Supreme Court dismisses appeal due to non-appearance of respondent and rejection of procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment. The respondent failed to appear at the hearing, triggering a default procedure under Article 576 of the Civil Procedure Code. The court rejected the appellant's arguments regarding the lower court's failure to consider specific claims, deeming them inadmissible as they constituted a denial of the respondent's own defense.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 914 AC: When a respondent fails to appear at a Supreme Court hearing, the court proceeds ex officio; procedural complaints regarding the consideration of claims are inadmissible if they amount to a denial of the respondent's substantive defense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 69 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 69/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σούπο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία … που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και 2. Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., ατομικώς και με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της πιο πάνω εταιρείας, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Κουτρούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιουλίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3670/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 5 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντα αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ… /02-04-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, στην πρώτη αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος. Η αναιρεσίβλητη όμως αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, όταν στην τελευταία αυτή περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Όσον αφορά την υπαιτιότητα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η ως άνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο επί συμβάσεων, όσο και επί αδικοπραξιών, δηλαδή σε κάθε περίπτωση όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητας. Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ. που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Κατά τον προσδιορισμό της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου ο ποινικός κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία για την ύπαρξη της συγκεκριμένης μορφής υπαιτιότητας πρέπει να διακριβωθεί πρώτον μεν ότι ο δράστης προέβλεψε το αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και δεύτερον ότι το αποδέχθηκε (Ολ.
ΑΠ 8 και 11/2005). Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1034, 1036 παράγραφος 1 και 1037 του ΑΚ ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ` αυτόν που την αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα" (άρθρο 1034). "Με την εκποίηση κινητού κατά το άρθρο 1034, εκείνος που αποκτά γίνεται κύριος και αν ακόμη η κυριότητα του πράγματος δεν ανήκει σ` αυτόν που εκποιεί, εκτός αν κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής εκείνος που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη" (άρθρο 1036 παράγραφος 1).
Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι επί κινητών πραγμάτων και ο μη κύριος τούτων εγκύρως μεταβιβάζει την κυριότητά τους, με την παράδοση της νομής τους προς τον αποκτώντα και τη συμφωνία ότι μετατίθεται η κυριότητα, εκτός αν κατά το χρόνο παράδοσης της νομής αυτός που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη, ήτοι αν γνωρίζει ή αγνοεί αυτός από βαριά αμέλεια ότι το κινητό πράγμα δεν ανήκει κατά κυριότητα σ` αυτόν που το εκποιεί.
Όμως, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 6 παρ.1, 2 και 3 του ν.δ. 1146/1972 "περί του τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων οχημάτων" που εξακολουθούν να ισχύουν, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του Ν. 722/1977 "περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητας των αυτοκινήτων οχημάτων", αφού δεν προκύπτει ότι το δεύτερο νομοθέτημα κατάργησε το πρώτο, (Α.Π. 615/2007 και 2/2004), εφαρμόζονται δε (οι διατάξεις του Ν.Δ. 1146/1972), στην κατηγορία των φορτηγών αυτοκινήτων, προκύπτουν τα εξής:
α) καθιερώνεται η τήρηση του βιβλιαρίου μεταβολών κυριότητας και κατοχής για τη μεταβίβαση του φορτηγού, β) κάθε και με οποιοδήποτε τύπο καταρτιζόμενη σύμβαση (εμπράγματη) μεταβίβασης αυτής της κυριότητας επί αυτοκινήτου φορτηγού οχήματος καταχωρίζεται υποχρεωτικά από το αρμόδιο όργανο περί του οποίου η παρ. 4 του άρθρ. 5 του Ν.Δ. 1146/1972 στην οικεία θέση του κατά το άρθρο 1, βιβλιαρίου, γ) σε περίπτωση μεταβίβασης μόνο της νομής ή κατοχής του οχήματος με παρακράτηση της κυριότητας μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος, γίνεται η καταχώρηση με ειδική αναφορά στη σχετική θέση του βιβλιαρίου, δ) "μοναδική απόδειξη" της κτήσεως του δικαιώματος της κυριότητας επί φορτηγού αυτοκινήτου αποτελεί η κατά τις διατάξεις του ίδιου Ν.Δ.
γενομένη εγγραφή της σχετικής συμφωνίας στο πιο πάνω καθιερούμενο βιβλιάριο, η οποία αποτελεί και τον μοναδικό "τίτλο κτήσεως του δικαιώματος κυριότητας" επί του φορτηγού αυτοκινήτου, ε) κάθε ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου της κατά το άρθρο 1 του ίδιου Ν.Δ. εγγραφής αφορώσα στα πρόσωπα των συμβληθέντων ή στο αντικείμενο ή οιονδήποτε στοιχείο της συμφωνίας ή του δικαιώματος είναι απαράδεκτος και δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο (ούτε και ο ισχυρισμός της εικονικότητας), επιφυλασσόμενων μόνο των περί ουσιώδους πλάνης απάτης ή απειλής διατάξεων του Α.Κ., στ) το αρμόδιο δημόσιο όργανο και εν προκειμένω ο υπάλληλος της Υπηρεσίας Συγκοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, κατά τη σχετική καταχώριση στο πιο πάνω βιβλιάριο της αντίστοιχης μεταβολής, δεν ενεργεί απλώς προς βεβαίωση της δήλωσης ξένης βούλησης για την επελθούσα μεταβολή, αλλά εκδηλώνει δική του, αυτοτελή και ανυπόστατη, βούληση παραγωγικής έννομης σχέσης, δημοσίου δικαίου που είναι διαπιστωτική με βάση όλες τις σχετικές εγγραφές του βιβλιαρίου, της συνδρομής κατά το χρόνο της καταχώρισης της μεταβολής των νομίμων όρων, της ύπαρξης δικαιώματος κυριότητας επί του φορτηγού αυτοκινήτου, που αναγράφεται σ` αυτήν (καταχώριση) υπέρ του κυρίου αυτού, που επίσης αναγράφεται σε αυτή, η οποία εκφεύγει από το πεδίο εφαρμογής του ιδιωτικού δικαίου και ζ) στην περίπτωση που με την καταχωρηθείσα στο βιβλιάριο μεταβολή μεταβιβάζεται μόνο η νομή ή η κατοχή του οχήματος γιατί παράλληλα στην οικεία θέση του βιβλιαρίου έγινε η σχετική καταχώριση για την επιφύλαξη της κυριότητας μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος από τον αγοραστή, απαιτείται μετά την πλήρωση της αίρεσης της εξόφλησης κατά την ίδια διαδικασία η καταχώριση της δήλωσης για την πλήρωση και την άρση της επιφύλαξης.
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του Ν.Δ 1146/1972, με τις οποίες για την κτήση της κυριότητας επί αυτοκινήτου φορτηγού και για τη μεταβίβασή της θεσπίζεται ειδικός πανηγυρικός "αποδεικτικός τύπος", που διασφαλίζει την κυριότητα του αποκτώντος, προκύπτει ότι επί μεταβίβασης της κυριότητας φορτηγού αυτοκινήτου από τον μεταβιβάζοντα προς τον αποκτώντα, ακόμα και με την παράδοση της νομής του, στοιχείο που δεν είναι αναγκαίο κατά νόμο, και με τη συμφωνία αυτών ότι μετατίθεται η κυριότητά του, ο αποκτών δεν καθίσταται κύριος του μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου, εάν ο μεταβιβάσας δεν ήταν κύριός του, με βάση τις σχετικές εγγραφές του βιβλιαρίου, κατοχής, έστω και εάν ο αποκτών κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής δεν τελούσε σε κακή πίστη, χωρίς στην περίπτωση αυτή να εφαρμόζονται οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1036, 1039 και 1040 του Α.Κ. (ΑΠ 1313/2009).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς τις προπαρατεθείσες τοιαύτες των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ συνάγεται ότι, η κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ αγοραστή και τρίτου για την μεταβίβαση σ' αυτόν φορτηγού αυτοκινήτου, του οποίου ο (πωλητής) τρίτος φέρεται κύριος, και η αποδοχή της παράδοσής του σ' αυτόν από τον πωλητή ή τρίτο, ώστε να περιέλθει στην κατοχή του, εν γνώσει του (αγοραστή) ότι με μόνη την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως και την παράδοση αυτού, χωρίς την τήρηση των ως άνω νομίμων διατυπώσεων, δεν υφίσταται έγκυρη μεταβίβαση της κυριότητας του αυτοκινήτου, καθώς και η παράλειψη εκ μέρους του (αγοραστή) να διερευνήσει εάν υφίσταται βιβλίο μεταβολών του αυτοκινήτου, προκειμένου να διαπιστώσει εάν ο φερόμενος ως πωλητής είναι πράγματι κύριος αυτού, γνωρίζοντας ότι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται η κυριότητα φορτηγού αυτοκινήτου, συνιστούν δόλια αποδοχή ξένου πράγματος, εφόσον ο πωλητής δεν είναι κύριος του αυτοκινήτου, και συνακόλουθα αφαίρεση αυτού με παράνομη και υπαίτια πράξη, ώστε να θεμελιώνεται αντίστοιχη αδικοπραξία και να δικαιούται ο πραγματικός κύριος του αυτοκινήτου, από τον με παράνομη πράξη κάτοχο αυτού, πλήρη αποζημίωση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως δεν συντρέχει, όταν, κατά την διατύπωση του σχετικού συλλογισμού, γίνεται αναφορά σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου όχι για τον νομικό χαρακτηρισμό συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, που αποτελούν την ελάσσονα πρότασή του, προκειμένου να γίνει η μη υπαγωγή των γεγονότων αυτών στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλ' απλώς ως επιχείρημα ενισχυτικό του συλλογισμού της αποφάσεως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας, μετά από έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, επί της απορριφθείσης πρωτοδίκως αγωγής της, με την οποία επιδιώκετο η επιδίκαση σ' αυτήν αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της εις βάρος της αδικοπραξίας των εναγομένων (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων), οι οποίοι αφαίρεσαν παρανόμως από την κατοχή της το αναφερόμενο στην αγωγή φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο, στη συνέχεια διέλυσαν και μετέτρεψαν σε ανταλλακτικά, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ…/1-7-1987 πιστοποιητικού του ΣΤ'Τελωνείου Εισαγωγής Πειραιώς, ο Ι.
Π. του Γ. εισήγαγε στην Ελλάδα από την τότε … ένα Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, τύπου …με αριθμό πλαισίου … και αριθμό κινητήρα …, το οποίο δεν έφερε κρατικές πινακίδες κυκλοφορίας. Στις 10-1-1989 ο ανωτέρω Ι. Π. μεταβίβασε την κυριότητα του εν λόγω φορτηγού στον Σ. Μ. του Χ. και η μεταβιβαστική αυτή πράξη καταχωρήθηκε στο υπ' αριθ…οικείο βιβλίο μεταβολών κυριότητας και κατοχής του φορτηγού.
Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 7-5-1990, ο Σ. Μ., δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως, μεταβίβασε το προαναφερόμενο φορτηγό στην ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρία (πρώτη αναιρεσίβλητη), αντί τιμήματος 636.000 δραχμών (βλ. υπ' αριθ…/21-3-1990 τιμολόγιο πώλησης), καταχωρήθηκε δε και η μεταβίβαση αυτή στο ως άνω βιβλιάριο μεταβολών κυριότητας και κατοχής του συγκεκριμένου οχήματος, το οποίο, έτσι, περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας.
Το φορτηγό αυτό δεν έφερε κρατικές πινακίδες και γι' αυτό, οπότε χρειαζόταν να μετακινηθεί, ελάμβανε νόμιμες προσωρινές άδειες κυκλοφορίας από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές. Στις 13-9-1997 η ενάγουσα, ενδιαφερόμενη για την πώληση του φορτηγού, μετέφερε αυτό σε οικόπεδο κείμενο στις …, επί της συμβολής της … με την οδό …, ιδιοκτησίας Γ.
Μ., ο οποίος ήταν γνωστός του ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ι. Π. (δεύτερος αναιρεσίβλητος) και ο οποίος διατηρούσε εκεί συνεργείο εγκατάστασης και επισκευής ψυκτικών μηχανημάτων, προκειμένου να επιδεικνύεται εκεί από την ενάγουσα σε υποψήφιους αγοραστές, ενόψει του ότι από το σημείο αυτό διέρχονται διάφοροι επαγγελματίες, που ενδιαφέρονται για αγοραπωλησίες μεταχειρισμένων φορτηγών.
Ο ανωτέρω ιδιοκτήτης του οικοπέδου Γ. Μ. ουδεμία υποχρέωση προς φύλαξη του φορτηγού ανέλαβε, αλλά, απλώς, παραχώρησε στην ενάγουσα, χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα, τη χρήση ενός μικρού τμήματος του οικοπέδου του, όπου η τελευταία στάθμευσε το φορτηγό της για το σκοπό που προαναφέρθηκε. Επομένως, εφόσον δεν υπήρξε παράδοση του φορτηγού προς φύλαξη, η καταρτισθείσα ως άνω συμφωνία δεν έχει το χαρακτήρα της παρακαταθήκης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο πρώτος των εναγομένων (αναιρεσείων), αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 822 ΑΚ, σύμβαση παρακαταθήκης είναι η σύμβαση εκείνη, δυνάμει της οποίας ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει, με την υποχρέωση να το αποδώσει αυτούσιο, όταν του ζητηθεί, και, ως εκ τούτου, στη σύμβαση αυτή το καθήκον φυλάξεως αποτελεί και τη βασική συμβατική υποχρέωση του θεματοφύλακα.
Ενόψει, λοιπόν, του ότι η παραχώρηση της χρήσης του ανωτέρω τμήματος του οικοπέδου δεν έγινε με αντάλλαγμα, η συγκεκριμένη σύμβαση φέρει χαρακτήρα της σύμβασης χρησιδανείου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 810 του ΑΚ, κατά το οποίο "με τη σύμβαση του χρησιδανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους (χρήστης) παραχωρεί στον άλλο τη χρήση πράγματος και αυτός (χρησάμενος) έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης".
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια απλή συμφωνία παραχώρησης του συγκεκριμένου μικρού τμήματος του οικοπέδου στην ενάγουσα από ελευθεριότητα, στα πλαίσια της σχέσης φιλοφροσύνης μεταξύ των συμβληθέντων (άρθρο 361 του ΑΚ), χωρίς, ωστόσο, ο ακριβής χαρακτήρας της πιο πάνω συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και Γ.
Μ., να έχει, σε κάθε περίπτωση, ένομη επιρροή στην παρούσα διαφορά, στην οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1036, 1038 και 1040 του ΑΚ. Στην πιο πάνω θέση παρέμεινε το φορτηγό της ενάγουσας μέχρι τα μέσα Απριλίου 2006. Συγκεκριμένα, στις αρχές Απριλίου 2006, πλανόδιοι συλλέκτες άχρηστων σιδηρικών ενημέρωσαν τον πρώτο των εναγομένων (αναιρεσείοντα), ο οποίος διατηρεί στον …ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο την εμπορία μεταχειρισμένων ανταλλακτικών αυτοκινήτων και παλαιών σιδηρικών, ότι στο παραπάνω οικόπεδο βρισκόταν το συγκεκριμένο παλαιό φορτηγό, το οποίο θα μπορούσε να παραλάβει, προκειμένου να προβεί στη διάλυσή του και την πώληση των εξαρτημάτων αυτού ως ανταλλακτικών.
Ο πρώτος των εναγομένων ενδιαφέρθηκε πράγματι για την αγορά του μεταχειρισμένου φορτηγού και μετέβη για το σκοπό αυτό στις εγκαταστάσεις του Γ. Μ., ο οποίος τον πληροφόρησε, ότι το φορτηγό ανήκε σε κάποιον Α. Λ. και ότι διατίθεται, πράγματι, προς πώληση. Ο πρώτος των εναγομένων είχε πολυετή απασχόληση με το εμπόριο μεταχειρισμένων οχημάτων ( 25 έτη κατά το μάρτυρά του) και, ως εκ τούτου, γνώριζε ευθέως, ότι, εφόσον επρόκειτο για τη μεταβίβαση της κυριότητας φορτηγού αυτοκινήτου, δεν θα μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού, εάν ο μεταβιβάζων Α.
Λ. δεν ήταν, πράγματι, κύριος του φορτηγού με βάση τις σχετικές εγγραφές του βιβλιαρίου κατοχής, ακόμη κι αν μεταβιβαζόταν σ' αυτόν η νομή του φορτηγού, και μάλιστα, έστω κι αν ο ίδιος τελούσε σε καλή πίστη. Επίσης, γνώριζε ότι, χωρίς την ύπαρξη του ανωτέρω βιβλιαρίου, υπήρχε ενδεχόμενο το φορτηγό να μην ανήκε στον ανωτέρω Α.
Λ., αλλά σε τρίτο πρόσωπο, του οποίου δεν υπήρχε συγκατάθεση για την αφαίρεση και απομάκρυνση του οχήματος από το σημείο που ήταν σταθμευμένο. Παρ' όλα αυτά, όμως, ο πρώτος των εναγομένων (αναιρεσείων) αποδέχθηκε το ανωτέρω ενδεχόμενο και θέλησε να υπαγάγει το φορτηγό στην κατοχή του, συμφωνώντας στην κατάρτιση της αγοραπωλησίας, χωρίς να ζητήσει το ειδικό βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος, ώστε να διαπιστώσει, αν πράγματι ιδιοκτήτης αυτού ήταν ο Α.
Λ. ή, αντιθέτως, κάποιος άλλος, και χωρίς, επίσης, να υπάρξει σχετική ενημέρωση του ανωτέρω βιβλιαρίου, επί πλέον δε, ουδόλως ενδιαφέρθηκε να έρθει, έστω, σε επαφή με τον εμφανιζόμενο ως ιδιοκτήτη του φορτηγού, προκειμένου να λάβει πληροφορίες για τον τρόπο απόκτησης εκ μέρους του της κυριότητας αυτού. Όπως δε αναφέρθηκε, για την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου δεν ασκεί επιρροή, αν το εν λόγω αποτέλεσμα, που προέβλεψε ως πιθανό ο υπαίτιος, ήταν σ' αυτόν επιθυμητό ή μή.
Έτσι, ο πρώτος των εναγομένων στις 11-4-2006 επανήλθε και αφού κατέβαλε στο Γ. Μ. ως τίμημα το ποσό των 595 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 95 ευρώ, παρέλαβε από αυτόν το υπ' αριθ…/6-4-2006 τιμολόγιο πώλησης, υπογεγραμμένο από τον εμφανιζόμενο ως πωλητή Α. Λ., και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 4-10-2005, με το οποίο φερόταν ο τελευταίος να έχει αγοράσει το φορτηγό από κάποιον Γ.
Π.. Ταυτοχρόνως, παρέλαβε το φορτηγό, το οποίο μετέφερε στις εγκαταστάσεις της επιχείρησής του, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τις υπηρεσίες του δεύτερου των εναγομένων (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ο οποίος είναι ιδιοκτήτης γερανοφόρου οχήματος και εκτελεί αντίστοιχες μεταφορές και ο οποίος για τη συγκεκριμένη μεταφορά εξέδωσε την υπ' αριθ…/11-4-2006 φορτωτική, λαμβάνοντας ως αμοιβή το ποσό των 59,5 ευρώ.
Στη συνέχεια, ο πρώτος των εναγομένων προέβη σε διάλυση του φορτηγού και μεταπώλησε τα χρήσιμα ανταλλακτικά του οχήματος σε διάφορους ενδιαφερόμενους, εκτός από το ψυκτικό μηχάνημα του οχήματος, το οποίο επέστρεψε, όπως είχε συμφωνηθεί, στο Γ. Μ.. Στις 19-4-2006 ο Γ. Π., υιός του ομόρρυθμου μέλους και νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ι.
Π., πέρασε τυχαία έξω από τις εγκαταστάσεις του Γ. Μ. και διεπίστωσε έκπληκτος, ότι το φορτηγό έλλειπε. Έτσι, την επομένη ημέρα ο Ι. Π. κατήγγειλε κλοπή του φορτηγού στο …. Ακολούθως, κατόπιν προσωπικής αναζήτησης και από πληροφορίες, που έλαβε από γείτονες του Γ. Μ. (με τον οποίο πάντως δεν ήρθε σε επαφή προκειμένου να πληροφορηθεί, τι ακριβώς είχε συμβεί), έμαθε, ότι το φορτηγό είχε μεταφερθεί με το γερανοφόρο όχημα του δεύτερου των εναγομένων.
Αφού επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του, ο δεύτερος των εναγομένων τον ενημέρωσε, ότι δεν γνώριζε τίποτα αναφορικά με το ποιος ήταν ιδιοκτήτης του φορτηγού και ότι εκτέλεσε απλώς με το γερανοφόρο όχημά του την εντολή μεταφοράς του φορτηγού, που του έδωσε ο πελάτης του πρώτος των εναγομένων, του οποίου και έδωσε τα στοιχεία.
Μετά από αυτό, ο Ι. Π. επικοινώνησε με τον πρώτο των εναγομένων, τον οποίο και ενημέρωσε, ότι το φορτηγό ανήκε στην κυριότητα της εταιρίας του και θέλησε να πληροφορηθεί, πως τελικά αυτό κατέληξε στην κατοχή του. Ο πρώτος των εναγομένων τον ενημέρωσε, ότι είχε αγοράσει το φορτηγό με έγγραφα, που είχε παραλάβει από τον Γ.
Μ., τα οποία, όμως, αρνήθηκε, να παραδώσει στον Ι. Π. και το δικηγόρο του, δηλώνοντάς τους, πως ό,τι θέλουν να το ζητήσουν με εξώδικη πρόσκληση. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πραγματική και μοναδική ιδιοκτήτρια του φορτηγού κατά το κρίσιμο χρόνο της 11-4-2006 ήταν η ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρία …, καθώς αυτή αναγράφεται ως ιδιοκτήτρια αυτού στο οικείο βιβλιάριο μεταβολών κυριότητας και κατοχής, το οποίο και αποτελεί, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, τη μοναδική απόδειξη της κτήσεως δικαιώματος κυριότητος επί του οχήματος.
Επομένως, μόνη η παράδοση στον πρώτο των εναγομένων από το Γ. Μ. του προαναφερόμενου από 4-10-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού δεν μπορεί να αναιρέσει το ανωτέρω περιεχόμενο του βιβλιαρίου μεταβολών του φορτηγού. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται και στη μείζονα σκέψη, ο πρώτος των εναγομένων, με την παραλαβή του φορτηγού από τον Γ.
Μ., δεν κατέστη κύριος αυτού, αφού ο φερόμενος ως μεταβιβάσας Α. Λ. δεν ήταν κύριος του οχήματος με βάση τις σχετικές εγγραφές του ειδικού βιβλιαρίου κατοχής, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό (πράγμα που δεν συμβαίνει, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα), ότι ο πρώτος των εναγομένων κατά το χρόνο της παράδοσης του φορτηγού δεν τελούσε σε κακή πίστη, αφού, όπως αναφέρθηκε, στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1036, 1038 και 1040 του ΑΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ίδιου ως άνω Ν.Δ. 1146/1972 "Κύριος ή κάτοχος αχρηστευομένου ή καταστρεφομένου ή διαλυομένου οχήματος δέον όπως, εντός δέκα ημερών, ειδοποιήσει την οικείαν Υπηρεσίαν Συγκοινωνιών περί της επισυμβάσης αχρηστεύσεως ή καταστροφής του οχήματος ή διαλύσεως αυτού εις υλικόν και παραδόση εις την αυτήν ως άνω υπηρεσίαν της άδειας κυκλοφορίας μετά των πινακίδων αναγνωρίσεως ως και το βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος διά την ακύρωσιν του βιβλιαρίου και την ενημέρωσιν του σχετικού μητρώου.
Από της τοιαύτης ακυρώσεως εις την οποία οφείλει να προβεί η οικεία Υπηρεσία Συγκοινωνιών, απαγορεύεται πάσα νέα καταχώρισης μεταβιβάσεως της κυριότητος ή της συστάσεως ετέρου εμπραγμάτου δικαιώματος εις το βιβλιάριον μεταβολών της κυριότητος και κατοχής του οχήματος. Τα εξαρτήματα του ούτως αχρηστευομένου αυτοκινήτου δύνανται να πωληθούν ως ανταλλακτικά".
Επικαλούμενος την ανωτέρω διάταξη, ο πρώτος των εναγομένων ισχυρίζεται, ότι το ανωτέρω φορτηγό δεν έφερε κρατικές πινακίδες κυκλοφορίας και ότι τούτο "ήταν δηλωτικό, ότι αυτές, λόγω αχρήστευσής του, αφού ήταν μοντέλο του 1974 και στο χώρο φύλαξης ήταν σταθμευμένο επί 8 και πλέον έτη..., έπρεπε να έχουν κατατεθεί υπό του κυρίου αυτού στο Υπουργείο Συγκοινωνιών μετά του βιβλιαρίου μεταβολών", ενόψει δε αυτού, όπως ισχυρίζεται, είχε την πεποίθηση καλόπιστα, ότι η μεταβίβαση του εν λόγω φορτηγού μπορούσε να γίνει με απλό τιμολόγιο πώλησης και χωρίς καταχώρηση στο βιβλιάριο μεταβολών.
Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ουδεμία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου συνέτρεχε, καθόσον το φορτηγό δεν ήταν αχρηστευμένο, ούτε και καταστραμμένο ή διαλυμένο, μόνη δε η έλλειψη πινακίδων κυκλοφορίας δεν οδηγούσε στο ανωτέρω συμπέρασμα, ενόψει της ιδιαίτερης εμπειρίας του πρώτου των εναγομένων, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 2963/2001, "α.
Τίτλος κυριότητας για άνευ αριθμού κυκλοφορίας φορτηγά και λεωφορεία αυτοκίνητα είναι το κατά περίπτωση οριζόμενο πιστοποιητικό", δηλαδή για τα εισαγόμενα εκ του εξωτερικού το υπό του τελωνείου εκδιδόμενο πιστοποιητικό, το οποίο βεβαίως διέθετε το συγκεκριμένο φορτηγό.
Συνεπώς, ο πρώτος των εναγομένων, παραλαμβάνοντας το φορτηγό με μεταβίβαση μη καταχωρηθείσα στο ειδικό βιβλιάριο μεταβολών γνώριζε, αφενός μεν ευθέως, ότι δεν αποκτούσε κυριότητα αυτού, αφετέρου δε, εφόσον δεν ζήτησε την ενημέρωσή του από το βιβλιάριο του οχήματος, ότι υπήρχε ενδεχόμενο το φορτηγό να μην ανήκε στον Α.
Λ., αλλά σε τρίτο πρόσωπο, του οποίου δεν υπήρχε σχετική συγκατάθεση, ωστόσο, παρ' όλα αυτά αποδέχθηκε την παράνομη αυτή μεταβίβαση και το ανωτέρω ενδεχόμενο και θέλησε να υπαγάγει το φορτηγό στην κατοχή του, προβαίνοντας στην κατάρτιση της αγοραπωλησίας, χωρίς ενημέρωση του ειδικού βιβλιαρίου μεταβολών.
Κατά συνέπεια, υπήρξε παράνομη και υπαίτια εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων αφαίρεση του ένδικου φορτηγού της ενάγουσας. Στη συνέχεια δε αυτός, καίτοι γνώριζε, ότι δεν έχει αποκτήσει κυριότητα του φορτηγού, προέβη παρ' όλα αυτά στη διάλυση και καταστροφή αυτού και τη μετατροπή του σε ανταλλακτικά, τα οποία μεταπώλησε σε τρίτους.
Αντιθέτως, ο δεύτερος των εναγομένων, ο οποίος με το γερανοφόρο όχημά του μετέφερε το φορτηγό στην επιχείρηση του πρώτου των εναγομένων, αποδείχθηκε, ότι εκτέλεσε καλόπιστα τις σχετικές εντολές και οδηγίες του πρώτου των εναγομένων, αγνοώντας παντελώς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του φορτηγού, καθώς και αν ο πρώτος των εναγομένων είχε προβεί σε νόμιμες ενέργειες για την απόκτησή του.
Επομένως, η συμπεριφορά αυτού δεν συνιστά αδικοπραξία και, ως εκ τούτου, δεν ευθύνεται σε αποζημίωση της ενάγουσας. Εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου των εναγομένων, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το χρηματικό ποσό, στο οποίο ανερχόταν η αξία του καταστραφέντος φορτηγού, με βάση βεβαίως την κατάσταση, στην οποία αυτό βρισκόταν κατά τον χρόνο της καταστροφής.
Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το φορτηγό είχε εισαχθεί στην Ελλάδα κατά το έτος 1987 και ότι από το έτος 1997 βρισκόταν στο οικόπεδο της επιχείρησης του Γ. Μ., χωρίς αυτό να κινείται ή να συντηρείται, η αξία αυτού, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανερχόταν στο ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο και οφείλει να καταβάλει ο πρώτος των εναγομένων στην ενάγουσα ως αποζημίωσή της για την σε βάρος του αδικοπραξία.
Περαιτέρω, από την πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου των εναγομένων, ήτοι την παράνομη αφαίρεση και ακολούθως, την καταστροφή του φορτηγού, η ιδιοκτήτρια αυτού ενάγουσα εταιρία, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, το βαθμό του πταίσματος του πρώτου των εναγομένων, την έκταση και το είδος της ζημίας, καθώς και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, ο πρώτος των εναγομένων οφείλει στην ενάγουσα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 1.500 ευρώ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μη αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης ποσό των 30 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα επιφυλάχθηκε να ζητήσει ως πολιτικώς ενάγουσα στο ποινικό δικαστήριο....".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 5-10-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς τον πρώτο εναγόμενο (αναιρεσείοντα), έκανε στην συνέχεια εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 11.500 ευρώ, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απαγγέλλοντας συγχρόνως εις βάρος του προσωπική κράτηση τριών (3) μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασής του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 330, 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 513, 1034, 1036, 1037, 1038 του ίδιου Κώδικα και 27 ΠΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 6 παρ.1, 2 και 3 και 7 παρ. 3 του ν.δ. 1146/1972 "περί του τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων οχημάτων", τις οποίες δεν παραβίασε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ιδία ως προς την περιέλευση στην κατοχή του ενάγοντος του άνω αυτοκινήτου με παράνομη πράξη, την υπαιτιότητά του στην παράνομη αυτή αφαίρεση, συνιστάμενη σε ενδεχόμενο δόλο και την διάλυσή και μετατροπή του σε ανταλλακτικά, γνωρίζοντας ότι δεν έχει καταστεί κύριος του εν λόγω αυτοκινήτου, πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την υπαγωγή τους στις τελευταίες.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, και την υπαγωγή των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης στις πιο πάνω νομικές διατάξεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, και συγκεκριμένα: 1) ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων, γνώριζε ευθέως, ότι, εφόσον επρόκειτο για τη μεταβίβαση της κυριότητος φορτηγού αυτοκινήτου, δεν θα μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού, εάν ο μεταβιβάζων Α.
Λ. δεν ήταν, πράγματι, κύριος του φορτηγού με βάση τις σχετικές εγγραφές του βιβλιαρίου κατοχής, ακόμη και αν μεταβιβαζόταν σ'αυτόν η νομή του φορτηγού, και μάλιστα, έστω και αν ο ίδιος τελούσε σε καλή πίστη, 2) ότι γνώριζε επίσης, πως χωρίς την ύπαρξη του ανωτέρω βιβλιαρίου, υπήρχε το ενδεχόμενο το φορτηγό να μην ανήκει στον ανωτέρω φερόμενο ως πωλητή Α.
Λ., αλλά σε τρίτο πρόσωπο, του οποίου δεν υπήρχε συγκατάθεση για την αφαίρεση και απομάκρυνση του οχήματος από το σημείο που ήταν σταθμευμένο, 3) ότι το άνω φορτηγό αυτοκίνητο δεν ήταν αχρηστευμένο, ούτε και καταστρεμμένο ή διαλυμένο, μόνη δε η έλλειψη πινακίδων κυκλοφορίας δεν οδηγούσε στο ανωτέρω συμπέρασμα, αφού ο τίτλος κυριότητας για τα άνευ αριθμού κυκλοφορίας φορτηγά αυτοκίνητα είναι για τα εισαγόμενα από το εξωτερικό το εκδιδόμενο από το τελωνείο πιστοποιητικό, που διέθετε το συγκεκριμένο φορτηγό, 4) ότι ο εναγόμενος, μολονότι γνώριζε τα ανωτέρω, λόγω της πολυετούς εμπειρίας του στις αγοραπωλησίες μεταχειρισμένων φορτηγών αυτοκινήτων, αποδέχθηκε το πιο πάνω ενδεχόμενο και θέλησε να υπαγάγει το φορτηγό στην κατοχή του, συμφωνώντας στην κατάρτιση της ανωτέρω αγοραπωλησίας, χωρίς να ζητήσει το ειδικό βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος, ώστε να διαπιστώσει, αν πράγματι ιδιοκτήτης αυτού ήταν ο Α.
Λ. ή, αντιθέτως, κάποιος άλλος, και χωρίς, επίσης, να υπάρξει σχετική ενημέρωση του ανωτέρω βιβλιαρίου, επί πλέον δε, ουδόλως ενδιαφέρθηκε να έρθει, έστω, σε επαφή με τον εμφανιζόμενο ως ιδιοκτήτη του φορτηγού, προκειμένου να λάβει πληροφορίες για τον τρόπο απόκτησης εκ μέρους του της κυριότητας αυτού, 5) ότι παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι το πιο πάνω φορτηγό δεν περιήρχετο μόνο με την κατάρτιση του ανωτέρω συμφωνητικού στην κυριότητά του, ενεργώντας δολίως (ενδεχόμενος δόλος), στις 11-4-2006 παρέλαβε αυτό με γερανοφόρο όχημα από το χώρο που ήταν σταθμευμένο στις εγκαταστάσεις του Γ.
Μ., καταβάλλοντας σ'αυτόν το ως άνω τίμημα, ακολούθως δε μετέφερε αυτό στις εγκαταστάσεις της επιχείρησής του και εν συνεχεία προέβη στη διάλυσή του μετατρέποντας αυτό σε ανταλλακτικά προς μεταπώληση στους ενδιαφερόμενους πελάτες του. Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την περιέλευση στην κατοχή του αναιρεσείοντος του παραπάνω φορτηγού αυτοκινήτου, κατά τρόπο που συνιστούσε παράνομη αφαίρεση αυτού με ενδεχόμενο δόλο, αρκούσαν δε προς τούτο οι προαναφερόμενες παραδοχές του.
Περαιτέρω, το Εφετείο, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του, στήριξε τις αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας (πρώτης αναιρεσίβλητης) στις προπαρατεθείσες περί αδικοπραξιών διατάξεις, χωρίς να δέχεται ότι η αφαίρεση και κατοχή με παράνομο τρόπο του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου συνιστούσε την αξιόποινη πράξη της κλοπής, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 372 παρ. 1 του Π.Κ., την οποία δεν εφάρμοσε και συνακόλουθα δεν παραβίασε με εσφαλμένη υπαγωγή των δεκτών γενόμενων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στη διάταξη αυτή.
Η αναφορά δε που γίνεται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, της άνω διάταξης του άρθρου 372 παρ. 1 του Π.Κ., δεν συνιστά παραβίαση της διατάξεως αυτής, ώστε να θεμελιώνεται πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Εφετείο στην ελάσσονα πρότασή του, δεν υπαγάγει στη διάταξη αυτή, αλλά μόνο στις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της.
Οι ελλείψεις δε και ατέλειες της μείζονος προτάσεως, με την αναγραφή και νομικών διατάξεων που δεν θεμελιώνουν την έννομη συνέπεια, δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, διότι ως αιτιολογίες κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος νοούνται μόνο οι πραγματικές παραδοχές, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος με βάση αυτές επάγεται την έννομη συνέπεια που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας.
Ομοίως, δεν παραβίασε το Εφετείο τις διατάξεις των άρθρων 976 εδ. α'και 984 παρ. 1 του ΑΚ, την μεν πρώτη με το να μην εφαρμόσει, την δε δεύτερη με το να εφαρμόσει, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του, καμιά από τις άνω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης, που ως αντικείμενο είχε την άνω αδικοπραξία του αναιρεσείοντος και επομένως, την μεν πρώτη, ορθώς δεν εφάρμοσε, ενώ η αναφορά της δεύτερης στη διατύπωση του σχετικού συλλογισμού του, γίνεται όχι για τον νομικό χαρακτηρισμό συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, που αποτελούν την ελάσσονα πρότασή του, προκειμένου να γίνει η υπαγωγή των γεγονότων αυτών στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλ' απλώς ως επιχείρημα ενισχυτικό του συλλογισμού της αποφάσεώς του, σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ` αυτή (Ολ.ΑΠ 294/1981).
Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο διάδικος (ΑΠ 302/1999, ΑΠ 952/2000). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος για τα νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 163/1994) ή αυτά που έχουν τον χαρακτήρα ή την έννοια των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1713/1997).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 1150/93). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη), ισχυριζόμενη με την ένδικη αγωγή της ότι είναι κυρία, νομέας και κάτοχος, του περιγραφομένου σ' αυτήν αυτοκινήτου, το οποίο είχε σταθμεύσει σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του Γ.
Μ. στις …, προκειμένου να επιδεικνύεται προς πώληση, και ότι οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) αφαίρεσαν παρανόμως αυτό από την κατοχή της, το οποίο διέλυσαν και μετέτρεψαν σε ανταλλακτικά, ζήτησε να της επιδικασθεί το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, το οποίο αποτελούσε την αξία του οχήματός της και κατά το οποίο ζημιώθηκε.
Το Εφετείο, ενόψει της αναφοράς που γίνεται στην αγωγή, ότι το φορτηγό αυτοκίνητο της ενάγουσας ήταν σταθμευμένο σε οικόπεδο του Γ. Μ., δέχθηκε ότι η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με τον Γ. Μ. ήταν αυτή του χρησιδανείου (άρθρο 810 ΑΚ) και όχι εκείνη της παρακαταθήκης (άρθρα 822 επ. ΑΚ), που ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος (αναιρεσείων) με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι κατέληξε στο παραπάνω πόρισμα, χωρίς να περιέχεται στην αγωγή αντίστοιχος ισχυρισμός. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ήταν κυριαρχικό δικαίωμα του δικαστηρίου της ουσίας να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο αναιρεσείων, χωρίς να είναι αναγκαίο ο ενάγων να δίδει ορισμένο νομικό χαρακτηρισμό στα περιγραφόμενα στην αγωγή του περιστατικά, ώστε αυτό να θεωρείται μη προταθείς ισχυρισμός, η παραπάνω εκτίμηση του δικατηρίου, αφορούσε νομικώς αδιάφορα περιστατικά που δεν ασκούσαν καμιά επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως και το ίδιο το Εφετείο δέχεται, αφού κατά τις παραδοχές του, η αφαίρεση από τον ενάγοντα του άνω φορτηγού αυτοκινήτου, δεν συνιστούσε την αξιόποινη πράξη της κλοπής, ούτε ή ένδικη αγωγή είχε τέτοιο έρεισμα, οπότε θα είχε νόημα ποιος ήταν κάτοχος του αυτοκινήτου, αλλά η αφαίρεση και περιέλευση της κατοχής αυτού στον αναιρεσείοντα και η εν συνεχεία διάλυση και μετατροπή του σε ανταλλακτικά, συνιστούσε αδικοπραξία κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, συντελεσθείσα με τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη.
Πέραν δε αυτού, ενόψει των ανωτέρω, ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού η άνω αιτιολογία του Εφετείου ήταν πλεοναστική και δεν είχε επίδραση κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ομοίως, απαράδεκτος και απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθων 173 και 200 του ΑΚ, με το να μην προσφύγει σ' αυτούς, μολονότι εμμέσως πλην σαφώς διαπίστωσε κενά και αμφίβολα σημεία κατά την έρευνα της σχέσης που συνέδεε την ενάγουσα με τον Γ.
Μ., ενόψει της στάθμευσης του αυτοκινήτου της πρώτης στο οικόπεδο του δεύτερου, αλλά δέχθηκε χωρίς προσφυγή στις άνω ερμηνευτικές διατάξεις, ότι η παραπάνω σχέση συνιστούσε σύμβαση χρησιδανείου και όχι σύμβαση παρακαταθήκης, όπως αυτός υποστήριξε, προς απόδειξη του ότι ο Γ. Μ. ήταν κάτοχος του επίδικου αυτοκινήτου.
Και τούτο διότι, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται αμέσως ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός, εκτός του ότι δεν ασκούσε καμιά επιρροή στην έκβαση της ένδικης υπόθεσης, ήταν και αλυσιτελής, αφού η προβαλλόμενη αιτίαση, δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης. Τέλος, για την ίδρυση του από τον αριθμό 11 περ.
γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (διά τεκμηρίων) απόδειξη, γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί της ιδιότητας του Γ. Μ. ως κατόχου του επίδικου αυτοκινήτου, δυνάμει συμβάσεως παρακαταθήκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη:1) την από 25-7-2006 και με ΑΒΜ Δ06/3325 μήνυση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του Γ.
Μ. και του ίδιου, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών και β) το υπ' αριθ. Δ06/3325/23-12-2009 κλητήριο θέσπισμα του ίδιου εισαγγελέα, σύμφωνα με τα οποία ο άνω Γ. Μ., λόγω της άνω ιδιότητας του, διώκεται για υπεξαίρεση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν τα παραπάνω έγγραφα, δεν ασκούσε καμιά ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήταν και αλυσιτελής, αφού η προβαλλόμενη αιτίαση, δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.
Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο, κατά την ως εκ περισσού εκτενή έρευνα της σχέσης της πρώτης αναιρεσίβλητης με το Γ.
Μ., σχετικά με τη στάθμευση του επίδικου αυτοκινήτου στο οικόπεδό του, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, παρά το γεγονός ότι δεν κάνει ειδική μνεία και των εγγράφων αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, "προσωπική κράτηση διατάσσεται εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος, και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις` μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξία".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο, λόγω της εκεί αναφερομένης αδικοπραξίας του αναιρεσείοντος, επεδίκασε εις βάρος του το ποσό των 11.500 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, διατάσσοντας παράλληλα εις βάρος του προσωπική κράτηση τριών (3) μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασής του.
Εκ τούτων καθίσταται σαφές, ότι η προσωπική κράτηση διατάχθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος για την άνω απαίτηση της ενάγουσας από αδικοπραξία, και όχι υπό την ιδιότητά του ως εμπόρου για εμπορική απαίτηση (αντικείμενο άλλωστε που δεν είχε η κρινομένη υπόθεση), και επομένως, ο όγδοος λόγος του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρ. 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2§1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ. Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο.
Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ'ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ'και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ` αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.
Η προβολή από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως (ΑΠ 1395/2005, ΑΠ 1462/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας, μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, επί της απορριφθείσης πρωτοδίκως από 3-7-2007 αγωγής του, με την οποία επιδιώκετο η επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του, συνισταμένης σε συκοφαντική δυσφήμηση, ενόψει των όσων περιέλαβε η πρώτη αναιρεσίβλητη, στην αναφερόμενη πιο πάνω από 5-10-2006 αγωγή της (οι δύο αγωγές και αντίστοιχες εφέσεις συνεκδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήρο αντίστοιχα), δέχθηκε, εν συνεχεία και των όσων έγιναν δεκτά και αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη των εναγομένων στην υπό κρίση δεύτερη, από 3-7-2007, αγωγή - και ενάγουσα στην πρώτη, από 5-10-2006, εξετασθείσα αγωγή - (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), της οποίας ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος των εναγομένων (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), ισχυρίσθηκε με την ανωτέρω αγωγή, ότι ο ενάγων στην παρούσα αγωγή Ι.
Π. (ήδη αναιρεσείων), ενεργώντας από κοινού με το Δ. Σ. (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), αφαίρεσαν παράνομα από την κυριότητα, νομή και κατοχή της το ανωτέρω φορτηγό αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο στο οικόπεδο του Γ. Μ., το οποίο στη συνέχεια κατέστρεψαν, αναφέροντας ειδικότερα, ότι "ζημιωθήκαμε από την προπεριγραφείσα ανωτέρω παράνομη και υπαίτια δόλια πράξη των εναγομένων...
το μετέτρεψαν σε ανταλλακτικά, πώλησαν αυτά και καρπώθηκαν το τίμημα από αυτές τις πωλήσεις και με αυτόν τον τρόπο αυξήθηκε παράνομα η περιουσία τους... οι εναγόμενοι ουσιαστικά έκλεψαν και εν συνεχεία μετέτρεψαν σε ανταλλακτικά το ανωτέρω αυτοκίνητό μας". Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της πρώτης των εναγομένων ετερόρρυθμης εταιρίας, οι οποίοι περιήλθαν σε γνώση τρίτων, όπως δικαστών, γραμματέων, δικαστικών επιμελητών κλπ, ήταν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού εμφάνιζαν αυτόν να έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη της κλοπής, συμπεριφορά, η οποία είναι επίμεμπτη και αποδοκιμάζεται από την κοινωνία ως έχουσα ιδιαίτερη απαξία.
Αποδείχθηκε, όμως, ότι η πρώτη των εναγομένων δεν προέβη στην άσκηση της πιο πάνω αγωγής με σκοπό να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αλλά ενήργησε, αποκλειστικώς, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της επιχείρησής της από την αφαίρεση και απώλεια του οχήματός της, του οποίου, κατά τα ανωτέρω είχε την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του.
Η άρνηση της ενάγουσας να δώσει στο δεύτερο των εναγομένων τα σχετικά έγγραφα, με βάση τα οποία είχε περιέλθει στην κατοχή του το ένδικο φορτηγό, ενίσχυσαν ευλόγως την πεποίθηση του ανωτέρω εκπροσώπου της πρώτης των εναγομένων, ότι ο ενάγων είχε τελέσει σε βάρος της το έγκλημα της κλοπής, γι' αυτό και ανέφερε τούτο στην αγωγή της.
Επομένως, η σχετική ένσταση (άρθρ. 367 παρ. 1 ΠΚ), την οποία οι εναγόμενοι, ως εφεσίβλητοι, παραδεκτά προβάλλουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αμυνόμενοι κατά της έφεσης του ενάγοντος, είναι ουσιαστικά βάσιμη. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων, είχε πράγματι, αφαιρέσει το φορτηγό παρανόμως, αφού, όπως αναφέρθηκε, λόγω της επαγγελματικής ενασχόλησής του επί σειρά ετών με το εμπόριο μεταχειρισμένων οχημάτων, γνώριζε ότι, εφόσον επρόκειτο για μεταβίβαση της κυριότητας φορτηγού αυτοκινήτου, δεν θα μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού, εάν ο μεταβιβάζων Α.
Λ. δεν ήταν, πράγματι, κύριος του φορτηγού, με βάση τις σχετικές εγγραφές του βιβλιαρίου, κατοχής, ακόμη και αν γινόταν παράδοση σ' αυτόν της νομής του φορτηγού ή αν ο ίδιος τελούσε σε καλή πίστη και, ότι υπήρχε ενδεχόμενο το φορτηγό να μην ανήκει στον ανωτέρω Α. Λ., αλλά σε τρίτο πρόσωπο, του οποίου δεν υπήρχε συγκατάθεση για την αφαίρεση του οχήματος.
Τα ανωτέρω στοιχεία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της κλοπής. Επομένως, το ανωτέρω γεγονός, το οποίο η πρώτη των εναγομένων διέλαβε στην από 5-10-2006 αγωγή της, είναι αληθές, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται σε βάρος των εναγόντων η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αλλά της απλής δυσφημήσεως.
Εξάλλου, ούτε και σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος αποδείχθηκε, ήτοι πρόθεση της πρώτης των εναγομένων κατευθυνομένη ειδικά στην προσβολή της τιμής αυτού, αφού η ενάγουσα περιορίστηκε στη χρησιμοποίηση των λέξεων "παράνομα αφαίρεσαν... παράνομη και υπαίτια δόλια πράξη των εναγομένων... αυξήθηκε παράνομα η περιουσία τους...
οι εναγόμενοι ουσιαστικά έκλεψαν και εν συνεχεία μετέτρεψαν σε ανταλλακτικά το ανωτέρω αυτοκίνητό μας", που ήταν υποκειμενικώς απολύτως αναγκαίες για την περιγραφή των αδικοπρακτικών γεγονότων, όπως κατά την εύλογη πεποίθησή τους είχαν αυτά λάβει χώρα (ήτοι αφαίρεση και καταστροφή του φορτηγού) και δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει άλλες εκφράσεις για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της και να προασπίσει το συμφέρον της από την απώλεια του περιουσιακού της στοιχείου.
Επομένως, η αντένσταση, που ο ενάγων προβάλλει, καθ' υποφορά στην αγωγή του, αλλά και με την έφεσή του, ότι δηλαδή η πρώτη των εναγομένων τέλεσε σε βάρος του την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ότι υπήρχε ειδικός σκοπός εξυβρισής του (άρθρο 376 παρ. 2 ΠΚ), είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, κατά παραδοχή της ένστασης από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ των εναγομένων, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της τελεσθείσας από την πρώτη εξ αυτών απλής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μείζοντα σκέψη, να μη συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, τις οποίες αντικατάστησε, απέρριψε την ένδικη αγωγή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 παρ. 1γ, 2β του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένστασης της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσίβλητης) από τη διάταξη του άρθρου 367 §1 του ΠΚ, αντίστοιχα δε την απόρριψη της αντένστασης του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 362, 363, 367 του Π.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Αρκούσαν δε ως προς το αληθές των όσων περιέλαβε στην αγωγή της η πρώτη εναγομένη, ώστε να μην στοιχειοθετείται η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι ο ενάγων, είχε πράγματι, αφαιρέσει το φορτηγό παρανόμως, αφού, λόγω της επαγγελματικής ενασχόλησής του επί σειρά ετών με το εμπόριο μεταχειρισμένων οχημάτων, γνώριζε ότι, εφόσον επρόκειτο για μεταβίβαση της κυριότητας φορτηγού αυτοκινήτου, δεν θα μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού, εάν ο μεταβιβάζων Α.
Λ. δεν ήταν, πράγματι, κύριος του φορτηγού, με βάση τις σχετικές εγγραφές του βιβλιαρίου κατοχής, ακόμη και αν γινόταν παράδοση σ' αυτόν της νομής του φορτηγού ή αν ο ίδιος τελούσε σε καλή πίστη και, ότι υπήρχε ενδεχόμενο το φορτηγό να μην ανήκει στον ανωτέρω Α. Λ., αλλά σε τρίτο πρόσωπο, του οποίου δεν υπήρχε συγκατάθεση για την αφαίρεση του οχήματος, περιστατικά, που ουσιαστικά συγκροτούσαν το αδίκημα της κλοπής.
Ομοίως, ήταν επαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός μεν για την παραδοχή της ενστάσεως της πρώτης εναγομένης από το άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ, αφετέρου δε για την απόρριψη της αντένστασης του ενάγοντος από την παρ. 2β του ίδιου άρθρου, οι οποίες αναφέρονται στις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι δε σαφείς οι αιτιολογίες της, ως προς το ότι, τα αναφερόμενα στην αγωγή της πρώτης εναγομένης περιστατικά, ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα επιβαλλόμενα και αναγκαία αντικειμενικώς μέσα προς διαφύλαξη (προστασία) του δικαιώματός της, προκειμένου να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της και να προασπίσει το συμφέρον της από την απώλεια του περιουσιακού της στοιχείου (φορτηγού αυτοκινήτου).
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο, πέμπτο (κατά το δεύτερο μέρος τους) και έκτο (κατά το τρίτο μέρος του) λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως (τέταρτος, πέμπτος και έκτος) κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 362, 363 και 367 του Π.Κ., καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθμ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής , ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξ άλλου δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήμάτα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους τέταρτο (κατά το τρίτο μέρος του) και έκτο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγους αναιρέσεως, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προβληθέντες ισχυρισμούς του, που ήσαν καταλυτικοί, της από το άρθρο 367 παρ. 1γ του ΠΚ ενστάσεως της πρώτης των εναγομένων, και συγκεκριμένα ότι:
α) οι πηγές της γνώσης του νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης των εναγομένων (δεύτερου αναιρεσίβλητου) περί της αλήθειας του ισχυρισμού αυτής περί κλοπής του άνω αυτοκινήτου από κανένα στοιχείο δεν προέκυπταν, ώστε ο άνω αναληθής ισχυρισμός να μην συνιστά απλή δυσφήμηση αλλά συκοφαντική και να μην συντρέχει κατόπιν αυτού εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1γ του ΠΚ, και β) ενόψει της σύμβασης παρακαταθήκης που υπήρχε μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του Γ.
Μ., προς φύλαξη του άνω φορτηγού αυτοκινήτου, δεν απευθύνθηκε αυτή πριν από την άσκηση της από 5-10-2006 αγωγή της, στην οποία περιέχονται οι εις βάρος του περί κλοπής ισχυρισμοί, στον άνω θεματοφύλακα, προκειμένου να πληροφορηθεί περί της τύχης του εν λόγω αυτοκινήτου, ακολούθως δε να ασκήσει κατ' αυτού, αγωγή με βάση τις περί παρακαταθήκης διατάξεις και σε περίπτωση αρνήσεώς του να του αποδώσει το αυτοκίνητο, αγωγή κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, και σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε στραφεί και κατ' αυτού ως τρίτου, να ασκήσει εις βάρος του διεκδικητική αγωγή (άρθρ. 1094 ΑΚ), και σε περίπτωση, αδυναμίας απόδοσης απ' αυτόν του εν λόγω αυτοκινήτου, αγωγή αποζημιώσεως (άρθρ. 1097 ΑΚ), άλλως, αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 ΑΚ), σε τρόπον ώστε, εφόσον δεν προέβη στις παραπάνω ενέργειες, οι περιεχόμενοι στην άνω αγωγή της ισχυρισμοί να μην μπορούν να θεμελιώσουν δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς προστασία των επιδιωκομένων με την αγωγή αυτή δικαιωμάτων της.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί, που επανέφερε ο αναιρεσείων και στο Εφετείο με σχετικό λόγο εφέσεως, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση, της από τό άρθρο 367 παρ. 1γ του ΠΚ ενστάσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της ένστασης αυτής πραγματικών γεγονότων, καθώς και επιχειρήματα σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να μην ιδρύεται, κατά τα προεκτεθέντα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3670/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ