Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 119/21 — Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 119/21 — Supreme Constitutional Court
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑΝΑΦΟΡΕΣ: Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή: Καννάουρου κ.α. ν. Σταδιώτη κ.α. (1990) 1 ΑΑΔ 35 REPUBLIC (PUBLIC SERVICE COMMISSION) ν. LEFKOS GEORGHIADES (1972) 3 CLR 594 Souleiman Abtul Rashim ν. The Republic of Cyprus through the Minister of Interior and Another (1987) 3 CLR 224 Mohamad Yousife ν. ΚυÏ...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 119/21
ΑΝΑΦΟΡΕΣ:
Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Καννάουρου κ.α. ν. Σταδιώτη κ.α. (1990) 1 ΑΑΔ 35
REPUBLIC (PUBLIC SERVICE COMMISSION) ν. LEFKOS GEORGHIADES (1972) 3 CLR 594
Souleiman Abtul Rashim ν. The Republic of Cyprus through the Minister of Interior and Another (1987) 3 CLR 224
Mohamad Yousife ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 18
Amer Nabil Mohamed Adel Fattah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 66
Κυπριακή νομοθεσία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Ν. 33/1964 - Ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμος του 1964
ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 119/21)
16 Δεκεμβρίου, 2025
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
SARA ALI
Εφεσείουσα/Αιτήτρια
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η αίτηση
______________________
Νικολέττα Χαραλαμπίδου (κα) για Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα/Ε/Μ.
Φρόσω Σωτηρίου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄ εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η αίτηση.
__________________
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης αποτελεί η ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση ακύρωσης της εφεσείουσας, με την οποία ζητούσε τον παραμερισμό της απόφασης της αρμόδιας αρχής να απορρίψει την αίτηση πολιτογράφησης της, ως Κύπρια, που υπέβαλε στις 28.9.2016.
Στο στάδιο αυτό κρίνουμε ορθολογικό να γίνει αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση.
Γεγονότα
Η εφεσείουσα κατάγεται από τη Σομαλία. Αφίχθηκε στην Κύπρο από τα κατεχόμενα σε άγνωστη ημερομηνία και στις 11.9.2007 επιχείρησε να αναχωρήσει από το αεροδρόμιο Λάρνακας χρησιμοποιώντας πλαστό ταξιδιωτικό έγγραφο. Συνεπεία τούτου, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν εναντίον της διατάγματα κράτησης και απέλασης. Ενώ τελούσε υπό κράτηση κατέθεσε αίτηση για διεθνή προστασία, η οποία αρχικά απορρίφθηκε. Στις 16.5.2008, καταχώρησε διοικητική προσφυγή και τα διατάγματα κράτησης και απέλασης που εκδόθηκαν εναντίον της ακυρώθηκαν και αφέθηκε ελεύθερη. Της παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής ως αιτήτρια ασύλου. Ακολούθως, η Υπηρεσία Ασύλου, με επιστολή της ημερομηνίας 30.8.2011, της παραχώρησε το καθεστώς αναγνωρισμένου πρόσφυγα και έκτοτε της παραχωρείται άδεια παραμονής. Στις 28.9.2016, υπέβαλε αίτηση για πολιτογράφηση.
Η απόφαση της αρμόδιας αρχής
Η αρμόδια αρχή αφού εξέτασε την αίτηση πολιτογράφησης της, με απόφαση της, ημερ. 19.6.2017, την απέρριψε. Σε αυτή, αναφέρονται και τα ακόλουθα:
«Ως γνωστό η απόδοση της ιθαγένειας κατοχυρώνεται από το εθνικό δίκαιο και αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα της πολιτείας να επιλέγει τους πολίτες του. Το δικαίωμα αυτό ενασκείται μέσω της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού Εσωτερικών με μοναδική υποχρέωση να ασκείται καλόπιστα και καλοπροαίρετα χωρίς να υπάρχει επίσης διεθνής κανόνας αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων. Ωστόσο η διοίκηση θεωρεί ουσιαστικό και δημοκρατικό να δώσει μια κατεύθυνση για την απόφαση της να απορρίψει το αίτημά σας. Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του, συμπεριλαμβανομένων και των απόψεων και εισηγήσεων άλλων εμπλεκομένων υπηρεσιών κρίθηκε σκόπιμο, να απορρίψει το αίτημά σας. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στο παρελθόν είχατε εμπλακεί και κατηγορηθεί σε υπόθεση πλαστοπροσωπίας, συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος και παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία, γεγονότα τα οποία με Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας σας οδήγησαν στη φυλακή.»
Η εφεσείουσα ενημερώθηκε σχετικά, για την πιο πάνω απόφαση, με επιστολή ημερ. 4.8.2017. Η πιο πάνω απόφαση είναι που αποτέλεσε αντικείμενο της αίτησης ακύρωσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τους πιο πάνω λόγους που θα εξηγηθούν κατωτέρω, την απέρριψε.
Λόγοι έφεσης
Η εφεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης με συνολικά τέσσερεις λόγους έφεσης. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι λανθασμένη καθότι: (i) είναι αναιτιολόγητη και δεν λήφθηκαν επαρκώς υπόψη τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που συνδέονται με την εφεσείουσα και την προσβαλλόμενη απόφαση (λόγος έφεσης αρ. 1), (ii) αποδέχθηκε ότι η εφεσίβλητη ενήργησε εύλογα και καλόπιστα κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας (λόγος έφεσης αρ. 2), (iii) καθοδηγήθηκε λανθασμένα ως προς τις απαιτήσεις, την έννοια, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της πολιτογράφησης υπό το φως του διεθνούς και ενωσιακού δικαίου ιδίως σε ότι αφορά στους πρόσφυγες ( λόγος έφεσης αρ. 4) και τέλος, (iv) δεν εξέτασε το λόγο ακύρωσης που αφορούσε τους ισχυρισμούς της ότι, η μη πολιτογράφηση της συνιστά επίσης αδικαιολόγητη επέμβαση στο δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή της εφεσείουσας ( λόγος έφεσης αρ.3),
To Nομοθετικό πλαίσιο και οι αρχές που διέπουν το ζήτημα
Το Άρθρο 111 του Ν.141(Ι)/2002 (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο) προνοεί ως ακολούθως:
«111. Ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Το πρόσωπο αυτό, στο οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό πολιτογράφησης, μόλις δώσει επίσημη διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία, στον τύπο που καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, καθίσταται πολίτης της Δημοκρατίας κατόπιν πολιτογράφησης, από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγείται σ' αυτόν το πιο πάνω πιστοποιητικό:
Νοείται ότι, με πρόταση του Υπουργού σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση ή κατηγορία περιπτώσεων, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού πολιτογράφησης, εκτός εάν ο αιτητής αποκηρύξει την ιδιότητα του πολίτη οποιασδήποτε άλλης χώρας την οποία αυτός κατέχει.»
Τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού τίθενται στο Τρίτο Πίνακα του Νόμου και είναι τα ακόλουθα:
«1. Με την τήρηση των διατάξεων της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού που αιτείται τέτοια πολιτογράφηση, είναι τα ακόλουθα:
(α) Διαμονή στη Δημοκρατία για όλο το χρονικό διάστημα των αμέσως προηγούμενων 12 μηνών από την ημερομηνία της αίτησης, και
(β) κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων από το πιο πάνω αναφερόμενο δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα επτά ετών, είτε διέμενε στη Δημοκρατία, είτε διετέλεσε στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας, είτε μερικώς το ένα και μερικώς το άλλο, για χρονικά διαστήματα που αθροισμένα να μην είναι λιγότερα των τεσσάρων ετών:
Νοείται ότι οι φοιτητές, επισκέπτες και αυτοεργοδοτούμενοι, καθώς και οι αθλητές, προπονητές, τεχνικοί αθλημάτων, οικιακοί βοηθοί, νοσοκόμοι και οι εργαζόμενοι σε Κύπριους ή ξένους εργοδότες ή σε υπεράκτιες εταιρείες, που διαμένουν στη Δημοκρατία αποκλειστικά με σκοπό την εργασία, όπως επίσης και οι σύζυγοι, τα τέκνα ή άλλα εξαρτώμενά τους πρόσωπα, πρέπει, κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων τουλάχιστον επτά ετών να συγκεντρώνουν συνολική διαμονή στη Δημοκρατία τουλάχιστον επτά ετών, από την οποία το ένα έτος αμέσως πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους η διαμονή του να είναι συνεχής,
(γ) είναι καλού χαρακτήρα, και
(δ) έχει πρόθεση σε περίπτωση χορήγησης σ' αυτόν πιστοποιητικού—
(i) να διαμένει στη Δημοκρατία,
(ii) να εισέλθει ή να εξακολουθήσει να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή υπηρεσία σε διεθνή οργανισμό του οποίου η Δημοκρατία είναι μέλος ή υπηρεσία σε οποιοδήποτε σύνδεσμο, εταιρεία ή σώμα που ιδρύθηκε στη Δημοκρατία.»
Το Άρθρο 111 του Νόμου παρέχει σε αλλοδαπό το δικαίωμα να αποταθεί για πολιτογράφηση, αλλά όχι το απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης.
Η Κύπρος είναι ενταγμένη σε υπερεθνική κοινότητα εθνικών κρατών με παρόμοιες συνταγματικές παραδόσεις – Ευρωπαϊκή Ένωση – η οποία, μάλιστα, κατά το Άρθρο 4.2[1] της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σέβεται την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με την θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή.
Κατά πάγια δε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσης και απώλεια της εθνικής ιθαγένειας υπάγονται στην απόλυτη κυριαρχία κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. Δημοκρατία v. Γρηγορένκο Ε.Δ.Δ 210/2019 ημερ. 15.11.2024, Aπόφασεις ΔΕΕ στην Rottmann C-135/2008 ημερ. 12.3.2019 και Tjebbes C-221/2017 ημερ. 12.3.2019).
Στην Γρηγορένκο (ανωτέρω) υιοθετήθηκε ο λόγος της Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 18 όπου επισημάνθηκε ότι: «… η πολιτογράφηση είναι μια εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξη καλής πίστης» (Βλ. επίσης Mkrtchyan v. Δημοκρατίας ΕΔΔ 18/2017 ημερ.27.9.2023).
Στην Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 66, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισήμανε και τα ακόλουθα :
«... Η παραχώρηση πολιτογράφησης είναι στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού και το ζήτημα εγγραφής κάποιου ως πολίτη της Δημοκρατίας άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα το ακυρωτικό δικαστήριο δύσκολα να επεμβαίνει στην άσκηση της εξουσίας. Έτσι, η διακριτική ευχέρεια του κράτους να αποκλείει αλλοδαπούς, είναι πολύ ευρεία, όχι όμως απόλυτη, αφού υπόκειται στην καλόπιστη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Νόμος. Όταν η διακριτική ευχέρεια ασκείται καλόπιστα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητήσει περαιτέρω την απόφαση. Επίσης, το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224) και η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη Διοίκηση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, που μπορεί να επέμβει μόνο αν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία στο σύνολό τους, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της Διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα. (Republic v. Georghiades (1972) 3 C.L.R. 594)...» (Βλ. Rahimzadeh v. Δημοκρατίας κ.α. ΕΔΔ 119/2020 ημερ. 25.2.2025 και Hamdan v. Δημοκρατίας ΕΔΔ 141/2018, ημερ. 6.3.2024).
Εξέταση λόγων έφεσης
Ενόψει της μεταξύ της συνάφειας οι λόγοι έφεσης 1,2 και 4 θα συνεξεταστούν.
Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι η αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλεται μόνο από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ, ως απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα της δικαστικής απόφασης, αλλά αποτελεί θεμελιακό κανόνα της δικαστικής διαδικασίας και θεσμικό φραγμό κατά του ανέλεγκτου ως και εχέγγυο για τη σύννομη άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Όπως δε επισημάνθηκε στην Guo Shuying v. Δημοκρατίας ΕΔΔ 67/2017 ημερ. 7.11.2023, «…συνιστά απαρέγκλιτο καθήκον των δικαστικών Αρχών και αντίστοιχο δικαίωμα του διαδίκου να γνωρίζει το λόγο, το σκεπτικό της κατάληξης του Δικαστηρίου, το οποίο είναι συστατικό στοιχείο έγκυρης δικαστικής απόφασης…». Πρόσθετα, η αιτιολόγηση των αποφάσεων επιτρέπει σε κάθε ενδιαφερόμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα (Βλ. Hadjianastasiou v. Greece (App. no. 12945/87) ημερ. 16.12.92 παρ. 33).
Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα H. R. Wade Administrative Law, 5th edition, p. 486, «… the giving of reasons is required by the ordinary man’ s sense of justice and is also a healthy discipline for all those who exercise power over others» (Βλ. Σωτηρίου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 176/18, ημερ. 10.4.24).
Στην Καννάουρου κ.α v. Σταδιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ 35 επισημάνθηκε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου κρίνεται ως ενιαίο σύνολο.
Η υποχρέωση αιτιολόγησης αφορά κυρίως εκείνα τα ζητήματα που είναι σημαντικά και καθοριστικά για την έκβαση της δίκης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση του ΑRUIZ TORIJA v. SPAIN (App. no. 18390/91), ημερ 9.12.1994 επισήμανε τα ακόλουθα:
«The Court reiterates that Article 6 para. 1 (art. 6-1) obliges the courts to give reasons for their judgments, but cannot be understood as requiring a detailed answer to every argument... The extent to which this duty to give reasons applies may vary according to the nature of the decision. It is moreover necessary to take into account, inter alia, the diversity of the submissions that a litigant may bring before the courts and the differences existing in the Contracting States with regard to statutory provisions, customary rules, legal opinion and the presentation and drafting of judgments. That is why the question whether a court has failed to fulfil the obligation to state reasons, deriving from Article 6 (art. 6) of the Convention, can only be determined in the light of the circumstances of the case».
Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην ομολογουμένως σύντομη απόφαση του, αρχικά επισήμανε ότι τα κριτήρια που θέτει ο Νόμος δεν οδηγούν αυτόματα σε απόκτηση υπηκοότητας και ότι από τη Σύμβαση της Γενεύης, εκείνο που προκύπτει, σε περιπτώσεις προσφύγων, είναι υποχρέωση διευκόλυνσης πολιτογράφησης. Στη συνέχεια δε ανάφερε και τα ακόλουθα:
«…Ο λόγος που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί, σίγουρα, σοβαρό λόγο που αν και θα μπορούσε να κριθεί δικαιολογημένος υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της αιτήτριας η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ασυνόδευτη ανήλικη με δικαίωμα σε διεθνή προστασία εντούτοις, δεν διαγράφεται η διάπραξή τους αντί η αιτήτρια να είχε καταφύγει σε άλλα μέσα για την προστασία της. Επίσης, ο λόγος αυτός είναι ενδεικτικός και όχι ο μόνος. Από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 προκύπτει ότι στη συνέντευξη που έγινε της αιτήτριας προέκυψε ότι αυτή δεν εργάζεται, δεν απασχολείται με τίποτε, ζει και συντηρείται αποκλειστικά από επιδόματα, είναι παντρεμένη με πρόσωπο που διαμένει στη Δανία, δεν γνωρίζει καθόλου Ελληνικά - παρόλο που φαίνεται να φοίτησε για κάποια χρόνια σε Ελληνικό δημόσιο σχολείο - ούτε γνωρίζει τίποτα για τα δεδομένα της χώρας που την φιλοξενεί.
Τα στοιχεία αυτά συνιστούν πρόσθετους λόγους οι οποίοι δεικνύουν την αδυναμία της αιτήτριας να ενσωματωθεί στη χώρα της οποίας την υπηκοότητα αιτείται. Εφόσον πρόκειται περί άσκησης διακριτικής ευχέρειας, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εάν η διοίκηση ενήργησε εύλογα και καλόπιστα. Υπό τις περιστάσεις, δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιόν μου που να υποδηλοί το αντίθετο».
Έτσι, για τους πιο πάνω λόγους, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ακύρωσης.
Αναφορικά με το λόγο έφεσης ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι αιτιολογημένη επισημαίνουμε ότι σε αυτή , προσδιορίζεται κατά τρόπο ορθό το επίδικο θέμα. Παρατίθεται, το νομικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα, τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, το συσχετισμό τους με το συμπέρασμα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα γεγονότα. Κοντολογίς, εκτίθενται κατά τρόπο συνοπτικό, πλην όμως ικανοποιητικό, οι λόγοι που το οδηγήσαν στην απόρριψη της αίτησης ακύρωσης. Συνακόλουθα, ο λόγος έφεσης αρ. 1 απορρίπτεται.
Αναφορικά με τους λόγους έφεσης που σχετίζονται με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη ενήργησε καλόπιστα κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας (λόγος έφεσης αρ. 2) και ότι καθοδηγήθηκε λανθασμένα αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την πολιτογράφηση προσφύγων υπό το φως του διεθνούς και ενωσιακού δικαίου (λόγος έφεσης αρ.4), επισημαίνουμε τα ακόλουθα:
Tα όσα προβλήθηκαν από μέρους της εφεσείουσας περί μεροληψίας του λειτουργού που εξέτασε την αίτηση της δεν ευσταθούν. Εκείνο που αναφέρεται σε εσωτερικό σημείωμα είναι ότι «η περίπτωση της πιο πάνω αλλοδαπής είναι μία εκ των περιπτώσεων της ομάδας προσφύγων που απεργούσαν και διαμαρτύρονταν έξω από το Υπουργείο και δόθηκαν οδηγίες σε μένα για την άμεση εξέταση τους». Τα όσα καταγράφονται σε αυτό δεν δεικνύουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο μεροληψία από το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αντιθέτως, επισημαίνεται ότι η αρμόδια αρχή είχε υποχρέωση να επιταχύνει τη διαδικασία και ως προκύπτει από τα γεγονότα, η απόφαση εκδόθηκε λίγες μέρες (τέσσερεις) μετά που ετοιμάστηκε το εν λόγω σημείωμα.
Πέρα δε τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στο όλο πλαίσιο και δη στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, ως εκτίθενται ανωτέρω, ορθά έκρινε ότι δεν υφίσταται οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η διοίκηση δεν ενήργησε καλόπιστα.
Όπως αναφέρθηκε, το Ενωσιακό δίκαιο ρητά ορίζει ότι ο καθορισμός των κριτηρίων και των προϋποθέσεων κτήσης της εθνικής ιθαγένειας υπάγονται στην απόλυτη κυριαρχία του κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δε Σύμβαση της Γενεύης και δη το Άρθρο 34[2] αυτής εκείνο του προνοεί είναι τη διευκόλυνση, στο μέτρο του δυνατού, την αφομοίωση και πολιτογράφηση των προσφύγων. Δεν επιβάλλει την πολιτογράφηση προσφύγων. Συνεπώς, ορθή ήταν η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως και η αναφορά του ότι η πολιτογράφηση είναι μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους.
Έτσι, οι λόγοι έφεσης 2 και 4 απορρίπτονται.
Η εφεσείουσα προβάλλει , ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το λόγο ακύρωσης ότι η μη πολιτογράφηση της συνιστά αδικαιολόγητη επέμβαση στο δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή της εφεσείουσας. Μολονότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ανέλυσε το ζήτημα αυτό με ρητή αναφορά, το όλο σκεπτικό του, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του διοικητικού φακέλου, της νομικής ανάλυσης στην οποία προέβηκε, δείχνει ότι αντιμετώπισε στην ουσία το συγκεκριμένο ζήτημα, έστω και έμμεσα. Συνεπώς, ο λόγος έφεσης αρ. 3 απορρίπτεται.
Για όλους του λόγους που εξηγούνται η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα, εκ συνολικού ποσού €3.900, εναντίον της εφεσείουσας και υπέρ της εφεσίβλητης.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
/ΕΑΠ.
[1] «Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση. Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους».
[2] «Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα διευκολύνουν, εν τώ μέτρω του δυνατού, την αφομοίωσιν και πολιτογράφησιν των προσφύγων. Θα προσπαθήσουν, ειδικώτερον, να επιταχύνουν την διαδικασίαν της πολιτογραφήσεως και να ελαττώσουν, εν τώ μέτρω του δυνατού, τα δημοσιονομικά βάρη της τοιαύτης διαδικασίας».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο