Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify violated substantive law or omitted defense content.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court violated substantive law and ignored supplementary defenses, but the court found these grounds inadmissible due to vagueness. The court ruled that the appeal must explicitly state the specific legal error and the exact content of any omitted defense to be valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact substantive law violated and the precise content of any defense omitted by the lower court, as vague grounds fail to identify the legal error or the omitted argument.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 994 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 994/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ..." (και το διακριτικό τίτλο "...." ως "καθολικής διαδόχου", κατόπιν συγχωνεύσεως, της πρώην "Δημοτικής Επιχείρησης ..." του ... (και πρώην ...) Χαλκιδικής που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Χουλιάρα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29650/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2243/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 390/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στην κύρια βάση της ένδικης αγωγής και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Κατόπιν αυτής το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1746/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/11/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 23/2/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, η επίβλεψη-παραλαβή κλπ σιδηροδρομικών, υδραυλικών και κτιριακών έργων, καθώς και γενικά η εκτέλεση τοπογραφικών, κτηματογραφικών και χαρτογραφικών εργασιών, φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που ανέλαβε (άρθρο 681 ΑΚ) και δικαιούται, παραδίδοντας τούτο, να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμο ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το πδ 696/1974, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει (ΑΠ 1146/2012, ΑΠ 579/2009, ΑΠ 1699/2007).
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. Ια , 3 παρ. 1, 4, 6, 80 παρ. 1, 229 παρ. 2 και 230 παρ. 2 του π.δ 696/1974, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το πδ 515/1989, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του ν.δ της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίων πόλεως κ.λ.π.", προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών για την εκπόνηση των αναφερομένων στο διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων καθορίζεται και σε ποσοστά επί της εκατό του προϋπολογισμού των μελετωμένων έργων με βάση προβλεπόμενο τύπο.
Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για το υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, από την αναλυτική προσμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά το χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού αφορά τα κονδύλια, δηλαδή τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό που συντάσσει ο μηχανικός ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του, και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία.
Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η εκδοχή, ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως του μηχανικού σχετικά με την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ’ αυτόν μελέτης, πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος, κατά τα ανωτέρω, ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός ως προς το ύψος των επιμέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του,’ θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξιώσεως του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού.
Δηλαδή για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ’ αυτόν μελέτης με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν στο χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή προϋπολογισμό της αμοιβής.
Εξάλλου, ο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμός της αμοιβής του μελετητή μηχανικού ισχύει και για τα ενδιάμεσα στάδια μελέτης, δηλαδή και για την αρχιτεκτονική προμελέτη και οριστική αρχιτεκτονική μελέτη. Επιχείρημα υπέρ της αντίθετης εκδοχής δεν μπορεί να εξαχθεί από τη διατύπωση της παραγράφου 4 του άρθρου 3, κατά την οποία, "για ενδιάμεσα στάδια μελέτης ο προϋπολογισμός υπολογίζεται με την ακρίβεια που απαιτείται από τις αντίστοιχες προδιαγραφές", αφού στο επόμενο εδάφιο της ιδίας παραγράφου αναφέρεται ότι "για τον υπολογισμό της αμοιβής (προδήλως των ενδιάμεσων αυτών σταδίων), ο προϋπολογισμός (δηλ.
αυτός που υπολογίζεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 3), λαμβάνεται με τις ποσότητες του προωθημένου σταδίου της μελέτης που έχει ανατεθεί". Παραπομπή, για τον υπολογισμό της αμοιβής του μηχανικού, όσον αφορά τις μελέτες ενδιαμέσων σταδίων, στον προσεγγιστικό προϋπολογισμό, ο οποίος αποτελεί απλώς στοιχείο της αρχιτεκτονικής προμελέτης και αποβλέπει στη γενική ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με τη δαπάνη του έργου, δε γίνεται με τις ανωτέρω διατάξεις (ΑΠ 790/2008, ΑΠ 1146/2012).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4, 216 παρ. 1 και 680 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής που εισάγεται κατά τη διαδικασία των διαφορών για αμοιβή για παροχή εργασίας (άρθρ. 678-681 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχει, εκτός από άλλα, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, η οποία συντελείται με την έκθεση εκείνων των πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος που με αυτή ασκείται.
Ειδικότερα στην αγωγή επιδίκασης αμοιβής για τοπογραφικές εργασίες αυτός που ανέλαβε την εκτέλεση της σχετικής εργασίας διπλωματούχος ανωτάτης σχολής μηχανικός ή το υποκατάστατο αυτού TEE οφείλει να επικαλεστεί την κατάρτιση της σύμβασης, την εκτέλεση της εργασίας και όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τον καθορισμό της αμοιβής του, τα οποία, κατά τα άρθρα 1 παρ. 2α’ και 2-24 του πδ 696/1974, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρ. 1-15 του πδ 515/1989, είναι το είδος των εργασιών κατά κατηγορία, οι εργασίες που εκτελέσθηκαν και η συμφωνηθείσα αμοιβή ή εφόσον δεν συμφωνήθηκε, η αμοιβή του κατά το ως άνω πδ.
Δεν απαιτείται, όμως, η επίκληση της έγκρισης των επί μέρους κονδυλίων του έργου, εφ’ όσον αυτά, ως υποδιαιρέσεις του έργου ή ζητήματα της μελέτης, δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που είχαν ανατεθεί με τη σύμβαση. Η εκδοχή ότι, για τη θεμελίωση της αξίωσης του μηχανικού επί της αμοιβής του από την εκπόνηση της ανατεθείσας μελέτης, πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο αναλυτικός προϋπολογισμός ως προς άπαντα τα επί μέρους κονδύλια ή το συνολικό ύψος του κόστους αυτών, θα οδηγούσε σε ματαίωση της άσκησης της αξιώσεως επί της αμοιβής του μηχανικού, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν έχει εγκρίνει τον εν λόγω προϋπολογισμό (ΑΠ 1146/2012, ΑΠ 2317/2009, ΑΠ 1699/2007, ΑΠ 568/1999).
Τέλος ο, από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της ένδικης από 30-11-2006 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα, που είναι αρχιτέκτονας μηχανικός, ισχυρίζεται ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης Κοινοτική Επιχείρηση ... ... της ανέθεσε προφορικά, μετά την ίδρυσή της, ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, στις 6-3-1998, δια του νομίμου εκπροσώπου της, προέδρου της Κοινότητας ...
Χ. Κ., την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής προμελέτης για την κατασκευή του κεντρικού κτιρίου του ... και τη διαμόρφωση του εξωτερικού περιβάλλοντος χώρου στα ... ... Χαλκιδικής, χωρίς να συμφωνηθεί η αμοιβή της. Ότι, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, συνέταξε την εν λόγω προμελέτη, την οποία παρουσίασε δημόσια στις 2-8-1998 και ότι η εναγομένη, αν και έκανε πολλαπλή χρήση της προμελέτης αυτής, προκειμένου να εκδοθεί η απαιτούμενη από τις σχετικές διατάξεις για την κατασκευή του ανωτέρω έργου κοινή απόφαση ΥΠΕΧΩΔΕ και EOT για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων και να ενταχθεί το έργο σε πρόγραμμα επιδότησης γεγονός που αποδεικνύει την αποδοχή της προς αυτή ( ενάγουσα) αρχικής εντολής κατά τον προεκτεθέντα τρόπο από την εναγομένη, μετά τη λήψη της ως άνω άδειας-έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, διέκοψε κάθε συνεργασία μαζί της και ανέθεσε την οριστική μελέτη και κατασκευή του έργου σε άλλο μελετητή, ο οποίος προσδιόρισε τον προϋπολογισμό του έργου στο ποσό των 2.389.044.195 δραχμών ή 7.023.975 ευρώ, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή της για την ως άνω προμελέτη, υπολογιζόμενη κατά τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974, με αναλυτικούς μαθηματικούς τύπους και με βάση τον παραπάνω προϋπολογισμό κατασκευής του έργου.
Ότι, σύμφωνα με τους μαθηματικούς αυτούς τύπους, οι οποίοι παρατίθενται στην αγωγή και τον ανωτέρω προϋπολογισμό του έργου, η νόμιμη αμοιβή της ανέρχεται στο ποσό των 142.227 ευρώ, το οποίο η εναγομένη, μολονότι οχλήθηκε επανειλημμένα, αρνείται να της καταβάλει. Κατόπιν τούτων, ζητούσε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, για την προαναφερόμενη αιτία και με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση, στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας), σύμφωνα με το πδ 48/1994, το παραπάνω ποσό των 142.227 ευρώ και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα ,ως προς την κύρια βάση της, είναι πλήρως ορισμένη, διότι διαλαμβάνονται, όλα τα ανωτέρω ιδία η ανάθεση στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα από την εργοδότρια εταιρία ... (εκπροσωπουμένη από τον πρόεδρο της), δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας της εκπόνησης αρχιτεκτονικής προμελέτης για την κατασκευή του κεντρικού κτιρίου του ...
και τη διαμόρφωση του εξωτερικού περιβάλλοντος, χώρου στα ... ... Χαλκιδικής, χωρίς να συμφωνηθεί η αμοιβή της, η εκτέλεση και παράδοση της προμελέτης και η οφειλομένη αμοιβή της ,σύμφωνα με τα κατώτατα όρια που προβλέπει το πδ, χωρίς να χρειάζεται να προσδιορίζονται σ’ αυτήν λεπτομερώς το είδος της προμελέτης, οι αμοιβές της ενάγουσας και τα έξοδά της για κάθε εργασία καθώς και η συμφωνηθείσα προθεσμία παράδοσης του έργου.
Επομένως, το Εφετείο, που δίκασε, μετ’ αναίρεση, κατ’ έφεση, και έκρινε ως ορισμένη την αγωγή της ενάγουσας μηχανικού για καταβολή αμοιβής της, που έχει ως βάση τη σύμβαση έργου , εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Συνεπώς ο σχετικός τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται σ1 αυτήν λεπτομερώς το είδος της προμελέτης και δεν παρατίθενται με σαφήνεια οι αμοιβές της και τα έξοδα για κάθε εργασία καθώς και η συμφωνηθείσα προθεσμία παράδοσης του έργου, είναι αβάσιμος.
2.- Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 277 §§ 1 και 3, 279 και 283 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (πδ 410/1995), οι δήμοι μπορούν να συστήνουν δημοτικές επιχειρήσεις, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου τους, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και με πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η τελευταία αυτή πράξη αποτελεί το καταστατικό της επιχείρησης και μπορεί να τροποποιηθεί με την ίδια διαδικασία. Αντιθέτως, η διοίκηση και η διαχείριση των υποθέσεων της δημοτικής επιχείρησης, η οποία έχει δική της νομική προσωπικότητα έναντι του Δήμου και απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, ασκείται από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο έχει αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, και για τη σύνταξη των αναγκαίων κανονισμών λειτουργίας της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο δεσμεύεται από δικαιοπραξία που συνάπτει είτε το όργανο που το διοικεί, μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού, είτε το φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Εξάλλου, από το άρθρ. 238 ΑΚ με το οποίο ορίζεται ότι η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται ρητώς το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας, προκύπτει ότι η έγκριση, ως κατ’ αρχή άτυπη δικαιοπραξία, μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή. Επί σιωπηρής όμως εγκρίσεως πρέπει τα περιστατικά που επικαλείται εκείνος που προβάλλει την έγκριση να μην αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι η από αυτά συναγόμενη βούληση του άλλου επέχει την έγκριση της δικαιοπραξίας ( ΑΠ 790/2011 ).
Ακόμη , σύμφωνα με το άρθρο 211 ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της προς αντιπροσώπευση εξουσίας ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και όταν η δήλωση της βούλησης απευθύνεται προς τον αντιπρόσωπο. Κατά δε το άρθρο 212 ΑΚ, αν δεν μπορεί να διαγνωστεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα ( ΑΠ 1146/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την .
επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα;
που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992,ΑΠ 89/2013). Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα, που .ενδιαφέρουν εδώ : "Στην περιοχή ... της Πρώην Κοινότητας ... του Νομού Χαλκιδικής, υπήρχε από πολλών ετών ιαματική πηγή, την οποία εκμεταλλευόταν η ως άνω Κοινότητα, διατηρώντας εκεί και σχετικές εγκαταστάσεις για τη διευκόλυνση των λουσμένων (αίθουσες αναμονής, πισίνες ανδρών και γυναικών κλπ) .
Την πηγή αυτή, γνωστή ως "... ...", η εν λόγω Κοινότητα αποφάσισε να μετατρέψει σε σύγχρονο υδροθεραπευτήριο, που θα αποτελούσε τουριστικό πόλο έλξης, συμβάλλοντας έτσι στην οικονομική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής. Έκρινε δε ότι το σκοπό αυτό θα επιτύγχανε μέσω κοινοτικής επιχείρησης, η οποία θα λειτουργούσε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και θα ανέπτυσσε τη δραστηριότητά του κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Για το σκοπό αυτό, το κοινοτικό συμβούλιο της εν λόγω Κοινότητας αποφάσισε, να προβεί στη σύσταση και λειτουργία αμιγούς κοινοτικής επιχείρησης, με την υπ’ αριθμ. …/1998 απόφασή του, η οποία εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. .../12-2-1998 απόφαση του γενικού γραμματέα της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2...3- 1998, στην οποία απόφαση περιέχονται όλα τα στοιχεία, που αφορούν τη σύστασή της (επωνυμία, σκοπός, διάρκεια, έδρα, διοίκηση, κεφάλαιο, πόροι κλπ) .
Η επιχείρηση αυτή, που συστάθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 277 έως 284 του ΔΚΚ (πδ 410/1995), έλαβε την επωνυμία "Κοινοτική Επιχείρηση ... ... ..." (... ...). Η συγκρότηση, η λειτουργία και οι αρμοδιότητες των οργάνων της διοίκησης της επιχείρησης αυτής ορίσθηκε να διέπονται από τις σχετικές με τις κοινοτικές και δημοτικές επιχειρήσεις διατάξεις του πδ 410/1995.
Κατά δε το άρθρο 278 του εν λόγω πδ 410/1995, η κοινοτική αυτή επιχείρηση διοικείτο από διοικητικό συμβούλιο. Στις 6-6-1998, συγκροτήθηκε σε σώμα το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, όταν το κοινοτικό συμβούλιο της Κοινότητας, με την υπ’ αριθμ. 23/1998 απόφασή του, εξέλεξε, ύστερα από μυστική ψηφοφορία, το επταμελές διοικητικό συμβούλιο της ..., με πρόεδρο τον πρόεδρο της Κοινότητας ...
Χ. Κ. Για την πραγματοποίηση του έργου, απαιτείτο καταρχήν η εκπόνηση αρχιτεκτονικής προμελέτης για την κατασκευή του κτιριακού συγκροτήματος του ... και τη διαμόρφωση του εξωτερικού περιβάλλοντος χώρου, ώστε με βάση αυτήν να εκδοθεί, στη συνέχεια, η σχετική απόφαση- έγκριση περιβαλλοντικών όρων των αρμοδίων ΥΠΕΧΩΔΕ και EOT.
Αυτή την προμελέτη του έργου, ανέθεσε προφορικά στην ενάγουσα ο ανωτέρω πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ... Χ. Κ., ενεργώντας όχι αυτοβούλως και ατομικά, αλλά ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της κοινοτικής επιχείρησης. Η αρχιτεκτονική αυτή προμελέτη, για την εκτέλεση της οποίας δεν συμφωνήθηκε το ύψος, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας, πραγματοποιήθηκε προσωπικά από την ίδια και εκτελέσθηκε σχεδιαστικά από ομάδα συνεργατών της, υπό την επίβλεψη της ενάγουσας και σύμφωνα με τις εντολές και τις υποδείξεις της, αναλώνοντας η τελευταία σημαντικό χρόνο και κόπο και επωμιζόμενη μόνη αυτή εξ ολοκλήρου το κόστος για τη σχετική εργασία (αμοιβές συνεργατών, κατασκευή μακετών κλπ) .
Μετά δε την ολοκλήρωσή της, αποφασίσθηκε να παρουσιασθεί δημόσια σε εκπροσώπους της κυβέρνησης, στις τοπικές δημοτικές και κοινοτικές αρχές και στο ευρύ κοινό, στην περιοχή των .... Πράγματι, στις 2-8-1998, έγινε επιτυχώς από την ενάγουσα προσωπικά η εν λόγω παρουσίαση της προμελέτης στην πλατεία των ... ..., στην οποία ήταν παρόντες ο τότε υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Χ.
Π., ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας Χ. Σ., ο νομάρχης Χαλκιδικής Β. Β., το σύνολο σχεδόν των δημάρχων και κοινοταρχών της περιοχής, μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ... και πλήθος κατοίκων της περιοχής, ενώ η όλη εκδήλωση καλύφθηκε ειδησεογραφικά από τα τοπικά μέσα ενημέρωσης και μάλιστα η ενάγουσα έτυχε επαινετικών σχολίων για την ποιοτική και ολοκληρωμένη προμελέτη που εκπόνησε.
Κατόπιν, δόθηκε προφορικά εντολή στην ενάγουσα από τον πρόεδρο της ... Χ. Κ., να προχωρήσει στη σύνταξη των σχετικών φακέλων, ώστε όλα τα στοιχεία να συμπεριληφθούν στον ευρύτερο φάκελο του έργου, προκειμένου να εκδοθεί η έγκριση περιβαλλοντικών όρων και να ενταχθεί το έργο σε πρόγραμμα επιδότησης. Στη συνέχεια, με το ν.2539/1997 συστάθηκαν νέοι πρωτοβάθμιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και συγκροτήθηκαν ανά νομό νέοι δήμοι, ένας από τους οποίους ήταν και ο ...
Νομού Χαλκιδικής, στον οποίο εντάχθηκε ως Δημοτικό Διαμέρισμα και η προαναφερόμενη Κοινότητα .... Κατά τις δημοτικές εκλογές της 11 Οκτωβρίου 1998, στον εν λόγω Δήμο εξελέγησαν οι δημοτικές αρχές, που ορκίσθηκαν και ανέλαβαν τα καθήκοντά τους από την 1-1-1999. Η Κοινότητα ..., που καταργήθηκε με το άρθρο 1 του ν.2539/1997, λειτούργησε ως κοινότητα έως το τέλος του 1998, ενώ ο νέος ..., στον οποίο αυτή εντάχθηκε, άρχισε να λειτουργεί από την εγκατάσταση στις 1-1-1999 των δημοτικών αρχών, που εξελέγησαν κατά τις παραπάνω δημοτικές και κοινοτικές εκλογές.
Ο ανωτέρω Δήμος, από την 1-1-1999 (ήτοι, από την έναρξη της λειτουργίας του), υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος, αυτοδικαίως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Κοινότητας ..., καθώς και στο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου της Κοινοτικής Επιχείρησης ... ... ... (... ...), που είχε συσταθεί από την εν λόγω Κοινότητα, πριν από τη συνένωσή της στο ....
Μετά ταύτα, η "Κοινοτική Επιχείρηση ... ... ..." (... ...) μετονομάσθηκε σε "Δημοτική Επιχείρηση ... ..." (...) και τη διοίκηση της εταιρίας αυτής ανέλαβε έκτοτε (από 1-1- 1999) νέο επταμελές διοικητικό συμβούλιο, πρόεδρος του οποίου ορίσθηκε ο Ι. Ρ., ήτοι ο δήμαρχος του ... και μέχρι τότε πρόεδρος της Κοινότητας ..., ο οποίος ήταν παρών στην παρουσίαση της προμελέτης και γνώστης του όλου έργου και με τον οποίο η ενάγουσα είχε στενή και αρμονική συνεργασία για την αποπεράτωση της προμελέτης και τη σύνταξη των σχετικών φακέλων.
Την 11-5-1999, η ενάγουσα μετέβη στην Αθήνα με τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της ... Ι. Ρ., του παρέδωσε πλήρη την αρχιτεκτονική μελέτη του έργου και εκείνος, με αίτηση υπογεγραμμένη απ’ αυτόν, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της εναγομένης, υπέβαλε τους φακέλους τόσο στον EOT όσο και στο ΥΠΕΧΩΔΕ με αριθμό πρωτ. .../11- 5-1999.
Με την αίτηση, κατατέθηκαν και όλα τα σχετικά απαιτούμενα δικαιολογητικά (αρχιτεκτονική προμελέτη του κεντρικού κτιρίου, με πλήρη αναλυτικά σχέδια όλων των χώρων, σχέδιο διαμόρφωσης όλου του περιβάλλοντος χώρου, τεύχος φωτογραφιών, τεχνική έκθεση με λεπτομερή ανάλυση και λοιπά έγγραφα που συνόδευαν την προμελέτη) .
Μετά ταύτα, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν πρωτ. .../28-6-1999 κοινή απόφαση ΥΠΕΧΩΔΕ και EOT, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή (επέκταση) και λειτουργία ... στα ... ... (πρώην Κοινότητας ...) ... Κασσάνδρας του Νομού Χαλκιδικής. Για την έκδοση της απόφασης αυτής, που ήταν αναγκαία πριν αρχίσει η υλοποίηση της κατασκευής του ..., λήφθηκε υπόψη, όπως προεκτέθηκε, και η εκπονηθείσα από την ενάγουσα ανωτέρω αρχιτεκτονική προμελέτη, την οποία παρέλαβε προσωπικά απ’ αυτήν ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης Ι.
Ρ. και την υπέβαλε, ακολούθως, με την προαναφερόμενη αίτησή του στο ΥΠΕΧΩΔΕ και στον EOT. Περαιτέρω, μετά τη λήψη της παραπάνω απόφασης και την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων, η εναγομένη διέκοψε αδικαιολόγητα κάθε συνεργασία με την ενάγουσα, χωρίς καμία ειδοποίηση και ανέθεσε την οριστική μελέτη και κατασκευή του έργου σε άλλο μελετητή και δη στην Τεχνική εταιρία "...", η οποία, με βάση την οριστική μελέτη που συνέταξε και τον προσδιορισμό του είδους και του κόστους των υλικών, σύμφωνα με την απαίτηση του ιδιοκτήτη του έργου ως προς την πολυτέλεια και την ποιότητα κατασκευής του, καθόρισε το προϋπολογισμό του έργου στο ποσό των 2.389.044.195 δραχμών ή 7.023.975 ευρώ.
Ακολούθως, η ίδια εταιρία, με βάση την οριστική μελέτη, που συνέταξε, κατόπιν, όμως, της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων, η οποία χορηγήθηκε βάσει της προμελέτης της ενάγουσας, προέβη στην κατασκευή του έργου. Όμως, η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τη νόμιμη αμοιβή της για την ως άνω προμελέτη, υπολογιζόμενη, ελλείψει ειδικής συμφωνίας, κατά τις διατάξεις του πδ 696/1974, με μαθηματικούς τύπους και με βάση τον προϋπολογισμό κατασκευής του έργου.
Έτσι, η αμοιβή για το σύνολο της μελέτης του συγκεκριμένου έργου (αρχιτεκτονική προμελέτη-οριστική μελέτη-μελέτη εφαρμογής) ανέρχεται στο ποσό των 290.260 ευρώ και η αμοιβή της προμελέτης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 του πδ 696/1974, ανέρχεται σε ποσοστό 35% επί της ως άνω συνολικής αμοιβής, δηλαδή σε 101.591 ευρώ, προσαυξανόμενη, κατά το άρθρο 87 παρ. 1 του πδ 696/1974, λόγω αλλαγής μελετητή για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης, κατά 40% και ανερχόμενη έτσι στο ποσό των 142.227 ευρώ.
Όλα τα παραπάνω, που σχετίζονται με τον καθορισμό της αμοιβής της ενάγουσας, δεν αντικρούονται από την εναγομένη, αλλά και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν μέχρι τούδε απ’ αυτήν. Η τελευταία, αμυνόμενη κατά της αγωγής και διώκοντας την απόρριψή της, αμφισβητεί τη σύναψη σύμβασης αφού, όπως διατείνεται, ουδέποτε λήφθηκε σχετική απόφαση (ήτοι, για την εκπόνηση της προμελέτης) από το κοινοτικό συμβούλιο της Κοινότητας ...
ή από το διοικητικό συμβούλιο της ... και, κατά συνέπεια, ο πρόεδρος της Κοινότητας- ... και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ... Χ. Κ., αναθέτοντας, με προφορική εντολή, στην ενάγουσα την εκπόνηση της μελέτης, ενήργησε ατομικά και αυτοβούλως και χωρίς προηγουμένως να ληφθεί απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ..., όπως έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 279 του πδ 410/1995.
Για τον ίδιο λόγο ισχυρίζεται η εναγομένη ότι ο Ι. Ρ. ενήργησε ατομικά και αυτοβούλως και όχι ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ..., όταν παρέλαβε την προαναφερόμενη αρχιτεκτονική προμελέτη από την ενάγουσα και την υπέβαλε στο ΥΠΕΧΩΔΕ και στον EOT με την υπ’ αριθμ. .../11 -5-1999 αίτησή του. Από την αποδεικτική, όμως, διαδικασία, προέκυψε ότι ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ...
Χ. Κ., εκπροσωπούσε την εν λόγω κοινοτική επιχείρηση και ενήργησε για λογαριασμό της, όταν ανέθεσε με προφορική εντολή στην ενάγουσα την εκπόνηση της επίδικης αρχιτεκτονικής προμελέτης, συνάπτοντας με αυτή σύμβαση μίσθωσης έργου. Στα πλαίσια δε της εν λόγω σύμβασης, η ενάγουσα εκτέλεσε το έργο, που συμφωνήθηκε να εκτελεσθεί και παρέδωσε, στη συνέχεια, προσωπικά στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης ... (διάδοχο της ...) Ι.
Ρ. την προμελέτη, που συνέταξε, την οποία αυτός, ακολούθως, μαζί με τα έγγραφα (φακέλους) που τη συνόδευαν και στη σύνταξη των οποίων, ομοίως, προέβη η ενάγουσα, κατέθεσε στους αρμόδιους φορείς με αίτησή του, την οποία υπέβαλε στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης, για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων.
Τα περιστατικά, όμως, αυτά αναμφίβολα συνιστούν σιωπηρή έγκριση από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης και, στη συνέχεια, από την ίδια την εναγομένη της ανάθεσης στην ενάγουσα της εκπόνησης της επίμαχης προμελέτης, της οποίας, στη συνέχεια, έκανε χρήση η εναγομένη, υποβάλλοντας δια του νομίμου εκπροσώπου της στις αρμόδιες αρχές αίτηση για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων, χωρίς ουδέποτε η τελευταία και πριν απ’ αυτήν η ...
να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση ή να αμφισβητήσει τη νομιμοποίηση της ενάγουσας, ως εντεταλμένης για την εκπόνηση της εν λόγω αρχιτεκτονικής προμελέτης, την οποία μάλιστα, όπως προελέχθη, αποδέχθηκε η εναγομένη και χρησιμοποίησε για τον επιδιωκόμενο σκοπό της".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 238, 361, 681 ΑΚ, 1 §§1, 2δ και 3, 80 § 1, 81, 83 §§ 1, 2 και 3, 87 § 1, 227 § 1 και 228 §§ 1 και 2 του πδ 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών δια τη σύνταξη μελετών κ.λπ.". Ειδικότερα, ορθά δέχθηκε κατάρτιση της συμβάσεως αναθέσεως της αρχιτεκτονικής προμελέτης για την κατασκευή ... με την αναιρεσίβλητη μηχανικό, χωρίς αυτό να επηρεάζεται από το γεγονός ότι για τη σύμβαση δεν είχε τηρηθεί τύπος, αφού τέτοια διατύπωση δεν απαιτείται ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ ούτε από εκείνες του πδ. 696/1974. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3.- Περαιτέρω από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της εφαρμογής των ως άνω άρθρων 238, 361, 681 ΑΚ, 1 §§1, 2δ και 3, 80 § 1, 81, 83 §§ 1, 2 και 3, 87 § 1, 227 § 1 και 228 §§ 1 και 2 του πδ 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών δια τη σύνταξη μελετών κ.λπ.", γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων άρθρων, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Επομένως, οι τρίτος, πέμπτος κατά ένα μέρος και έκτος κατά ένα μέρος, λόγοι, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση και η αναιρετική πλημμέλεια , είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος με το οποίο πλήττουν, εμμέσως, την περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτοι κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, 4.- Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγοντας από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 1877/2014, ΑΠ 200/2013).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "...η δικαιοπάροχος της εναγομένης και στη συνέχεια η ίδια η εναγομένη ενέκριναν σιωπηρά την ανάθεση στην ενάγουσα της εκπόνησης της επίμαχης προμελέτης" και βάσει αυτού, στη συνέχεια την ένδικη αγωγή, παραβίασε τη διάταξη του ως άνω άρθρου, αφού έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη περί σιωπηρής έγκρισης του έργου από τις δικαιοπάροχες της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τα ως άνω αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής περιστατικά, προκύπτει ότι γίνεται αναφορά σ’ αυτό για έγκριση του έργου από την εναγομένη.
Επίσης με τον πέμπτο, κατά ένα μέρος, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας " περί της σαφούς και διαρκούς βουλήσεώς της και συγκεκριμένα των δικαιοπαρόχων της ... και ... για τη μη έγκριση, σε μεταγενέστερο χρόνο, ρητά ή σιωπηρά της ανάθεσης της επίδικης προμελέτης στην αναιρεσίβλητη, την μη παραλαβή και μη χρησιμοποίηση αυτής στην κατασκευή του έργου". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού με βάση τις αναφερόμενες παραπάνω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης για έγκριση του έργου.
6.-Σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ’ αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πέμπτο, κατά ένα μέρος και έκτο, κατά ένα μέρος, λόγους αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση , ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της έφεσης, και ειδικότερα, α) την υπ’ αριθμ. ...6-1999 απόφαση του ΔΣ της ..., με την οποία ανατέθηκε στην εταιρία "...
ΑΕ" η σύνταξη όλων των μελετών (προμελετών-οριστικών-εφαρμογής και ειδικά και της "αρχιτεκτονικής προμελέτης") κατασκευής του νέου "...", β) την υπογραφείσα μεταξύ της ... και της ανωτέρω εταιρίας σύμβαση, από 21-6-1999, για την εκπόνηση των ανωτέρω μελετών, γ) τις υπ’ .../1999 και …/1999 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ..., με τις οποίες αυτό παρέλαβε τις προμελέτες και οριστικές (εφαρμογής) μελέτες, αντίστοιχα, του έργου, που εκπόνησε, σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση, η εταιρία "...
ΑΕ", δ) το, από 11-11-1999, Πρακτικό του Τεχνικού Συμβουλίου της ..., με το οποίο το υπό κατασκευή "έργο" χαρακτηρίστηκε ως "μεγάλης σπουδαιότητας και εξειδικευμένο", ε) την από 23-12-1999 έγγραφη σύμβαση μεταξύ της (δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας) ... και της τεχνικής εταιρίας "... ΑΤΕ", που καταρτίστηκε κατόπιν σχετικής απόφασης του Δ.Σ.
της ... και με την οποία αυτή ανέλαβε "ως ανάδοχος" την κατασκευή του έργου, στ) τις υπ’ αριθμ. ...-3-1997 και…1998 αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου της τότε Κοινότητας ..., με τις οποίες έγινε η ανάθεση, στην εταιρία "... Α.Ε.", της εκπόνησης της "Μελέτης Περιβαλλοντικών όρων του έργου", ζ) την Διακήρυξη του Δημόσιου διαγωνισμού για την κατασκευή του νέου "...", στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι ο πραγματικός προϋπολογισμός του έργου ανέρχονταν στο ποσό των 1.396.008.834 δρχ.
ή 4.096.871 ευρώ, και η) έγγραφο, που συντάχθηκε από την αναιρεσίβλητη, από το οποίο προκύπτει ότι ο προϋπολογισμός του επίδικου έργου ανέρχονταν στα 960.000.000 δρχ. ή 2.817.314,70 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματος του.
7.-Σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, να καθορίζει δηλαδή με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση. Η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτη (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 473/2009).
Ειδικότερα : α) Σε περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως που παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει για το ορισμένο του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγου, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, να καθορίζονται, πλην των άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του καθώς επίσης, εφ’ όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1739/2013, ΑΠ 811/2013) και β) Σε περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό (ένσταση) που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει για το ορισμένο του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγου, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη ισχυρισμού, να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ισχυρισμού (της ένστασης).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα: α) Με τον έκτο, κατά ένα μέρος, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 87 παρ.1 του πδ 696/1974, χωρίς όμως να καθορίζει το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Και β) Με τον έκτο, κατά ένα μέρος, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις επικουρικές ενστάσεις, 1) περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής και 2) περί μειώσεως της αμοιβής της αναιρεσίβλητης στο ελάχιστο και προσήκον μέτρο, που παραδεκτά προέβαλε με τις προτάσεις στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που αν λάμβανε υπόψη θα απορριπτόταν η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ή θα μειωνόταν .η αμοιβή. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται το ακριβές περιεχόμενο των ισχυρισμών (των ενστάσεων). Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσεν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2-11-2012, αίτηση αναίρεσης της 1746/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ