Supreme Court dismisses appeal where lower court applied different legal characterization to admitted facts than the plaintiff requested.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a dispute over a purchase price payment. The appellant argued the lower court erred by characterizing the legal relationship as a sales contract rather than a tortious act (appropriation) as claimed in the original suit. The court held that the lower court was correct to apply the law independently to the facts admitted by the parties, noting that the appellant's claim for payment was based on an acknowledged debt regardless of the specific legal label. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's legal conclusion did not contradict the admitted facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 216(1), 335, 337, 338, 559(1) and 8 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court applies the law independently to the facts admitted in the suit, meaning a different legal characterization by the lower court than that requested by the appellant does not constitute grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 995 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 995/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Τσέλιου. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κόλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1844/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2511/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 ,335, 337 ,338 και 559 αριθ.1 και 8 του ΚΠολΔ., η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής, ούτε και δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται υπό του διαδίκου, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο προσδίδοντας στην επικαλούμενη με την αγωγή έννομη σχέση τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και την υπάγει στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με βάση την ιστορική βάση και το αίτημα της αγωγής. Επομένως, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως στην περίπτωση που το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ' όψη όλα τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά, καταλήγει σε διαφορετικό νομικό συμπέρασμα από εκείνο του διαδίκου. Αντιθέτως, ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως, αφ' ενός από το άρθρο 559 αριθ.1 στην περίπτωση εσφαλμένης υπαγωγής στον προσήκοντα κανόνα των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, αφ' ετέρου από τον αριθμό 8 όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή και αυτά επιδρούν στην κρίση για το νόμω βάσιμο, καθ' όσον τότε πρόκειται περί προσθήκης αυτεπαγγέλτως αγωγικής βάσεως, χωρίς να την έχει επικαλεσθεί ο ενάγων (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 69/2013, 538/2010).
Εν προκειμένω, με το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, κατ' εκτίμηση του περιεχόμενου του, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο - με το να χαρακτηρίσει την κρίσιμη έννομη σχέση, ως σύμβαση πωλήσεως, ενώ βάση της αγωγής είναι η αδικοπραξία (υπεξαίρεση) στην οποία θεμελιώνεται η (αδικοπρακτική) ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, και, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης να δεχθεί την αγωγή ως ουσία βάσιμη κατά την βάση της περί πωλήσεως - παρεβίασε τη διάταξη του άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εφ' όσον εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 513 του ΑΚ αντί εκείνων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ του ιδίου Κώδικα.
Εξ άλλου, στο δεύτερο τμήμα του ανωτέρω λόγου διέλαβε ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων αξίωσε το ποσό των 20.839,99 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της αδικοπραξίας που επικαλέσθηκε και το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αντί του αιτηθέντος, δηλαδή αντί αυτής της αποζημιώσεως, η προσβαλλομένη του επεδίκασε το ανωτέρω ποσό, καίτοι μη αιτηθέν, ως οφειλόμενο τίμημα πωλήσεως.
Περαιτέρω στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, με την επίκληση στην αγωγή της καταρτίσεως πληρεξουσίου, με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε, ο αναιρεσείων, να πωλήσει το επίδικο δημοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο - ελκυστήρα είτε στον ίδιο είτε σε τρίτους, στήριξε το αίτημα της αγωγής του στην έννομη σχέση της συμβάσεως εντολής και όχι αυτή της πωλήσεως.
Όπως προκύπτει από την επισκόπησή της από 10-2-2011 αγωγής τού ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου-αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων εκθέτει τα εξής: Ότι δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού υποσχέθηκε στον εναγόμενο να του πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα το δημοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητό του αντί τιμήματος 60.000 ευρώ και με πληρεξούσιο συμβόλαιο, παρέσχε στον εναγόμενο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα προς οποιονδήποτε τρίτο, ακόμη και προς τον εαυτό του το ως άνω όχημα.
Ότι δυνάμει του πληρεξουσίου, ο εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα στον εαυτό του, και εν συνεχεία το μεταπώλησε σε τρίτον. Ότι έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πωλήσεως, ο εναγόμενος του κατέβαλε το ποσόν των 39.160,01ευρώ και εξακολουθεί να του οφείλει το υπόλοιπο του τιμήματος εξ 20.839,99ευρώ.
Ότι παρά τις επανειλημμένες προφορικές και έγγραφες οχλήσεις του, ο εναγόμενος αρνήθηκε να του καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος πωλήσεως, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα, διαπράττοντας το αδίκημα της υπεξαιρέσεως. Ότι εξ αιτίας της παράνομης ιδιοποιήσεως τού ως άνω ποσού περιήλθε σε αδυναμία εξοφλήσεως των δικών του χρεών προς τρίτους , οι οποίοι προς ικανοποίησή τους επέσπευσαν εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση τού ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου του, καθώς και της οικίας του, εντεύθεν υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Με βάση τα ανωτέρω και μετά τον περιορισμό του αιτήματός του με τις προτάσεις ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 20.039,99 ευρώ, ως οφειλόμενο υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος και 7.040 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την πώληση και μεταβίβαση του οχήματος του στον εναγόμενο ,άλλως από την επίδοση της αγωγής και να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του εναγομένου ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της αποφάσεως λόγω της αδικοπραξίας που διέπραξε ο εναγόμενος.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, όπως προσηκόντως εκτιμάται το δικόγραφο αυτής, αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη, κατά την βάση της την θεμελιουμένη στην σύμβαση πώλησης ως προς την αξίωση πληρωμής του οφειλομένου μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος πωλήσεως ποσού 20.039,99 €.
Όσον αφορά στην επί της αδικοπραξίας [υπεξαίρεσης] βάση της είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα στην αρχή αυτής της σκέψεως, η άρνηση του εναγομένου να καταβάλει το οφειλόμενο μέρος του συμφωνημένου τιμήματος πωλήσεως, δεν συνιστά αδικοπραξία [υπεξαίρεση], όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά αθέτηση της απορρέουσας από την ένδικη σύμβαση πώλησης συμβατικής υποχρεώσεως του προς καταβολή του συμφωνημένου τιμήματος πωλήσεως και συνεπώς δεν μπορεί να θεμελιώσει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης κατ' άρθρο 932 ΑΚ, συναφώς δε μη νόμιμη και απορριπτέα είναι η αγωγή ως προς την αξίωση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η οποία συνέχεται με την επικαλούμενη αδικοπραξία...".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δεν έσφαλε, διότι υπό το εκτεθέν, περιεχόμενο της αγωγής η επίμαχη έννομη σχέση φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως πωλήσεως, διεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Εφετείο, εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής, όπως το περιεχόμενό του κατά τα κρίσιμα σημεία του ανωτέρω εκτίθεται, και έκρινε ότι την αξίωσή του περί καταβολής του αιτηθέντος ποσού ως τιμήματος πωλήσεως ο ενάγων θεμελίωσε στη σύμβαση πωλήσεως και όχι στην αδικοπραξία ή στη σύμβαση εντολής, εντεύθεν δεν δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ούτε επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Επομένως, οι ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ.8 και 9 Κ.Πολ.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι είναι αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με ανεπαρκή, άλλως αντιφατική, αιτιολογία δέχθηκε ότι τον αναιρεσείοντα συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση πωλήσεως και ότι συνεπώς οφείλεται μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, ενώ, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τους οποίους η ίδια η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ως ομολογημένους, τους συνέδεε σύμβαση εντολής.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι, στο σχετικό τμήμα της διέλαβε τα ακόλουθα: "...Κατά της αγωγής δεν υφίσταται ένσταση, η οποία να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο και οι περιεχόμενοι στην αγωγή ισχυρισμοί θεωρούνται ως ομολογημένοι, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου [άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Συνεπώς, πρέπει η αγωγή ως προς την αξίωση πληρωμής του οφειλομένου μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος πωλήσεως, να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.039,99€...". Καθίσταται προφανές ότι το Εφετείο ως ομολογημένους ισχυρισμούς θεωρεί τους νομίμους υπ' αυτού κριθέντες, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, και γι' αυτό δέχεται την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, μόνο ως προς την αξίωση περί πληρωμής του οφειλομένου τιμήματος.
Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, και κατά συνέπεια ο ως άνω τρίτος λόγος είναι αβάσιμος. Και είναι μεν αληθές ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 531 παρ.2 και 279 ΚπολΔ προκύπτει ότι επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου αυτός δικάζεται ως να ήταν παρών, και δεν ισχύει το εκ της ερημοδικίας συναγόμενο τεκμήριο ομολογίας, αλλά η υπόθεση ερευνάται αυτεπαγγέλτως κατά το νομικό και πραγματικό μέρος αυτής (ΑΠ 554/1979 ΝοΒ 27, 1596) και κατά συνέπεια η κρίση του Εφετείου, που συνήγαγε τεκμήριο ομολογίας των πραγματικών περιστατικών της αγωγής, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, εκ της ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, δεν ήταν ορθή, πλην όμως ο αναιρεσείων με τους λόγους αναιρέσεως δεν πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια αυτή, ούτε όμως περιλαμβάνεται και στους λόγους, τους οποίους εξετάζει, κατ' άρθρο 562 παρ.4 ΚπολΔ, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως, μετά πρόταση του Εισηγητή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-9-2017 αίτηση του Χ. Ρ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2511/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21-5-2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29-5-2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ