Supreme Court dismisses appeal for failure to prove document forgery and lack of evidence.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a disputed document. The appellant claimed the document was forged by unnamed individuals but failed to submit the required evidence or name specific witnesses as mandated by law. Consequently, the appellate court correctly considered the document and rejected the forgery claim, leading the Supreme Court to uphold the original judgment.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 11a of the Code of Civil Procedure; An appeal for violation of substantive law is admissible only if the lower court applied a rule incorrectly or failed to apply it when conditions existed, and the appellant must substantiate the claim with specific evidence and named witnesses.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 977 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 977/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Γεωργίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Π. Δ. του Π., κατοίκου ... και 4) Ν. Δ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2611/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4531/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 12-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 27-2-2015 αίτησης για αναίρεση της 4531/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(ολΑΠ7/2006).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για το ορισμένο, εξάλλου, αυτού του λόγου πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης και σε ποιες από αυτές βρίσκεται η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έννομη συνέπεια που βάσει των παραδοχών αυτών καταγνώσθηκε και η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης(Ολ.ΑΠ20/2005,ΑΠ481/2013).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(ΑΠ575/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ): "Η εφεσίβλητη- πρώτη εναγόμενη.....(μη διάδικος στην παρούσα δίκη) απέκτησε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, με το .../25.5.2006 συμβόλαιο του συμβ/φου Κω Ε.
Φ., που νόμιμα μεταγράφηκε, μία νεόδμητη ημιτελή με υπόγειο διώροφη οικοδομή, που αποτελείται από δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες και βρίσκεται στην περιοχή του οικισμού "..." του .... Οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες, Κ. και Α. Π., είχαν ήδη αρχίσει τις εργασίες ανέγερσης δύο όμοιων διώροφων οικοδομών με υπόγειο, εξέδωσαν δε για το λόγο αυτό την 75/10.6.2005 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Κω.....Στην εν λόγω οικοδομή, κατά τη μεταβίβαση της κυριότητας στην πρώτη εναγομένη, είχαν περατωθεί οι εργασίες κατασκευής του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ είχε σταματήσει κάθε περαιτέρω οικοδομική εργασία.
Μάλιστα, πριν την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, λόγω της ύπαρξης καλωδίων της ΔΕΗ, που διέρχονταν από το ακίνητο, μετά από αίτηση των προηγούμενων ιδιοκτητών και με την επιμέλεια του επιβλέποντα πολιτικού μηχανικού, η τεχνική υπηρεσία της ΔΕΗ προέβη στην ανύψωση των ηλεκτροφόρων αγωγών, οι οποίοι απέχουν, πλέον, από το δώμα της οικοδομής περίπου 4,60 μέτρα, απόσταση που υπερβαίνει την ελάχιστη των 3 μέτρων που θέτουν οι κανονισμοί.
Η ιδιοκτήτρια, πλέον, της οικοδομής, προκειμένου να συνεχισθούν οι επ’ αυτής οικοδομικές εργασίες, ανέθεσε στο δεύτερο εναγόμενο, Μ. Κ. (ήδη αναιρεσείοντα), ως εργολάβο, με βάση προφορική συμφωνία σύμβασης έργου, την εκτέλεση τμήματος αυτών και συγκεκριμένα το κτίσιμο με τούβλα, τους σοβάδες, την τοποθέτηση πλακιδίων και την κατασκευή εξωτερικής περίφραξης.
Ο εργολάβος δε, ακολούθως, ανέθεσε με προφορική σύμβαση υπεργολαβίας στον τεχνίτη- οικοδόμο (σοβατζή), Ε. Κ., υιό της πρώτης ενάγουσας και αδελφό των λοιπών εναγόντων(ήδη αναιρεσιβλήτων), την εκτέλεση του μερικότερου έργου των εργασιών σοβατίσματος. Στις 19.10.2006 ο Ε. Κ., μετέβη μαζί με το συνεργείο του στην οικοδομή, προκειμένου να συνεχίσει τις εργασίες επίστρωσης σοβά στην εξωτερική πλευρά του δευτέρου ορόφου αυτής, στο σημείο δε αυτό είχε τοποθετηθεί εξωτερική σκαλωσιά.
Επάνω ακριβώς από την ταράτσα της οικοδομής, διαγώνια και σε απόσταση 4,60 μέτρων, διέρχονται τρία ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, μέσης τάσης 20.000 Volts. Ο ανωτέρω Ε. Κ. είχε ανέβει στην ταράτσα και βρισκόταν ακριβώς κάτω από τους εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ. Τότε, ζήτησε από τον τεχνίτη του συνεργείου του Ι. Α., ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην σκαλωσιά της εξωτερικής πλευράς της οικοδομής, στο ύψος του δευτέρου ορόφου, να του δώσει έναν αλουμινένιο πήχυ (προφίλ αλουμινίου), προκειμένου να ευθυγραμμίσει τους πήχεις- οδηγούς που χρησιμοποιούσαν για το σοβάτισμα στην ταράτσα και στις εξωτερικές πλευρές της οικοδομής.
Ο ανωτέρω τεχνίτης, Ι. Α., πήρε από το μπαλκόνι που ήταν στο ύψος του δευτέρου ορόφου, πλησίον της σκαλωσιάς, όπου είχε ανέβει, έναν αλουμινένιο πήχυ, μήκους 6 μέτρων και τον έδωσε στον Ε. Κ.. Ο τελευταίος κρατώντας τον πήχυ τον τραβούσε προς τη μεριά του, κάνοντας συγχρόνως μικρά βήματα προς τα πίσω. Τη στιγμή, όμως, κατά την οποία ο ανωτέρω πήχυς εξείχε ήδη από την ταράτσα σε μήκος άνω των 4 μέτρων και στην προσπάθεια του Ε.
Κ. να τον ανασηκώσει επιπλέον κατακόρυφα, πλησίασε πολύ κοντά τα εναέρια καλώδια της ΔΕΗ, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ηλεκτρικό τόξο(βολταϊκό τόξο), με συνέπεια να επέλθει ο θάνατος του τελευταίου λόγω καρδιακής προσβολής εκ της ηλεκτροπληξίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ιδιοκτήτρια της οικοδομής- πρώτη εναγομένη είχε αναθέσει με προφορική σύμβαση έργου την εκτέλεση των μερικότερων εργασιών του κτισίματος με τούβλα, των σοβάδων, της τοποθέτησης πλακιδίων και της κατασκευής εξωτερικής περίφραξης, στον δεύτερο εναγόμενο και αντεκκαλούντα Μ.
Κ., παρά τα αντίθετα ισχυριζόμενα από τον τελευταίο. Ειδικότερα, ο Μ. Κ., ο οποίος διατηρεί επιχείρηση (μάνδρα) οικοδομικών υλικών και ήδη προμήθευε με οικοδομικά υλικά την οικοδομή της πρώτης εναγομένης, απασχολούταν και με την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών. Η πρώτη, εναγομένη, η οποία είναι κάτοικος Νισύρου, δια του συζύγου της Κ.
Κ., ο οποίος είναι κάτοικος Κω και διατηρεί κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης, ήλθε σε συμφωνία με τον Μ. Κ. και ανέθεσε στον τελευταίο, ως εργολάβο, την εκτέλεση των παραπάνω οικοδομικών εργασιών. Η ανάθεση των εν λόγω εργασιών στον εργολάβο αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρος Ι. Α. που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγόντων, ο οποίος ήταν και αυτόπτης μάρτυρας του θανατηφόρου επεισοδίου και ο οποίος, εκτός των περιστατικών που αφορούν τον τρόπο που συνέβη το θανατηφόρο ατύχημα, καταθέτει ότι ο Μ.
Κ. ήταν ο εργολάβος, ο οποίος ανέθεσε υπεργολαβικά το σοβάτισμα στον θανόντα και επέβλεπε το συγκεκριμένο έργο, ότι ο ίδιος ο ανωτέρω εργολάβος πλήρωνε τον θανόντα και το συνεργείου του για τις εκτελεσθείσες εργασίες, όπως επίσης ότι αυτός τους προμήθευε με οικοδομικά υλικά. Επίσης και ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης Κ.
Κ. καταθέτει ότι ο ίδιος ενεργώντας για λογαριασμό της συζύγου του, ανέθεσε στον Μ. Κ. την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών. Ο μάρτυρας δε που κατέθεσε με επιμέλεια του αντεκκαλούντος - δεύτερου εναγομένου, Γ. Μ., ο οποίος διατηρεί κατάστημα αλουμινοκατασκευών κοντά στην οικοδομή και πελάτης του είναι και ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ καταθέτει ότι σε συνάντηση που παρευρισκόταν εκτός του δεύτερου εναγομένου και ο θανών, ο τελευταίος ανέφερε ότι του ανατέθηκε δουλειά στην οικοδομή της πρώτης εναγομένης, δεν διευκρινίζει ούτε βέβαια και ο ίδιος είναι σίγουρος ότι του ανατέθηκε από την ιδιοκτήτρια ή το σύζυγο της και μάλιστα εργολαβικά ή αν ανέλαβε υπεργολαβικά το συγκεκριμένο έργο από τον Μ.
Κ., που ενεργούσε ως εργολάβος. Επίσης, στοιχείο που επιρρωνύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Μ. Κ. είχε την ιδιότητα του εργολάβου, αποτελεί το έγγραφο- προσφορά με τίτλο "...", που με επίκληση προσκομίζει η πρώτη εναγομένη και στο οποίο αναγράφονται συμφωνηθείσες τιμές υλικών και η τιμή μονάδας για την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών, φέρει δε την υπογραφή του συζύγου της πρώτης εναγομένης Κ.
Κ. και την υπογραφή του δεύτερου εναγομένου με την ρητώς αναγραφόμενη ιδιότητα του εργολάβου, ο ισχυρισμός δε του δεύτερου εναγομένου ότι η λέξη "εργολάβος" τέθηκε εκ των υστέρων, ουδόλως αποδείχθηκε. Επίσης, ότι μεταξύ του δευτέρου εναγομένου και του θανόντος υφίστατο σύμβαση υπεργολαβίας, προκύπτει και από τις αποδείξεις πληρωμής μεταξύ των και ειδικά του δεύτερου εναγομένου ως εκδότη και του θανόντος ως λήπτη των αναγραφόμενων σε αυτές ποσών, υπογεγραμμένες και από τους δύο.
Μάλιστα δε και μετά το θάνατο του Ε. Κ., ο δεύτερος εναγόμενος, ως εργολάβος του εν λόγω έργου, ανέθεσε στον Μ. Φ. την περάτωση των εργασιών που είχε αναλάβει ως υπεργολάβος ο θανών και για το λόγο αυτό εξέδωσε αποδείξεις πληρωμής τις οποίες υπέγραφαν και οι δύο. Ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου ότι απλώς είχε συστήσει τον θανόντα στην ιδιοκτήτρια πρώτη εναγομένη και μεταξύ αυτών των δύο καταρτίστηκε σύμβαση εργολαβίας και ότι τις ανωτέρω αποδείξεις που αυτός εξέδιδε και προέβαινε στην καταβολή των ποσών που αναγράφονται & αυτές, το έπραττε όχι ως εργολάβος αλλά προς εξυπηρέτηση της πρώτης εναγομένης, που κατοικούσε μόνιμα στη Νίσυρο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε, ενώ, επιπροσθέτως, μπορούσε η πρώτη εναγομένη δια του συζύγου της που διέμεινε στην Κω να προβαίνει στις εν λόγω καταβολές και δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιηθεί ο δεύτερος εναγόμενος για το λόγο αυτό.....
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το θανατηφόρο ατύχημα οφείλεται στη αμελή συμπεριφορά του δευτέρου.....εκ των εναγομένων. Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος, Μ. Κ., ως εργολάβος τμήματος του παραπάνω έργου, έχοντας την γενική κατευθυντήρια εποπτεία του μερικότερου έργου που είχε αναλάβει ο θανών δεν παρευρίσκονταν κατά την εκτέλεση του έργου για να τον καθοδηγεί έτσι ώστε να εκτελεστεί το έργο με ασφάλεια ιδιαίτερα κατά το στάδιο εκείνο όπου οι εργασίες επίστρωσης σοβά θα γίνονταν στους εξωτερικούς χώρους της οικοδομής και μάλιστα στην ταράτσα σε σημείο πάνω από το οποίο διέρχονταν οι ηλεκτροφόροι αγωγοί της ΔΕΗ.
Ως έμπειρος δε τεχνίτης και γνώστης των οικοδομικών εργασιών ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο προσέγγισης στα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια των αλουμινένιων πήχεων που θα χρησιμοποιούσε ο θανών για το αλφάδιασμα των οδηγών, σε περίπτωση αδέξιας ανύψωσης τους, όφειλε συνεπώς, έχοντας την απορρέουσα από την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των συμβάσεων (υποχρέωση πρόνοιας,....) αντίστοιχη προς τούτο υποχρέωση να του επιστήσει ιδιαίτερα την προσοχή ως προς τον τρόπο χειρισμού αυτών κατά την εργασία του στην ταράτσα της οικοδομής στο σημείο όπου διέρχονταν οι αγωγοί και κυρίως κατά το ανέβασμα αυτών σ’ αυτήν από το μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου, όπου ήταν τοποθετημένοι, μέσω της σκαλωσιάς.
Επίσης, δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή, που όφειλε και μπορούσε υπό τις περιστάσεις να καταβάλει, ώστε να προβλέψει ότι από την παράλειψη του, ως εκτελών το έργο εργολάβος να απευθυνθεί στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία της ΔΕΗ και να αιτηθεί τη διακοπή του ρεύματος ή τη λήψη οποιωνδήποτε άλλων μέτρων έκρινε κατάλληλα η τελευταία, την ημέρα και κατά τις ώρες που ο θανών εργαζόταν στην ταράτσα στο σημείο όπου πάνω από αυτήν διέρχονταν οι ηλεκτροφόροι αγωγοί υπήρχε κίνδυνος θανατηφόρας ηλεκτροπληξίας....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και ο θανών υπήρξε συνυπαίτιος στην πρόκληση του θανατηφόρου ατυχήματος, κατά ποσοστό 50%, δεδομένου ότι δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκανε δεκτή ακολούθως την αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία αφού εξαφάνισε, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των τελευταίων και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει για την άνω αιτία, στην πρώτη αυτών το ποσό των 30.000 και σε καθένα των λοιπών το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 300ΑΚ,εφόσον η παράλειψη των περιγραφόμενων με την προσβαλλόμενη απόφαση ενεργειών στις οποίες όφειλε να προβεί ο αναιρεσείων υπό την ιδιότητα του εργολάβου του έργου, όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ,αποτελούσε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη αιτία για την από αμέλεια και αυτού πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του εργαζόμενου παθόντος.
Επομένως ,όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους υπό στοιχεία I έως IIVI λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο559αριθμ.1ΚΠολΔ,είναι αβάσιμα. Ο αναιρεσείων εξάλλου, με αιτιάσεις του, περιεχόμενες στους ίδιους λόγους της αίτησης αναίρεσης , χωρίς να εκθέτει τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυρίζεται ότι παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 685επ,και 300ΑΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας και ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου γενικώς και αφού αναφέρει την κατ’ αυτόν ερμηνεία των άνω διατάξεων σε θεωρητικό επίπεδο, όπως και αυτή των άρθρων 302 και 28ΠΚ.
καταλήγει ότι αν το Εφετείο εφάρμοζε σωστά τις άνω διατάξεις και το νόμο, θα δεχόταν ότι ο αποβιώσας ευθυνόταν αποκλειστικά για το θανάσιμο τραυματισμό του .Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον καμία αναφορά συγκεκριμένου νομικού σφάλματος εκθέτει ο αναιρεσείων κατά την ερμηνεία και την υπαγωγή των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης στις ανωτέρω διατάξεις ,ούτε και συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν κατά την ίδια διαδικασία, αφετέρου δε, διότι, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559παρ.1ΚΠολΔ (κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου των άνω αναιρετικών λόγων, αφού ο αναιρεσείων ούτε αυτή την παράβαση επικαλείται) επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου(αρθρ.562παρ.1ΚΠολΔ).
Ο από το άρθρο 559 αρ. 11α’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζήτησης (άρ.106), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά .
Έτσι, αν το δικαστήριο, στην περίπτωση κατά την οποία αμφισβητηθεί η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου η προσβληθεί αυτό ως πλαστό, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει κατά νόμο την άρνηση της γνησιότητάς του ή την περί πλαστότητας ένσταση,(εφόσον έχει προβληθεί παραδεκτά),λάβει υπόψη του το έγγραφο αυτό, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11α’ ΚΠολΔ, αφού εκτιμά έγγραφο, πριν διαπιστώσει αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 72/2008, ΑΠ 655/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με τις από 5-5-2014 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, είχε ισχυριστεί ότι το επιγραφόμενο ως ...έγγραφο ,ήταν πλαστό, με την έννοια, ότι οι με τις ίδιες προτάσεις κατονομαζόμενοι, είχαν θέσει σ’ αυτό επαγγελματική σφραγίδα όμοια με την δική του και πάνω από αυτή τη λέξη <εργολάβος>.
Καίτοι όμως ο άνω ισχυρισμός του ήταν απαράδεκτος, εφόσον δεν είχε προσκομίσει ,όπως όφειλε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ., τα αποδεικτικά της πλαστότητας έγγραφα, ούτε και είχε αναφέρει ονομαστικά, στις προαναφερόμενες προτάσεις που υπέβαλε στο Εφετείο, τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της πλαστότητας(ΑΠ529/2011,979/2010),το Εφετείο, όπως ήδη προέκυψε από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο, δεχόμενο, ότι "....ο ισχυρισμός του...(ήδη αναιρεσείοντος) ότι η λέξη εργολάβος τέθηκε εκ των υστέρων ουδόλως αποδείχθηκε".
Επομένως , παραδεκτώς, κατόπιν αυτού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και το ανωτέρω έγγραφο και δεν συντρέχει η επικαλούμενη ,κατ’ εκτίμηση των λοιπών αναιρετικών λόγων του αναιρεσείοντος, πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.11αΚΠολΔ.Η αναφορά στους ίδιους αναιρετικούς λόγους, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το γνήσιο έγγραφο που προσκόμισε και επικαλέστηκε, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ίδια υποθετική αναιρετική πλημμέλεια λόγω της πλήρους αοριστίας της ,αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιό συγκεκριμένο έγγραφο ήταν αυτό.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495παρ.4ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176, 183),που δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση του Μ. Κ. για αναίρεση της 4531/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων(1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ