εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων, δικηγόροι κλπ., καθώς και τη διαβίβαση αυτών σε συνδεδεμένες με την Τράπεζα επιχειρήσεις που βρίσκονται σε χώρες εντός ή εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε εταιρείες προς τις οποίες η Τράπεζα έχει αναθέσει ολικά ή μερικά την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και σε Διατραπεζικά Συστήματα Συναλλαγών ή Αρχεία Πληροφοριών, με αυτές δε τις παραδοχές κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, παρά το γεγονός ότι τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδέποτε προτάθηκαν από την εκκαλούσα - εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ούτε περιλαμβάνονται στην επίμαχη αίτηση χορήγησης πιστωτικής κάρτας. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου πρόσθετου λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: Δέχθηκε ότι η Τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, παρέλειψε να ενημερώσει κατά τρόπο σαφή τον αντίδικο, κατά το στάδιο συλλογής και επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του, για την περαιτέρω διαβίβαση αυτών και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, μολονότι η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε με το δικόγραφο της έφεσής της, αλλά προέκυπτε και από το προσκομισθέν υλικό της δευτεροβάθμιας δίκης και ιδίως από την ένδικη σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά την υπογραφή της σύμβασης, ενημερώθηκε πλήρως για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του και την περαιτέρω διαβίβαση αυτών και συναίνεσε ρητά και ανεπιφύλακτα, θέτοντας την υπογραφή του, χωρίς να προβάλει καμία απολύτως ένσταση.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 116/2024, 64/2022, 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου πρόσθετου λόγου και με τον τρίτο πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1 και 3, αντίστοιχα, του Ν. 2472/1997. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Δυνάμει σύμβασης χορήγησης πίστωσης, που καταρτίστηκε στις 18-01-2008 μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου και της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, χορηγήθηκε στον ενάγοντα η με αριθμό 5278900085072747 πιστωτική κάρτα, με τους όρους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα των όρων της σύμβασης της προαναφερόμενης πιστωτικής κάρτας και το οποίο παράρτημα επισυνάπτεται στη σύμβαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής. Κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως, η εναγομένη Τράπεζα συνέλεξε από τον ίδιο τον ενάγοντα τα προσωπικά του δεδομένα, όπως επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός, ημερομηνία γέννησης, αριθμό ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) του, το επάγγελμά του, το ετήσιο εισόδημά του, οφειλές του σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα καθώς και τους αριθμούς τόσο του σταθερού όσο και του κινητού του τηλεφώνου, (βλ. την από 18-01-2008 αίτηση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας). Η σύμβαση εξελίχθηκε ομαλά.... και ο ενάγων - εκκαλών κατέβαλλε εμπρόθεσμα και προσηκόντως τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής της πίστωσης. Το έτος 2014, όμως, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα στις αρχές του 2009 και συνέχισε επιδεινούμενη...., ο ενάγων αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες και άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των εξοφλητικών δόσεων και κατέστη υπερήμερος. Λόγω της υπερημερίας του, η εναγομένη - εκκαλούσα Τράπεζα διαβίβασε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής του, χωρίς προηγουμένως να τον έχει ενημερώσει ειδικά και συγκεκριμένα σχετικά με την ταυτότητα της προαναφερόμενης εταιρείας, την επωνυμία της, την έδρα της, τη διεύθυνση και το τηλέφωνό της και τους τρόπους με τους οποίους θα προέβαινε στην επεξεργασία και χρήση των δεδομένων αυτών. Η τελευταία προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ' αυτήν από την εναγομένη προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, καλώντας αυτόν, μέσω υπαλλήλων της, τηλεφωνικά στον αριθμό τηλεφώνου της οικίας του και στον αριθμό του φορητού τηλεφώνου του, συγκεκριμένα στις 6-11-2014 και στις 11-11-2014, ζητώντας του να καταβάλει την οφειλή του προς την εναγομένη - εκκαλούσα. Οι προστηθέντες από την προαναφερόμενη εταιρεία υπάλληλοι, με τηλεφωνικές και συνεχείς οχλήσεις προς τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, αφού γνωστοποιούσαν σ' αυτόν το ληξιπρόθεσμο ποσό της οφειλής του, τον καλούσαν πιεστικά να προβεί σε διακανονισμό, προκειμένου να αποφύγει τις δυσμενείς συνέπειες της καταγγελίας της σύμβασης και της συνεπεία αυτής έκδοσης διαταγής πληρωμής. Οι πρακτικές αυτές.... προκάλεσαν στον ενάγοντα άγχος, θλίψη και αγανάκτηση. Η εναγομένη - εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρει στην παρούσα δίκη, ότι ο ενάγων με την υπογραφή της από 18-01-2008 αίτησής του για την έκδοση της ως άνω πιστωτικής κάρτας, με τη συμπλήρωση αυτής με τα προσωπικά του δεδομένα, συναίνεσε στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, παραπέμποντας στους αναφερόμενους στην ενότητα υπό τον τίτλο "Γενικοί Όροι Τραπεζικών Συναλλαγών" σχετικούς όρους της εν λόγω συμβάσεως για απόκτηση της προαναφερόμενης κάρτας, οι οποίοι αναφέρουν: "Ή Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία (εφεξής Τράπεζα) ενημερώνει το φυσικό πρόσωπο (εφεξής υποκείμενο), στο οποίο τα εκάστοτε προσωπικά δεδομένα αφορούν, ότι η ίδια ή και τρίτοι κατ' εντολή και για λογαριασμό της: α) επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα του Υποκειμένου, για τον σκοπό εξυπηρέτησης, υποστήριξης και παρακολούθησης των συναλλαγών και σχέσεων της Τράπεζας μαζί του, εκτέλεσης της μεταξύ τους σύμβασης, προάσπισης των συμφερόντων της Τράπεζας, εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της, καθώς και πρόληψης, αποτροπής που περιλαμβάνονται στην παρούσα, καθώς και άλλα προσωπικά δεδομένα που η Τράπεζα έχει συλλέξει με τη συνδρομή τους ή θα δημιουργηθούν μετά την έγκριση και χορήγηση της αιτούμενης πίστωσης, θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την Τράπεζα ή από τρίτους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή της Τράπεζας και για λογαριασμό της ως εξής: Σκοπός Επεξεργασίας: α) Έγκριση χορήγησης της αιτούμενης πίστωσης, β) εξυπηρέτηση, υποστήριξη και παρακολούθηση των συμβατικών σχέσεων που δημιουργούνται με τη χορήγηση της πίστωσης, γ) των συμφερόντων της Τράπεζας και εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεών της, δ) προώθηση πωλήσεων ή και υπηρεσιών. Επίσης, στην αίτηση για έκδοση της πιστωτικής κάρτας, στην οποία ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος καταχώρισε τα προσωπικά του στοιχεία, αναγράφεται ότι η Τράπεζα έχει δικαίωμα στη συλλογή των Προσωπικών Δεδομένων, όπως, ενδεικτικά, των στοιχείων ταυτότητας, επαγγελματικών και οικονομικών πληροφοριών, με σκοπό την υποστήριξη, προώθηση και εκτέλεση της συναλλακτικής σχέσης μας..." και είναι εξουσιοδοτημένη να διαβιβάζει τα Προσωπικά Δεδομένα σε συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις που βρίσκονται σε χώρες εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε εταιρείες προς τις οποίες έχει αναθέσει μερικά ή ολικά την επεξεργασία των Προσωπικών Δεδομένων, εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους λειτουργικής και μηχανογραφικής εξυπηρέτησης της συναλλακτικής μας σχέσης. (ιιι) Τα προσωπικά δεδομένα επιτρέπεται να ανακοινώνονται προς τρίτους... με σκοπό την προστασία των συναλλαγών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και τη διαφημιστική προβολή των χρηματοοικονομικών προϊόντων ή συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων, την έρευνα αγοράς ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα. Ακόμα, αναγράφεται ότι "...έχω ενημερωθεί για το δικαίωμα πρόσβασής μου στα Προσωπικά Δεδομένα, το οποίο θα ασκείται οποτεδήποτε σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο. Επίσης, στον όρο 10 της επίδικης σύμβασης, με τίτλο "επεξεργασία Προσωπικών Δεδομένων", αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι "Αναφορικά με την επεξεργασία και χρήση των Προσωπικών Δεδομένων ο κάτοχος συμφωνεί και αποδέχεται ότι... α) Η Τράπεζα θα διατηρεί σε αρχείο και θα επεξεργάζονται τα Προσωπικά Δεδομένα με σκοπό την υποστήριξη, προώθηση και εκτέλεση της συναλλακτικής σχέσης με τον κάτοχο. β) Ο κάτοχος εξουσιοδοτεί την Τράπεζα, να διαβιβάζουν τα προσωπικά δεδομένα στις συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις που βρίσκονται εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον αυτό επιβάλλεται από λόγους λειτουργικής και μηχανογραφικής εξυπηρέτησης της συναλλαγής για στατιστικούς ή ιστορικούς λόγους. γ) Τα Προσωπικά Δεδομένα επιτρέπεται να ανακοινώνονται προς τρίτους, όπως ενδεικτικά τα Διατραπεζικά Συστήματα Συναλλαγών ή Αρχεία Πληροφοριών με σκοπό την εκτέλεση συναλλαγών μέσω διατραπεζικών συστημάτων, την προστασία των συναλλαγών και της τραπεζικής πίστης, καθώς και τη διαφημιστική προβολή των χρηματοοικονομικών προϊόντων της Τράπεζας η συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων, την έρευνα αγοράς ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα...". Η εναγομένη - εφεσίβλητη ισχυρίζεται ακόμα ότι στην επίδικη σύμβαση αναφέρεται ότι αποδέκτες των δεδομένων είναι: "... Η Τράπεζα ή και οποιοσδήποτε άλλος συνεργαζόμενος με την Τράπεζα φορέας, που τυχόν αναλάβει την επεξεργασία των στοιχείων με σκοπό τη χορήγηση της πίστωσης σε ηλεκτρονικό ή μη αρχείο δεδομένων ή την υποστήριξη της λειτουργίας της σύμβασης..." καθώς και "...τρίτοι, όπως εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων, δικηγόροι κλπ., με σκοπό την εξώδικη ή δικαστική είσπραξη των από την παρούσα απαιτήσεων της Τράπεζας ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα". Οι προαναφερόμενοι όροι της αρχικά καταρτισθείσας σύμβασης αποτελούν Γενικούς Όρους Συναλλαγών. Είναι όμως αόριστοι και γενικόλογοι και παρέχουν εκ των προτέρων στην Τράπεζα το δικαίωμα να επεξεργάζεται οποιαδήποτε δεδομένα έχει συλλέξει για τον εκάστοτε πελάτη και όποια τυχόν συλλέξει στο μέλλον, χωρίς να προσδιορίζεται ποια είναι αυτά τα δεδομένα, πώς θα γίνει η συλλογή τους στο μέλλον και ποια ακριβώς είναι η επεξεργασία στην οποία θα υποβληθούν και για ποιο σκοπό. Η αναφορά σε λόγους "ιστορικούς, στατιστικούς" ή λόγους όπως η "προάσπιση των συμφερόντων της Τράπεζας" αποτελούν όρους τόσο γενικόλογους, που επιτρέπουν στην Τράπεζα δυσανάλογη σε σχέση με τον πελάτη-καταναλωτή διακριτική ευχέρεια να εκμεταλλεύεται τα προσωπικά δεδομένα κατά το δοκούν. Η παραπάνω περιπτωσιολογία δεν αποτελεί πρόσφορο, σαφή και συγκεκριμένο τρόπο ενημέρωσης του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων των υποκειμένων για τον σκοπό της επεξεργασίας και τους αποδέκτες των δεδομένων του. Η εκ των προτέρων, επομένως, γενικευμένη συναίνεση του πελάτη, χωρίς τους προαναφερόμενους προσδιορισμούς, διαταράσσουν την ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών και τους καθιστούν καταχρηστικούς. Όμοια, ο όρος που γενικόλογα συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της επίδικης σύμβασης "...ανάθεση επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων σε τρίτους, όπως εταιρείες είσπραξης κ.α., με σκοπό την εξώδικη ή δικαστική είσπραξη των απαιτήσεων της Τράπεζας ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα...", είναι επίσης αόριστος και αποδίδει στη συμβαλλόμενη Τράπεζα πλήρη ευχέρεια να χρησιμοποιεί για οποιοδήποτε στην ουσία σκοπό κρίνει αυτή χρήσιμο, να αναθέτει σε τρίτους, άγνωστους στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, την επεξεργασία αυτών, προκειμένου να εκπληρωθεί η ικανοποίηση της Τράπεζας με σκοπό την εξώδικη ή δικαστική είσπραξη της απαίτησης. Η λεκτική διατύπωση στην ουσία επιτρέπει στην Τράπεζα να αναθέτει σε οποιοδήποτε τρίτο, χωρίς την ενημέρωση του πελάτη καταναλωτή, την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, η δε επεξεργασία μπορεί να είναι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διατύπωση, οποιαδήποτε κρίνει η Τράπεζα ή τρίτοι αποτελεσματική, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της Τράπεζας και να ικανοποιηθεί η απαίτησή της, δικαστικά ή εξώδικα. Οι προαναφερόμενοι όροι είναι τόσο αόριστοι και παρέχουν στην Τράπεζα τέτοια ευχέρεια "δράσης", ώστε προκύπτει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, ως "συγκατάθεση" υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικοί όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά προσχώρησης του καταναλωτή, ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την Τράπεζα, δεν αρκούν προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια. Για να επέλθει η επίγνωση του υποκειμένου των δεδομένων σχετικά με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ώστε αυτή να είναι συγκεκριμένη και ρητή, απαιτείται πληροφόρηση του είδους της επεξεργασίας, πλήρης, ορισμένη και σαφής ταυτοποίηση των τρίτων που πιθανά εκτελούν την επεξεργασία, το σύνολο και η φύση των δεδομένων που συλλέγονται, ο τρόπος με τον οποίο εκτελείται η επεξεργασία και ο συγκεκριμένος σκοπός αυτής, ενώ η λήψη της συγκατάθεσης του καταναλωτή πρέπει να γίνεται σε βραχύ χρονικό διάστημα προ της επεξεργασίας που θα πραγματοποιηθεί, εφόσον οι συνθήκες του κάθε καταναλωτή - υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων μπορεί να έχουν μεταβληθεί σημαντικά από την κατάρτιση της σύμβασης.... Από τα ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε από την εν λόγω εναγομένη-εκκαλούσα, που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα, κατά τρόπο σαφή, για την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11 παρ. 1 α', β', γ' του Ν. 2472/1997.... ενώ η εταιρεία ..., με την οποία συμβλήθηκε η εναγομένη, αποτελεί χωριστό νομικό πρόσωπο (σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 7 του Ν. 3758/2009) με δική της οργάνωση και δεν θεωρείται ότι εξαρτάται από την εναγομένη εταιρεία και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης - εκκαλούσας.... Αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της διαρροής των προσωπικών του δεδομένων και της ανακοίνωσής τους, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ενάγοντος, προξενήθηκε στον τελευταίο ψυχική αναστάτωση, θυμός και οργή. Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης (δια των προστηθέντων οργάνων της) προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και του προκάλεσαν σημαντική ηθική βλάβη. Ενόψει, δε, του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, βάσει και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Σ.), η καταβλητέα χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο εύλογο ποσό των 5.869,40 ευρώ.

Συνεπώς η εκκαλουμένη, που έκρινε τα όμοια με τα ανωτέρω, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης ως ουσία αβάσιμοι και να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι με το να δεχθεί: Α) Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν τήρησε τις απορρέουσες από το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 υποχρεώσεις της, που συνίστανται στην, κατά το στάδιο της συλλογής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημέρωση του υποκειμένου (εν προκειμένω του αναιρεσιβλήτου), με τρόπο πρόσφορο και σαφή, για α) την ταυτότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης, μολονότι δέχεται ότι με τους γενικούς όρους τραπεζικών συναλλαγών, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ένδικης σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, η εναγομένη παρείχε στον ενάγοντα, κατά το στάδιο της συλλογής των προσωπικών δεδομένων του, ήτοι κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, την απαιτούμενη κατ' άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 πλήρη και σαφή ενημέρωση, ειδικότερα δε, τον ενημέρωσε για α) την ταυτότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας (που είναι η ίδια η αναιρεσείουσα ως συμβαλλόμενη στην ένδικη σύμβαση), β) τον σκοπό της επεξεργασίας (που είναι η έγκριση χορήγησης της αιτούμενης πίστωσης, η εξυπηρέτηση, υποστήριξη και παρακολούθηση των συμβατικών σχέσεων που δημιουργούνται με τη χορήγηση της πίστωσης, η εξυπηρέτηση και υποστήριξη των συμφερόντων της Τράπεζας και η προώθηση πωλήσεων ή και υπηρεσιών), γ) τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων (που είναι οι συνδεδεμένες με την Τράπεζα επιχειρήσεις που βρίσκονται σε χώρες εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, εταιρείες προς τις οποίες αυτή έχει αναθέσει μερικά ή ολικά την επεξεργασία των Προσωπικών Δεδομένων, Διατραπεζικά Συστήματα Συναλλαγών, Αρχεία Πληροφοριών, εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων και δικηγόροι) και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, καταλήγοντας έτσι σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα περί παραβίασης αυτών από την εναγομένη. Β) Ότι η εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών με την επωνυμία "...", προς την οποία η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία διαβίβασε τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που είχε συλλέξει από τον ίδιο, προκειμένου η ως άνω εταιρεία να τον ενημερώσει για την ύπαρξη της ληξιπρόθεσμης οφειλής του από τη χρήση της επίμαχης πιστωτικής κάρτας, καθώς και για τις δυσμενείς συνέπειες που θα επιφέρει η εκ μέρους της Τράπεζας καταγγελία της σύμβασης χορήγησης της κάρτας και η έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής για την ως άνω οφειλή, αποτελεί χωριστό νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 7 του Ν. 3758/2009, με δική του οργάνωση και μη εξαρτώμενο από την εναγομένη Τράπεζα, ήτοι με το να δεχθεί ότι η εν λόγω εταιρεία είναι "τρίτος" κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. θ' του Ν. 2472/1997 (έστω και αν δεν αναφέρεται ρητώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά συνάγεται σαφώς από το όλο περιεχόμενό της) και ότι συνεπώς η εναγομένη είχε την υποχρέωση, προτού ανακοινώσει στην ως άνω εταιρεία τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, να ενημερώσει τον τελευταίο για την ανακοίνωση αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997, μολονότι από τις λοιπές προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η εταιρεία "...", ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης Τράπεζας, πραγματοποιούσε δια των προστηθέντων υπαλλήλων της τηλεφωνικές κλήσεις προς τον ενάγοντα, με σκοπό την ενημέρωση αυτού για την ύπαρξη της ληξιπρόθεσμης οφειλής του από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας και τις δυσμενείς συνέπειες που θα επιφέρει η εκ μέρους της Τράπεζας καταγγελία της ένδικης σύμβασης και η έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής, συνεπώς αυτή εμπίπτει στην κατηγορία αποδεκτών "εταιρείες προς τις οποίες η Τράπεζα έχει αναθέσει μερικά ή ολικά την επεξεργασία των Προσωπικών Δεδομένων", για την οποία ο ενάγων είχε ενημερωθεί από την εναγομένη σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1γ' του Ν. 2472/1997, όπως προελέχθη, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ίδιου νόμου, την οποία εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καταλήγοντας έτσι στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι η εναγομένη Τράπεζα είχε υποχρέωση ενημέρωσης του ενάγοντος, κατ' άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997, σε σχέση με την εταιρεία "...", προς την οποία διαβίβασε τα προσωπικά δεδομένα του, την οποία (υποχρέωση) δεν τήρησε.

Συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών, παρέλκει η εξέταση του τετάρτου (τελευταίου) πρόσθετου λόγου εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης) συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5922/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ