Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of lawyer fee claim due to insufficient evidence analysis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a lawyer fee claim. The appellant argued that the appellate court failed to properly analyze specific documents proving the fee agreement, despite accepting them as evidence. The court found the lower court's reasoning insufficient because it ignored the submitted documents while rejecting the claim, thus ruling the appeal admissible and remanding the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must specifically address and analyze all evidence submitted by the parties, and failure to do so while reaching a contrary substantive decision renders the judgment flawed and subject to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 993 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 993/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Ι., κατοίκου ...,που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης:ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Πεζοδρόμου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 10/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5764/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22.7.2020 και αριθ. κατάθ. 4992/608/23.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές (άρθρο 622Α ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 5764/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6.12.2016 και αριθ.
κατάθ. 4931/9.12.2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 10/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν η από 19.11.2013 και αριθ. κατάθ. 174386/485/23.12.2013 αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη για τις αιτούμενες αμοιβές, που υπερέβαιναν τις κατώτατες νόμιμες, όπως προσδιορίζονταν από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τις λοιπές, αφού έγινε δεκτό ότι υπήρχε σύμβαση έμμισθης εντολής, συναφθείσα με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....", από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000, η οποία δεν αφορούσε μόνο τις υποθέσεις της τελευταίας, αλλά και αυτές της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται, εκτός από τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, η ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, όπως εκτιμάται, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 98 του τότε ισχύοντος Κώδικα περί δικηγόρων, η οποία ήταν εφαρμοστέα, και απέρριψε ως μη νόμιμες τις αιτούμενες αμοιβές του, που ήταν ανώτερες από τις προβλεπόμενες στον εν λόγω Κώδικα ως κατώτατα νόμιμα, δεδομένων των κριτηρίων, που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί δεδομένου ότι, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν αποδεκτά από το Εφετείο, παρά μόνο μία (1) αποσπασματική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων απαραδέκτως επιχειρεί το πρώτον με αυτόν να επιστηρίξει το αγωγικό αίτημά του περί επιδίκασης των αιτούμενων αμοιβών, στη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία ορίζεται ότι "Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενο κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών".
Και τούτο, γιατί η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υπόθεσης και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες (ΑΠ 1586/2009), πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν εκθέτει τέτοια περιστατικά στην ένδικη αγωγή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά τον αρ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Περαιτέρω κατά τον ίδιο αρ. 11 περ. γ' του ίδιου ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του ΚΠολΔ, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 979/2017).
Δεν αποκλείεται ο λόγος αυτός να στοιχειοθετείται και στην περίπτωση, που παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο από το περιεχόμενο της απόφασης γεννώνται αμφιβολίες αν αυτό πράγματι λήφθηκε υπόψη (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 87/2021, 1911/2006). Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως εκτιμάται, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για την απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί συνάψεως συμβάσεως πάγιας έμμισθης εντολής με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." την από 31.3.2011 εξώδικη δήλωση- καταγγελία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη από τον Α.
Λ., νόμιμο εκπρόσωπο και της αναιρεσίβλητης και περιείχε μονομερή απευθυντέα δήλωση και δη την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης πάγιας έμμισθης εντολής, η οποία συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (δεύτερο σκέλος). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το προαναφερθέν απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά τρίτο σκέλος του και με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, όπως εκτιμάται, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προς ανταπόδειξη των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης έγγραφα και δη : 1) την από 31.3.2011 εξώδικη διαμαρτυρία του προς την ανώνυμη εταιρεία "...." επί της οποίας η τελευταία του απέστειλε την ληφθείσα υπόψη ως άνω από 31.3.2011 εξώδικη δήλωση- καταγγελία, 2) το προσάρτημα ισολογισμού των οικονομικών ετών 2006 και 2007 της ίδιας ως άνω ανώνυμης εταιρείας της Διεύθυνσης Ανάπτυξης της Περιφέρειας Αττικής, 3) την εκδοθείσα από την αναιρεσίβλητη βεβαίωση καταβολής, ποσού 2.034,77 ευρώ, έναντι αμοιβής του για τις εκτελεσθείσες δικαστικές ενέργειες, 4) τις από 1.10.2013 προτάσεις της "...." προς αντίκρουση της από 29.2.2012 και αριθ.
κατάθ 37182/93/2012 αγωγής του, 5) τα πρακτικά της υπ' αριθ. 196/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ως άνω αγωγής, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα Φ. Λ., και 6) τη νομοτύπως ληφθείσα υπ' αριθ. 7772/27.9.2013 ένορκη βεβαίωση της λογίστριας Β. Μ. στα πλαίσια της ως άνω ανοιγείσας δίκης.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη από τη βεβαίωση που υπάρχει σε αυτή ότι για τη συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος ότι ο αναιρεσείων παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες ως δικηγόρος, τόσο στην ανώνυμη εταιρεία "...." όσο και στην αναιρεσίβλητη με την ίδια πάγια αντιμισθία, έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ανεξάρτητα αν αυτά (έγγραφα) πληρούν τους όρους του νόμου......." αλλά και από όλο το περιεχόμενό της δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα δεδομένου ότι, ενώ γίνεται εκτεταμένη ανάλυση στην προσβαλλόμενη απόφαση του αποδεικτικού υλικού που προσκόμισε η εναγομένη, αντίθετα δεν γίνεται καμιά συγκεκριμένη αναφορά ή σχολιασμός στα επίμαχα έγγραφα ούτε αντικρούεται ειδικά το περιεχόμενό τους, ενόψει και της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης στην οποία κατέληξε το Εφετείο με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη.
Επομένως, οι ως άνω λόγοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα προαναφερθέντα έγγραφα νομίμως κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 846/2018), απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.
Κατ' ακολουθίαν, κατά παραδοχή του τρίτου κατά το τρίτο σκέλος του και του τέταρτου λόγου της αίτησης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί εν όλω η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός του κεφαλαίου αυτής, αφορώντος τον δεύτερο λόγο εφέσεως ως και του κεφαλαίου των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5764/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ