Supreme Court allows appeal against First Instance Court decision due to procedural error in applying civil code provisions.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court granted the appeal against the First Instance Court's decision, remanding the case for retrial. The appellants argued that the lower court violated substantive law by misinterpreting Article 1012 of the Civil Code regarding land access rights. The Court found the First Instance Court had failed to apply the correct legal provisions, necessitating a new trial with a different judge.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial when the First Instance Court, acting as a Court of Appeal, fails to apply substantive law correctly, thereby violating the principle of legal certainty.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 971 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 971/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Ι. και Α., 2) Σ. Π. του Χ. και Ε., συζ. Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λιάρο, και κατέθεσαν προτάσεις Της αναιρεσιβλήτου: Α. - Θ. Α. του Α. και Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Παπαγεωργίου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε Ειρηνοδικείο Λαυρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9528/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 9528/ 2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου την από 02.02.2018 αγωγή τους κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία, εξέτεθαν ότι είναι αποκλειστικά κύριοι δύο όμορων αγρών, που βρίσκονται στη θέση "..." της περιοχής "..." του Δήμου Κέας, εμβαδού 6.700 τ.μ.
έκαστος, οι οποίοι είναι περίκλειστοι, στερούμενοι επικοινωνίας με την παρακείμενη αγροτική οδό που συνδέεται με την επαρχιακή οδό Χώρας - .... Επικαλούμενοι δε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είναι κυρία του όμορου προς νότο ακινήτου και έχει πρόσβαση προς τον αγροτικό δρόμο, ζήτησαν να τους παράσχει από το ακίνητο της την προτεινόμενη από τους ίδιους και αναλυτικά περιγραφόμενη συγκεκριμένη δίοδο εμβαδού 1.294,38 τ.μ., έναντι ανάλογης αποζημίωσης ποσού 3.235,95 ευρώ από τον καθένα από αυτούς.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 24/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, η οποία την απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την 9528/2021 απόφασή του την δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε κατ'ουσίαν.
Κατά της ως άνω 9528//2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, στρέφεται η από 21.12.2021 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ., αν το ακίνητο στερείται της αναγκαίας διόδου προς την οδό, ο κύριος αυτού δικαιούται να απαιτήσει από τους γείτονες δίοδο έναντι ανάλογης αποζημιώσεως. Η κατεύθυνση της οδού και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, στις οποίες αναφέρονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον κύριο ακινήτου αποκλεισμένου από το δρόμο το δικαίωμα να απαιτήσει από τους γείτονες δίοδο προς το δρόμο, συνάγονται πλην άλλων τα εξής: 1) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, αλλά και εκείνο του οποίου μπορεί μεν να επιτευχθεί η επικοινωνία, αλλά απαιτούνται γι'αυτό μεγάλα τεχνικά έργα και υπερβολικές δαπάνες δυσανάλογες προς την αξία της ιδιοκτησίας, ή όταν το έδαφος του δρόμου δια μέσου του οποίου το ακίνητο επικοινωνεί με το δημόσιο δρόμο, παρουσιάζει τέτοια κλίση ώστε να είναι αδύνατη και επικίνδυνη η διάβαση ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό, ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου.
Υπό την ανωτέρω έννοια του περίκλειστου, τέτοιο είναι και εκείνο το ακίνητο του οποίου η επικοινωνία με οδό, κατά τα άνω, γίνεται με τη χρησιμοποίηση διόδου μέσω γειτονικού ακινήτου, χωρίς προς τούτο δικαίωμα εμπράγματο ή ενοχικό, αλλά απλώς κατ'ανοχή ή παρεχόμενη άδεια του ιδιοκτήτη γειτονικού ακινήτου. (ΑΠ 1149/2018 ΑΠ 314/2001, ΑΠ 443/1994).
Η άποψη αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι σκοπός του νόμου (άρθρα 1012, 1013 ΑΚ) είναι η απόκτηση της αναγκαίας διόδου υπό τη μορφή εμπράγματης δουλείας οδού, ώστε με τη λειτουργία της το περίκλειστο ακίνητο να έχει στο εξής ικανή πρόσβαση σε κοινόχρηστο δρόμο, και να γίνεται πλέον ανεμπόδιστα η κατά προορισμό οικονομική του εκμετάλλευση. (ΑΠ 1453/2010). 2) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού.
Ωφέλεια πέραν από τα όρια αυτά που αφορά απλώς και μόνον ιδιότροπη προσωπική επιθυμία του κυρίου του περίκλειστου ακινήτου ή επιθυμία του για μεγαλύτερη άνεση ή εξοικονόμηση όχι δυσανάλογης δαπάνης, δεν λαμβάνεται υπόψη. Η απαίτηση και η παροχή της διόδου δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο της ουσίας των γειτόνων, που αποτελεί γενικό κριτήριο για την οριοθέτηση της σχετικής υποχρεωσής τους. 3) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει αυτή να ακολουθεί, με την επιλογή της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει και κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων 4) ότι η ανάλογη αποζημίωση την οποία ο κύριος του περίκλειστου ακινήτου πρέπει να καταβάλει στην κύριο του γειτονικού ακινήτου για την παροχή της διόδου είναι εκείνη που καλύπτει κάθε ζημία, που προξενείται στον τελευταίο από την παροχή της διόδου κατά τις γενικές διατάξεις (298 ΑΚ).
Η οφειλόμενη αυτή αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου, αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών του ακινήτου από αυτήν και περιλαμβάνει ειδικότερα τη μείωση καθ' εαυτήν της αξίας του γειτονικού ακινήτου, που προέρχεται από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του, καθώς και κάθε άλλη ζημία που προέρχεται από την παροχή της διόδου, όπως η βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, η καταστροφή τεχνικών έργων κλπ.
Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η αγωγή για την παροχή διόδου ασκείται κατά του κυρίου του γειτονικού ακινήτου από το οποίο επιδιώκεται η δίοδος και το οποίο μεσολαβεί μεταξύ του ακινήτου αυτού και του δρόμου, αν δε μεσολαβούν περισσότερα ακίνητα απευθύνεται κατά των κυρίων όλων των ακινήτων αυτών.
Αν όμως υπάρχουν περισσότεροι από ένας δρόμοι με τους οποίους μπορεί να συνδεθεί το ακίνητο του ενάγοντος με δίοδο, παρεχόμενη κατά τις παραπάνω διατάξεις, ο τελευταίος δεν υποχρεούται να απευθύνει την αγωγή του κατά των κυρίων όλων των ακινήτων που παρεμβάλλονται μεταξύ του ακινήτου του και όλων αυτών των δρόμων.
Στην περίπτωση αυτή απόκειται στην υπεράσπιση του εναγομένου να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η διέλευση της διόδου από άλλο γειτονικό ακίνητο, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει, είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σύγκριση με το δικό του και (ή) ότι ανταποκρίνεται καλλίτερα στην οικονομική χρησιμότητα του περίκλειστου.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, καθ' όσον αφενός προϋποθέτει αληθινά τα περιστατικά που αποτελούν τη βάση της αγωγής (1012, 1013 ΑΚ) και αφετέρου περιλαμβάνει νέα γεγονότα δηλαδή την ύπαρξη άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε , αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1979/2020, ΑΠ 1103/2011).
Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).
Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 9528/2021 απόφασης το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιον του, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, τα εξής: "Δυνάμει του υπ'αριθ. ...
συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Γ. που μεταγράφηκε νόμιμα... ο πρώτος των εναγόντων κατέστη κύριος ενός αγρού που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής "..." του Δήμου Κέας, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, άρτιου και οικοδομήσιμου, ο οποίος εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Σ-Ε στο συνημμένο στην υπό κρίση αγωγή από Οκτώβριο 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Δ., έχει έκταση σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης 6.700 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση 6.003,09 τ.μ. και συνορεύει κατά τη νότια - νοτιοανατολική πλευρά του με το ακίνητο της εναγομένης επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 58,70 μέτρων. Εξάλλου, δυνάμει του υπ'αριθ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα...
η δεύτερη ενάγουσα κατέστη κυρία ενός αγρού που βρίσκεται στην ίδια θέση , άρτιου και οικοδομήσιμου , ο οποίος εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Σ-Λ-Μ- Ν-Ξ-Q-A στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα, έχει έκταση σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης 6.700 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση 6.010,31 τ.μ. και συνορεύει κατά τη νότια-νοτιοανατολική πλευρά του με το ακίνητο της εναγομένης επί πλευράς Α-Β-Γ-Δ-Ε μήκους 62,65 μέτρων και κατά τη βόρεια - βορειοανατολική πλευρά του με το ακίνητο του πρώτου ενάγοντος επί πλευράς Λ-Σ-Ε μήκους 104,94 μέτρων.
Στους δικαιοπαρόχους Ι. και Γ. Σ. του Ι., οι παραπάνω αγροί είχαν περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ως ένα ενιαίο ακίνητο έκτασης 13.400 τ.μ. δυνάμει του υπ αριθ. ... συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών ... που μεταγράφηκε νόμιμα... ως τμήμα μείζονος αγρού έκτασης 40.200 τ.μ., της διανομής αυτής γενομένης μεταξύ των άνω δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των Π.
Μ. του Ε. και Μ. συζύγου Π. Μ., το γένος Ε. Μ.. Η εναγομένη , η οποία είναι κληρονόμος του Α. Β. του Χ., κατέχει με διάνοια κυρίου από το έτος 2013, όπως συνομολογεί και η ίδια, το όμορο, προς νότον, σε σχέση με τα ακίνητα των εναγόντων, ακίνητο, επιφανείας 4.428 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται ως "ΤΜΗΜΑ 4" στο από Νοέμβριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ι.
Γ., που προσαρτάται στο υπ'αριθ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π. και εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Τα-Σ-Ρ-Υ-Φ- Β, συνορεύει δε βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά Γ-Δ-Ε-Ζ 256,16 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Π. και πλέον σήμερα τμήμα αυτής μήκους 121,35 μέτρων με τις ιδιοκτησίες των εναγόντων, ανατολικά εν μέρει σε πλευρά Ζ-Η προσώπου 16,84 μέτρων με αγροτικό δρόμο που οδηγεί στον επαρχιακό δρόμο Χώρας - ...
και εν μέρει σε πλευρά Υ-Φ 46,80 μέτρων με το υπ'αριθ. 2 τμήμα του όλου αγρού, νότια εν μέρει σε τεθλασμένη πλευρά Η-Τ-Σ-Ρ μέτρων 99,86 με το υπ'αριθ. 1 τμήμα του όλου αγρού και εν μέρει σε πλευρά Ρ-Υ 54,32 μέτρων με το υπ'αριθ. τμήμα 2 του όλου αγρού, νοτιοανατολικά σε πλευρά Φ-Β 30 μέτρων με το υπ'αριθ. 5 τμήμα του όλου αγρού και νοτιοδυτικά σε πλευρά Β-Γ 97,53 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.
Π.. Δυνάμει του προαναφερθέντος υπ'αριθ. ... συμβολαίου, ο Α. Β. του Χ. προέβη σε κατάτμηση ενός μείζονος αγρού έκτασης 21.550 τ.μ. ιδιοκτησίας του, από την οποία προέκυψαν πέντε (5) τμήματα και ειδικότερα το "ΤΜΗΜΑ 1" εμβαδού 4.006 τ.μ., το "ΤΜΗΜΑ 2" 5.105 τ.μ. εμβαδού 4.008 τ.μ., το "ΤΜΗΜΑ 3" εμβαδού 4.003 τ.μ., το "ΤΜΗΜΑ 4" εμβαδού 4.428 τ.μ.
και το "ΤΜΗΜΑ 5" εμβαδού 5.105 τ.μ. Όλα δε τα τμήματα σχηματίσθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν πρόσβαση στην αγροτική οδό που επικοινωνεί με την επαρχιακή οδό Χώρας - ..., χωρίς να χρειάζεται ο κύριος κάθε τμήματος να διέρχεται μέσα από άλλο τμήμα, και ταυτόχρονα να είναι άρτια και οικοδομήσιμα. Γι'αυτό το λόγο, το ακίνητο που νέμεται η εναγομένη έχει σχήμα "σ".
Από τα παραπάνω τμήματα αγρού τα υπ'αριθ. 1 και 5 ο Α. Β. τα παραχώρησε λόγω γονικής παροχής στον υιό του Χ. Β., ενώ το υπ'αριθ. 2 το δώρισε στην εγγονή του Η. Θ.. Ο άνω αρχικός κύριος απεβίωσε στις 9-1-2012 και με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ'αριθ. 1689/8-3-2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ'αριθ. 468/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατέλειπε στην εναγόμενη εγγονή του το "ΤΜΗΜΑ 4" του άνω αγρού.
Την εν λόγω κληρονομιά η εναγομένη δεν αποποιήθηκε .... και έκτοτε, όπως προαναφέρθηκε, κατέχει το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου. Περαιτέρω, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από την εναγομένη από Μάιο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Γ., ότι στο μέσον του ανατολικού ορίου του ακινήτου του πρώτου των εναγόντων, το οποίο φέρει στο ως άνω τοπογραφικό τον αριθμό 2, υφίσταται δρόμος - δίοδος, απεικονιζόμενος στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα σε χρώμα πράσινο, ο οποίος διέρχεται ενδιάμεσα από τα όμορα προς ανατολάς των ακινήτων των εναγόντων ακίνητα, που απεικονίζονται με τα στοιχεία 5 και 4 , και τα οποία, όπως και αυτά των εναγόντων , έχουν προέλθει από την κατάτμηση του αγρού επιφανείας 40.200 τ.μ.
που έλαβε χώρα δυνάμει του προμνησθέντος υπ'αριθ. ... συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών .... Ο εν λόγω δρόμος, που φέρει προσδιοριστικά στοιχεία στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα 29, 30, 31, 33, 7, 8, 9 , καταλήγει στην αγροτική οδό προς την οποία ζητούν οι ενάγοντες πρόσβαση μέσω του ακινήτου της εναγομένης.
Είναι σαφές ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων επισκέπτονταν το ενιαίο, μέχρι το έτος 2002 ακίνητο τους από τη συγκεκριμένη οδό που εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με χρώμα πράσινο, η οποία είχε αφεθεί από τους συγκυρίους του αρχικού ακινήτου έκτασης 40.200 τ.μ. για την εξυπηρέτηση των επί μέρους τμημάτων που δημιουργήθηκαν με την προαναφερθείσα διανομή που έλαβε χώρα το έτος 1993.
Κατόπιν το έτος 2002, όταν τα αδέλφια Ε. Σ., Μ. Σ. και Γ. Σ., μεταβίβασαν το ακίνητο τους που είχε έκταση 13.400 τ.μ. στους ενάγοντες, ως δύο χωριστούς και αυτοτελείς αγρούς έκτασης 6.700 τ.μ. έκαστος, οι ενάγοντες επισκέπτονταν τα ακίνητά τους από την ίδια οδό, όπως έπρατταν και οι προκάτοχοι τους, κατ' ανοχή των ιδιοκτητών των παρόδιων ακινήτων (Β.
Μ., Α. Ψ. θυγατέρας Μ. Μ., Γ. Μ., Σ. Π. και Μ. Σ.). Γεγονός είναι ότι η οδός αυτή δεν απέκτησε κοινόχρηστο χαρακτήρα, αφού βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, δεν υπήρξε σχετική δήλωση παραίτησης των ιδιοκτητών από το δικαίωμα της κυριότητας στο υπ'αριθ. ... συμβόλαιο διανομής, ούτε αυτή (οδός) σχηματίσθηκε προ της ισχύος του Ν. 651/1977 (άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 720//1977).
Έτσι πρόκειται για ιδιωτική οδό που αφέθηκε από τους συνιδιοκτήτες του αρχικού αγρού των 40.200 τ.μ. για την εξυπηρέτηση των παρόδιων επιμέρους ακινήτων που δημιουργήθηκαν με την διανομή του έτους 1993 και εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας σε βάρος της οποίας δημιουργήθηκε, Για το λόγο αυτό, άλλωστε, στα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια των εναγόντων, δυνάμει των οποίων η ιδιοκτησία τους κατατμήθηκε σε δύο τμήματα εμβαδού 6.700 τ.μ.
έκαστο, εκ των οποίων το πρώτο (αυτό που αγόρασε ο πρώτος ενάγων) είχε πρόσβαση στην εν λόγω ιδιωτική οδό, ενώ το δεύτερο (αυτό που αγόρασε η δεύτερη ενάγουσα) κατέστη περίκλειστο, περιλήφθηκε όρος, κατά τον οποίο πιστώθηκε ποσό 8.805,15 Ε από το συμφωνηθέν για κάθε ακίνητο τίμημα, για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών από την υπογραφή των συμβολαίων, υπό την προϋπόθεση οι πωλητές να προσκομίσουν στους αγοραστές πιστοποιητικό ή βεβαίωση ή οποιοδήποτε δημόσιο έγγραφο ή δικαστική απόφαση με τα οποία θα εξασφαλίζεται δρόμος προσπέλασης για το ακίνητο κάθε αγοραστή.
Σημειωτέον ότι οι ενάγοντες δεν έκαναν καμία αναφορά στην υπό κρίση αγωγή τους για την ύπαρξη του παραπάνω όρου στα συμβόλαιά τους, ενώ μετά την επίκληση αυτού από την εναγομένη, ουδεμία πάλι ουσιαστική αναφορά έκαναν στην προσθήκη και αντίκρουσή τους, αλλά ούτε και στην υπό κρίση έφεση, και ουδέν εκθέτουν αναφορικά με το εάν τελικά ο όρος αυτός εκπληρώθηκε και με ποιον τρόπο.
Η ύπαρξη της επίμαχης ιδιωτικής οδού επιβεβαιώνεται και από το απόσπασμα ορθοφωτογραφίας Ε.Κ.Χ.Α. και το απόσπασμα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού που συμπεριλαμβάνονται στο από Μάιο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Γ., καθώς ακόμη και από τις πρόσφατες φωτογραφίες που μετ' επικλήσεως προσκομίζει η εναγομένη.
Επίσης, το γεγονός ότι υφίσταται η συγκεκριμένη ιδιωτική οδός αποδεικνύεται και από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την εναγομένη συμβόλαια αγοραπωλησίας των ιδιοκτητών των όμορων ιδιοκτησιών που προέκυψαν από την κατάτμηση του αρχικού αγρού, από την οποία (κατάτμηση) προέκυψαν και τα ακίνητα των εναγόντων.
Ειδικότερα, από τα υπ'αριθ. ... και ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Α. Κ. και Β. Γ. αντίστοιχα, που αφορούν το υπ'αριθ. 5 ακίνητο και το υπ'αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Ι. που αφορά το υπ'αριθ. 4 ακίνητο, όπως αυτά απεικονίζονται στο από Μάιο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Γ., προκύπτει ότι πράγματι υφίσταται ο εμφαινόμενος σε αυτό (τοπογραφικό διάγραμμα) με πράσινο χρώμα ιδιωτικός δρόμος, που μνημονεύεται σε αυτά και συγκεκριμένα "...
βορειοδυτικά με αγροτικό δρόμο... νοτιοανατολικά με αγροτικό δρόμο (υπ'αριθ. ... και ... συμβόλαια), "νοτιοανατολικά με αγροτικό δρόμο..." (υπ'αριθ. ... συμβόλαιο). Ακόμη, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες, από το έτος 2002 που απέκτησαν τα ακίνητά τους , μέχρι και το έτος 2018 που άσκησαν την υπό κρίση αγωγή, ήτοι 16 ολόκληρα χρόνια είχαν πρόσβαση σε αυτά δια μέσου της ιδιωτικής οδού υπό την ανοχή των ιδιοκτητών των παρόδιων ακινήτων.
Τούτο, προκύπτει από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της εναγομένης ο οποίος αναφέρει κατά λέξη τα εξής: "Επειδή τόσο εγώ όσο και οι συγγενείς μου διαθέτουμε γειτονικά ακίνητα με αυτό της Α. Α., προερχόμενα από την κατάτμηση μεγαλύτερου ακινήτου του πατρός μου... είμαι σε άριστη θέση να γνωρίζω ότι ποτέ δεν περιμέναμε από τους προς βορράν γείτονές μας (οικογένειες Μ. - Σ.
και τους μετέπειτα αγοραστές, όπως το ζεύγος Κ.) να ζητήσουν δουλεία διόδου από τα δικά μας ακίνητα, όχι μόνο διότι το δικό τους ευρύτερο κτήμα διέθετε πρόσβαση σε δρόμο και επομένως κάλλιστα θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε αυτόν όλα τα ακίνητα που προέκυψαν από την κατάτμηση του μεγαλύτερου ακινήτου, αλλά και διότι επί δεκαετίες ολόκληρες ποτέ δεν μας είχαν ενοχλήσει για κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα εισέρχονταν στα ακίνητά τους, χωρίς καθόλου να χρειάζονται προς τούτο το δικό μας ακίνητο".
Αντίθετα, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι όλα αυτά τα χρόνια για την είσοδο στα ακίνητά τους χρησιμοποιούσαν την προτεινόμενη δίοδο μέσα από το ακίνητο που νέμεται η εναγομένη, ουδόλως αποδεικνύεται, αφού και η ίδια η μάρτυρας απόδειξης και θυγατέρα τους δεν το επιβεβαίωσε στην ένορκη βεβαίωσή της. Πέραν τούτου, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, το προαναφερθέν απόσπασμα ορθοφωτογραφίας Ε.Κ.Χ.Α.
και το απόσπασμα της Γ.Υ. Σ. αποδεικνύεται ότι τα ακίνητα των εναγόντων χωρίζονται από το ακίνητο που νέμεται η εναγομένη με παλαιό τοιχίο από ξερολιθιά, καθ' όλο το μήκος των πλευρών που συνορεύουν. Επίσης, ουδόλως αποδεικνύεται ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι χρήση της προτεινόμενης διόδου κάνουν ήδη η εξαδέλφη της εναγομένης Η.
Θ., καθώς και ο θείος της Χ. Β.. Και τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η Η. Θ. (ιδιοκτήτρια του "Τμήματος 2" του αρχικού αγρού του Α. Β.) και ο Χ. Β. (ιδιοκτήτης του "Τμήματος 1" και του "Τμήματος 5" του αρχικού αγρού του Α. Β.) είχαν εξαρχής με τον τρόπο που έγινε η κατάτμηση του αγρού των 21.550 τ.μ., πρόσβαση στην επίδικη αγροτική οδό μέσω των δικών τους ακινήτων.
Με τον ίδιο τρόπο, μέσω δηλαδή του ακινήτου που νέμεται η ίδια, σχήματος "σ", είχε πρόσβαση στην αγροτική οδό και η εναγομένη. Ουδόλως αποδεικνύεται λοιπόν, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η προτεινόμενη δίοδος αποτελεί διαμορφωμένη ήδη οδό που χρησιμοποιείται και από τρίτους. Μετά ταύτα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποκλείεται στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμογή της ΑΚ 1012..., διότι υπάρχει ιδιωτική οδός διερχόμενη από άλλα γειτονικά ακίνητα, δια μέσου της οποίας, βάσει των αντικειμενικών συνθηκών και κατ'ανοχή των ιδιοκτητών της, είναι δυνατή η επικοινωνία των ακινήτων των εναγόντων με την υφιστάμενη προς ανατολάς αυτών αγροτική οδό, και με παρεμβολή όσο αφορά το ακίνητο της δεύτερης των εναγόντων του ακινήτου ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγόντων, ο οποίος, όντας και σύζυγος της δύναται να της παραχωρήσει δίοδο μέσω του δικού του ακινήτου.
Εξάλλου η οδός αυτή εξυπηρετεί επαρκώς μέχρι σήμερα τις επικαλούμενες με την κρινόμενη αγωγή ανάγκες προσπέλασης προς τα ακίνητα των εναγόντων , αφού μπορούν να διέρχονται ακώλυτα απ'αυτή με τροχοφόρα οχήματα. Άλλως σε κάθε περίπτωση, η προτεινόμενη από τους ενάγοντες δίοδος, όπως αυτή αποτυπώνεται στο συνημμένο στην αγωγή τους από Οκτώβριο 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Δ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-α-Ζ-Β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-ι-κ-λ-μ-ν-Α, συνολικού εμβαδού 1.294,38 τ.μ., πλάτους κατά μέσο όρο 5 μέτρων και η οποία συνορεύει βόρεια - βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Σ-Ε-α-Ζ-Β-γ-Γ-ε-ζ συνολικού μήκους 197 μέτρων εν μέρει με τα αγροτεμάχια των εναγόντων και εν μέρει με ιδιοκτησία Μ.- Μ., βόρεια-βορειοανατολικά επί προσώπου μέτρων 17,50 με αγροτική οδό που οδηγεί προς την επαρχιακή οδό Χωράς - ..., νότια-νοτιοανατολικά επί πλευράς η-θ-ι-κ-λ-μ-ν συνολικού μήκους 196,35 μέτρων εν μέρει με υπόλοιπη έκταση του αγρού της εναγομένης, εν μέρει με τον υπ'αριθ. 2 αγρό ιδιοκτησίας Η.
Θ. και εν μέρει με τον υπ'αριθ. 1 αγρό ιδιοκτησίας Χ. Β. και νότια-νοτιοδυτικά επί πλευράς ν-α μήκους 5,45 μέτρων με γειτονική ιδιοκτησία Π., διερχόμενη από το βόρειο τμήμα του αγρού που νέμεται η εναγομένη, είναι ιδιαίτερα επαχθής για την τελευταία, καθώς θα καταλάβει όλο το βόρειο τμήμα του, μήκους 121,35 μέτρων, το οποίο μάλιστα, είναι αυτό που έχει θέα προς τη θάλασσα.
Περαιτέρω, α) η δίοδος που προτείνουν οι ενάγοντες, έχουσα εμβαδό 1.281,41 τ.μ. καλύπτει πολύ μεγάλο ποσοστό και δη το 35% της συνολικής επιφάνειας του δουλεύοντος ακινήτου, επιβαρύνει δηλαδή αυτό δυσανάλογα, β) δεν ζητείται η εντελώς απαραίτητη δίοδος για την πρόσβαση στα ακίνητα των εναγόντων, όπως ο νόμος ορίζει, αλλά μία πολυτελής δουλεία διόδου, εκτεινόμενη σε όλο το μήκος των ορίων των ακινήτων των διαδίκων, με βάση την οποία οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα να εισέρχονται στα ακίνητά τους απ' όπου αυτοί θα επιλέγουν κάθε φορά σε μέτωπο μήκους 121,35 μέτρων, σε βάρος πάντα της ιδιοκτησίας της εναγομένης, και γ) οι ενάγοντες, ενώ είναι σύζυγοι, επιθυμούν τα δικά τους ακίνητα να μην έχουν καμία επιβάρυνση, αλλά να επιβαρυνθεί αποκλειστικά το ακίνητο που νέμεται η εναγομένη, καθ'όλο το βόρειο μήκος του, ενώ θα μπορούσε να ζητήσει δουλεία σε βάρος της μόνο ο πρώτος ενάγων, και μάλιστα μόνο μέχρι το ανατολικό όριο του αγρού του και όχι σε όλο το μήκος του νότιου ορίου αυτού, και στη συνέχεια ο ίδιος, σε βάρος του δικού του ακινήτου, να παραχωρήσει δουλεία διόδου στη σύζυγο του μέσω του δικού του ακινήτου...".
Με βάση τα παραπάνω το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως. Ειδικότερα, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε : 1) ότι τα συνεχόμενα ακίνητα (αγροί) την κυριότητα των οποίων απέκτησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αντίστοιχα, με τα νόμιμα μεταγραμμένα ...
και ... συμβόλαια αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Γ., τα οποία βρίσκονται στη θέση "..." της περιοχής "..." του Δήμου Κέας, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, είναι άρτια και οικοδομήσιμα, 2) ότι οι παραπάνω αγροί είχαν περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από τους δικαιοπάροχους τους - πωλητές αυτών Ε., Μ.
και Γ. Σ. του Ι., ως ένα ενιαίο ακίνητο έκτασης 13.400 τ.μ., δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ως τμήμα μείζονος αγρού έκτασης 40.200 τ.μ., της διανομής αυτής γενομένης μεταξύ των άνω δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των Π. Μ. του Ε. και Μ. συζύγου Π. Μ., το γένος Ε.
Μ., 3) ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κληρονόμος του Α. Β. του Χ., κατέχει με διάνοια κυρίου από το έτος 2013, το όμορο, προς νότο, σε σχέση με τα ακίνητα των εναγόντων, ακίνητο, επιφανείας 4.428 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται ως "ΤΜΗΜΑ 4" στο από Νοέμβριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ι.
Γ., που προσαρτάται στο υπ'αριθ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π., δυνάμει του οποίου ο Α. Β. του Χ. προέβη σε κατάτμηση ενός μείζονος αγρού έκτασης 21.550 τ.μ. ιδιοκτησίας του, 4) ότι από την κατάτμηση αυτή προέκυψαν πέντε (5) τμήματα όπως αυτά προσδιορίζονται κατά το εμβαδόν τους στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία, άπαντα, σχηματίσθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν πρόσβαση στην αγροτική οδό που επικοινωνεί με την επαρχιακή οδό Χώρας - ..., χωρίς να χρειάζεται ο κύριος κάθε τμήματος να διέρχεται μέσα από άλλο τμήμα, και ταυτόχρονα να είναι άρτια και οικοδομήσιμα 5) ότι από τα παραπάνω τμήματα αγρού τα με αριθμούς 1 και 5 ο Α.
Β. τα παραχώρησε λόγω γονικής παροχής στον υιό του Χ. Β., ενώ το με αριθμό 2 το δώρισε στην εγγονή του Η. Θ., το δε τμήμα 4, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα κατέχει με διάνοια κυρίας η εναγομένη, περιήλθε σε αυτήν, εγγονή του Αναστασίου Βλάχου του Χρήστου με βάση την από ... ιδιόγραφη διαθήκη αυτού, που αποβίωσε την 9.1.2012, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ'αριθ. 1689/8-3-2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία, με την υπ'αριθ. 468/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, 6) ότι στο μέσον του ανατολικού ορίου του ακινήτου του πρώτου των αναιρεσειόντων υφίσταται δρόμος - δίοδος, διερχόμενος ενδιάμεσα από τα όμορα προς ανατολάς των ακινήτων των αναιρεσειόντων ακίνητα, και τα οποία, όπως και αυτά των τελευταίων, έχουν προέλθει από την κατάτμηση του αγρού επιφανείας 40.200 τ.μ.
που έλαβε χώρα δυνάμει του ως άνω νόμιμα μεταγραμμένου ... συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών ..., καταλήγει δε ο δρόμος αυτός στην αγροτική οδό προς την οποία ζητούν οι ενάγοντες πρόσβαση μέσω του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε αφεθεί από τους (συγ)κυρίους του αρχικού ακινήτου έκτασης 40.200 τ.μ.
για την εξυπηρέτηση των επί μέρους τμημάτων που δημιουργήθηκαν με την προαναφερθείσα διανομή. 7) ότι η οδός αυτή ευρισκόμενη εκτός σχεδίου πόλεως δεν απέκτησε κοινόχρηστο χαρακτήρα , δεν υπήρξε σχετική δήλωση παραίτησης των ιδιοκτητών από το δικαίωμα της κυριότητας στο υπ'αριθ. ... συμβόλαιο διανομής, ούτε αυτή (οδός) σχηματίσθηκε προ της ισχύος του Ν. 651/1977 (άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 720/1977), οπότε πρόκειται για ιδιωτική οδό που αφέθηκε από τους συνιδιοκτήτες του αρχικού αγρού των 40.200 τ.μ.
για την εξυπηρέτηση των παρόδιων επιμέρους ακινήτων που δημιουργήθηκαν με την διανομή του έτους 1993 και εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας σε βάρος της οποίας δημιουργήθηκε. 8) ότι η ύπαρξη της επίμαχης ιδιωτικής οδού επιβεβαιώνεται από το απόσπασμα ορθοφωτογραφίας Ε.Κ.Χ.Α. και το απόσπασμα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού που συμπεριλαμβάνονται στο από Μάιο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι.
Γ., ακόμη και από τις πρόσφατες φωτογραφίες, από τα συμβόλαια αγοραπωλησίας των ιδιοκτητών των όμορων ιδιοκτησιών που προέκυψαν από την κατάτμηση του αρχικού αγρού, από την οποία (κατάτμηση) προέκυψαν και τα ακίνητα των αναιρεσειόντων. 9) ότι από το έτος 2002 οπότε οι αναιρεσείοντες απέκτησαν τα ακίνητά τους, μέχρι και το έτος 2018 που άσκησαν την υπό κρίση αγωγή, ήτοι επί 16 έτη είχαν πρόσβαση σε αυτά δια μέσου της ιδιωτικής οδού υπό την ανοχή των ιδιοκτητών των παρόδιων ακινήτων. 10) ότι εφόσον υπάρχει ιδιωτική οδός διερχόμενη από άλλα γειτονικά ακίνητα, δια μέσου της οποίας, βάσει των αντικειμενικών συνθηκών και κατ'ανοχή των ιδιοκτητών της, είναι δυνατή επαρκώς και ακώλυτα η επικοινωνία των ακινήτων των αναιρεσειόντων με την υφιστάμενη προς ανατολάς αυτών αγροτική οδό, και με παρεμβολή όσο αφορά το ακίνητο της δεύτερης αναιρεσείουσας του ακινήτου ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος, όντας και σύζυγός της δύναται να της παραχωρήσει δίοδο μέσω του δικού του ακινήτου, αποκλείεται στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμογή της ΑΚ 1012.
Μετά από αυτά δέχθηκε επί πλέον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι, σε κάθε περίπτωση από τους αναιρεσείοντες δεν ζητείται η εντελώς απαραίτητη δίοδος για την πρόσβαση στα ακίνητα τους, όπως ο νόμος ορίζει , αλλά μία πολυτελής δουλεία διόδου, εκτεινόμενη σε όλο το μήκος των ορίων των ακινήτων των διαδίκων, με βάση την οποία αυτοί θα έχουν το δικαίωμα να εισέρχονται στα ακίνητά τους απ'όπου αυτοί θα επιλέγουν κάθε φορά σε μέτωπο μήκους 121,35 μέτρων, σε βάρος πάντα της ιδιοκτησίας της εναγομένης, καθόσον η προτεινόμενη από τους ίδιους δίοδος είναι ιδιαίτερα επαχθής για την αναιρεσίβλητη, διότι αυτή, έχουσα εμβαδόν 1.281,41 τ.μ.
καλύπτει πολύ μεγάλο ποσοστό και δη το 35% της συνολικής επιφάνειας του δουλεύοντος ακινήτου, επιβαρύνοντας αυτό δυσανάλογα, θα καταλάβει όλο το βόρειο τμήμα του, μήκους 121,35 μέτρων, το οποίο μάλιστα, είναι αυτό που έχει θέα προς τη θάλασσα. Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο απέρριψε την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων με δύο επάλληλες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και ειδικότερα, με την πρώτη μεν αιτιολογία έκρινε ότι τα συνεχόμενα ακίνητα (αγροί) ιδιοκτησίας τους, δεν έχουν το χαρακτήρα του περίκλειστου ακινήτου κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1012 ΑΚ, του οποίου συνεπώς αποκλείεται η εφαρμογή, ενώ με τη δεύτερη δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση η προτεινόμενη από τους αναιρεσείοντες δεν είναι η κατά τις επιταγές του νόμου εντελώς απαραίτητη δίοδος και αποβαίνει ιδιαίτερα επαχθής για την αναιρεσίβλητη και απολύτως επωφελής για αυτούς για τους προαναφερόμενους λόγους.
Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι αυτή (προσβαλλόμενη) με το να δεχθεί ότι τα συνεχόμενα ακίνητά τους, δεν έχουν τον χαρακτήρα του περίκλειστου, με την αιτιολογία ότι υφίσταται ιδιωτική οδός, διερχόμενη από άλλα γειτονικά ακίνητα, δια της οποίας, κατ' ανοχή των ιδιοκτητών της, είναι δυνατή η επικοινωνία προς την υφιστάμενη προς ανατολάς των ακινήτων αυτών αγροτική οδό, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1012 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι τα συνεχόμενα ακίνητα (αγροί) ιδιοκτησίας τους, δεν έχουν το χαρακτήρα του περίκλειστου ακινήτου κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1012 ΑΚ, και ότι συνεπώς αποκλείεται η εφαρμογή αυτών στην επίδικη υπόθεση, με τις παραδοχές ότι είναι δυνατή επαρκώς και ακώλυτα η επικοινωνία των ακινήτων τους με την υφιστάμενη προς ανατολάς αυτών αγροτική οδό, δια μέσου της διόδου την οποία χρησιμοποιούσαν οι δικαιοπάροχοι τους και οι ίδιοι από τότε που απέκτησαν τα ακίνητα επί 16 έτη με την ανοχή των ιδιοκτητών της , ήτοι κατά παράκληση .
Όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν διαλαμβάνεται, ότι για την επικοινωνία των ακινήτων των αναιρεσειόντων, με την υφιστάμενη προς ανατολάς αυτών ανατολική οδό, υφίσταται ιδιωτική δίοδος η οποία, αφέθηκε από τους συνιδιοκτήτες μείζονος αρχικού αγρού εμβαδού 40.200 τ.μ.
για την εξυπηρέτηση των παρόδιων επιμέρους ακινήτων που δημιουργήθηκαν δυνάμει του 2622/26.5.1993 συμβολαίου διανομής, χωρίς όμως στο συμβόλαιο αυτό να περιληφθεί δήλωση παραίτησης των ιδιοκτητών από το δικαίωμα κυριότητας επί αυτής, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας σε βάρος της οποίας δημιουργήθηκε.
Επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι η ως άνω δίοδος ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστη, επί πλέον δε ότι δεν σχηματίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 651/1977, προ της ισχύος του, δεχόμενο ουσιαστικά, με την αιτιολογία αυτή, ότι η χαρακτηριζόμενη από αυτό ως ιδιωτική οδός, εκτός των άλλων, ουδέποτε κατέστη αγροτική οδός σύμφωνα με τις επικαλούμενες ως άνω διατάξεις του Ν. 651/1977, οι οποίες ορίζουν ότι "ιδιωτικοί οδοί σχηματισθείσαι μέχρι της ισχύος του Ν.651/1977 και εμφαινόμεναι εις τοπογραφικά διαγράμματα κατατεθειμένα ως συμβόλαια, ομοίως προ της ισχύος του Ν.651/1977 καταρτισθέντα, θεωρούνται ως αγροτικοί προς εξυπηρέτησιν των παρ'αυτούς αγροτεμαχίων".
Με βάση τα παραπάνω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν αποκτήσει εμπράγματο η ενοχικό δικαίωμα για τη διέλευση από την ως άνω δίοδο, και ότι αυτή ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστη, αγροτική οδός με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε δηλώθηκε παραίτηση από το δικαίωμα της κυριότητά τους επί αυτής από τους ιδιοκτήτες της στο ως άνω συμβόλαιο διανομής, και εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα των ιδιοκτησιών τους, στη συνέχεια έκρινε ότι τα συνεχόμενα ακίνητά τους δεν έχουν τον χαρακτήρα του περίκλειστου κατά την έννοια του άρθρου 1012 ΑΚ, με τις παραδοχές, ότι είναι δυνατή επαρκώς και ακώλυτα η επικοινωνία αυτών με την υφιστάμενη προς ανατολάς αυτών αγροτική οδό, δια μέσου της επίδικης διόδου την οποία χρησιμοποιούσαν οι δικαιοπάροχοι τους και οι ίδιοι από τότε που απέκτησαν τα ακίνητα (αγρούς) επί 16 έτη με την ανοχή των ιδιοκτητών της, ήτοι κατά παράκληση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1012 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή τους.
Τούτο δε διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, περίκλειστο ακίνητο κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1012 ΑΚ είναι και εκείνο, του οποίου η επικοινωνία με δημόσια οδό γίνεται με τη χρησιμοποίηση διόδου χωρίς δικαίωμα εμπράγματο ή ενοχικό, αλλά απλώς με την ανοχή του ιδιοκτήτη του γειτονικού ακινήτου, ήτοι κατά παράκληση, όπως συμβαίνει και στην επίδικη υπόθεση, καθόσον ο ιδιοκτήτης του γειτονικού ακινήτου που ανέχεται τη χρησιμοποίηση της διόδου προς δημόσιο δρόμο δια της ιδιοκτησίας του, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αμφισβητήσει τη δυνατότητα των ιδιοκτητών των ακινήτων που δεν διαθέτουν άλλη δίοδο προς τούτο να την χρησιμοποιούν, εφόσον αυτοί δεν έχουν αποκτήσει για τα ακίνητά τους εμπράγματο (δουλεία διόδου) ή ενοχικό δικαίωμα για τη διέλευσή τους από αυτήν, το οποίο να τους εξασφαλίζει την ικανή, ανεμπόδιστη και σύμφωνη με την οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων τους πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο.
Συνεπώς, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του είναι βάσιμος.? Επιπροσθέτως, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται μόνο η μία από αυτές , οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ'άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 755/2018). Αλυσιτελείς είναι επίσης οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες. (ΑΠ 65/2023, ΑΠ 1456/2022, ΑΠ 1785/2022, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 656/2021, ΑΠ 238/2020, ΑΠ 981/2019). Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες, οι οποίες εκφέρθηκαν εκ περισσού και δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς και ως εκ τούτου δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία. (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 2017/2022, ΑΠ 1018/2018). Έτσι είναι αλυσιτελής ο λόγος αναίρεσης που πλήττει επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία διατυπώθηκε εκ περισσού, είναι δηλαδή πλεοναστική. (ΑΠ 65/2023, ΑΠ 1339/2022, ΑΠ 799/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του και επάλληλη επικουρική αιτιολογία, για την απόρριψη της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων, δεχόμενο ότι "άλλως, σε κάθε περίπτωση" η προτεινόμενη από αυτούς δίοδος για την επικοινωνία των συνεχόμενων ακινήτων με δημόσια οδό, δεν είναι η κατά τις επιταγές του νόμου εντελώς απαραίτητη δίοδος και αποβαίνει ιδιαίτερα επαχθής για την αναιρεσίβλητη και απολύτως επωφελής για τους ίδιους για τους προαναφερόμενους λόγους.
Την επάλληλη αυτή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης και με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τους οποίους της αποδίδουν αντίστοιχα πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 1013 Α.
Κ και στέρηση νόμιμης βάσης αυτής , λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών της. Ειδικότερα με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, και το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά την εκτίμησή τους, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 1013 ΑΚ και με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, έγινε δεκτό, ότι η προτεινόμενη από αυτούς δίοδος για την επικοινωνία των ακινήτων τους με δημόσιο δρόμο είναι ιδιαίτερα επαχθής για την αναιρεσίβλητη, ενώ κατά τις παραδοχές της, και η ίδια η αναιρεσίβλητη χρησιμοποιεί ως δίοδο για την επικοινωνία του ακινήτου της με την δημόσια οδό την λωρίδα γης με τα αλφαβητικά στοιχεία α ζ β γ δ ε ζ η κ λ μ, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της αιτούμενης από αυτούς διόδου, και η οποία σχηματίσθηκε ακριβώς για το σκοπό να επικοινωνεί η αναιρεσίβλητη μέσω αυτής προς την αγροτική οδό και εκείθεν προς την επαρχιακή οδό Χώρας - ....
Επί πλέον, με τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ενώ τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως αποδεδειγμένα με την προσβαλλόμενη απόφαση αρκούσαν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1013 ΑΚ, κατά τις οποίες το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να καθορίσει την κατεύθυνση της αιτούμενης διόδου και την έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της καθώς και την αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, με την έννοια ότι αυτό είχε τη δυνατότητα να καθορίσει την κατεύθυνση και τις διαστάσεις της αιτούμενης από αυτούς διόδου, από την μικρότερη κατά διαστάσεις και εμβαδόν ως άνω δίοδο από την οποία διέρχεται και η αναιρεσίβλητη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τις εφάρμοσε, αλλά απέρριψε την αγωγή τους.
Οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος τους, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, είναι αλυσιτελείς , διότι με τα μέρη αυτά των ως άνω αναιρετικών λόγων οι αναιρεσείοντες πλήττουν την επικουρική επάλληλη και πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της.
Τούτο δε, διότι, η ανωτέρω κύρια αιτιολογία του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, ότι τα επίδικα συνεχόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων δεν έχουν τον χαρακτήρα του περίκλειστου ακινήτου, κατά την έννοια του άρθρου 1012 ΑΚ ,η οποία θεμελιώνεται με τις παραδοχές ότι είναι δυνατή επαρκώς και ακώλυτα η επικοινωνία αυτών με την υφιστάμενη προς ανατολάς αυτών αγροτική οδό, δια μέσου της επίδικης διόδου την οποία χρησιμοποιούσαν οι δικαιοπάροχοι τους και οι ίδιοι από τότε που απέκτησαν τα ακίνητα (αγρούς) επί 16 έτη με την ανοχή των ιδιοκτητών της, στηρίζει πλήρως και αυτοτελώς κατά νόμο το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, για την παροχή διόδου σε περίκλειστο ακίνητο, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Η ετέρα επάλληλη επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις παραδοχές ότι "άλλως σε κάθε περίπτωση" η προτεινόμενη από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δίοδος, είναι ιδιαίτερα επαχθής για την αναιρεσίβλητη, δεν είναι η απαραίτητη, αλλά αποτελεί πολυτελή δίοδο, η οποία επιβαρύνει μόνο το ακίνητο της τελευταίας ενώ τα συνεχόμενα ακίνητα των αναιρεσειόντων ουδεμία υφίστανται επιβάρυνση, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της, εκφέρθηκε εκ περισσού και είναι πλεοναστική, εφόσον αναγκαία προϋπόθεση ώστε το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να προβεί στον καθορισμό των διαστάσεων και της κατεύθυνσης της αναγκαίας και προσφορότερης διόδου για την επικοινωνία ακινήτου του με δημόσιο δρόμο, αποτελεί η παραδοχή ότι το ακίνητο αυτό είναι περίκλειστο, ενώ στην παρούσα υπόθεση, αντιθέτως, με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κρίθηκε, ότι τα επίδικα ακίνητα ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων δεν έχουν τον χαρακτήρα του περίκλειστου.
Επί πλέον λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ , που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997), αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 142004, ΟλΑΠ 252003, ΑΠ1286/2022, ΑΠ 7332020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).
Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και η ομολογία η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 740/2022, ΑΠ 1093/2020,ΑΠ 827/2020).
Ο αναιρετικός όμως λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται αν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και όχι τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 429/2019, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 754/2013, ΑΠ 171/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό, ήτοι την ένσταση της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή πρότεινε μία όμορη, λιγότερο επαχθή και προσφορότερη παροχή διόδου από εκείνη που ζητούσαν οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους για την επικοινωνία των ακινήτων τους με δημόσιο δρόμο και συγκεκριμένα πρότεινε ως δίοδο λωρίδα γης παράλληλη με την αιτούμενη, αποτυπωμένη στο τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Ι.
Γ. διερχόμενη από γειτονικά ακίνητα και καταλήγουσα σε τμήμα της αιτούμενης διόδου. Επίσης, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, από τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) της αναιρεσίβλητης, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης συνάγεται ομολογία αυτής περί του ότι πράγματι τα ακίνητά τους είναι περίκλειστα, έχουν ανάγκη διόδου και ότι η προτεινόμενη από αυτούς δίοδος δεν είναι επαχθής για την ίδια.
Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, είναι καταρχήν αλυσιτελής, καθόσον οι αναιρεσείοντες και με το αναιρετικό αυτό μέρος πλήττουν την επικουρική επάλληλη και πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την καταλληλότητα ή μη της προτεινόμενης από αυτούς διόδου, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα, δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της.
Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός (ένσταση) περί ύπαρξης άλλης διόδου λιγότερο επαχθούς και επιζήμιας από την αιτούμενη από τους αναιρεσείοντες, προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη και όχι από τους ίδιους.
Όσον αφορά στην αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι από το περιεχόμενο της ένστασης αυτής της αναιρεσίβλητης συνάγεται ομολογία της περί του περίκλειστου χαρακτήρα των ακινήτων τους και της ανάγκης της αιτούμενης παροχής διόδου, αλλά και του ότι η δίοδος αυτή δεν είναι επαχθής για την ίδια, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη η μη λήψη υπόψη ομολογίας δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εφόσον αυτή ως αποδεικτικό μέσο δεν αποτελεί "πράγμα" , κατά την έννοια του λόγου αυτού.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος της μη λήψης υπόψη του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου της δικαστικής ομολογίας, που, όπως ορθά εκτιμάται, ιδρύει την εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία ιδρύεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1080/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019) και όχι και εκείνη εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, (αντίστοιχου του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες.
Όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος από τον αριθμό 11 δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε έφεση κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. (ΑΠ 1019/2023, ΑΠ 740/2022), όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λαυρίου.
Τούτο δε, διότι κατά των αποφάσεων αυτών ιδρύονται μόνο οι αναιρετικοί λόγοι, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται κανένας από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1019/2023, ΑΠ 299/2020, ΑΠ 1032/2019 ΑΠ 994/2019, ΑΠ 886/2018).
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, γενομένου δεκτού, ως βασίμου, του πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώνται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά παραβίαση αυτού παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1012 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή τους και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολο της, η από 21.12.2021 αίτηση αναιρέσεως των ιδίων για αναίρεση της 9528/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση ως προς την ως άνω έφεση τους, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου σε εκείνον που το κατέθεσε και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων κατά το σχετικό αίτημά τους, λόγω εύλογης αμφιβολίας της για την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 ΚΠολΔ εδ. β', όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του Ν. 4842/2021, ισχύει από 1.1.2022 και σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 1β' του ίδιου Ν. 4842/2021 εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9528/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ'εκείνον που το κατέθεσε.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την ως άνω έφεση του αναιρεσειόντων, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης