Legislator European & Swiss Legal Corpus
999/2022 AI-structured

999/2022 — 999/2022 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 999/2022 (AP_999_2022)
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 999 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 999/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κ...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 999 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 999/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 999/2022

Απόφαση 999 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 999/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αριστέας Ράγια και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μίστρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 7/10/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 483/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 1-6-2011 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και επί της αντίθετης από 7-10-2013 αγωγής του τελευταίου κατά της αναιρεσίβλητης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 151/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που δέχθηκε εν μέρει αμφότερες τις αγωγές. Κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, που επίσης συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 483/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, βάλλουσα κατά της μερικής παραδοχής της αγωγής της αντιδίκου του και κατά της μερικής απόρριψης της δικής του αγωγής, και έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης, βάλλουσα μόνον κατά της μερικής παραδοχής της αγωγής του αντιδίκου της, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος της, με το οποίο είχε γίνει δεκτή (εν μέρει) η αγωγή του αναιρεσείοντος, και απορρίφθηκε αυτή στο σύνολό της κατ' ουσίαν. Με την κρινόμενη από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αμέσως προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επομένη της νόμιμης επίδοσης της απόφασης, εάν δε η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο έτη και αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή ή μη του εμπροθέσμου της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της (άρθ. 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα και, αν διαπιστώσει ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη. Για την έναρξη και διαδρομή της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών απαιτείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις περί επιδόσεως διατάξεις των άρθρων 94, 122, 123 επ. και 139 ΚΠολΔ, ήτοι επίδοση δια δικαστικού επιμελητή και κατόπιν παραγγελίας, που δίνεται προς αυτόν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου (εφόσον βεβαίως πρόκειται περί δίκης για την οποία απαιτείται σύμπραξη δικηγόρου) κάτω από το επιδιδόμενο έγγραφο. Ενόψει δε του τυπικού συστήματος που υιοθετείται από τον ΚΠολΔ ως προς τις επιδόσεις, από τη νομότυπη πραγματοποίηση των οποίων εξαρτώνται κατά κανόνα σημαντικά δικαιώματα και συμφέροντα των διαδίκων και προς εξασφάλιση αυτών των δικαιωμάτων τους, δεν αποτελεί νομότυπη επίδοση για την έναρξη των γνήσιων προθεσμιών προς άσκηση ένδικων μέσων η τυχόν υποβολή ή συνεπίδοση ακριβούς αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως με άλλο επιδιδόμενο έγγραφο, που αποσκοπεί στην άσκηση διαφορετικού δικαιώματος διαδίκου, εάν γι' αυτήν δεν έχει τηρηθεί ο επιβαλλόμενος κατά τις ως άνω διατάξεις τύπος. Έτσι δεν αποτελεί νόμιμη επίδοση της προσβαλλόμενης με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφασης, από την οποία άρχεται η ως άνω γνήσια προθεσμία προς άσκησή της, η επίδοσή της ως συνημμένης σε έγγραφο, με το οποίο γνωστοποιείται η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (άρθ. 712 παρ. 1 ΚΠολΔ) προς τον οφειλέτη, εάν δεν υπάρχει η προβλεπόμενη στο άρθρο 123 ΚΠολΔ έγγραφη παραγγελία επίδοσης κάτω από το κοινοποιούμενο ακριβές αντίγραφο της απόφασης, η τήρηση δε του επιτασσόμενου από την παρ. 2 του άρθρου 123 ΚΠολΔ τύπου δεν είναι δυνατό να αναπληρωθεί με την συμπερίληψη τέτοιας παραγγελίας κάτω από το έγγραφο το αναφερόμενο στη συντηρητική κατάσχεση. Σε αυτή την περίπτωση, η γνήσια προθεσμία των τριάντα ημερών προς άσκηση αίτησης αναίρεσης δεν κινείται και το εμπρόθεσμο ή μη αυτής κρίνεται αποκλειστικά από την πάροδο ή μη της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή η γνώση της δημοσίευσης της απόφασης και του περιεχομένου της από τον δικαιούμενο να ασκήσει αίτηση αναίρεσης (πρβλ ΑΠ 1532/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από την 598 Γ/15-1-2020 προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Χ. Φ. και την από 15-1-2020 επισημείωση του ίδιου δικαστικού επιμελητή επί των επιδοθέντων στον αναιρεσείοντα εγγράφων, που προσκομίζει και επικαλείται ο τελευταίος, προκύπτει ότι στις 15-1-2020 συνεπιδόθηκαν σε εκείνον, όπως αναφέρεται στην έκθεση επίδοσης, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, έγγραφο επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας των αναφερόμενων σ' αυτό τραπεζών προς εξασφάλιση της κατ' αυτού απαιτήσεώς της βάσει της 151/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που επικυρώθηκε με την 483/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, καθώς και ακριβή αντίγραφα των δύο αυτών αποφάσεων. Η παραγγελία όμως προς επίδοση αυτών αναγράφηκε μόνον κάτω από το έγγραφο, το αναφερόμενο στην επιβολή της συντηρητικής κατασχέσεως ως εξής: "Αρμόδιος δικαστικός επιμελητής επιδότω νομίμως την παρούσα ομού μετά αντιγράφου των ως άνω αποφάσεων, προς τις καθ'ων και προς τον οφειλέτη προς γνώση των και δια τας νομίμους συνεπείας", ενώ ουδεμία παραγγελία προς επίδοση περιελήφθη κάτω από τα αντίγραφα των αποφάσεων. Εφόσον δε η παραγγελία προς επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αναγράφηκε στο τέλος αυτής, αλλά μόνο σε άλλο έγγραφο, που αποσκοπούσε στη γνωστοποίηση προς τον αναιρεσίβλητο της επιβολής της συντηρητικής κατάσχεσης, η οποία στηριζόταν στις προαναφερόμενες αποφάσεις, δεν τέθηκε σε κίνηση η γνήσια προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση αίτησης αναίρεσης. Το εμπρόθεσμο ή μη αυτής της αίτησης, που ασκήθηκε δια της καταθέσεώς της στη Γραμματεία του Εφετείου στις 4-9-2020, κρίνεται αποκλειστικά από την πάροδο ή μη της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία δεν είχε εκπνεύσει κατά τον χρόνο της άσκησης της αίτησης. Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την άσκησή της καταβλήθηκε δε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως αυτή πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνον ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο ("σε περίπτωση αμφιβολίας"). Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας κατ' άρθρο 361 ΑΚ, με το οποίο θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενο τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. Έτσι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 873-875 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους. Αυτή καταρτίζεται ατύπως και μπορεί να είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, όταν τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν με αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθ. 352 § 2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθ. 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272 § 2 ΑΚ, ή μπορεί να αποσκοπεί γενικότερα στην αποσαφήνιση και διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση. Κατά κανόνα δε με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα προς την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρα 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΟλΑΠ 5/2016). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο. Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον, κατά τα προαναφερόμενα, να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 51/2020, 1086/1017, 1424/2017, 1279/2012) και, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζομένης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι' αυτήν (ΑΠ 1424/2017, 1279/2012, 523/2001). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία όμως πρέπει να είναι έγκυρη κατ' άρθρο άρθρ. 437 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2016, ΑΠ 51/2020, 598/2017). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 ΑΚ,112 ΕισΝΑΚ, 669 Εμπ.Ν. και 64-67 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία συμφωνείται από τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικώς το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών. Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (άρθ. 112 ΕισΝΑΚ παρ.2). Το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ ή με επιβεβαιωτική σύμβαση ή με παροχή αποδεικτικού μέσου. Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο, στην οποία αφορά η γενόμενη αναγνώριση. Μόνο μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου (AΠ 267/2021, 97/2020,1437/2014, 910/2010), ενώ το καθένα από τα συμβληθέντα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει πως ο αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως (άρθ. 112 εδ. γ' ΕισΝΑΚ). Η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού διαφοροποιείται από την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, η τήρησή του οποίου απλώς απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής και προς παρακολούθηση των δοσοληψιών μεταξύ δύο προσώπων, τις εκατέρωθεν οφειλόμενες παροχές, χωρίς να έχει προβλεφθεί και συμφωνηθεί ότι οι καταχωρούμενες σε αυτό τον λογαριασμό χρεοπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλειά τους και ότι η αξίωση του δανειστή- δικαιούχου του καταλοίπου που προκύπτει θα γεννάται, μόνο, μετά από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού (βλ. και ΑΠ 754/2021). Επομένως επί απλού δοσοληπτικού λογαριασμού δεν απαιτείται να χωρήσει καταγγελία για να απαιτηθούν ακόμη και μεμονωμένες απαιτήσεις καταχωρούμενες σ' αυτόν ή το προκύπτον από τις καταχωρίσεις υπόλοιπο (με παράθεση των δοσοληψιών στη σχετική αγωγή) σε περίπτωση εκκαθάρισης των οφειλομένων είτε με συμφωνία των μερών ή και με πρωτοβουλία ενός από αυτά, ενώ και σε αυτή την περίπτωση μπορεί να αναγνωρισθεί από τα μέρη το υπόλοιπο αυτό είτε δι' αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, οπότε για τη δικαστική διεκδίκησή του δεν είναι αναγκαία η παράθεση των επιμέρους δοσοληψιών στη σχετική αγωγή, είτε δι' αιτιώδους κατ' άρθρο 361 ΑΚ αναγνώρισης χρέους, οπότε πρέπει να παρατίθεται η αιτία του κατά τα προαναφερόμενα. Περαιτέρω, ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται όμως πάντοτε με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, ενώ είναι αδιάφορη η ονομασία την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη (ΑΠ 754/2021, 772/2012, 1438/1995). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 2/2013). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27/1998). Στους κανόνες δε του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προαναφέρεται, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, οι κανόνες δε αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Κατ' αρχήν η εκτίμηση του περιεχομένου και της έννοιας δικαιοπραξίας είναι ζήτημα πραγματικό και συνεπώς δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν από τις πραγματικές παραδοχές όμως της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ιδρύεται ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται πλέον για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υφίσταται: α) είτε όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές αυτών των άρθρων προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, β) είτε όταν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), γ) είτε όταν προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεών του στους ως άνω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 603/2017). Στην τελευταία (τρίτη) περίπτωση για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεώς του, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, 337/2000), τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών (ΑΠ 1360/2017, 220/2016). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, παρά τη διαπίστωσή του αυτή, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στην πρώτη παραπάνω περίπτωση ή ότι προσέφυγε σ' αυτές, παρότι έκρινε τη δικαιοπραξία σαφή και πλήρη, στη δεύτερη περίπτωση ή ότι εσφαλμένα υπήγαγε σ` αυτές τις αρχές τις πραγματικές διαπιστώσεις του στην τρίτη περίπτωση (βλ. ΑΠ 1041/2018, 628/2012, ΑΠ 1285/2011). Η διαπίστωση δε από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 395/2020, 215/2005). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1258/2004, 557/2004, 541/2002). Περαιτέρω και η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται (ΑΠ 116/2021, 1701/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά ως προς την παραπάνω αγωγή της αναιρεσίβλητης τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου νόμιμα με επίκληση, ήτοι, ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης-ανταπόδειξης, Κ. Π. του Μ., γεννηθέντος στις 30.06.1962, πατέρας μετόχου της διαδίκου εταιρείας, και Β. Μ. του Α., ετών (τότε) 34, ιδιωτικής υπαλλήλου, πρώην υπαλλήλου της διαδίκου εταιρείας, οι οποίες διενεργήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου (με αριθμό 151/2015), από την εξέταση του διαδίκου Ι. Δ. του Σ. και του Ν. Τ., νόμιμου εκπροσώπου της διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία διενεργήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου νόμιμα, και από το περιεχόμενο όλων των εγγράφων, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με επίκληση του περιεχομένου τους, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Τον Απρίλιο του έτους 2004 η διάδικος εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία έχει έδρα στον ... και δραστηριοποιείται στην κατασκευή και μεταπώληση λευκών ειδών, έχοντας πρόθεση να επεκτείνει το δίκτυο των πελατών της σε μεγάλο τμήμα της Ελλάδας και, ειδικότερα, στις περιοχές της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Θράκης, πρότεινε στον αντίδικό της, Ι. Δ. του Σ., να συνεργαστεί μαζί της. Προς τούτο καταρτίστηκε μεταξύ τους, στην αρχή προφορικά, συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία έλαβε στη συνέχεια έγγραφη μορφή μετά την κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων, με ημερομηνία 1 Σεπτεμβρίου 2007. Το ουσιώδες περιεχόμενο αυτού του ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων είναι το εξής: "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ. Καρδίτσα την 01 του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2007, μεταξύ των ... Βιοτεχνία - εμπορία λευκών ειδών με έδρα τον ..., με Α.Φ.Μ. ..., εκπροσωπούμενη από τον Τ. Ν., και Δ. Γ. με έδρα τον ... με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. ..., συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: Η πρώτη συμβαλλόμενη αναθέτει στο δεύτερο συμβαλλόμενο, κ. Δ. πωλήσεις του πρώτου συμβαλλόμενου Μακεδονία- Θράκη. 1. Αντικείμενο Σύμβασης. Η παρά του δευτέρου συμβαλλόμενου μεσολάβηση για σύσταση πελατών και διενέργεια πωλήσεων στα εμπορεύματα - προϊόντα που έχει δραστηριότητα η επιχείρηση. Η οργάνωση του τμήματος διοίκησης και είσπραξης των υπολοίπων. 2. Υποχρεώσεις του δεύτερου συμβαλλόμενου είναι. Η εβδομαδιαία ενημέρωση του πρώτου συμβαλλόμενου για τις επικρατούσες συνθήκες αγοράς στην περιοχή του. Η σύσταση των πελατών στους αρμοδίους της εταιρείας. Η συνεχής επαφή με τους συγκεκριμένους πελάτες. Η καθημερινή παραγγελιοληψία και είσπραξη των υπολοίπων. Η οργάνωση του τμήματος διοίκησης και είσπραξης των υπολοίπων. 3. Ο δεύτερος συμβαλλόμενος για τις παρεχόμενες ως άνω υπηρεσίες του δικαιούται ανταλλάγματος (αμοιβής) που ορίζεται σε ΕΥΡΩ ως ακολούθως. Ελάχιστο ποσό για το σύνολο των υπηρεσιών 10.000 ευρώ. Πέρα του ελάχιστου ποσού δικαιούται προμήθεια επί των πωλήσεων, η οποία είναι αναλόγως των προϊόντων και μέχρι ύψος οχτώ (8) τοις εκατό επί των πωλήσεων. 4. Η διάρκεια της παρούσας σύμβασης είναι πενταετής, ήτοι μέχρι το 2012, και η οποία θ' ανανεώνεται κατ' έτος (στο μέρος των αποδοχών). Σε περίπτωση μη εγγράφου καταγγελίας σε κάθε ένα απ' τα ενδιαφερόμενα μέρη ισχύει μέχρι και το τέλος του 2012. 5. Η πρώτη συμβαλλόμενη επιφυλάσσεται του δικαιώματος της να ελέγχει και να εγκρίνει ή να απορρίπτει τους προτεινόμενους από τον δεύτερο των συμβαλλόμενων. Σε περίπτωση που δεν εγκρίνονται δεν δικαιούται αμοιβή παρά μόνο το ελάχιστο. Το παρόν έγινε σε τρία αντίτυπα, έλαβε από ένα κάθε συμβαλλόμενος και ένα κατετέθη στη Δ.Ο.Υ. ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ. ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ ...". Με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ο διάδικος Ι. Δ. του Σ. ανέλαβε την επαγγελματική υποχρέωση να διαπραγματεύεται με πελάτες καταστηματάρχες, εμπόρους λευκών ειδών, και να συνάπτει μαζί τους, για λογαριασμό της αντιδίκου του εταιρείας, συμβάσεις πώλησης των εμπορευμάτων της, τα οποία θα αγόραζαν οι καταστηματάρχες χονδρικώς, με σκοπό να τα μεταπωλήσουν και να αποκομίσουν κέρδος. Αρχικά, η αμοιβή του διαδίκου αντιπροσώπου συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να ανέρχεται σε ποσοστό 7% επί των πωλήσεων (επί του συνολικού τιμήματος των πωλήσεων, τις οποίες θα σύναπτε αυτός), αλλά με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων μια ελάχιστη αμοιβή του διαδίκου αντιπροσώπου, ποσού 10.000 ευρώ, και, επιπλέον, προμήθεια επί των πωλήσεων, αναλόγως των προϊόντων, η οποία μπορούσε να ανέρχεται μέχρι ποσοστό 8% επί των πωλήσεων. Ο διάδικος αντιπρόσωπος ισχυρίζεται ότι, επιπλέον, η αντίδικός του δήλωνε ρητά ότι είχε πρόθεση να αναλάβει το κόστος της βενζίνης του Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο θα χρησιμοποιούσε αυτός, για να μεταβαίνει σε διάφορες περιοχές της χώρας προς εκπλήρωση του συμφωνημένου έργου του, και, επίσης, τους μηνιαίους λογαριασμούς (τελών τηλεφωνίας) του κινητού τηλεφώνου με αριθμό ..., τη χρήση του οποίου παραχώρησε η αντίδικός του σε αυτόν. Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκείς αποδείξεις ως προς πραγματοποίηση τέτοιας δήλωσης εκ μέρους της διαδίκου εταιρείας με πρόθεση δέσμευσής της έναντι του αντιδίκου της. Η συνεργασία των διαδίκων άρχισε τον Απρίλιο του έτους 2004 και έκτοτε ο διάδικος αντιπρόσωπος συνέχισε να προσφέρει τις συμφωνημένες υπηρεσίες του στην αντίδικό του με συστηματική, επίμονη και συνεπή εργασία. Μολονότι στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι ο διάδικος αντιπρόσωπος κατάφερε με την εργασία του να αυξήσει τις εισπράξεις (το τζίρο) της αντιδίκου του κατά τα έτη 2004, 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010 στα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή του λεπτομερώς, τεκμαίρεται ότι η παροχή της εργασίας του ήταν επωφελής για την αντίδικό του, αφού αυτή συνέχισε τη συνεργασία της μαζί του επί επτά περίπου έτη από την έναρξή της. .... Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της διαδίκου εταιρείας φέρεται ότι στις 25.1.2010 διενεργήθηκε μεταξύ των διαδίκων ολοκληρωτικός έλεγχος των αποτελεσμάτων που απέφεραν οι πωλήσεις εμπορευμάτων της εκ μέρους του αντιδίκου της, και οριστική εκκαθάριση του λογαριασμού τους, επιβεβαιώθηκαν οι εκ μέρους του εναγομένου πωλήσεις εμπορευμάτων αυτής και το τελικό ποσό της αμοιβής του, υπολογίστηκαν οι προκαταβολές χρημάτων που έδωσε αυτή προς αυτόν, και ότι από την αντιπαράθεση των ανωτέρω χρηματικών ποσών (αμοιβής και προκαταβολών) διαπιστώθηκε ότι αυτός όφειλε σε αυτή το ποσό των 24.047,92 ευρώ, γεγονός που φέρεται ότι αποδεικνύεται από την έγγραφη κατάσταση των εκατέρωθεν δοσοληψιών, η οποία υπάρχει ενσωματωμένη στην ένδικη αγωγή της διαδίκου εταιρείας και φέρεται ότι φέρει την υπογραφή του διαδίκου αντιπροσώπου, και αυτός ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό στην αντίδικό του. Από την εξέταση του Ν. Τ., νόμιμου εκπροσώπου της διαδίκου εταιρείας, και του διαδίκου Ι. Δ. του Σ., η οποία διενεργήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε τη δικανική πεποίθηση ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της διαδίκου εταιρείας είναι ουσιαστικά βάσιμοι, ήτοι ότι, πράγματι, στις 25.1.2010 διενεργήθηκε μεταξύ των διαδίκων ολοκληρωτικός έλεγχος των αποτελεσμάτων που απέφεραν οι πωλήσεις εμπορευμάτων της διαδίκου εταιρείας εκ μέρους του αντιδίκου της, και οριστική εκκαθάριση του λογαριασμού τους, επιβεβαιώθηκαν οι εκ μέρους του εναγομένου πωλήσεις εμπορευμάτων αυτής και το τελικό ποσό της αμοιβής του, υπολογίστηκαν οι προκαταβολές χρημάτων που έδωσε αυτή προς αυτόν, και ότι από την αντιπαράθεση των ανωτέρω χρηματικών ποσών (αμοιβής και προκαταβολών) διαπιστώθηκε ότι αυτός όφειλε σε αυτή το ποσό των 24.047,92 ευρώ, γεγονός που αποδεικνύεται από την έγγραφη κατάσταση των εκατέρωθεν δοσοληψιών, η οποία υπάρχει ενσωματωμένη στην ένδικη αγωγή της διαδίκου εταιρείας και φέρει την υπογραφή του διαδίκου αντιπροσώπου, και αυτός ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό στην αντίδικό του. [ακολουθεί παράθεση όσων κατέθεσε ο αναιρεσείων, εξεταζόμενος ενώπιον του Εφετείου, η οποία περιλαμβάνει παραδοχή του ότι η ενσωματωμένη στην αγωγή της αναιρεσίβλητης κατάσταση δοσοληψιών υπογράφηκε από τον ίδιο με την προσθήκη όμως ότι πλήρωσε όσα όφειλε και η αναιρεσίβλητη του χρωστάει, καθώς και παράθεση της κατάθεσης του μάρτυρος της αναιρεσίβλητης Κ. Π., η οποία περιλαμβάνει τις δηλώσεις του ότι και για τα έτη 2007-2008-2009 και 2010 γίνονταν εκκαθαρίσεις των μεταξύ των διαδίκων αξιώσεων, ότι το υπογραφέν από τον αναιρεσείοντα έγγραφο αποτελούσε εκκαθάριση για το έτος 2009, ότι εκείνος αναγνώρισε το χρέος του και ότι από τις 24.000 ευρώ κατέβαλε 15.000 ευρώ έναντι και χρωστάει το υπόλοιπο, ανερχόμενο σε 9.047,92 ευρώ].... για το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως το έτος 2011... έγιναν πέντε τουλάχιστον εκκαθαρίσεις δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων ...". Κατόπιν αυτών το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος της, με το οποίο είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή της αναιρεσίβλητης και με το οποίο της επιδικάσθηκε το ποσό των 9.047,92 ευρώ, απέρριψε δε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της εν μέρει παραδοχής της ως άνω αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεχόμενο ουσιαστικά, βάσει των πραγματικών περιστατικών που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, παραδεκτώς κατά τα προεκτιθέμενα, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε, κατ' ορθό νομικό της χαρακτηρισμό, αυτοτελής σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθ. 361 ΑΚ), με την οποία αναγνωρίσθηκε από τον αναιρεσείοντα οριστικά, κατόπιν εκκαθάρισης των εκατέρωθεν δοσοληψιών τους, που έλαβε χώρα στις 25-1-2010, η οφειλή του προς την αναιρεσίβλητη, ανερχόμενη στο παραπάνω ποσό και αναλήφθηκε εκ μέρους του η υποχρέωση καταβολής του, εφόσον όλα τα πραγματικά περιστατικά για την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης περιέχονταν στο παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ αγωγικό δικόγραφο της αναιρεσίβλητης (διαρκής έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, στο πλαίσιο της οποίας προέκυψε η οφειλή από τις εκατέρωθεν δοσοληψίες τους, αιτία αυτής και αναγνώρισή της από τον αναιρεσείοντα κατόπιν οριστικής επιβεβαίωσης αυτών και εκκαθάρισης, στην οποία συμφώνησε υπογράφοντας και την καταχώρισή τους και το αποτέλεσμα αυτών στις ενσωματωθείσες στην αγωγή τηρούμενες εκ μέρους της καρτέλες, αφορώσες το έτος 2009 και τις δοσοληψίες τους μέχρι τις 25-1-2010, ώστε να δημιουργηθεί αυτοτελής ενοχή του προς καταβολή της οφειλής του από έγκυρη σύμβαση, χωρίς να μπορεί να προβάλει ενστάσεις από τη βασική έννομη σχέση) και όχι σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, νομικό χαρακτηρισμό που η αναιρεσίβλητη προσέδιδε στην ανωτέρω μεταξύ τους σύμβαση στο αγωγικό της δικόγραφο. Ειδικότερα, με τις ως άνω παραδοχές του, χωρίς να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του (πράγμα που δεν ήταν αναγκαίο κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη) το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία της δηλώσεως του αναιρεσείοντος, η οποία ήταν απαραίτητη, κατά τα προπαρατιθέμενα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτή αποτελούσε αφηρημένη ή αιτιώδη αναγνώριση χρέους, που αντικαθιστούσε την έγκυρη αρχική σχέση, παράγουσα αυτοτελή ενοχή με παραίτηση από ενστάσεις που την αφορούσαν, ή απλώς στην παροχή αποδεικτικού μέσου, και κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του χωρίς να παραβιάσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ερμηνεύοντας τη δήλωση αυτή όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη του τα συναλλακτικά ήθη, δεδομένου ότι: α) Στη δια της υπογραφής του αναιρεσείοντος γενόμενη δήλωση αναφερόταν η αιτία της οφειλής και η υπογραφή του τέθηκε κάτω από παρατιθέμενη εκκαθάριση των δοσοληψιών του με την αντίδικό του, β) αντικείμενο της δήλωσης, που συντελέσθηκε με την υπογραφή του αναιρεσείοντος, ήταν η αναγνώριση υπάρχουσας οφειλής του, που προέκυψε από τη μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση συνεργασίας για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, και αναλήφθηκε με αυτή υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού, το οποίο εκείνος είχε λάβει από την αναιρεσίβλητη επιπλέον των οφειλομένων (μετά από αφαίρεση των αμοιβών του από όσα έλαβε δια γενόμενων προκαταβολών εκ μέρους της), η εκκαθάριση δε στην οποία προέβησαν έγινε κατόπιν επιβεβαίωσης των εκατέρωθεν δοσοληψιών τους και είχε οριστικό χαρακτήρα, ώστε η δήλωσή του αυτή να αποτελεί αποδοχή πρότασης για κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, παράγουσα αυτοτελή ενοχή, εφόσον μάλιστα εκείνος εξέδωσε και δύο επιταγές συνολικού ποσού 15.000 ευρώ προς μερική εξόφληση της υποχρέωσης που ανέλαβε, οι οποίες και πληρώθηκαν, γ) η ερμηνευόμενη δήλωση βουλήσεως του αναιρεσείοντος αποσκοπούσε στην προστασία της αναιρεσίβλητης, έναντι της οποίας είχε δημιουργηθεί σημαντική οφειλή του, δ) οι ετήσιες εκκαθαρίσεις κατόπιν αμοιβαίων επιβεβαιώσεων των δοσοληψιών τους, από τις οποίες προέκυπτε το τυχόν οφειλόμενο εκ μέρους οποιασδήποτε πλευράς υπόλοιπο, αποτελούσε συνήθη πρακτική μεταξύ των συμβληθέντων (πράγμα αυτονοήτως σύνηθες σε συναλλαγές επί διαρκών έννομων σχέσεων, από τις οποίες παράγονται εκατέρωθεν αξιώσεις, όπως η περιγραφόμενη στην απόφαση σχέση που συνέδεε τους διαδίκους). Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης του αναιρεσείοντος κατά το μέρος της, με το οποίο βάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς τη μερική παραδοχή της κατ' αυτού αγωγής, είναι ως προς το σχετικό πρώτο του σκέλος (1 Α), με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, αβάσιμος. Περαιτέρω το πόρισμα του Εφετείου στηρίχθηκε, όπως προαναφέρεται, σε κύρια σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους κατ' άρθρο 361 ΑΚ (στην οποία είχε αναφερθεί και στις νομικές περιεχόμενες στην απόφασή του σκέψεις), που υπήρξε απότοκος εκκαθάρισης των μεταξύ των διαδίκων δοσοληψιών, με συνέπεια οι οποιοιδήποτε τηρούμενοι σε καρτέλες λογαριασμοί να έχουν το χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, η προκύπτουσα από τον οποίο οφειλή (όπως και κάθε οφειλή) αναγνωρίσθηκε και μπορούσε νομίμως να αναγνωρισθεί δια της ως άνω συμβάσεως, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, επιστηρίζοντας το αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης. Για τη συναγωγή αυτού του πορίσματός του το Εφετείο δεν στηρίχθηκε στις διατάξεις περί συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού ή σε λειτουργία τέτοιας συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων και σε αναγνώριση του καταλοίπου του κατ' άρθρα 873 και 874 ΑΚ. Σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού ή έστω τα επιμέρους στοιχεία της ως πραγματικά περιστατικά (συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικώς το κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ τους), ούτε η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη περιελάμβανε τέτοια στοιχεία στην αγωγή της, ώστε να αποτελέσουν βάση αυτής. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος της, με το οποίο βάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς τη μερική παραδοχή της κατά του αναιρεσείοντος αγωγής, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αυτός αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί αλληλόχρεου λογαριασμού και αναγνώρισης του καταλοίπου του (άρθ. 361, 873, 874 ΑΚ,112 ΕισΝΑΚ, 669 Εμπ.Ν. και 64-67 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών), δεχόμενο την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη και αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο για τη θεμελίωσή της στις ως άνω διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε για τη συναγωγή του πορίσματός του, είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον η αγωγή ουδόλως στηριζόταν στις ανωτέρω διατάξεις, αυτές δε δεν εφαρμόσθηκαν για τη συναγωγή του πορίσματος του Εφετείου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1374/2019), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 569/2018). Ο άνω δε αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 856/2018), γεγονός, που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1374/2019, 403/2017). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1374/2019, 1633/09). Περαιτέρω λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 15/2021, 58/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησής του κατά το μέρος της, με το οποίο βάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς την κρίση της επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης, προσβάλλει την απόφαση αυτή για πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 β' και 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος αντιστοίχως ότι το Εφετείο: α) δεν έλαβε υπόψη και δεν αποφάνθηκε επί του προβληθέντος με την έφεσή του ισχυρισμού του ότι ουδείς μεταξύ αυτού και της αντιδίκου του αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε οριστικώς, ώστε να είναι απαιτητό το κατάλοιπό του και να αναγνωρισθεί αυτό κατά τα άρθρα 873, 874 ΑΚ, οποιαδήποτε δε τυχόν αναγνώριση του περιοδικού καταλοίπου θα έπρεπε να έχει ως μόνη συνέπεια τη μεταφορά του στην επόμενη περίοδο λειτουργίας του και β) δεν έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό στοιχείο για τον σχηματισμό της κρίσης του την προσκομισθείσα εκ μέρους του με νόμιμη επίκληση από 31-12-2010 καρτέλα της αντιδίκου του, από την οποία προέκυπτε η συνέχιση των εγγραφών σ' αυτήν και μετά τις 25-1-2010 και αποδεικνυόταν το μη οριστικό κατά την αμέσως προαναφερόμενη ημερομηνία κλείσιμο του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος κατ' αμφότερα τα σκέλη του επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα δεχόμενο την τήρηση αλληλοχρέου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων και αφηρημένης αναγνώρισης του οριστικού καταλοίπου του μετά το κλείσιμό του, ενώ αυτό δεν δέχθηκε τέτοια περιστατικά κατά τα προαναφερόμενα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και ως προς τα δύο του σκέλη και αβάσιμος, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί μη οριστικού κλεισίματος αλληλοχρέου λογαριασμού ήταν αλυσιτελής και δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ώστε να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 8 β' του άρθρου 559 επειδή αυτός δεν απαντήθηκε ειδικώς, δεδομένου ότι αντικείμενο της αγωγής της αναιρεσίβλητης και της κρίσης του δικαστηρίου επ'αυτής δεν ήταν η καταβολή αναγνωρισθέντος οριστικού καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, ενώ και η προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα ως αποδεικτικό στοιχείο του παραπάνω ισχυρισμού του καρτέλα δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να αναφερθεί ειδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα νομίμως έγγραφα. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, η εφαρμογή μεν του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 201/2017, 64/2017, 168/2015).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000 ΑΠ 168/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 84/2015, 89/2013, 901/2013, 539/2003). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017). Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 462/2019, 64/2017, ΑΠ 386/2017). Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησής του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κρίση του επί της κατ' αυτού αγωγής και με τον πέμπτο λόγο της αίτησής του κατά της ίδιας απόφασης ως προς το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η δική του αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης, προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 11 α' αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσης του επί αμφοτέρων των αγωγών την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Κ. Π., ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων ότι μέτοχος στην αναιρεσίβλητη είναι ο υιός του, ότι αυτή ιδρύθηκε από τον υιό του και τον Τσιώρα και ότι ο ίδιος (μάρτυρας) ήταν εξουσιοδοτημένος περί τα οικονομικά, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μέλος της διοίκησης της εταιρίας αυτής και ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα και καθήκοντα διαχείρισης ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της, έπρεπε δε να θεωρηθεί κυρίαρχος εταίρος αυτής και η κατάθεσή του να μην ληφθεί υπόψη του δικαστηρίου ως μη επιτρεπόμενο και δη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, προεχόντως διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι ο σχετικός ισχυρισμός, μη υπαγόμενος στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού δεν αφορά στη δημόσια τάξη, προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ, σε κάθε περίπτωση, αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην κρινόμενη περίπτωση χρόνο, εμπορικός αντιπρόσωπος χαρακτηρίζεται ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου. Κατά την παράγραφο δε 3 περ. α' του ίδιου άρθρου ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί ως εμπορικός αντιπρόσωπος στις αρμόδιες ΔΟΥ και στα αμιγή Εμπορικά Επιμελητήρια ή στο Εμπορικό Τμήμα των λοιπών Επιμελητηρίων, και στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων. Η προϋπόθεση εγγραφής στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων δεν απαιτείται εφόσον ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ασφαλισμένος με άλλη κυρία ασφάλιση. Τα άρθρα δε 5 και 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 312/1995, προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή, η οποία, ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων, καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητά του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ελλείψει δε παρομοίων συνθηκών δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη, ενώ κάθε στοιχείο της αμοιβής το οποίο μεταβάλλεται ανάλογα με τον αριθμό ή την αξία των υποθέσεων θεωρείται ότι αποτελεί προμήθεια, ότι αξίωση επί της προμήθειας υφίσταται από τον χρόνο και κατά το μέτρο που συντρέχει μία από τις παρακάτω περιπτώσεις: α) Ο αντιπροσωπευόμενος εξετέλεσε την πράξη. β) Ο αντιπροσωπευόμενος ώφειλε να έχει εκτελέσει την πράξη δυνάμει της συμφωνίας που είχε συναφθεί με τον τρίτο. γ) Ο τρίτος εξετέλεσε την πράξη, καθώς και ότι η αξίωση επί της προμήθειας γεννάται όταν ο τρίτος έχει εκτελέσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την σύμβαση ή θα έπρεπε να τις έχει εκτελέσει εάν ο αντιπροσωπευόμενος είχε προβεί στην απαραίτητη σύμπραξη για την ολοκλήρωση της σύμβασης. Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 3 του ίδιου ΠΔ, προβλέπεται επίσης δικαίωμα αποζημίωσης (αποζημίωσης πελατείας) του εμπορικού αντιπροσώπου μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υπό τις ειδικότερα καθοριζόμενες στο άρθρο αυτό σωρευτικές προϋποθέσεις (λύση της σύμβασης, εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η καταβολή της αποζημίωσης παρίσταται δίκαιη, ενόψει όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, η δε αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη κατά τον προβλεπόμενο τρόπο δεν οφείλεται, μεταξύ άλλων, και όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλλει τη σύμβαση, εκτός αν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου (ΑΠ 28/2020). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη. Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του παρέχοντος ανεξάρτητες υπηρεσίες προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής των υπηρεσιών του αυτών δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ. η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 412/2019, 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 666/2009). Ο χαρακτήρας δε της εργασίας ως εξαρτημένης ή δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών και η ασφάλιση στο Ι.Κ.Α. (ΑΠ 54/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται η απαγόρευση, με την ποινή του απαραδέκτου, της μεταβολής της βάσης της αγωγής στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της, δηλαδή, των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου, ενώ αντιθέτως επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή διορθώσει με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, όσα γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή αρκεί να μη μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής του (ΑΠ 1374/2019, 389/2010). Το δικαστήριο δεσμεύεται να αποφανθεί επί της αγωγής με βάση τα περιλαμβανόμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την επίδικη έννομη σχέση, έχοντας μεν δυνατότητα να δεχθεί αγωγή στηριζόμενη επί συμβάσεως, προσδίδοντας στη σύμβαση διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται ο ενάγων και συγκροτούν την ιστορική της βάση, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του διαφορετικού εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ως προς τον χαρακτηρισμό της σύμβασης, που επιστηρίζει το επίδικο δικαίωμα (πρβλ. ΑΠ 754/2021). Απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση, εφόσον έτσι μεταβάλλεται και το αντικείμενο της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας (ΑΠ 321/2020, 1183/2015, 1806/2014). Η κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής της βάσης, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Κατά το άρθρο δε 526 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη και στην κατ` έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί. Αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα (ΟλΑΠ 12/1989, ΑΠ 467/2021, 749/2020, 143/2019, 621/2012).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας") ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, η οποία απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε υπάρχει "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό. Συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 16/2013, 20/2005, 32/1996, ΑΠ 238/2020, 587/2020, 1401/2010, 1198/2009). Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, 573/2018).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την προαναφερόμενη αγωγή του αναιρεσείοντος, πέραν των προπαρατιθεμένων ως προς τα αποδεικτικά μέσα που το οδήγησαν στην κρίση του και επ'αυτής, τα ακόλουθα: "Τον Απρίλιο του έτους 2004 η διάδικος εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία έχει έδρα στον ... και δραστηριοποιείται στην κατασκευή και μεταπώληση λευκών ειδών, έχοντας πρόθεση να επεκτείνει το δίκτυο των πελατών της σε μεγάλο τμήμα της Ελλάδας και, ειδικότερα, στις περιοχές της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Θράκης, πρότεινε στον αντίδικό της, Ι. Δ. του Σ., να συνεργαστεί μαζί της. Προς τούτο καταρτίστηκε μεταξύ τους, στην αρχή προφορικά, συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία έλαβε στη συνέχεια έγγραφη μορφή μετά την κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων, με ημερομηνία 1 Σεπτεμβρίου 2007. Το ουσιώδες περιεχόμενο αυτού του ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων είναι το εξής... [παρατίθεται το προδιαλαμβανόμενο ανωτέρω από 1-9-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων]. Με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ο διάδικος Ι. Δ. του Σ. ανέλαβε την επαγγελματική υποχρέωση να διαπραγματεύεται με πελάτες καταστηματάρχες, εμπόρους λευκών ειδών, και να συνάπτει μαζί τους, για λογαριασμό της αντιδίκου του εταιρείας, συμβάσεις πώλησης των εμπορευμάτων της, τα οποία θα αγόραζαν οι καταστηματάρχες χονδρικώς, με σκοπό να τα μεταπωλήσουν και να αποκομίσουν κέρδος. Αρχικά, η αμοιβή του διαδίκου αντιπροσώπου συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να ανέρχεται σε ποσοστό 7% επί των πωλήσεων (επί του συνολικού τιμήματος των πωλήσεων, τις οποίες θα σύναπτε αυτός), αλλά με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων μια ελάχιστη αμοιβή του διαδίκου αντιπροσώπου, ποσού 10.000 ευρώ, και, επιπλέον, προμήθεια επί των πωλήσεων, αναλόγως των προϊόντων, η οποία μπορούσε να ανέρχεται μέχρι ποσοστό 8% επί των πωλήσεων. Ο διάδικος αντιπρόσωπος ισχυρίζεται ότι, επιπλέον, η αντίδικός του δήλωνε ρητά ότι είχε πρόθεση να αναλάβει το κόστος της βενζίνης του Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο θα χρησιμοποιούσε αυτός, για να μεταβαίνει σε διάφορες περιοχές της χώρας προς εκπλήρωση του συμφωνημένου έργου του, και, επίσης, τους μηνιαίους λογαριασμούς (τελών τηλεφωνίας) του κινητού τηλεφώνου με αριθμό ..., τη χρήση του οποίου παραχώρησε η αντίδικός του σε αυτόν. Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκείς αποδείξεις ως προς πραγματοποίηση τέτοιας δήλωσης εκ μέρους της διαδίκου εταιρείας με πρόθεση δέσμευσής της έναντι του αντιδίκου της. Η συνεργασία των διαδίκων άρχισε τον Απρίλιο του έτους 2004 και έκτοτε ο διάδικος αντιπρόσωπος συνέχισε να προσφέρει τις συμφωνημένες υπηρεσίες του στην αντίδικό του με συστηματική, επίμονη και συνεπή εργασία. Μολονότι στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι ο διάδικος αντιπρόσωπος κατάφερε με την εργασία του να αυξήσει τις εισπράξεις (το τζίρο) της αντιδίκου του κατά τα έτη 2004, 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010 στα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή του λεπτομερώς, τεκμαίρεται ότι η παροχή της εργασίας του ήταν επωφελής για την αντίδικό του, αφού αυτή συνέχισε τη συνεργασία της μαζί του επί επτά περίπου έτη από την έναρξή της. ... Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του διαδίκου αντιπροσώπου, η αντίδικός του δεν υπήρξε συνεπής ως προς την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεών της έναντι αυτού, με συνέπεια να οφείλει ακόμη σε αυτόν τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή του λεπτομερώς, ήτοι: Α) Το ετήσιο ελάχιστο ποσό των 10.000 ευρώ, συνολικού ποσού 50.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως το έτος 2011, Β) Τη συμφωνημένη ποσοστιαία αμοιβή του και τα πάγια έξοδά του, δηλαδή τα τέλη τηλεφώνου και τα έξοδα βενζίνης του αυτοκινήτου του, συνολικού ποσού 74.062 ευρώ, Γ) Τις δαπάνες αυτού για την ασφαλιστική κάλυψή του, συνολικού ποσού 21.312 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται ότι η αντίδικός του κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος του, Δ) Διαφυγόντα κέρδη εξαιτίας της πρόωρης λύσης της επίδικης σύμβασης, συνολικού ποσού 26.040 ευρώ, το οποίο περιορίζει αυτός στο ποσό των 26.000 ευρώ, Ε) Αποζημίωση πελατείας, συνολικού ποσού 29.064 ευρώ, το οποίο περιορίζει αυτός στο ποσό των 29.000 ευρώ, ΣΤ) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 15.000 ευρώ, (το οποίο περιόρισε αυτός νόμιμα στο ποσό των 5.000 ευρώ), και, συνολικά, για όλες τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 215.374 ευρώ, (και, μετά τον ανωτέρω περιορισμό, το ποσό των 205.374 ευρώ), με τους νόμιμους τόκους, όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή αυτού λεπτομερώς. Στη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης οι μάρτυρες απόδειξης και ανταπόδειξης κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τα εξής ουσιώδη, αντίστοιχα... [παρατίθεται μέρος των επί των ζητημάτων της αγωγής του αναιρεσείοντος κατατεθέντων από τον Κ. Π., μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τα οποία ο αναιρεσείων ήταν ελεύθερος επαγγελματίας και τον Μάιο του 2010 δήλωσε πως ήθελε να εργάζεται ως υπάλληλος, σ' αυτόν δε δεν οφείλονται επί πλέον ποσά, ποτέ δεν κανονίσθηκε να του δίνονται έξοδα βενζίνης και τηλεφώνων όσο ήταν πωλητής, αφού αυτά τα δικαιούται όταν είναι υπάλληλος, ενώ μέχρι τον Αύγουστο τον είχε ασφαλισμένο η εταιρία στο ΙΚΑ, διότι έτσι το ζήτησε επειδή το ΤΕΒΕ είχε υψηλές εισφορές, αυτός είχε κάνει δε το 2007 έναρξη επαγγέλματος ελεύθερου επαγγελματία και η μεταξύ τους σύμβαση έληξε όταν έγινε υπάλληλος τον Ιούνιο του 2010 και οι πωλητές που απασχολεί οι εταιρία είναι ελεύθεροι επαγγελματίες που έχουν ως τέτοιοι παροχής υπηρεσιών και ασφάλιση ΤΕΒΕ και ο αναιρεσείων είχε δελτίο παροχής υπηρεσιών, καθώς των κατατεθέντων από τη μάρτυρα του αναιρεσείοντος Β. Μ., που κατέθεσε ότι ήταν συνάδελφός του, ότι το ποσοστό αμοιβής του επί των πωλήσεων σταθεροποιήθηκε στο 7%, ότι οφείλονταν σ' αυτόν 10.000 ευρώ ετησίως επιπλέον των ποσοστών του, ότι αυτός αμειβόταν άλλες φορές με μισθό, όμως το 2007 ήταν αντιπρόσωπος, ότι ήταν ασφαλισμένος πότε στο Τ.Ε.Β.Ε. πότε στο Ι.Κ.Α.,... ότι η εργασιακή σχέση του Δ. ήταν ελεγχόμενη, έπαιρνε οδηγίες πού έπρεπε να πάει και πριν φύγει για ταξίδι έπαιρνε μια κατάσταση με πελάτες, έπρεπε να βρίσκει καινούριους πελάτες, να εισπράττει, να δειγματίσει κ.λπ. ..., ότι η βενζίνη είναι θέμα συμφωνίας, ότι τα τιμολόγια κόβονταν στ' όνομα της εταιρίας, ότι ο αναιρεσείων ζητούσε τα 10.000 ευρώ ..., ότι αναγκαστικά αποχώρησε από την εταιρεία, ήταν ο πρώτος από τους τρεις πωλητές της ανιρεσίβλητης και είχε καλούς τζίρους, φέρνοντας πάνω από 250 πελάτες στην εταιρεία, που συνέχιζαν και μετά την αποχώρησή του να ψωνίζουν απ'αυτήν, ότι η σχέση καθορίζει αν αυτός είναι μισθωτός ή αντιπρόσωπος - ελεύθερος επαγγελματίας, ότι έβγαζε δελτία παροχής υπηρεσιών και ότι είχε ΤΕΒΕ, δεν μπορεί δε να έχει κάποιος και ΤΕΒΕ και Ι.Κ.Α.]. Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι όλες οι επίδικες χρηματικές αξιώσεις του διαδίκου αντιπροσώπου εναντίον της αντιδίκου του εταιρείας είναι ουσιαστικά αβάσιμες και υποβλήθηκαν προς αντιπερισπασμό, όταν η διάδικος εταιρεία άσκησε εναντίον του την ένδικη αγωγή της. Ειδικότερα, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε την εξής δικανική πεποίθηση: Α) Ο ισχυρισμός του διαδίκου αντιπροσώπου ότι η αντίδικός του οφείλει προς αυτόν το ετήσιο ελάχιστο ποσό των 10.000 ευρώ και, συνολικά, το ποσό των 50.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως το έτος 2011, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι στη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος έγιναν πέντε τουλάχιστον εκκαθαρίσεις δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων και η διάδικος εταιρεία δεν κατέβαλε ποτέ αυτό το χρηματικό ποσό στον αντίδικό της (στη διάρκεια του ανωτέρω χρονικού διαστήματος) ως ελάχιστη ετήσια αμοιβή του, αλλά αυτός δεν προέβαλε ποτέ αντιρρήσεις ως προς τη μη καταβολή αυτού του χρηματικού ποσού ούτε αξίωσε την καταβολή του, γεγονός που οδηγεί έμμεσα στο συμπέρασμα ότι μετά την κατάρτιση του από 01 Σεπτεμβρίου 2007 (αρχικού και γνήσιου) ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων επακολούθησε νέα (προφορική) συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς την αναπροσαρμογή των αποδοχών του διαδίκου αντιπροσώπου και συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι η διάδικος εταιρεία δεν θα καταβάλλει πλέον το ανωτέρω ελάχιστο ποσό (των 10.000 ευρώ ετησίως) στον αντίδικό της. Διαφορετικά, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η αναντίρρητη παροχή της εργασίας του διαδίκου αντιπροσώπου προς την αντίδικό του επί πέντε συνεχή έτη, (από το έτος 2007 έως το έτος 2011), μολονότι αυτή δεν κατέβαλλε προς αυτόν την ανωτέρω ελάχιστη ετήσια αμοιβή (των 10.000 ευρώ). Μάλιστα, το ποσό των 10.000 ευρώ είναι αρκετά μεγάλο σε σύγκριση με τις ετήσιες αποδοχές εργασίας του διαδίκου αντιπροσώπου και η μη καταβολή του δεν θα μπορούσε να διαφύγει από την προσοχή αυτού... επί πέντε έτη ούτε μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός αυτού ότι δήθεν ο νόμιμος εκπρόσωπος της αντιδίκου του είναι έμπειρος λογιστής και τον παραπλάνησε. Β) Ο ισχυρισμός του διαδίκου αντιπροσώπου ότι η αντίδικός του οφείλει προς αυτόν τη συμφωνημένη ποσοστιαία αμοιβή του και τα πάγια έξοδά του, δηλαδή τα τέλη τηλεφώνου και τα έξοδα βενζίνης του αυτοκινήτου του, συνολικού ποσού 74.062 ευρώ, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος για όσους λόγους αναφέρθηκαν ανωτέρω ως προς την αξίωση του διαδίκου αντιπροσώπου για καταβολή της συμφωνημένης ελάχιστης ετήσιας αμοιβής του, ποσού 10.000 ευρώ, επί πέντε έτη. Περαιτέρω, στη διάρκεια της δίκης τούτης αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι η διάδικος εταιρεία δεν ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στον αντίδικό της τα ανωτέρω πάγια έξοδα αυτού (δηλαδή τα τέλη του τηλεφώνου του και τα έξοδα βενζίνης του αυτοκινήτου του). Γ) Ο ισχυρισμός του διαδίκου αντιπροσώπου ότι η αντίδικός του οφείλει προς αυτόν τις δαπάνες αυτού για την ασφαλιστική κάλυψή του, συνολικού ποσού 21.312 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται ότι η αντίδικός του κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος του, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του διαδίκου αντιπροσώπου προς τον ασφαλιστικό φορέα του (ΤΕΒΕ, μετέπειτα Ο.Α.Ε.Ε.), ως ελεύθερου επαγγελματία, βαρύνει σύμφωνα με το νόμο αυτόν προσωπικά, (βλ. άρθρο 1§3-α Π.Δ. 219 της 18/30.5.1991 "Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων"), και στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η διάδικος εταιρεία θα καταβάλλει τις δαπάνες του αντιδίκου της για την ασφαλιστική κάλυψή του. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι κατά τα χρονικά διαστήματα, οπότε ο διάδικος αντιπρόσωπος εργαζόταν στην αντίδικό του ως πωλητής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η αντίδικός του τον ασφάλισε νόμιμα στο ΙΚΑ και κατέβαλε τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές υπέρ αυτού. Δ) Οι ισχυρισμοί του διαδίκου αντιπροσώπου ότι η αντίδικός του οφείλει προς αυτόν διαφυγόντα κέρδη εξαιτίας της πρόωρης λύσης της επίδικης σύμβασης, συνολικού ποσού 26.040 ευρώ, το οποίο περιορίζει αυτός στο ποσό των 26.000 ευρώ, αποζημίωση πελατείας, συνολικού ποσού 29.064 ευρώ, το οποίο περιορίζει αυτός στο ποσό των 29.000 ευρώ, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 15.000 ευρώ, (το οποίο περιόρισε αυτός νόμιμα στο ποσό των 5.000 ευρώ), αξιολογούνται ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι ο διάδικος αντιπρόσωπος αποχώρησε από την επίδικη εργασία του οικειοθελώς, στις 30.04.2011, ή, σε κάθε περίπτωση, η λύση της επίδικης σύμβασης αντιπροσωπείας διενεργήθηκε με τη σύμφωνη γνώμη αμφοτέρων των διαδίκων και υπό συνθήκες, οι οποίες δεν δικαιολογούν την επίδικη αξίωση του διαδίκου αντιπροσώπου για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας πρόκλησης οικονομικής ζημίας και ηθικής βλάβης σε βάρος του. Μάλιστα, από τις 30.04.2011, οπότε αποχώρησε ο διάδικος αντιπρόσωπος από την επίδικη εργασία του, έως την άσκηση της ένδικης αγωγής του (του διαδίκου αντιπροσώπου), η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου (Πρωτοδικείου Καρδίτσας) στις 08.10.2013 και επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία στις 24.10.2013, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, χωρίς να γνωστοποιήσει ο διάδικος αντιπρόσωπος προς την αντίδικό του εταιρεία (αντιπροσωπευόμενη) ότι προτίθεται να ασκήσει τα δικαιώματά του προς καταβολή αποζημίωσης πελατείας και αποζημίωσης προς ανόρθωση της (αποθετικής) ζημίας του, γεγονός που είχε ως συνέπεια να χάσει ο διάδικος αντιπρόσωπος (μετά την παρέλευση ενός έτους από τις 30.04.2011) την αξίωση προς αποζημίωση πελατείας και προς ανόρθωση της (αποθετικής) ζημίας του, (βλ. άρθρο 9§§1-2 Π.Δ. 219 της 18/30.5.1991 "Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων"). Επίσης, στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν τεκμηριώθηκε ο ισχυρισμός του διαδίκου αντιπροσώπου ότι η αντίδικός του έλυσε την επίδικη συμβατική σχέση τους με τρόπο ιδιαίτερα αντισυμβατικό και παράνομο, μολονότι αυτός εκπλήρωνε τις συμβατικές υποχρεώσεις του απέναντι της και αυτή αποκόμιζε σημαντικότατα οφέλη από την επαγγελματική δραστηριότητά του, και ότι με την αντισυμβατική συμπεριφορά της η αντίδικός του μείωσε την εμπορική αξιοπιστία του, την επαγγελματική φήμη, πίστη και υπόληψη αυτού, αφού τον εμφάνισε στον επιχειρηματικό κύκλο του ως μη ικανό και αξιόπιστο εμπορικό αντιπρόσωπο, διακόπτοντας την επιτυχή συνεργασία τους και αφήνοντας υπόνοιες για τις ικανότητες του και τον επαγγελματισμό του. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση των διαδίκων λύθηκε στις 30.04.2011 με τη σύμφωνη γνώμη αμφοτέρων των διαδίκων, χωρίς να προκληθεί διαμάχη ανάμεσα στον διάδικο αντιπρόσωπο και στον νόμιμο εκπρόσωπο της διαδίκου εταιρείας, με συνέπεια να μη δικαιολογείται πρόκληση ηθικής βλάβης στον διάδικο αντιπρόσωπο και να μη θεμελιώνεται η αντίστοιχη επίδικη αξίωση αυτού. Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι όλες οι επίδικες αξιώσεις του διαδίκου αντιπροσώπου είναι ουσιαστικά αβάσιμες και, συνεπώς, ότι η ένδικη αγωγή του αποβαίνει ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί." Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος και κατά το μέρος της με το οποίο αυτός παραπονείτο για τη μερική απόρριψη της αγωγής του, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή προσέβαλε την εκκληθείσα απόφαση μόνον ως προς τη μερική παραδοχή της αγωγής του αντιδίκου της, ως βάσιμη και κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το αντίστοιχο μέρος της, κράτησε την αγωγή αυτή και την απέρριψε στο σύνολό της κατ' ουσία. Περαιτέρω από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ως άνω αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός επικαλέσθηκε προς θεμελίωσή της τα ακόλουθα: Ότι τον Απρίλιο του έτους 2004 η εναγόμενη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή και μεταπώληση λευκών ειδών, επιθυμώντας να επεκτείνει το δίκτυο πελατών της, κατήρτισε με αυτόν συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε ο ίδιος να αναλάβει να διαπραγματεύεται και να συνάπτει για λογαριασμό της την πώληση των εμπορευμάτων της σε καταστηματάρχες μεγάλων ελληνικών πόλεων και να λαμβάνει ως αμοιβή του ποσοστό 7% έως 8% επί των πωλήσεων, πλέον ποσού 10.000 ευρώ, που ορίσθηκε ως ελάχιστο ποσό για το σύνολο των υπηρεσιών του, αποδιδόμενο στο τέλος κάθε έτους μετά από εκκαθάριση των προκαταβολών, στις οποίες αυτή θα προέβαινε για να ανταπεξέρχεται στα έξοδα μετακίνησης, διαμονής και διατροφής του. Ότι, επιπλέον, η εναγόμενη ανέλαβε το κόστος της βενζίνης του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του και τον μηνιαίο λογαριασμό του κινητού τηλεφώνου, που του παραχώρησε. Ότι η ανωτέρω σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίσθηκε αρχικώς ατύπως και στη συνέχεια την 1-9-2007 βάσει μεταξύ τους υπογραφέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, που προέβλεπε πενταετή διάρκειά της (έως το τέλος του έτους 2012), εφόσον δεν θα καταγγελλόταν εγγράφως από τα μέρη της, ο ίδιος ανέλαβε τη σύσταση πελατείας και τη διενέργεια πώλησης των εμπορευμάτων της αναιρεσίβλητης για λογαριασμό της και την οργάνωση του σχετικού τμήματος διαχείρισης και είσπραξης του αντιτίμου των εμπορευμάτων της, που θα διέθετε. Ότι ειδικότερα προβλεπόταν πως ο ίδιος θα είχε και την υποχρέωση α)εβδομαδιαίας ενημέρωσης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους του για τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς, β) τη σύσταση των πελατών στους αρμοδίους της, γ) τη συνεχή επαφή με τους συγκεκριμένους πελάτες, δ)την καθημερινή παραγγελιοληψία και την είσπραξη των οφειλομένων από τους πελάτες αυτούς. Ότι ο ίδιος, ως ο σημαντικότερος εμπορικός αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, εκπλήρωσε όλες τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του με συνέπεια, με αποτέλεσμα να εξαπλωθούν τα εμπορεύματα της σε όλη την Ελλάδα και να αποκτήσει πολλούς νέους πελάτες και να αυξηθεί ο τζίρος της κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα. Ότι αντιθέτως η αναιρεσίβλητη δεν υπήρξε συνεπής ως προς την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεών της απέναντί του, με συνέπεια να του οφείλει τα χρηματικά ποσά, που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή του για τις αναφερόμενες αιτίες, και συγκεκριμένα: α) Δεν του απέδωσε το ετήσιο ελάχιστο ποσό των 10.000 ευρώ, με συνέπεια να απωλέσει συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ από το έτος 2007 έως το έτος 2011 (10.000 € χ 5 έτη), β) από το έτος 2004 έως το έτος 2010 δεν του κατέβαλε τη συμφωνημένη ποσοστιαία αμοιβή του (8% κατ' αρχήν και τροποποιηθείσα σε 7% από το δεύτερο έτος συνεργασίας τους) με ακρίβεια ούτε τα έξοδα την κάλυψη των οποίων είχε αναλάβει (τέλη τηλεφώνου και τα έξοδα βενζίνης του αυτοκινήτου του), γ) μολονότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να τον υπαγάγει στην ασφάλιση του ΙΚΑ σε όλη τη διάρκεια της σύμβασής τους, πλην των διαστημάτων από 1-9-2004 έως 31-12-2005 και από 1-9-2010 έως 30-4-2011, κατά το οποίο τήρησε αυτή την υποχρέωση, δεν προέβη στην ασφάλισή του με συνέπεια να παραμείνει για τα αναφερόμενα διαστήματα ανασφάλιστος και να αναγκασθεί ο ίδιος για το διάστημα από 28-11-2007 έως 30-6-2010 να ασφαλισθεί στο ΤΕΒΕ καταβάλλοντας τα προσδιοριζόμενα ποσά για την ασφάλισή του. Ότι από τον Ιούνιο του έτους 2010, κατόπιν πιέσεων της αντιδίκου, που επικαλέσθηκε ασύμφορο της συνεργασίας τους ως είχε, ο ίδιος δέχτηκε τη συνέχισή της αντί καταβολής μηνιαίου μισθού 1.000 ευρώ, αυτό διήρκεσε δε μέχρι το τέλος Απριλίου του 2011, οπότε υπό το κράτος ψυχολογικής πίεσης υπέγραψε την από 30.04.2011 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης από την εργασία του. Ο ενάγων με την αγωγή του προέβαλε τα αιτήματα, που απορρίφθηκαν κατά τα προαναφερομένα με την εφετειακή απόφαση, μεταξύ των οποίων και αιτήματα για επιδίκαση διαφυγόντων του κερδών λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας κατ' άρθρο 8 παρ. 8 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 (σελ. 14-15 της αγωγής του), για επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, την οποία ισχυρίσθηκε ότι δικαιούται λόγω της αντισυμβατικής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης λύσεως της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας διότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις επιδίκασής της (σελ. 15- 19 της αγωγής) και για επιδίκαση χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής του βλάβης, διότι εκείνη μείωσε με τη συμπεριφορά της την εμπορική του αξιοπιστία, την επαγγελματική του φήμη, πίστη και υπόληψη, εμφανίζοντάς τον ως μη ικανό και αξιόπιστο εμπορικό αντιπρόσωπο στον επιχειρηματικό του κύκλο με τη διακοπή της επιτυχούς συνεργασίας τους (σελ. 20 της αγωγής), ενώ ο αναιρεσείων ζητούσε και να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και επειδή οι αξιώσεις του έχουν εμπορικό χαρακτήρα (σελ. 20 της αγωγής). Το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του επί της αγωγής του αναιρεσείοντος, δεχόμενο τον νομικό χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, που προσέδωσε και ο ίδιος ο αναιρεσείων στη μεταξύ τους σύμβαση με το αγωγικό του δικόγραφο και που ήταν σύμφωνος με τα παρατιθέμενα σε αυτό παραπάνω πραγματικά περιστατικά, καθώς και με τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν παραβίασε ευθέως δι' εσφαλμένης ερμηνείας και υπαγωγής τις διατάξεις των άρθρων 361, ΑΚ, 1 παρ. 2 και 3, 5 και 9 του Π.Δ. 219/1991, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην κρινόμενη περίπτωση χρόνο, τις οποίες εφάρμοσε, και ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, κυρωθέντος με την ΠΥΣ 324/1946, που δεν εφαρμόζονται επί συμβάσεων παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών αλλά προϋποθέτουν απόδειξη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα τα μόνα αναφερόμενα στην αγωγή του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά εξάρτησης είναι οι υποδηλώνοντες απλώς χαλαρή εξάρτηση διαλαμβανόμενοι σε αυτήν όροι της μεταξύ των διαδίκων έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα με τους οποίους ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση εβδομαδιαίας ενημέρωσης της αναιρεσίβλητης για τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς, σύστασης των πελατών στους αρμοδίους της, συνεχούς επαφής με τους πελάτες αυτούς, καθημερινής παραγγελιοληψίας και είσπραξης των οφειλομένων εκ μέρους τους, ενώ περαιτέρω η αναιρεσίβλητη επιφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα να ελέγχει και να εγκρίνει ή να απορρίπτει τους προτεινόμενους από τον αναιρεσείοντα πελάτες. Τέτοια στοιχεία, που υποδηλώνουν κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση, συναντώνται, κατά τα προεκτιθέμενα, και στις συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, η δε συμμόρφωση του παρέχοντος τέτοιες υπηρεσίες προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής των υπηρεσιών του, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, και εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943 και δεν είναι, γι' αυτό το λόγο, ικανά να αποτελέσουν το καθοριστικό ποιοτικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Επιπλέον δε στοιχεία ιδιαίτερης ποιότητας δέσμευσης και εξάρτησης, όπως π.χ. τήρηση ωραρίου, συνεχής έλεγχος και συγκεκριμένες εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο διεκπεραίωσης των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει ο αναιρεσείων, υποχρέωσή του να απασχολείται αποκλειστικώς με τις υποθέσεις της αναιρεσίβλητης, δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή του ούτε προκειμένου να θεμελιώσουν έστω και επικουρική της βάση (τέτοια δεν περιλήφθηκε στο αγωγικό δικόγραφο), ενώ έρχονται και σε αντίφαση με προβαλλόμενα εκ μέρους του επίδικα δικαιώματα, που επιστηρίζουν τα αιτήματα της αγωγής του προς επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας εμπορικού αντιπροσώπου και χρηματικής ικανοποίησης του λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του επικαλούμενου από αυτό γεγονότος ότι η αναιρεσίβλητη έπληξε την εμπορική του αξιοπιστία. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την κρίση της επί της δικής του αγωγής, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έπρεπε να εφαρμόσει την εργατική νομοθεσία για όλο το διάστημα κατά το οποίο προσέφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη, αποπειρώμενος ουσιαστικά δι' αυτού να μεταβάλει απαραδέκτως τη βάση της αγωγής του, είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη σφάλμα από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών εξαιτίας της μη παράθεσης σε αυτήν των συγκεκριμένων διαστημάτων κατά τα οποία η αναιρεσείουσα τον ασφάλισε στο ΙΚΑ (διαστήματα κατά τα οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατόπιν κοινής συμφωνίας των διαδίκων άλλαξε χαρακτήρα η μεταξύ τους σχέση σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας), αφού τέτοια αναφορά δεν ήταν αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών της, δεδομένου ότι τα διαστήματα, κατά τα οποία υφίστατο σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεν συνέχονταν αναγκαίως με οποιοδήποτε αγωγικό αίτημα, ώστε να ασκεί το ανωτέρω ζήτημα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Απαράδεκτοι είναι περαιτέρω οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης του αναιρεσείοντος, ως προς το μέρος της που βάλλει κατά της απόρριψης της αγωγής του από το Εφετείο, ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένων προϋποθέσεων. Με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποπειρώμενος να τις θεμελιώσει στις εξής αιτιάσεις αντιστοίχως: α) ότι το Εφετείο προέβη σε αντίθετη προς τις αντιλήψεις του μέσου συνετού και έντιμου ανθρώπου και στα χρηστά ήθη ερμηνεία του όρου 4 του από 1-9-2007 συμφωνητικού ως προς το ελάχιστο οφειλόμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό των 10.000 ευρώ κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, διατηρώντας αμφιβολίες ως προς το περιεχόμενό του, ενώ το Εφετείο ουδόλως προσέφυγε σε ερμηνεία αυτού και δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε κενό, αλλά αντιθέτως δέχθηκε πως αποδείχθηκε νέα επακολουθήσασα προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς τις απολαβές του αναιρεσείοντος, β)ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 ν. 2112/1920, 656 και 659 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955 και 8 παρ. 4 ν. 4020/1959, τις οποίες έπρεπε να εφαρμόσει και σύμφωνα με τις οποίες μόνη η καταβολή μικρότερου μισθού σε εργαζόμενο και η μη διεκδίκηση της διαφοράς εκ μέρους του δεν αποτελεί έγκυρη παραίτησή του από τις αξιώσεις του για καταβολή της διαφοράς από τον συμφωνημένο μισθό, αιτίαση που στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης λειτούργησε καθ' όλο το διάστημα από 1-9-2007 μέχρι τον Ιούνιο του 2010 σχέση εξαρτημένης εργασίας, γεγονός που δεν έγινε δεκτό ότι συνέτρεξε, γ) ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του π.δ. 668/1981 περ. στ', 2 παρ. 3 εδ. γ' του α.ν. 1846/1951, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 4 παρ. 2 του ν. 1880/1990 (ορθώς παρ. 2 περ. γ' του αμέσως παραπάνω άρθρου), που αναφέρονται στη μη υποχρεωτική ασφάλιση των παραγωγών πωλήσεων (πλασιέ) στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων και στην υπό προϋποθέσεις (εφόσον εξυπηρετούν αποκλειστικά μία επιχείρηση και απασχολούνται μέσα ή έξω από αυτήν, αυτοπροσώπως, δηλαδή χωρίς απασχόληση εκ μέρους τους και τρίτων προσώπων, με τη διάθεση των προϊόντων της, ανεξάρτητα αν συνδέονται με τον εργοδότη τους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, πραγματικά περιστατικά μη προβληθέντα με την αγωγή του αναιρεσείοντος) υπαγωγή τους στην ασφάλιση του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος και υπαγόταν γι' αυτό τον λόγο στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ, η οποία βάρυνε τον ίδιο κατ' άρθρο 1 παρ. 3 του Π.Δ. 219/1991, ενώ δεν αποδείχθηκε και ανάληψη υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης προς κάλυψη των δαπανών ασφαλίσεώς του, παραδοχές που αποκλείουν την εφαρμογή των ως άνω επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα διατάξεων, οι οποίες φέρεται ότι παραβιάσθηκαν. Κατά τα λοιπά με τους ως άνω λόγους αναίρεσης πλήττεται απαραδέκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης. Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 106,176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-7-2020 αίτηση για αναίρεση της 483/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ