Legislator European & Swiss Legal Corpus
998/2014 AI-structured

998/2014 — 998/2014 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 998/2014 (AP_998_2014)
Court / Authority
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 998 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα ΠετροÏ...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 998 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα ΠετροÏ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 998/2014

Απόφαση 998 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΤΡΙΚΑΛΩΝ-ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ Α.Ε." που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της Ν. Λ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. - Κ. Τ., 2. Ο. Λ. του Α., 3. Ε. Ψ. του Α., ως ενασκούσα την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της Δ. Λ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Παπαδοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις, 4. Σ. χήρας Α. Τ., το γένος Δ.Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5. Σ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαρίτο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ. κατάθ. 440/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:118/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 23-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ.49/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (Α.Π. 240/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 3.548 Δ'/27-11-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 7-2-2014, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-1-2014) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου της αναιρεσείουσας στην τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Σ. χήρα Α. Τ.. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Με την κρινόμενη 7/30-10-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 49/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την από 31-10-2011 αγωγή (αρ. κατ. δικογράφου 440/31-10-2011) που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας επικαλούμενη την απρόβλεπτη και πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα από τις αρχές του έτους 2010, η οποία είχε ως επακόλουθο τη σταδιακή μείωση του τζίρου της αλλά και της εμπορικής κίνησης στην πόλη της Καρδίτσας, τη μειωμένη ζήτηση ακινήτων για μίσθωση και τη μείωση της μισθωτικής αξίας αυτών, ζητούσε κύρια με βάση το άρθρο 388 του ΑΚ και επικουρικά με βάση το άρθρο 288 του ΑΚ, να αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα του περιγραφόμενου σε αυτή καταστήματος που μισθώνει από τους εναγομένους από το ποσό των 8.702 ευρώ στο οποίο ανέρχεται στο ποσό των 4.950 ευρώ μηνιαίως με ετήσια αύξηση αυτού σε ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, ώστε να αρθεί η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να περιοριστεί αυτό στο επίπεδο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 118/2012 απόφαση, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς την επικουρική βάση αυτής και καθορίσθηκε το ύψος του μισθώματος στο ποσό των 7.140 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, με ετήσια αναπροσαρμογή κατά το ποσοστό της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.

Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, με τις οποίες ζήτησαν την εξαφάνιση της, επιδιώκοντας, η μεν ενάγουσα την αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ποσό των 4.950 ευρώ, οι δε εναγόμενοι την απόρριψη της αγωγής.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξήςπραγματικά περιστατικά: "Με το από 1-2-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό οι εναγόμενοι εκμίσθωσαν στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "UNET Α.Ε. -ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΔΙΚΤΥΟΥ ΝΣΗΜΑΤΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" ένα διώροφο κατάστημα, αποτελούμενο από ισόγειο όροφο, εμβαδού 354 τ.μ. περίπου, και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, ωφέλιμου εμβαδού 80 τ.μ, περίπου, το οποίο βρίσκεται επί της κεντρικής πλατείας της πόλης της ... (Πλατεία ...) και στη συμβολή αυτής με την οδό ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια εταιρία ως εστιατόριο και χώρος διάθεσης καφέ, γλυκών κλπ. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε δεκαεξαετής, με έναρξη την 1-2-2008 και λήξη την 31-1-2024, το δε μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 8.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της μίσθωσης, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου 3,6%, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 1% επιπλέον της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, όπως αυτή ανακοινώνεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος για το προηγούμενο δωδεκάμηνο. Με το ίδιο συμφωνητικό μίσθωσης (άρθρο 6 αυτού) ορίσθηκε ότι επιτρέπεται στη μισθώτρια εταιρία να μεταβιβάσει τη μισθωτική σχέση σε οποιαδήποτε άλλη υπάρχουσα ή μέλλουσα να συσταθεί ανώνυμη εταιρία με την προϋπόθεση ότι δεν θα μεταβληθούν οι όροι της μίσθωσης, η οποία θα εξακολουθήσει να ισχύει ως έχει, ότι η συμφωνία μεταβίβασης θα γίνει εγγράφως και ότι θα γνωστοποιηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών στους πρώτη και τέταρτο των εναγομένων συνεκμισθωτών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω η μισθώτρια εταιρία UNET Α.Ε. με το από 14-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασε την επιχείρηση που λειτουργούσε στο μίσθιο ακίνητο στην ενάγουσα εταιρία, η οποία υπεισήλθε στην έννομη σχέση της μίσθωσης και εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου με τους ίδιους ως άνω όρους, στεγάζοντας στο ακίνητο την ήδη υπάρχουσα επιχείρηση γρήγορου φαγητού με τον διακριτικό τίτλο "GOODY' S". Το καταβλητέο μίσθωμα την 1-2-2009 διαμορφώθηκε μετά τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή στο ποσό των 8.400 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% και συνολικά στο ποσό των 8.702 ευρώ, στο ποσό δε αυτό διατηρήθηκε το μίσθωμα κατόπιν συμφωνίας των μερών και για τα δύο επόμενα χρόνια. Ωστόσο από το έτος 2010 άρχισαν να εμφανίζονται στη χώρα γεγονότα που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ούτε ήταν δυνατό να διαγνωστούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες. Ειδικότερα η προσφυγή της χώρας στον Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, προκειμένου να περιοριστεί το δημοσιονομικό της έλλειμμα και να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δημοσιονομικές της ανάγκες, η επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας σε βάρος των Ελλήνων πολιτών, η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων που ξεπερνά το 30%, η διακοπή λειτουργίας σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων και η συνακόλουθη, δραματική αύξηση της ανεργίας και η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, γεγονότα πασίδηλα για τα οποία δεν απαιτείται απόδειξη, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων, συμπεριλαμβανομένης και της επιχείρησης της ενάγουσας, η οποία από το έτος 2010 παρουσιάζει σημαντική μείωση του ετήσιου κύκλου εργασιών της. Ειδικότερα και ενδεικτικά ο τζίρος της ενάγουσας το Δεκέμβριο 2009 ανήλθε σε 148.569 ευρώ, ενώ τον αντίστοιχο μήνα των ετών 2010 και 2011 σε 122.136 ευρώ και 85.245 ευρώ αντίστοιχα, ανάλογη δε ήταν η μείωση του κύκλου εργασιών της και τους λοιπούς μήνες. Η ανωτέρω οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα από το έτος 2010 επιδεινούμενη συνεχώς σαφώς και δεν μπορούσε εξ αρχής και δη κατά το χρόνο σύναψης της μίσθωσης να προβλεφθεί, έτσι ώστε η υποχρέωση καταβολής μισθώματος ποσού 8.400 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου και συνολικά 8.702 ευρώ να είναι υπέρμετρα επαχθής για την ενάγουσα και να οδηγεί σε πλήρη κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοιο σημείο ώστε η ενάγουσα εκτελώντας τη σύμβαση να υφίσταται ουσιώδη ζημία, που προκλήθηκε απροόπτως, οι δε εναγόμενοι να ωφελούνται υπέρμετρα από την περιουσία αυτής. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις διαμορφωθείσες συνθήκες κρίνει ότι το καταβλητέο μίσθωμα πρέπει να αναπροσαρμοστεί και να μειωθεί κατά 20% και δη σε 6.720 ευρώ μηνιαίως, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% από την επίδοση της αγωγής. Με την εν λόγω αναπροσαρμογή δεν θίγεται η συμφωνία των συμβαλλομένων περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος, η οποία παραμένει ανέπαφη, καθόσον σκοπός της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ είναι να αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής σε δεδομένη χρονική στιγμή, χωρίς να καταργείται η συμφωνία των διαδίκων περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που έκανε δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής και αναπροσάρμοσε το μίσθωμα του αναφερομένου στο σκεπτικό της παρούσας μισθίου στο ποσό των 7.140 ευρώ, πλέον, χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενου αυτού ετησίως κατά το ποσοστό της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Πρέπει, συνεπώς, οι υπό κρίση εφέσεις να γίνουν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες (η έφεση των εναγομένων-εκκαλούντων ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, που βάλει κατά της Πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που καταργεί τους συμφωνηθέντες όρους της ετήσιας σταδιακής αναπροσαρμογής), να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση εντός των ορίων που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο παρόν Δικαστήριο και αφού κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή κατά την κύρια βάση της ως νόμω και ουσία βάσιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 388 του ΑΚ και να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο μίσθωμα από την επίδοση της αγωγής στο ποσό των 6,720 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου, διατηρούμενης της συμβατικής κατ' έτος αναπροσαρμογής αυτού, σύμφωνα με τους όρους του από 1-2-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης." Και υπό τις παραδοχές αυτές δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτόδικη, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναπροσάρμοσε από τον χρόνο επίδοσης της αγωγής το καταβλητέο μίσθωμα για το επίδικο μισθίο στο ποσό των 6.720 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του π.δ./τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευόμενων από το διάταγμα αυτό μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά τη σύναψη της μίσθωσης από τους συμβαλλομένους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα που προβλέπονται στη σύμβαση. Αν δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά από διετία από την έναρξη της σύμβασης χωρίς δικαστική μεσολάβηση στα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου. Εν συνεχεία, χωρεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με μόνη προϋπόθεση την πάροδο έτους από την προηγούμενη, ανέρχεται δε η αναπροσαρμογή σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, όπως αυτή υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Με την παράγραφο 4 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 του ΑΚ". Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλομένης παροχής στο μέτρο που αρμόζει είναι: α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφτούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη ενόψει και της αντιπαροχής να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής (βλ. ΑΠ 893/2010 ΝοΒ 2011,933). Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, συνεπεία των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απροόπτως, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί. Έτσι γενικής φύσεως περιστατικά και δη τυχαία, αλλά συνήθως συμβαίνοντα, όπως είναι η αυξομοίωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση της αξίας του ακινήτου λόγω αύξησης της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων, η αύξηση του κόστους ζωής κλπ ούτε έκτακτα ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηριστούν (πρβλ. ΑΠ 1171/2004, ΕλλΔ 2005,157). Αντίθετα η γενική οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε από τις αρχές του 2010 και η επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας (δημοσιονομικών και φορολογικών) με τις προαναφερθείσες αλυσιδωτές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ, εφόσον δεν ήταν δυνατόν να διαγνωστούν υπό ομαλές συνθήκες. Περαιτέρω δε, η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής, δηλαδή του καταβαλλομένου μισθώματος και του ελευθέρου - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου. Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής κατά τις αρχές της καλής πίστης υπάρχει όταν λόγω ουσιώδους αύξησης της μισθωτικής αξίας του μισθίου επέρχεται ζημιά στον εκμισθωτή, με την μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει κατά τα συναλλακτικά ήθη τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημιά του με την αύξηση του μισθώματος, επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημιάς στον μισθωτή η οποία περιορίζεται με την ανάλογη μείωση του μισθώματος. Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα αναπροσαρμοσθεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη. Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής με την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού η συμφωνία καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορη πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος. Μετά από αυτήν το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 του ως άνω ΠΔ/τος 34/1995, το δε απαιτούμενο από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής έτος αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής. Εξάλλου, με την δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνηθέντων. Αυτή δε η ίδια η προσφυγή στο δικαστήριο εκ μέρους του ενός των συμβληθέντων μερών (ή και αμφοτέρων) υποδηλώνει με σαφήνεια την θέληση για μη τήρηση των συμφωνηθέντων. Η άποψη κατά την οποία, μετά την δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος, που γίνεται σε ορισμένο στάδιο, δεν καταργείται η συμφωνία σταδιακής αναπροσαρμογής, αφού αυτή ισχύει μόνο για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται και επομένως διατηρείται για τα επόμενα στάδια, με δυνατότητα αντιμετώπισης με νέα δικαστική παρέμβαση, κατ' εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, μελλοντικής νέας διατάραξης της ισορροπίας χρήσης και μισθώματος, δεν είναι προκριτέα ενόψει ιδίως α) του ότι τα στάδια αναπροσαρμογής βρίσκονται μεταξύ τους σε λογική αλληλουχία και κάθε ένα στηρίζεται στο προηγούμενο, ώστε αν διασπασθεί η αλληλουχία αυτή δεν μπορούν τα επόμενα στάδια να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους και να γίνει νέα αναπροσαρμογή, β) είναι δυνατόν να ζητείται δικαστική αναπροσαρμογή για κάθε περαιτέρω στάδιο, με αποτέλεσμα το μεν να είναι δυνατή η εντός ενός και του ιδίου σταδίου διπλή αναπροσαρμογή (συμβατική και δικαστική), το δε να δημιουργούνται περισσότερες δίκες που θα βρίσκονται σε εξέλιξη και που κάθε μία θα εξαρτάται από την προηγούμενη, ώστε η σύμβαση θα βρίσκεται σε αποσταθεροποίηση και τα συμβληθέντα μέρη σε ένταση και γ) τίθεται ζήτημα περί του πρακτέου, στην περίπτωση κατά την οποία η σταδιακή αναπροσαρμογή έχει συμφωνηθεί σε ποσό (συγκεκριμένο μίσθωμα) και όχι σε ποσοστό, το δε κατ' αναπροσαρμογή ορισθέν από το δικαστήριο μίσθωμα είναι κατά ποσόν υπέρτερο του μισθώματος του επομένου ή των επομένων σταδίων, οπότε εκ του πράγματος θα επέλθει αδράνεια του σταδίου ή των σταδίων αυτών της σύμβασης, εφόσον η δικαστική αναπροσαρμογή θα υπερκαλύπτει την συμβατική τοιαύτη. Εν κατακλείδι, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και την συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της διαταραχθείσας συμβατικής σχέσης και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (Ολ.Α.Π. 3/2014).

Το Εφετείο, με το να κρίνει ότι με την αναπροσαρμογή του μισθώματος, λόγω της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 388 Α.Κ., δεν θίγεται η συμφωνία των συμβαλλομένων περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας, να γίνεται η περαιτέρω κατ' έτος αναπροσαρμογή σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 3 π.δ. 34/1995, τούτο δε όχι ως ουσιαστική κρίση αλλά ως αναγκαία συνέπεια του νόμου, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 π.δ. 34/1995, 388 Α.Κ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 574 Α.Κ. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται συναφώς με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα. Δεδομένου δε, ότι οι συμφωνίες περί του ύψους του μισθώματος και περί σταδιακής αναπροσαρμογής αυτού αποτελούν όρους αλληλένδετους μιας και της αυτής σύμβασης, η ανατροπή του συμφωνηθέντος όρου περί του τρόπου της σταδιακής αναπροσαρμογής επηρεάζει και το ύψος του αναπροσαρμοζόμενου μισθώματος. Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου διατυπουμένου με την ένδικη αίτηση λόγου, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ( ΚΠολΔ 183,179), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 49/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Και

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7-3-2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7-5-2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ