Supreme Court dismisses appeal for lack of direct intent and procedural defects in civil litigation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment from the Patras Court of Appeal. The appellant argued for a retrial based on alleged confusion and fabricated admissions, while the appellee contended the appeal was baseless and procedurally flawed. The court rejected the appeal because the appellant failed to prove direct intent required for sanctions and did not fully articulate the grounds for reversal.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 564 para. 1 CPolD; Art. 83 para. 1 Law 4790/2021: An appeal is inadmissible if the appellant acts with direct intent to create confusion or fabricates facts, and a rejection of a claim does not constitute a violation of the right to appeal.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 558 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 558/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. Δ. Ε. Ε. ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "Α. Δ. Ε. Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στην Π… και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Ι. Α. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ευστράτιο Καρβέλη και Θεμιστοκλή Κλουκίνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, 230/2017 μη οριστική και 98/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ... αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης της απόφασης, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου (ΑΠ 1301/2022, ΑΠ 951/2019, ΑΠ 124/2013).
Εξάλλου, κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 (ΦΕΚ A' 54/09.04.2021) ορίζεται ότι ''Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021.'' Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμ. 98/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την με αριθμ. 189/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, είχε υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 363.278,00 ευρώ, νομιμοτόκως, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020), διότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην ήδη αναιρεσείουσα στις ..., όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, ενώ η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις ..., εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που άρχισε από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις ..., δεδομένου ότι από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) και της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(ΦΕΚ A' 54/09.04.2021) προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, ήτοι από ..., δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης για την άσκηση αναίρεσης του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1301/2022, ΑΠ 1298/2022).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Από τις διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 3190/1955, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, με τις οποίες ορίζεται ότι "1. Εκτός διαφόρου ρυθμίσεως υπό του καταστατικού οι εταίροι έχουσι δικαίωμα επί των εκ του ετησίου ισολογισμού προκυπτόντων καθαρών κερδών, κατά λόγον των εισφορών αυτών. 2. Εάν εγένετο διανομή κερδών μη πραγματικών οι λαβόντες τοιαύτα εταίροι υποχρεούνται εις απόδοσιν.
Η επί αναζητήσει αγωγή παραγράφεται μετά πέντε έτη από της καταβολής", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ίδιου νόμου, με την οποία ορίζεται ότι η συνέλευσις των εταίρων είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζει, α)...., β)..., γ) Περί εγκρίσεως του ισολογισμού και διαθέσεως των κερδών, δ)..., προκύπτει ότι το δικαίωμα του εταίρου εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, επί των, από τον ετήσιο ισολογισμό, προκυπτόντων καθαρών κερδών, είναι κεκτημένο και απαιτητό από τη λήψη, από τη γενική συνέλευση αυτής, απόφασης όχι μόνον για την έγκριση του ετήσιου ισολογισμού αλλά και για τη διάθεση των καθαρών κερδών από το συνοδεύοντα αυτόν αναλυτικό λογαριασμό "κερδών και ζημιών".
Επομένως, η με απόφαση της γενικής συνέλευσης των εταίρων της Ε.Π.Ε. έγκριση του ισολογισμού και των αρχικών ή τροποποιημένων ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, στις οποίες αποτυπώνονται τα μετ' έλεγχο αποτελέσματα χρήσης της εταιρίας, δεν συνιστούν και απόφαση περί διανομής στους εταίρους των εμφανιζομένων ως επιτευχθέντων κερδών της ελεγχόμενης χρήσης, αλλά απαιτείται προς τούτο ιδιαίτερη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία μπορεί να ληφθεί εγκύρως με την ίδια απόφαση που εγκρίνει τον ισολογισμό και τις άνω καταστάσεις, αφού μέρος των καθαρών κερδών που επιτεύχθηκαν κατά την ελεγχόμενη χρήση πρέπει κατά το άρθρο 24 του ίδιου νόμου να αφαιρεθεί υποχρεωτικά για το σχηματισμό αποθεματικού, μέχρις αυτό να ανέλθει σε ποσοστό του ενός τρίτου του κεφαλαίου, μετά δε το σχηματισμό του αποθεματικού στο εν λόγω ποσοστό, μπορεί με απόφαση των εταίρων τα κέρδη να διανεμηθούν μεταξύ αυτών ή να διατεθούν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από την εταιρία, η σχετική δε αξίωση του εταίρου για την απόδοση του αναλογούντος στη μερίδα του καθαρού κέρδους γεννάται από το χρόνο που λήφθηκε η σχετική προς διανομή των κερδών απόφαση της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 1141/2018, ΑΠ 1732/2008, ΑΠ 1749/1991).
Προδιανομή κερδών δεν επιτρέπεται, σε αντίθεση με τα ισχύοντα επί ανωνύμων εταιρειών, στις οποίες ρητώς προβλέπεται η διανομή προσωρινού μερίσματος υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 46 του ν. 2190/1920. Σε περίπτωση, όμως που για οποιοδήποτε λόγο γίνει διανομή μελλόντων κερδών δημιουργείται, από τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 2 του ν. 3190/1955, απαίτηση της ΕΠΕ προς επιστροφή διανεμηθέντων κερδών μη πραγματικών, ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 904 ή 914 Α.Κ., άρα ανεξαρτήτως της τυχόν καλής πίστης, υπό την οποία τελούσε ο λήπτης και ανεξαρτήτως του αν αυτός έχασε, στη συνέχεια, με οποιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα του εταίρου.
Τούτο διότι κατά τον νομοθέτη, οι εταίροι δύνανται να αποκαλύψουν την απάτη ή το λάθος των διαχειριστών, καθόσον έχουν κάθε ευχέρεια όπως λαμβάνοντας γνώση της πορείας των εταιρικών υποθέσεων και εξετάζουν τα βιβλία και τα έγγραφα της εταιρίας (άρθρ. 34). Διανομή μη πραγματικών κερδών (εικονικών κερδών) υπάρχει ιδίως όταν επιχειρήθηκε τέτοια με ψευδές ή παράνομο ισολογισμό, ή κατά παράβαση αυτού ή χωρίς τη σύνταξη ετήσιου ισολογισμού, όπως και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία έγινε διανομή χρηματικών ποσών ("κερδών") μη ανταποκρινόμενων σε κέρδη αληθώς πραγματοποιηθέντα.
Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 35 παρ. 2 είναι δημόσιας τάξης, ως αποσκοπούσα στη διατήρηση του εταιρικού κεφαλαίου, η διανομή δε κερδών μη πραγματκών αποτελεί εμμέσως διανομή του εταιρικού κεφαλαίου, το οποίο μειούται με βλάβη των συμφερόντων των εταιρικών δανειστών, το οποίο αποτελεί την κύρια εγγύηση για την απουσία εταίρων ευθυνόμενων απεριορίστως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 15/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της με αριθμό ... πράξης που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Αθηνών Γεώργιος Πλέσσιας, και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ... ιδρύθηκε η (αναιρεσείουσα) εταιρία με την επωνυμία "Α.
Ε. Π. Ε. - Τ. Ε. Σ." και ήδη "Α. Δ. Ε. Ε. ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με τον διακριτικό τίτλο "Α. Δ. Ε. ΕΠΕ" με ιδρυτές τη Μ. χήρα Σ. Μ., με συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο 17 εταιρικών μεριδίων, την Κ. Ρ. με συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο 17 εταιρικών μεριδίων και την Α. Χ. με συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο 16 εταιρικών μεριδίων.
Σκοπός της εταιρίας ήταν η ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση τεχνικών και επαγγελματικών σχολών και ινστιτούτων κάθε ειδικότητας και τύπου και ιδιαίτερα επαγγελματικών σχολών, τεχνικών και επαγγελματικών Λυκείων και κάθε φύσεως επαγγελματικού και τεχνικού εκπαιδευτηρίου, σχολής ή Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης.
Διαχειρίστρια της εταιρίας ορίστηκε με την ίδια πράξη η Α. Χ.. Με τη με αριθμό ... πράξη που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Πατρών Βασιλική Ρούσσου - Κάλλια και δημοσιεύθηκε νόμιμα, η Μ. χήρα Σ. Μ. μεταβίβασε τα εταιρικά της μερίδια στην Α. Χ., η οποία με τον τρόπο αυτό απέκτησε 33 εταιρικά μερίδια, και εξήλθε της εταιρίας, ενώ με την με αριθμό ...
πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η εταιρία προέβη σε αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, μετά την οποία στην εταιρεία μετείχαν η Κ. Ρ. και η Α. Χ. με 150 εταιρικά μερίδια έκαστη. Μετά από διάφορες τροποποιήσεις με τη με αριθμό ... πράξη της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η Κ.
Ρ. μεταβίβασε τα εταιρικά της μερίδια στην ανώνυμη εταιρεία "Α. ΑΕ" με αποτέλεσμα η ως άνω ανώνυμη εταιρεία να καταστεί εταίρος της "Α. Δ. Ε. ΕΠΕ" με συμμετοχή 50% στο εταιρικό της κεφάλαιο του υπόλοιπου 50% να ανήκει στην Α. Χ., η οποία περέμενε διαχειρίστρια της Ε.Π.Ε. Η τελευταία και η Κ. Ρ., συνέστησαν επίσης την εταιρεία με την επωνυμία "Α.
C. ΕΠΕ" αλλά και την εταιρεία "Α.. M. Ε. ΕΠΕ", ενώ η Κ. Ρ. και ο σύζυγος της Α. Χ., Γ. Σ. συνέστησαν και την ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Α. Κ. Κ. Ε. Ε.". Εκτός από τη συμμετοχή της Κ. Ρ. και της Α. Χ., σε περισσότερες εταιρίες όπως αναφέρθηκε, η Α. Χ. ήταν ανηψιά του Κ. Ρ. συζύγου της Κ. Ρ. ενώ η τελευταία είχε βαπτίσει τον υιό της Α.
Χ.. Εκτός επομένως από την επαγγελματική - επιχειρηματική σχέση των δύο γυναικών, υπήρχαν μεταξύ τους αλλά και στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον δεσμοί συγγενικοί και φιλικοί, και συνεπώς η σχέση τους εξέφευγε της τυπικής σχέσης της εμπορικής - επιχειρηματικής συνεργασίας. Η οικονομική και επιχειρηματική πορεία της εφεσίβλητης εταιρίας ήταν ανοδική, και με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των ετών 2005, 2006 και 2007 εμφάνιζε καθαρά κέρδη προς διανομή, ποσού 22.881,83 ευρώ, 31.233,23 ευρώ και 71.996,84 ευρώ αντίστοιχα.
Οι οικονομικές καταστάσεις για την χρήση έτους 2008 δεν εγκρίθηκαν, λόγω της έναρξης της αντιδικίας των διαδίκων. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά το έτος 2006 οι διάδικοι συμφώνησαν να προβαίνουν σε διανομή μελλοντικών κερδών και για το λόγο αυτό την άνοιξη του έτους 2006 η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης έλαβε έναντι μελλοντικών κερδών το ποσό των 204.020 ευρώ και τον Ιούλιο του έτους 2008 το ποσό των 209.258 ευρώ έναντι μελλοντικών κερδών.
Όπως συνομολογεί η ενάγουσα τα σχετικά ποσά δεν ήταν προκαθορισμένα, ούτε σταθερά, αλλά κατά τη διάρκεια του έτους η διαχειρίστρια αυτής Α. Χ. έπαιρνε χρηματικά ποσά από το ταμείο της ενάγουσας, που αποτελούσαν μέρος των διαθεσίμων και όχι κερδοφορία αυτής, και στο τέλος της ακαδημαϊκής περιόδου, κατά τους ισχυρισμούς της παρέδιδε επιταγές συνολικού ποσού ίσου με τα χρήματα που και η ίδια είχε εισπράξει στην Κ.
Ρ., χωρίς καμμία από τις δοσοληψίες αυτές να εμφαίνεται στα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας, καθώς οι γενόμενες απολήψεις ήταν παράνομες και φορολογικά ελεγκτέες. Τα ως άνω ποσά όμως δεν μπορούσαν να αποτελούν απολήψεις έναντι μελλοντικών κερδών σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς η περιορισμένη κερδοφορία της ενάγουσας που κατά το έτος 2006 ανερχόταν στο ποσό των 71.996,84 ευρώ δεν δικαιολογεί διανομή μελλοντικών κερδών ποσού 400.000 ευρώ, καθώς όπως προαναφέρθηκε η Α.
Χ. συνομολογεί ότι είχε λάβει και η ίδια ποσό ίσο με την Κ. Ρ., ούτε φαίνεται να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο φυσικών προσώπων για το ύψος του ποσού το οποίο θα διένεμαν ανάλογα με την οικονομική πορεία της ενάγουσας, σκέψη η οποία επιβεβαιώνεται και από τα πορίσματα της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το Δικαστήριο αυτό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν είχε καθ' οιονδήποτε τρόπο συναινέσει ή εγκρίνει διανομή μελλοντικών κερδών της ενάγουσας εταιρείας, ούτε εισέπραξε κάποια από τα ποσά που διακινήθηκαν μεταξύ της Α. Χ. και της Κ. Ρ.. Ουδεμία σχετική απόφαση της εναγομένης περί διανομής μελλοντικών κερδών έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της, επιπλέον δε σημειώνεται ότι η εναγομένη εταιρεία δεν είχε κανένα λόγο να προβεί σε απολήψεις έναντι μελλοντικών κερδών της ενάγουσας, καθώς η ίδια είχε πολύ μεγαλύτερο τζίρο και καθαρά κέρδη 300.000 ευρώ ήδη από το έτος 2005.
Η ενάγουσα επικαλείται μόνο προφορική συμφωνία περί διανομής μελλοντικών κερδών της διαχειρίστριας αυτής και της Κ. Ρ., για την οποία ισχυρίζεται ότι ενήργησε με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό αυτό αποδείχθηκε ότι την ... η Κ. Ρ., έλαβε τις ακόλουθες μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες ήταν πληρωτέες στο κατάστημα Πάτρας της Τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα Κ." συρόμενες επί του λογαριασμού της ενάγουσας: 1) την με αριθμό ...
επιταγή, ποσού 20.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης ..., 2) την με αριθμό ... επιταγή ποσού 50.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την ..., 3) την με αριθμό ... επιταγή ποσού 20.000 ευρώ με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την ..., 4) την με αριθμό ... επιταγή ποσού 20.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης ..., 5) την με αριθμό ...
επιταγή ποσού 20.000 ευρώ, με φερόμενη ως ημερομηνία έκδοσης την ... και 6) την με αριθμό ... επιταγή ποσού 50.000 ευρώ με φερόμενη ως ημερομηνία έκδοσης την .... Για την παράδοση των ως άνω επιταγών η Κ. Ρ., υπέγραψε σε απόδειξη πληρωμής, που δεν έφερε φορολογικά στοιχεία της ενάγουσας, ότι έλαβε τις επιταγές αυτές ποσού 180.000 ευρώ, χωρίς να θέτει την σφραγίδα της εναγομένης εταιρείας ή να κάνει μνεία ότι τις παραλαμβάνει ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής.
Περαιτέρω, η υπό στοιχείο 1 επιταγή εκδόθηκε από την Α. ΕΠΕ σε διαταγή "εμού του ιδίας", φέρεται να έχει υπογραφή οπισθογράφησης (χωρίς όνομα) και στη συνέχεια εισπράττεται στις ... με χρέωση του τραπεζικού λογαριασμού της Α. ΕΠΕ, από τον Α. Σ., υπάλληλο της εταιρείας πώλησης ενδυμάτων L. P.. Η υπό στοιχείο 2 επιταγή εκδόθηκε από την Α.
ΕΠΕ σε διαταγή "εμού της ιδίας" και φέρει οπισθογράφηση της Α. ΕΠΕ, εν συνεχεία οπισθογράφηση της Α. ΑΕ και εισπράχθηκε την ... από τον υπάλληλο της τελευταίας Β. Κ.. Αποδείχθηκε όμως ότι την επιταγή αυτή την παρέδωσε στην εναγομένη εταιρία, η Κ. Ρ. προσωπικά στις ..., χωρίς οπισθογράφηση, εισπράττοντας από το ταμείο της εταιρείας το ποσό των 50.000 ευρώ σε μετρητά, όπως προκύπτει από την με αριθμό 4…/..., απόδειξη είσπραξης αξιόγραφων, την με αριθμό …/...
απόδειξη πληρωμής μετρητών της Α. ΑΕ προς την Κ. Ρ., αντίγραφο των ταμειακών εγγραφών της Α. ΑΕ της ... και αντίγραφο της κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού της Α. ΑΕ στην Τράπεζα Κ., όπου φαίνεται η κατάθεση του ποσού που εισπράχθηκε από την επιταγή την ..., έγγραφα που συντάχθηκαν σε ανύποπτο χρόνο και αποδεικνύουν ότι η επιταγή αυτή δεν παραδόθηκε από την Α.
ΕΠΕ στην Α. ΑΕ, αλλά από την Κ. Ρ., η οποία εισέπραξε το αντίτιμο αυτής, διακόπτοντας την άμεση σύνδεση μεταξύ της εκδότριας της επιταγής και της εισπράττουσας αυτήν, σύμφωνα και με τα πορίσματα της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε. Η υπό στοιχείο 3 επιταγή εκδόθηκε από την Α. ΕΠΕ, σε διαταγή εμού της ιδίας, φέρει οπισθογράφηση της Α.
ΕΠΕ, άλλη μια οπισθογράφηση και εισπράττεται την ... από την Ε. Χ., η οποία δεν φέρεται να έχει σχέση με την Α. ΑΕ. Η υπό στοιχείο 4 επιταγή εκδόθηκε από την Α. ΕΠΕ, σε διαταγή εμού της ιδίας, φέρεται να έχει μια οπισθογράφηση και εν συνεχεία εισπράττεται από την Α. Τ., η οποία ομοίως δεν φέρεται να σχετίζεται με την Α.
ΑΕ. Η υπό στοιχείο 5 επιταγή εκδόθηκε από την Α. ΕΠΕ, σε διαταγή εμού της ιδίας, οπισθογραφείται από την Α. ΕΠΕ και εισπράττεται από τον Χ. Κ. την ..., που δεν διατηρεί κάποια σχέση με την Α. Α.Ε. Τέλος, η υπό στοιχείο 6 επιταγή δεν εισπράχθηκε. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η εναγομένη δεν σχετίζεται με την κυκλοφορία και την είσπραξη των επίδικων επιταγών, αφού ούτε κατέστη κομίστρια αυτών, ούτε αποδείχθηκε ότι οι εισπράξαντες αυτές συναλλάσσονται με την εναγομένη, ούτε τα χρηματικά ποσά που ενσωματώνονταν σε αυτές κατέληξαν στο ταμείο αυτής ή χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη υποχρεώσεών της.
Περαιτέρω, την ... κατατέθηκε σε προσωπικό λογαριασμό της Κ. Ρ., το ποσό των 24.020 ευρώ, το οποίο ομοίως η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αφορούσε διανομή μελλοντικών κερδών, ισχυρισμός που δεν κρίνεται βάσιμος καθώς αφενός δεν κατατέθηκε σε λογαριασμό της εναγομένης αφετέρου σύμφωνα με τα πορίσματα της διενεργηθείσας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης η Κ.
Ρ. την ... φέρεται να εισέπραξε από τα ταμεία της Α. ΑΕ το ποσό των 13.020 ευρώ, το οποίο μαζί με άλλες 11.000 ευρώ διέθεσε στην Α. Χ., καταθέτοντάς το στον λογαριασμό ... της Α. ΕΠΕ στην Τράπεζα Κ. την ..., όπως προκύπτει από την κίνηση του λογαριασμού αυτού, στον οποίο δεν αναφέρεται το πρόσωπο του καταθέτη, πλην όμως λόγω της σύμπτωσης του ακριβούς ποσού, συνάγεται ότι η κατάθεση του ποσού των 24.020 ευρώ στο λογαριασμό της Κ.
Ρ., αφορά την επιστροφή του ως άνω ποσού από την Α. Χ. με βάση προσωπικές τους δοσοληψίες που δεν αφορούν την εναγομένη και δεν καταγράφονται από αυτήν. Περαιτέρω, τον Ιούλιο του….η Κ. Ρ. έλαβε τις ακόλουθες επιταγές, α) την με αριθμό ... επιταγή ποσού 50.000 ευρώ με ημερομηνία λήξης ..., β) την με αριθμό ... επιταγή ποσού 14.258 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την ..., γ) την με αριθμό ...
επιταγή ποσού 20.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την ... και δ) την με αριθμό ... επιταγή ποσού 20.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την .... Από τις επιταγές αυτές η υπό στοιχείο δ επιταγή εκδόθηκε από την ενάγουσα, σε διαταγή εμού της ιδίας, φέρει οπισθογράφηση της Α. ΕΠΕ και εισπράττεται την ... από τον Α. Σ., υπάλληλο της εταιρείας εμπορίας ενδυμάτων L. p. .
Η υπό στοιχείο β επιταγή εκδόθηκε από την ενάγουσα σε διαταγή εμού της ιδίας, φέρει οπισθογράφηση της Α. ΕΠΕ, και εισπράττεται από την Α. Β., υπάλληλο της εταιρείας "D. G. ΑΕ" την .... Η υπό στοιχείο γ επιταγή έχει εκδοθεί σε διαταγή εμού της ιδίας φέρει οπισθογράφηση της Α. ΕΠΕ και έχει εισπραχθεί την ... από την εταιρεία "R.
Ε. ... Οι εταιρείες που έχουν παρουσιάσει τις επιταγές στην Τράπεζα και έχουν εισπράξει τα αναφερόμενα σε αυτές ποσά, έχουν εκδώσει φορολογικά στοιχεία δηλαδή τιμολόγια πώλησης ειδών της εμπορίας τους, τα οποία έχουν εκδοθεί στο όνομα της ενάγουσας και έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία αυτής ως δαπάνες της συνολικού ποσού 101.421 ευρώ για το έτος 2008.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι επιταγές αυτές παραδόθηκαν από την Κ. Ρ. στις προαναφερθείσες επιχειρήσεις προς εξόφληση ειδών της εμπορίας τους, τα οποία αγοράστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για την διαφήμιση τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγομένης, υπό τη μορφή παροχών προς τους συνεργάτες και επιφανείς καλεσμένους των εταιρειών και τα παραπάνω ποσά ενσωματώνουν το ποσό της διαφημιστικής δαπάνης που αναλογούσε στην ενάγουσα.
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης δεν κρίνεται βάσιμος καθώς αφενός οι ημερομηνίες έκδοσης των τιμολογίων δεν σχετίζονται με τις ημερομηνίες εμφάνισης των επίδικων επιταγών προς πληρωμή και ειδικότερα, η υπό στοιχείο β επιταγή ποσού 14.258 ευρώ εισπράχθηκε από υπάλληλο της εταιρείας D. την ..., ενώ τα τιμολόγια που έχει καταχωρήσει στα βιβλία της η ενάγουσα φέρουν ημερομηνίες είτε κατά πολύ προγενέστερες (4 και 5/.) είτε μεταγενέστερες (…και …..
της είσπραξης της επιταγής και αφορούν ποσά 7.915 ευρώ τα προγενέστερα, ενώ η υπό στοιχείο γ επιταγή ποσού 20.000 ευρώ έχει εισπραχθεί την ... από υπάλληλο της εταιρίας R. και τα καταχωρηθέντα τιμολόγια έχουν εκδοθεί ... και εφεξής, ήτοι είναι μεταγενέστερα της είσπραξης της επιταγής και αφορούν συνολικό ποσό τη χρονική αυτή στιγμή 8.220 ευρώ.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των τιμολογίων, οι αγορές που καταγράφονται σε αυτά αφορούν ενδύματα, εσώρουχα (lingerie), υποδήματα, τσάντες και γυναικεία αξεσουάρ, (γυαλιά, ζώνες), και μάλιστα μικρών μεγεθών ( ενδείξεις S (small) 32 κλπ,), ήτοι προϊόντα που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είθισται να χαρίζονται χάριν φιλοφρόνησης σε επαγγελματικές σχέσεις, αλλά θεωρούνται πλέον προσωπικά δώρα.
Παρά το γεγονός αυτό όμως ουδόλως αποδείχθηκε η εμπλοκή της εναγομένης εταιρείας, ούτε στην κυκλοφορία και είσπραξη των επιταγών, ούτε στις εμπορικές συναλλαγές που προαναφέρθηκαν, αλλά ούτε και στην αποστολή των τιμολογίων αγοράς προς καταχώρηση στα βιβλία της ενάγουσας, πράξη η οποία διενεργήθηκε από την Κ.
Ρ. προσωπικά. Αντίθετα, η υπό στοιχείο α επιταγή εκδόθηκε σε διαταγή εμού της ιδίας, φέρει οπισθογράφηση της Α. ΕΠΕ και εισπράχθηκε την ... από την Α. Α.Ε. (εναγομένη). Όπως προέκυψε από τα συμπεράσματα της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το Δικαστήριο αυτό με προηγούμενη μη οριστική απόφασή του, η παραπάνω επιταγή παραδόθηκε στην εναγομένη εταιρεία από την Κ.
Ρ., προκειμένου να αποδοθούν στο ταμείο της εναγομένης τα εταιρικά της κέρδη από την ενάγουσα για τα έτη 2006 και 2007, ποσών 15.616,61 ευρώ και 35.998,42 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία μόνο λογιστικά είχαν αποδοθεί με τις με αριθμό ... και ... αποδείξεις της ενάγουσας, καθώς δεν προέκυψε καμμία πραγματική διακίνηση χρηματικού ποσού, είτε με μετρητά είτε με επιταγή κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από την ενάγουσα προς την εναγομένη, παρά μόνον η ανωτέρω αναφερθείσα, με την οποία καταβλήθηκε στην εναγομένη το ποσοστό των πραγματικών κερδών της από τη λειτουργία της ενάγουσας, κατά τα προαναφερθέντα έτη.
Τέλος, η Κ. Ρ. έλαβε τον Ιούλιο του έτους 2008 και τις ακόλουθες επιταγές α) την με αριθμό ... επιταγή λήξεως ... ποσού 20.000 ευρώ, β) την με αριθμό ... επιταγή λήξεως ..., ποσού 50.000 ευρώ γ) τις με αριθμούς ... λήξεως αντιστοίχως την ... συνολικού ποσού 35.000 ευρώ. Οι υπό στοιχείο γ επιταγές είχαν εκδοθεί σε διαταγή εμού της ιδίας, έφεραν οπισθογράφηση της Α.
ΕΠΕ και εισπράχθηκαν την ... από την εταιρεία "R.", η πρώτη, την ... από τον Χ. Κ. η δεύτερη και την ... από την Ε. Χ. η τρίτη, οι οποίοι δεν έχουν κάποια σχέση με την εναγομένη εταιρεία. Οι υπό στοιχείο α και β επιταγές επρόκειτο να εισπραχθούν μετά την επιδείνωση των σχέσεων των διαδίκων και η διαχειρίστρια της ενάγουσας απέστειλε την ...
επιστολή στην εναγομένη και υπόψη της Κ. Ρ. με την οποία της ζητούσε να μην τις εισπράξει, καθώς λόγω της μη έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων του έτους δεν θα μπορούσαν να διατεθούν κέρδη. Στην επιστολή αυτή απάντησε την ... η Κ. Ρ., επισημαίνοντας ότι οι δοθείσες επιταγές δεν έχουν καμμία σχέση με την εναγομένη αλλά δόθηκαν στην ίδια προσωπικά προκειμένου να καλύψει υποχρεώσεις της ενάγουσας προς τρίτους.
Εν τέλει οι εν λόγω επιταγές εισπράχθηκαν την ... σε προσωπικό λογαριασμό της Κ. Ρ.. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εναγομένη δεν προέβη με την ενάγουσα σε συμφωνία διανομής μελλοντικών κερδών, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και η διενεργηθείσα λογιστική πραγματογνωμοσύνη, ούτε εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό για την αιτία αυτή, παρά μόνο εισέπραξε μια επιταγή η οποία αφορούσε την αναλογία της επί των κερδών της ενάγουσας για τα έτη 2006 και 2007, ενώ οι λοιπές αναφερόμενες στην αγωγή επιταγές και χρηματικά ποσά δόθηκαν στην Κ.
Ρ., ατομικά, στο πλαίσιο προσωπικών δοσοληψιών που είχε με την Α. Χ., την οποία ενίοτε διευκόλυνε με την χορήγηση προσωπικού δανείου, ενώ παράλληλα και οι δύο έκαναν χρήση των διαθεσίμων της ενάγουσας για προσωπικούς τους λόγους. Οι προσωπικές τους δοσοληψίες παρακολουθούνταν εξωλογιστικά, ενώ ακόμα και η καρτέλλα, όπου καταγράφονταν οι επιταγές που παραλάμβανε η Κ.
Ρ., αναγράφει το μικρό μόνο όνομα αυτής, κα Π.. Οι ως άνω δοσοληψίες της Κ. Ρ., σαφώς εκφεύγουν των πλαισίων της οργανικής εξουσίας της εκπροσώπησης της εναγομένης, ενώ δεν συνεισφέρθηκαν περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει ταύτιση της ιδίας και του νομικού προσώπου της Α. ΑΕ σε βαθμό που να μπορεί να υποστηριχθεί η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου αυτής.
Οι δοσοληψίες αυτές δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν εάν δεν υπήρχε μεταξύ των δύο φυσικών προσώπων, στενή προσωπική σχέση και ανοχή εκάστης στις παράτυπες έως και παράνομες ενέργειες της άλλης. Η Α. Χ. προέβαινε σε χρήση των διαθεσίμων του ταμείου της ενάγουσας, καλύπτοντας ακόμα και προσωπικές βιοτικές ανάγκες, γεγονός το οποίο συνομολογεί, με την ανοχή της Κ.
Ρ., και παράλληλα επέτρεπε και στην τελευταία να κάνει χρήση των διαθεσίμων αυτών, λόγω των οικονομικών διευκολύνσεων που της παρείχε και λόγω της στενής τους προσωπικής σχέσης, έχοντας την πεποίθηση ότι λόγω της σχέσης τους αυτής θα τακτοποιούνταν τελικά οποιεσδήποτε ταμειακές αταξίες, γεγονός το οποίο δεν συνέβη λόγω της διάρρηξης των σχέσεών τους το έτος 2008.
Επομένως αφού δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία προ διανομής κερδών της ενάγουσας εταιρείας σε εκτέλεση της οποίας η εναγόμενη εταίρος της εισέπραξε οποιαδήποτε ποσά, έπρεπε η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί κατ' ουσίαν..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και είχε υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 363.278,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, ως εισπραχθέν από την αναιρεσίβλητη, δια των αναφερόμενων δεκατεσσάρων τραπεζικών επιταγών και μετρητών, σε εκτέλεση συμφωνίας καταρτισθείσας μεταξύ των εταίρων της αναιρεσείουσας ε.π.ε., Α.
Χ. και αναιρεσίβλητης, για την προδιανομή μελλοντικών κερδών, και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 35 παρ. 2 του ν. 3190/1955 του ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ή των εταίρων περί διανομής μελλοντικών κερδών της αναιρεσείουσας εταιρείας και ότι σε εκτέλεση αυτής η αναιρεσίβλητη εισέπραξε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως μελλοντικά κέρδη, με συνέπεια να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Επομένως, οι τέταρτος, πέμπτος, έκτος, όγδοος και δέκατος, κατά τα οικεία αυτών μέρη, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι, ειδικότερα, αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές, ήτοι α) η αναιρεσίβλητη δεν είχε καθ' οιονδήποτε τρόπο συναινέσει ή εγκρίνει διανομή μελλοντικών κερδών της αναιρεσείουσας εταιρείας, ούτε εισέπραξε κάποια από τα ποσά που διακινήθηκαν μεταξύ της Α.
Χ. και της Κ. Ρ., ουδεμία δε σχετική απόφαση περί διανομής μελλοντικών κερδών έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της αναιρεσίβλητης, β) ότι η αναιρεσίβλητη δεν σχετίζεται με την κυκλοφορία και την είσπραξη των επιταγών, τις οποίες έλαβε η Κ. Ρ. την ... αφού ούτε κατέστη κομίστρια αυτών, ούτε αποδείχθηκε ότι οι εισπράξαντες αυτές συναλλάσσονταν με την αναιρεσίβλητη, ούτε τα χρηματικά ποσά που ενσωματώνονταν σε αυτές κατέληξαν στο ταμείο της ή χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη υποχρεώσεών της, γ) ότι η κατάθεση του ποσού των 24.020 ευρώ στο λογαριασμό της Κ.
Ρ., αφορά την επιστροφή του ως άνω ποσού από την Α. Χ. με βάση προσωπικές τους δοσοληψίες που δεν αφορούν την αναιρεσίβλητη, δ) ότι δεν αποδείχθηκε η εμπλοκή της αναιρεσίβλητης εταιρείας στην κυκλοφορία και είσπραξη των επιταγών που έλαβε τον Ιούλιο 2008 η Κ. Ρ., ούτε στις αντίστοιχες εμπορικές συναλλαγές που αυτές χρησιμοποιήθηκαν, αλλά ούτε και στην αποστολή των τιμολογίων αγοράς προς καταχώρηση στα βιβλία της αναιρεσίβλητης, πράξη η οποία διενεργήθηκε από την Κ.
Ρ. προσωπικά, ενώ όσον αφορά την εισπραχθείσα την ... από την αναιρεσίβλητη επιταγή, αυτή παραδόθηκε στην αναιρεσίβλητη από την Κ. Ρ., προκειμένου να αποδοθούν στο ταμείο της εναγομένης τα εταιρικά της κέρδη από την αναιρεσείουσα για τα έτη 2006 και 2007, ποσού 15.616,61 ευρώ και 35.998,42 ευρώ, αντίστοιχα, ε) ότι δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ή των εταίρων της αναιρεσείουσας συμφωνία διανομής μελλοντικών κερδών, ούτε εισέπραξε η αναιρεσίβλητη οποιοδήποτε ποσό για την αιτία αυτή, παρά μόνο εισέπραξε μια επιταγή η οποία αφορούσε την αναλογία της επί των κερδών της αναιρεσείουσας για τα έτη 2006 και 2007 ενώ οι λοιπές αναφερόμενες στην αγωγή επιταγές και χρηματικά ποσά δόθηκαν στην Κ.
Ρ., ατομικά, στο πλαίσιο προσωπικών δοσοληψιών που είχε με την Α. Χ., ενώ παράλληλα και οι δύο έκαναν χρήση των διαθεσίμων της αναιρεσείοσας εταιρείας για προσωπικούς τους λόγους, στ) ότι υπήρξαν προσωπικές δοσοληψίες της Κ. Ρ. με την Α. Χ., οι οποίες σαφώς εκφεύγουν των πλαισίων της οργανικής εξουσίας της εκπροσώπησης της εναγομένης, ζ) ότι οι δοσοληψίες αυτές δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν εάν δεν υπήρχε μεταξύ των δύο φυσικών προσώπων, στενή προσωπική σχέση και ανοχή εκάστης στις παράτυπες έως και παράνομες ενέργειες της άλλης, η) ότι η Α.
Χ. προέβαινε σε χρήση των διαθεσίμων του ταμείου της ενάγουσας, καλύπτοντας ακόμα και προσωπικές βιοτικές ανάγκες, με την ανοχή της Κ. Ρ., και παράλληλα επέτρεπε και στην τελευταία να κάνει χρήση των διαθεσίμων αυτών, λόγω των οικονομικών διευκολύνσεων που της παρείχε και λόγω της στενής τους προσωπικής σχέσης, έχοντας την πεποίθηση ότι λόγω της σχέσης τους αυτής θα τακτοποιούνταν τελικά οποιεσδήποτε ταμειακές αταξίες, γεγονός το οποίο δεν συνέβη λόγω της διάρρηξης των σχέσεών τους το έτος 2008, δεχόμενο έτσι, το Εφετείο, κατά το όλο νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει του ότι το αποδεικτικό πόρισμα κρίνεται από την όλη συλλογιστική της αποφάσεως και όχι από μεμονωμένα περιστατικά που έγιναν ή δεν έγιναν δεκτά, ότι η αναιρεσείουσα ΕΠΕ, δια της ανωτέρω διαχειρίστριάς της, κατά την παράδοση των επίμαχων επιταγών και του χρηματικού ποσού, γνώριζε ότι η Κ.
Ρ. ενεργούσε ατομικά και εκτός πλαισίου οργανικής εξουσίας της εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης και θ) ότι δεν υφίσταται ταύτιση της Κ. Ρ. και του νομικού προσώπου της αναιρεσίβλητης. Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα, ως δήθεν ενδοιαστική αιτιολογία, διατύπωση της προσβαλλόμενης "ούτε φαίνεται να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο φυσικών προσώπων για το ύψος του ποσού το οποίο θα διένεμαν...", αναφέρεται σε επιχείρημα του δικαστηρίου προς ενίσχυση του καταληκτικού του πορίσματος, σχετικά με τη μη ύπαρξη συμφωνίας διανομής μελλοντικών κερδών, ήτοι σε μη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, και όχι σ' αυτήν καθεαυτή τη συμφωνία και την είσπραξη των παραπάνω επιταγών και χρηματικού ποσού εκ μέρους της αναιρεσίβλητης που αποτελεί τον κρίσιμο πραγματικό ισχυρισμό της ένδικη διαφοράς.
Το αυτό ισχύει και για την έτερη διατύπωση της προσβαλλόμενης, ότι "δεν φέρεται να έχει σχέση με την Α. ΑΕ", ανεξαρτήτως του ότι, σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη φράση, έχει την έννοια, κατ` ορθή νοηματική απόδοση της λέξης "φέρεται", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι το επί μέρους πόρισμα στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, έχει την έννοια της κατάφασης βεβαιότητας, ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε σχέση με τις αντίστοιχες επιταγές, και όχι της αμφιβολίας, αφήνοντας δηλαδή ανοικτό το ενδεχόμενο να είχε σχέση.
Επομένως, οι τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος, κατά τα οικεία αυτών μέρη, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τους τέταρτο, πέμπτο, ένατο και δέκατο, κατά τα οικεία αυτών μέρη, προβάλλονται από την αναιρεσείουσα και οι παρακάτω αιτιάσεις, ήτοι (με τον δέκατο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος), ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν έχει σχέση με την είσπραξη, κυκλοφορία των επιταγών, χωρίς να αναφέρει πως κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, (με τον δέκατο λόγο, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος), ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η παραλαβή των επιταγών και των μετρητών αφορούσαν προσωπικές δοσοληψίες της Α.
Χ. και Κ. Ρ., δεν προσδιορίζονται στην απόφαση το είδος των δοσοληψιών και για ποιο λόγο γινόταν εκκαθαρίσεις των δοσοληψιών μεταξύ των φυσικών προσώπων στο τέλος κάθε (ακαδημαϊκού) έτους, ο χρόνος που γεννήθηκαν οι δοσοληψίες, ποια ποσά αφορούσαν, γιατί πλήρωνε για τις προσωπικές δοσοληψίες Α. Χ. - Κ. Ρ. η αναιρεσείουσα ε.π.ε., παράτυπα, αντί να πληρώνει η ίδια η Α.
Χ., και μάλιστα εν γνώσει της αναιρεσίβλητης δια της νομίμου εκπροσώπου της, για ποιο λόγο συναινούσε η αναιρεσίβλητη να μειώνονται τα διαθέσιμα της εταιρίας στην οποία μετέχει, κατά ποσοστό 50%, από την οποία η αναιρεσίβλητη θα προσδοκούσε κέρδη και εύρυθμη λειτουργία, και ποιες ήταν οι ακριβείς αιτίες και για ποιο λόγο δόθηκαν ατομικά στην Κ.
Ρ. οι μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές και τα μετρητά, παρόλο, που ήταν διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, της οποίας οι μετοχές ανήκουν ισομερώς σ' αυτήν και τον σύζυγό της, και επίσης με ποιο κριτήριο δέχθηκε ότι υφίσταντο προσωπικές δοσοληψίες που πληρωνόταν από την αναιρεσείουσα, (με τον δέκατο λόγο κατά το τέταρτο σκέλος), ότι δεν αναφέρει σε ποιες ημεροχρονολογίες έλαβαν χώρα τα δάνεια της Κ.
Ρ., ποιο ποσό αφορούσε το καθένα, πως διακινήθηκαν τα ποσά αυτά (μετρητά, επιταγές), ποια ήταν η πορεία του χρήματος, γιατί η απόδοση των δανείων γινόταν με πληρωμές της αναιρεσείουσας, (με τον δέκατο λόγο κατά το πέμπτο σκέλος), ότι δεν εξηγεί για ποιο λόγο οι προσωπικές δοσοληψίες παρακολουθούνταν εξωλογιστικά, αν δεν αφορούσαν την αναιρεσίβλητη, και η καρτέλα παραλαβής των επιταγών έφερε το υποκοριστικό όνομα της Κ.
Ρ., (με τον δέκατο λόγο κατά το έκτο σκέλος αυτού), ότι δεν προσδιορίζει ποιες ήταν οι προσωπικές δοσοληψίες της Α. Χ. και της Κ. Ρ., και για ποιο λόγο ανεχόταν η αναιρεσίβλητη α.ε., προσωπικές δοσοληψίες σε βάρος της αναιρεσείουσας, (με τον τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος και το οικείο υποσκέλος αυτού), ότι δεν εξηγεί για ποιο λόγο εκφεύγουν οι αναφερόμενες δοσοληψίες της Κ.
Ρ., ως νόμιμης εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης από το πλαίσιο της οργανικής εξουσίας της εκπροσώπησης αυτής, ποιες ήταν οι εξουσίες από το καταστατικό και ποιές από το νόμο ή το καταστατικό παραβιάστηκαν, και αν η αναιρεσείουσα γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τους περιορισμούς του πλαισίου της οργανικής εξουσίας της αναιρεσίβλητης, (με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος σκέλος αυτού, και με τον ένατο λόγο αναίρεσης κατά τα οικεία σκέλη αυτού), ότι δεν αναφέρει τον ακριβή λόγο για τον οποίο η Κ.
Ρ. έλαβε τις δεκατέσσερις επιταγές της αναιρεσείουσας ε.π.ε. και το χρηματικό ποσό των 24.020,00 ευρώ. Οι λόγοι αυτοί, κατά τα ως άνω μέρη, είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος και ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτής, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεδομένου ότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, υπό την επίφαση δε των ανωτέρω αναιρετικών λόγων πλήττεται τελικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, οι έκτος, κατά το δεύτερο σκέλος, και όγδοος, κατά το τρίτο σκέλος και οικείο υποσκέλος αυτού, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι δεν αιτιολόγησε καθόλου ή επαρκώς την απόρριψη των αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων και ομολογιών της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτοι, διότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις για τα αποδεικτά μέσα.
Εξάλλου, ο έκτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αφορούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που υποστηρίζουν τις αντίθετες απόψεις αυτής ως προς το καταληκτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πόρισμα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος.
Επίσης, και ο έβδομος, κατά το οικείο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο εκτίθεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ενδοιαστικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του αγωγικού κονδυλίου των 24.020,00 ευρώ, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, αφού η προβαλλόμενη αιτίαση αφορά σε επιχείρημα του δικαστηρίου για την ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματός του και όχι παραδοχή διαμορφωτική αυτού.
Όλες οι λοιπές προβαλλόμενες, με τους αυτούς παραπάνω λόγους αναίρεσης, αιτιάσεις ότι το καταληκτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πόρισμα είναι αυθαίρετο, ότι δεν βασίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και είναι αντίθετο προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, και ότι δεν προκύπτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε σχέση με τους εισπράξαντες τις επιταγές ιδιώτες, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων η αναιρεσείουσα πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι την ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Ένα μέλος του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η Αρεοπαγίτης - Εισηγήτρια Αγαθή Δερέ, είχε την άποψη ότι το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη σχετικής συμφωνίας των διαδίκων ή των εταίρων της αναιρεσείουσας και τη με βάση αυτή είσπραξη ή μη από την αναιρεσίβλητη των ένδικων δεκατριών επιταγών και του χρηματικού ποσού των 24.020,00 ευρώ, ως διαθεσίμων της αναιρεσείουσας, με τα οποία νοείται η προδιανομή μελλοντικών κερδών της ε.π.ε., λόγω της παραδοχής της μη λήψης από τη γ.σ.
απόφασης αυτής για τον ισολογισμό και τη διάθεση καθαρών κερδών με τον συνοδεύοντα για αυτόν λογαριασμό "κερδών και ζημιών", δια της νομίμου εκπροσώπου αυτής Κ. Ρ., και ως προς το ζήτημα της ταυτότητας ή μη της βούλησης αυτής με το νομικό πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι, ειδικότερα, δεν αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που να θεμελιώνουν το ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα και να δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής, με τις υποστηρίζουσες την απορριπτική κρίση παραδοχές :
διότι 1) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων (ούτε συμφωνία των εταίρων της αναιρεσείουσας) για τη διανομή μελλοντικών κερδών της αναιρεσείουσας, ούτε εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό παρά μόνο εισέπραξε τη με αριθμ. ... επιταγή, λήξης ..., ποσού 50.000,00 ευρώ, ως αναλογία της την επί των κερδών της αναιρεσείουσας για τα έτη 2006 και 2007 ενώ οι λοιπές αναφερόμενες δεκατρείς επιταγές και το χρηματικό ποσό των 24.020,00 ευρώ δόθηκαν στην Κ.
Ρ., ατομικά, και ότι γινόταν εκκαθαρίσεις των δοσοληψιών μεταξύ των φυσικών προσώπων στο τέλος κάθε (ακαδημαϊκού) έτους της αναιρεσείουσας ε.π.ε., δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη το είδος των προσωπικών δοσοληψιών μεταξύ Α. Χ. και της Κ. Ρ., ο χρόνος και η αιτία των προσωπικών δοσοληψιών, οι ημεροχρονολογίες κατά τις οποίες η Κ.
Ρ. διευκόλυνε με τη χορήγηση προσωπικού δανείου την Α. Χ., πως διακινήθηκε το δάνειο (μετρητά, επιταγές), γιατί η αναιρεσείουσα ε.π.ε., παράτυπα, πλήρωνε τις προσωπικές δοσοληψίες και το προσωπικό δάνειο της Α. Χ. αντί να αποδίδει τις δοσοληψίες και το δάνειο η τελευταία προς την Κ. Ρ., για ποια αιτία γινόταν εκκαθαρίσεις των δοσοληψιών μεταξύ των φυσικών προσώπων της αναιρεσείουσας ε.π.ε., ενώ κατά τις παραδοχές η εκκαθάριση στο τέλος κάθε έτους ακαδημαϊκού έτους αφορούσε την αναιρεσείουσα, για ποια αιτία οι προσωπικές δοσοληψίες της Α.
Χ. και της Καλλιόπης παρακολουθούνταν εξωλογιστικά, με καρτέλα όπου καταγράφονταν εκδοθείσες από την αναιρεσείουσα παραπάνω επιταγές και τι άλλο εγγράφονταν σ' αυτήν. Έτι, περαιτέρω, α) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη δεν συναίνεσε, ούτε ενέγκρινε ούτε ενεπλάκη στην κυκλοφορία των επιταγών, ούτε χρησιμοποιήθηκαν απ' αυτήν, ούτε πληρώθηκαν υποχρεώσεις της, ούτε ωφελήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τα ανωτέρω, β) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι οι δοσοληψίες της Κ.
Ρ. εκφεύγουν των πλαισίων της οργανικής εξουσίας της εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης και γ) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι δεν αποδείχθηκε άρση της αυτοτέλειας της νομικού προσώπου της αναιρεσίβλητης, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν για ποια αιτία η Κ. Ρ., αν και διευθύνων σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, ανεχόταν τη μείωση των διαθεσίμων της αναιρεσείουσας ε.π.ε., σε βάρος αμφοτέρων των διαδίκων, με χρήση αυτών από την Α.
Χ. για προσωπικές βιοτικές ανάγκες, για ποια αιτία η Α. Χ. επέτρεπε την Κ. Ρ., να κάνει χρήση των διαθεσίμων της αναιρεσείουσας, με επιταγές που εκδόθηκαν, ήταν πληρωτέες και πληρώθηκαν από την αναιρεσείουσα, για ποιο λόγο η Κ. Ρ. έστειλε στην αναιρεσείουσα τιμολόγια, ύψους 101.421,00 ευρώ και καταχωρίστηκαν στα βιβλία αυτής, αν η Κ.
Ρ. μπορούσε να κάνει χρήση των διαθεσίμων της αναιρεσείουσας αν δεν ήταν διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, αν η αναιρεσίβλητη α.ε. ελεγχόταν ή όχι σε επίπεδο μετοχικής σύνθεσης από την Κ. Ρ. και τον σύζυγό της, Κ. Ρ., ενόψει του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού ότι ελεγχόταν πλήρως από τους προαναφερθέντες, αν η αναιρεσίβλητη προσδοκούσε ή όχι κέρδη και εύρυθμη λειτουργία, ποιες ήταν οι γενικές παρασχεθείσες διαχειριστικές εξουσίες της Κ.
Ρ. από το δ.σ. και τη γ.σ. της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την εταιρική συμμετοχή της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα, αν είχε ή όχι ελεύθερη κατά βούλησή της διαχείριση η Κ. Ρ., ενώ δεν διαλαμβάνεται αν ούτε άτυπα συναίνεσε, ενέγκρινε τη μείωση των διαθεσίμων της αναιρεσείουσας, ενόψει των αγωγικών ισχυρισμών ότι η βούληση της Κ.
Ρ. ταυτίζονταν με αυτήν του νομικού προσώπου της αναιρεσίβλητης, το κεφάλαιο αυτής ελεγχόταν από αυτήν και τον σύζυγό της, και της παραδοχής ότι επρόκειτο για απολήψεις από τα διαθέσιμα της αναιρεσείουσας, αν μπορούσαν ή όχι να αποτυπωθούν εμφανώς στην αναιρεσίβλητη, για ποια αιτία η με αριθμ. 0... τραπεζική επιταγή, ποσού 50.000,00 ευρώ, αφού την παρέλαβε η Κ.
Ρ. από την αναιρεσείουσα την παρέδωσε με τη με αριθμ. ... απόδειξη στην αναιρεσίβλητη και εισέπραξε απ' αυτήν το ποσό των 50.000,00 ευρώ, και σε περίπτωση που δεν ελεγχόταν και δεν ταυτιζόταν με την Κ. Ρ., αν η Κ. Ρ. λάμβανε και εισέπραττε τις επιταγές και το χρηματικό ποσό άτυπα για λογαριασμό και στο όνομα της αναιρεσίβλητης, ενόψει του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι ενεργούσε ως άτυπος εισπράκτορας της αναιρεσίβλητης.
Η παραπάνω ανεπαρκής αιτιολογία επιτείνεται με την αντιφατική αιτιολογία διότι αν και στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται η αιτιολογία : α) ότι οι προσωπικές δοσοληψίες των φυσικών προσώπων τηρούνταν εξωλογιστικά, β) οι οικονομικές καταστάσεις του έτους 2008 δεν εγκρίθηκαν, λόγω της έναρξης της αντιδικίας των διαδίκων, γ) οι γενόμενες απολήψεις της Α.
Χ. και της Κ. Ρ. ήταν παράνομες και φορολογικά ελεγκτέες, και, επιπλέον, διαλαμβάνει για τη στήριξη του απορριπτικού διατακτικού της ότι : α) ουδεμία σχετική απόφαση της αναιρεσίβλητης περί διανομής μελλοντικών κερδών της αναιρεσείουσας δεν καταχωρήθηκε στα βιβλία της, β) δεν καταγράφεται η καταβολή του ποσού των 24.020,00 ευρώ στην αναιρεσίβλητη, γ) "...
τα ως άνω ποσά όμως δεν μπορούσαν να αποτελούν απολήψεις έναντι μελλοντικών κερδών, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς η περιορισμένη κερδοφορία της ενάγουσας που κατά το έτος ανέρχονταν στο ποσό των 71.996,84 ευρώ δεν δικαιολογεί διανομή μελλοντικών κερδών ποσού 400.000 ευρώ, δ) ".. ούτε φαίνεται να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο φυσικών προσώπων για το ύψος του ποσού το οποίο θα διένεμαν ανάλογα με την οικονομική πορεία της αναιρεσείουσας, σκέψη η οποία επιβεβαιώνεται και από τα πορίσματα της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης..", ε) ότι για την παραλαβή των αναφερόμενων παραπάνω επιταγών, ύψους 180.000,00 ευρώ υπέγραψε η Κ.
Ρ. απόδειξη ατομικώς και όχι υπό την εταιρική επωνυμία και σφραγίδα ή ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, ενώ κατά τις παραδοχές δεν επρόκειτο για διανομή κερδών εγκριθέντων με τον ισολογισμό και τον συνοδεύοντα αυτόν "πίνακα κερδών" της αναιρεσείουσας αλλά για απολήψεις από τα διαθέσιμα της αναιρεσείουσας, με ταμειακές αταξίες, φορολογικά ελεγκτέες, που δεν πρόλαβαν, λόγω διενέξεων να τακτοποιηθούν, χωρίς να διαλαμβάνεται αν ήταν ή όχι δυνατή η απεικόνιση στα βιβλία της αναιρεσίβλητης, η άμεση ή όχι, εμφανής ή όχι εμπλοκή ή όχι χρήση της αναιρεσίβλητης στην κυκλοφορία και είσπραξη των δεκατριών επιταγών και του χρηματικού ποσού, ως προερχόμενων από ταμειακές αταξίες της αναιρεσείουσας, και, έτι περαιτέρω, χωρίς να διαλαμβάνεται αν μπορούσε ή όχι να γίνει τακτοποίηση αν η Κ.
Ρ. ενεργούσε ατομικά ή ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης. Επομένως, κατά την αυτή παραπάνω μη κρατήσασα άποψη, οι τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, ένατος και δέκατος, κατά τα οικεία αυτών μέρη, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση.
Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1207/2022, ΑΠ 984/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το έκτο σκέλος αυτού, από τους αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με το να δεχθεί ότι "..Οι δοσοληψίες αυτές δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν εάν δεν υπήρχε μεταξύ των δύο φυσικών προσώπων, στενή προσωπική σχέση και ανοχή εκάστης στις παράτυπες έως και παράνομες ενέργειες της άλλης", στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα κυρίως στις προσωπικές σχέσεις της Κ..
Ρ. και της Α.. Χ., ενώ αγνόησε τις αναφερόμενες ομολογίες της αναιρεσίβλητης και εφεύρε ανύπαρκτους ισχυρισμούς αυτής και ομολογίες της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού πλην της επικαλούμενης ενάριθμης διάταξης του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ, δεν αναφέρεται το περιεχόμενο αυτής, η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και, το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 992/2021, ΑΠ 869/2021).
Με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του π.δ. 409/1986 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1 και αντικαταστάθηκε η παράγραφος του άρθρου 22 του Κωδ.Ν. 2190/1920, όπως ισχύουν τον κρίσιμο χρόνο, προκειμένου να προσαρμοσθεί η ελληνική νομοθεσία στις διατάξεις του άρθρου 9 της Πρώτης Οδηγίας 68/151/ΕΟΚ. Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β` Κωδ.Ν. 2190/1920), ορίζεται ότι πράξεις του διοικητικού συμβουλίου, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν η ανώνυμη εταιρία επικαλεστεί και αποδείξει, ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει και δεν συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρείας ή τις τροποποιήσεις του.
Με τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές (άρθρο 22 παρ. 2 Κωδ.Ν. 2190/1920) ορίζεται ότι περιορισμοί της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου, από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης, δεν αντιτάσσονται στους καλόπιστους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, κατ` απόκλιση της γενικής για τα νομικά πρόσωπα ρύθμισης των ΑΚ 68 και 70, αλλά και των όσων ισχύουν για τις πράξεις του αντιπροσώπου σύμφωνα με τις ΑΚ 211, 229 και 231 επ., στις οποίες παραπέμπει η ΑΚ 68 παρ. 2, καθιερώνεται ως κανόνας, ότι η ανώνυμη εταιρεία δεσμεύεται απέναντι στους τρίτους από τις πράξεις των οργανικών εκπροσώπων της και, επομένως, και εκείνων που ορίσθηκαν ως υποκατάστατα όργανα αυτής, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του Κωδ.Ν. 2190/1920, έστω και αν οι πράξεις αυτές υπερβαίνουν τα όρια που θέτει ο εταιρικός σκοπός ή παραβιάζουν τους περιορισμούς, που τίθενται από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης και κατά μείζονα λόγο του διοικητικού συμβουλίου, στην περίπτωση του υποκατάστατου οργάνου (ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1353/1997, πρβλ.
επίσης ΑΠ 362/2017, ΑΠ 603/2013, ΑΠ 704/2010, ΑΠ 1191/2009, ΑΠ 1510/2006). Εξάλλου, αν μια πράξη εμπίπτει στα όρια που θέτει ο εταιρικός σκοπός ή εάν τα υπερβαίνει, δεν κρίνεται κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά εξετάζεται αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και έμμεσα, εξυπηρετεί την οριοθετημένη επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρίας, εάν δηλαδή τελεί σε συνάρτηση με την όλη οικονομική της δράση, ανεξάρτητα αν υπήρξε τελικά επωφελής ή επιζήμια για την εταιρία (ΑΠ 362/2017, ΑΠ 338/1965).
Διαφορετικό είναι το ζήτημα των πράξεων που αποτελούν υπέρβαση των εξουσιών τις οποίες ο ίδιος ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στα όργανα αυτά. Εφόσον ο νόμος θεωρεί άκυρες τέτοιες δικαιοπραξίες που συνάπτονται παρά τις νομοθετικές απαγορεύσεις, η ακυρότητά τους μπορεί να προβληθεί από την ανώνυμη εταιρία και κατά των καλόπιστων τρίτων, κατ' άρθρο 9 παρ.1 εδάφ.
β' της Οδηγίας 68/151/ΕΟΚ (ΑΠ 1510/2006, ΑΠ 1508/2006). Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι αν ασκηθεί αγωγή κατά ανώνυμης εταιρίας με αντικείμενο την εκπλήρωση υποχρεώσεων αυτής από σύμβαση που φέρεται ότι κατάρτισε για λογαριασμό της εταιρίας ορισμένο φυσικό πρόσωπο και αμφισβητηθεί από την εταιρία το κύρος της σύμβασης που καταρτίστηκε λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης της εταιρίας, ο ενάγων πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι το παραπάνω πρόσωπο εκπροσωπούσε νόμιμα την εταιρία, είτε διότι ήταν καταστατικό όργανο αυτής, είτε διότι του είχε δοθεί από καταστατικό όργανο η εξουσία συμβατικής εκπροσώπησής της και το δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου τη συμβατική υποχρέωση και νομίμως εκπροσώπησε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων (ΑΠ 2162/2013, ΑΠ 1827/2012, ΑΠ 1510/2006, ΑΠ 1830/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την μη είσπραξη από την αναιρεσίβλητη των ένδικων δεκατριών τραπεζικών επιταγών και του ανωτέρω χρηματικού ποσού σε εκτέλεση σχετικής μεταξύ των διαδίκων (ή των εταίρων της αναιρεσείουσας) σύμβασης διανομής μελλοντικών κερδών, λόγω συμμετοχής τους στην εταιρεία κατά ποσοστό 50%, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 18, 22 του ν. 2190/1920, 65, 68 και 70 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: 1) δεν καταρτίστηκε σύμβαση διανομής μελλοντικών κερδών μεταξύ των διαδίκων ούτε μεταξύ των εταίρων της αναιρεσείουσας, 2) τις ένδικες δεκατρείς επιταγές και τα μετρητά από την αναιρεσείουσα έλαβε η Κ.
Ρ., ενεργώντας ατομικά και όχι ως διευθύνουσα σύμβουλος - νόμιμη εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης 3) η παραλαβή και διαχείριση των ανωτέρω επιταγών και μετρητών από την Κ. Ρ. ξέφευγε των πλαισίων της οργανικής εξουσίας της εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης, και 4) η αναιρεσείουσα ΕΠΕ, δια της ανωτέρω διαχειρίστριάς της, γνώριζε, όπως αναφέρθηκε, κατά το όλο νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατά την παράδοση των επίμαχων επιταγών και του χρηματικού ποσού η Κ.
Ρ. ενεργούσε ατομικά και εκτός πλαισίου οργανικής εξουσίας της εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης, αφού, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, η Α. Χ. και η Κ. Ρ. είχαν προσωπικές δοσοληψίες τις οποίες παρακολουθούσαν εξωλογιστικά, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να μην δεσμεύεται από τις σχέσεις των φυσικών προσώπων και, συνακόλουθα, από την παραλαβή, κυκλοφορία, είσπραξη των παραπάνω τραπεζικών επιταγών και του χρηματικού ποσού από την Κ.
Ρ.. Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που ορθώς εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας, με πληρότητα, το πλαίσιο που διήπε τις προσωπικές δοσοληψίες της Α.
Χ. και της Κ. Ρ. και την ανοχή καθεμίας ως προς τις αναφερόμενες ενέργειες σχετικά τη χρήση των διαθεσίμων του ταμείου της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο τέταρτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, με τα οικεία υποσκέλη αυτού, από τους αρ. 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ένα μέλος του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η Αρεοπαγίτης - Εισηγήτρια Αγαθή Δερέ, είχε την άποψη ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε τις αυτές παραπάνω ανεπαρκείς και αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ώστε να μην καθίσταται δυνατός ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 18, 22 του ν. 2190/1920, 65, 68 και 70 ΑΚ, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το πλαίσιο που διήπε τις προσωπικές δοσοληψίες της Α.
Χ. και Κ. Ρ. και την ανοχή της καθεμίας ως προς τις αναφερόμενες ενέργειες των διαθεσίμων του ταμείου της αναιρεσείουσας, όπως αναλύεται παραπάνω για τους αντίστοιχους λόγους της μειοψηφούσας άποψης. Επομένως, κατά την παραπάνω μειοψηφούσα γνώμη ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 61 ΑΚ ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού μπορούν να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου. Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία από αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.
Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.
Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.
Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 ΑΚ, όταν, δηλαδή, γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 319/2022, ΑΠ 801/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τη με εσφαλμένη ερμηνεία των τάξεων των άρθρων 281, 200 και 288 Α.Κ. μη υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ο τρόπος πρότασής αυτών, καθώς και η σύνδεσή τους με το διατακτικό, και σε κάθε περίπτωση, διότι υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, ως προς εσφαλμένη κατ' ουσίαν απόρριψη του αγωγικού αιτήματος άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της αναιρεσίβλητης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 659/2021).
Στοιχείο εξατομίκευσης του νομικού προσώπου είναι το όνομά του ή, όταν φέρει εμπορική ιδιότητα, η επωνυμία του. Η εμπορική εταιρία, που έχει νομική προσωπικότητα, καταρτίζει τις δικαιοπραξίες της με την επωνυμία της. Γενική διάταξη νόμου σχετικά με τον τρόπο χρησιμοποίησης της εταιρικής επωνυμίας, τον κρίσιμο χρόνο, δεν υπάρχει, πλην της ειδικής διάταξης του άρθρου 21 ν. 3190/1955 "περί εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης", όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 40 ν. 4811/2021 (ΦΕΚ A` 108/26.06.2021), με την οποία οριζόταν ότι "οι διαχειρισταί υπογράφουν δια την εταιρίαν, θέτοντας την ιδίαν αυτών υπογραφή κάτωθι της εμπορικής επωνυμίας", και η οποία, εφαρμοζόταν, τον κρίσιμο χρόνο, αναλογικώς και στους άλλους εταιρικούς τύπους.
Όμως με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερωνόταν τύπος, η παράβαση του οποίου θα επέφερε ακυρότητα της αναληφθείσας υποχρέωσης, αλλ` αποτελούσε διάταξη - οδηγία σχετική με τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του αντιπροσωπεύοντος την εταιρία οργάνου. Από τη φύση αυτή των διατάξεων του άρθρου 21 ν. 3190/1955 προκύπτει ότι, για τη δέσμευση της εταιρίας, δεν έχει σημασία η υπογραφή του εκπροσώπου της με την εταιρική επωνυμία ή χωρίς αυτήν, αλλά αναζητείται αν από το περιεχόμενο της δήλωσης και τις περιστάσεις προκύπτει ότι ο υπογράψας ενήργησε ως εκπρόσωπος της εταιρίας ή ιδίω ονόματι.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος και το οικείο υποσκέλος αυτού, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της αναλογικά εφαρμοζόμενης διάταξης του άρθρου 21 του ν. 3190/1995, ως προς τη μη ανάληψη υποχρέωσης από την αναιρεσίβλητη, από την απόδειξη παραλαβής επιταγών 180.000 ευρώ, απαιτώντας για την εφαρμογή της περισσότερα από τα προβλεπόμενα στο νόμο στοιχεία για την ανάληψη ευθύνης από τη σχετική απόδειξη, υπογεγραμμένη υπό την εταιρική επωνυμία της απόδειξης, είναι απαράδεκτος αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το εφετείο δεν απαίτησε τη θέση της εταιρικής σφραγίδας και των φορολογικών στοιχείων της αναιρεσίβλητης για να θεωρήσει την ως άνω απόδειξη ως υπογεγραμμένη από την αναιρεσίβλητη, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στήριξε το αρνητικό πόρισμά της περί μη εμπλοκής της αναιρεσίβλητης στην κυκλοφορία και είσπραξη των επιταγών, συνολικού ποσού 180.000,00 ευρώ, στην προαναφερόμενη απόδειξη, αλλά κυρίως στις αναφερόμενες προσωπικές δοσοληψίες της Α.
Χ. και Κ. Ρ., στο πλαίσιο των οποίων αμφότερες έκαναν χρήση των διαθεσίμων της αναιρεσείουσας ε.π.ε. με την ανοχή εκάστης στις ενέργειες της άλλης. Σε κάθε περίπτωση, ο αυτός παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου: 1) διότι δεν έγιναν δεκτά και δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι περιστάσεις, ότι:
α) η απόδειξη αφορούσε εταιρικές επιταγές της αναιρεσείουσας ε.π.ε., με την πληρωμή των οποίων μειώθηκαν τα ταμειακά της διαθέσιμα αυτής, και όχι προσωπικές της Α. Χ., β) εκδότης και αρχειοθέτης της απόδειξης ήταν η λογίστρια της αναιρεσείουσας, γ) η Κ. Ρ. μόνο με την ιδιότητα της νόμιμης εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης μπορούσε να συναλλαχθεί απευθείας με το λογιστήριο της αναιρεσείουσας, δ) τις παραπάνω επιταγές η Κ.
Ρ. τις παρέλαβε μετά από συνάντηση και ενημέρωση αυτής, ως νόμιμης εκπροσώπου, για την εταιρική χρήση της αναιρεσείουσας, από την Α. Χ., διαχειρίστρια- νόμιμη εκπρόσωπο - εταίρο της τελευταίας, και οι συναντήσεις - εκκαθάριση θεμάτων γινόταν ανά ακαδημαϊκή χρήση της αναιρεσείουσας, ε) η αναιρεσίβλητη ομολόγησε ότι οι επιταγές και το ποσό των 24.020,00 ευρώ ήταν και δαπάνες παράστασης (δαπάνες διαφήμισης με παροχή δώρων) με τα οποία επιβαρύνονταν και οι δύο διάδικες εταιρίες, στ) τα λογιστήρια των δύο εταιριών ήταν συνδεδεμένα και η αναιρεσίβλητη και η Κ.
Ρ. γνώριζαν όλες τις ενέργειες και διανομές κερδών της αναιρεσείουσας σε πραγματικό χρόνο, και 2) αν και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση μερικές περιστάσεις απ' αυτές, όπως ότι μοναδικοί εταίροι της αναιρεσείουσας, με ποσοστό συμμετοχής 50%, ήταν η Α. Χ., που τύγχανε και νόμιμη εκπρόσωπος - διαχειρίστρια της, και η αναιρεσίβλητη α.ε., με νόμιμη εκπρόσωπο την Κ.
Ρ. και ότι έγινε παραλαβή των επιταγών από την Κ. Ρ., και ότι η τελευταία και η Α. Χ. έκαναν χρήση των διαθεσίμων της αναιρεσείουσας, ενώ αν αναφέρονταν οι ελλιπείς ανωτέρω περιστάσεις και αν συσχετίζονταν και συνεκτιμούνταν οι παραπάνω αναφερόμενες περιστάσεις θα οδηγούσαν στο ότι η Κ. Ρ. Ρ. υπέγραψε την από ...
έγγραφη απόδειξης παραλαβής των έξι (6) επιταγών, συνολικής αξίας 180.000,00 ευρώ, ως νόμιμη εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης και όχι ατομικά, είναι απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω αιτιάσεις αποτελούν νομικά και πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτής, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 659/2021).
Ένα μέλος του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα, η Αρεοπαγίτης - Εισηγήτρια Αγαθή Δερέ, είχε την άποψη ότι το Εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες στήριξε το απορριπτικό της αγωγής πόρισμα ως προς το ποσό των 180.000,00 ευρώ στη μη υπογραφή της απόδειξης παραλαβής των επιταγών από την αναιρεσίβλητη, ενώ υφίσταται παραδοχή ότι επρόκειτο για μη εγκριθέντα με τον ισολογισμό και τον συνοδεύοντα πίνακα κερδών και συγκεκριμένα για διαθέσιμα της αναιρεσείουσας χωρίς να διαλαμβάνεται αν η Κ.
Ρ. θα μπορούσε ή όχι εμφανώς να παραλάβει με απόδειξη υπογεγραμμένη υπό την εταιρική επωνυμία, ενόψει της παραδοχής ότι επρόκειτο για τα διαθέσιμα κεφάλαια της αναιρεσείουσας και όχι για εγκριθέντα από τη γ.σ. κέρδη και, συνεπώς, ο παραπάνω από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Με τις διατάξεις του άρθρου 424 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται ότι ο οφειλέτης καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου και από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους, θεσπίζονται δύο υποχρεώσεις του δανειστή, ο οποίος δέχεται την καταβολή προς απόσβεση (ολική ή μερική) χρέους του οφειλέτη, ήτοι:
α) να συντάξει, υπογράψει και παραδώσει σ` αυτόν εξοφλητική απόδειξη, δηλαδή έγγραφο με το οποίο βεβαιώνει ότι έλαβε αυτό που του καταβλήθηκε και β) εφόσον η εξόφληση είναι ολοσχερής, υποχρεούται, πέραν της εξοφλητικής απόδειξης, να αποδώσει στον οφειλέτη το χρεωστικό έγγραφο. Αυτό είναι έγγραφο που φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή του δικαιοπαρόχου του, με το οποίο αποδεικνύεται η ύπαρξη του χρέους, αδιαφόρως αν συντάχθηκε, ως συστατικό ή αποδεικτικό.
Από την ως άνω διάταξη (424 εδ. β ΑΚ) καθιερώνεται νόμιμο, γνήσιο, δικονομικό αλλά μαχητό τεκμήριο για το πραγματικό γεγονός ότι έγινε ολοσχερής καταβολή του χρέους. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 εδ. α του ν. 5960/1933, "ο πληρωτής πληρώνων την επιταγή δύναται ν` απαιτήσει όπως του εγχειρισθεί αυτή εξοφλημένη υπό του κομιστού", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ίδιου ν. 5960/1933, "πας υπόχρεος, κατά του οποίου ασκείται αναγωγή ...
δύναται να απαίτηση κατά την πληρωμήν την προς αυτόν παράδοσιν της επιταγής...". Επομένως, η παράδοση της επιταγής από το νόμιμο κομιστή της σε άλλο υπόχρεο από αυτήν πρόσωπο παράγει το τεκμήριο της καταβολής του ποσού της απ` αυτόν που την κατέχει σε εκείνον που του την παρέδωσε (ΑΠ 774/2004). Απόκειται περαιτέρω στο δανειστή να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, ισχυριζόμενος ότι η κατοχή του τίτλου από τον οφειλέτη δεν οφείλεται σε απόδοση λόγω εξόφλησης, αλλά σε άλλον λόγο (ΑΠ 1093/2022, ΑΠ 905/2018, ΑΠ 1506/2006).
Στην ύπαρξη του προαναφερόμενου τεκμηρίου, όταν πρόκειται για επιταγή, δεν ασκεί επιρροή το αν έγινε ή όχι η προβλεπόμενη από το άρθρο 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" διαγραφή οπισθογραφήσεων. Και τούτο διότι τα άρθρα αυτά παρέχουν στον πληρώσαντα τη συναλλαγματική ή την επιταγή απλώς δυνατότητα και δεν καθιερώνουν υποχρέωση.
Επομένως, η μη χρησιμοποίηση από τον τελευταίο της δυνατότητας αυτής δεν εμποδίζει την άσκηση των δικαιωμάτων του εναντίον των απέναντι αυτού υπόχρεων από τον τίτλο, ούτε κατά συνέπεια αναιρεί την ιδιότητα του πληρώσαντος ως εξ αναγωγής κομιστή της επιταγής (ΑΠ 1486/2021, ΑΠ 1012/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο, κατά το τέταρτο σκέλος και το οικείο υποσκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι "...η υπό στοιχείο 2 επιταγή (δηλαδή με αριθμ. ...) εκδόθηκε από την Α.
ΕΠΕ σε διαταγή "εμού της ιδίας" και φέρει οπισθογράφηση της Α. ΕΠΕ, εν συνεχεία οπισθογράφηση της Α. ΑΕ και εισπράχθηκε την ... από τον υπάλληλο της τελευταίας Β. Κ.. Αποδείχθηκε όμως ότι την επιταγή αυτή την παρέδωσε στην εναγομένη εταιρία, η Κ. Ρ. προσωπικά στις ..., χωρίς οπισθογράφηση, εισπράττοντας από το ταμείο της εταιρείας το ποσό των 50.000 ευρώ σε μετρητά, όπως προκύπτει από την με αριθμό 49/..., απόδειξη είσπραξης αξιόγραφων, την με αριθμό 156/...
απόδειξη πληρωμής μετρητών της Α. ΑΕ προς την Κ. Ρ., αντίγραφο των ταμειακών εγγραφών της Α. ΑΕ της ... και αντίγραφο της κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού της Α. ΑΕ στην Τράπεζα Κ., όπου φαίνεται η κατάθεση του ποσού που εισπράχθηκε από την επιταγή την ..., έγγραφα που συντάχθηκαν σε ανύποπτο χρόνο και αποδεικνύουν ότι η επιταγή αυτή δεν παραδόθηκε από την Α.
ΕΠΕ στην Α. ΑΕ, αλλά από την Κ. Ρ., η οποία εισέπραξε το αντίτιμο αυτής, διακόπτοντας την άμεση σύνδεση μεταξύ της εκδότριας της επιταγής και της εισπράττουσας αυτήν..." παραβίασε ευθέως και πλαγίως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 424 Α.Κ. με τις οποίες καθιερώνεται τεκμήριο για το πραγματικό γεγονός ότι έγινε ολοσχερής καταβολή του ποσού από την οφειλέτρια αναιρεσείουσα προς την δανείστρια αναιρεσίβλητη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ, καθόσον, τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω πραγματικά περιστατικά, εναρμονίζονται με το καθιερούμενο από την εν λόγω διάταξη τεκμήριο εξόφλησης της επιταγής, καθόσον η Κ. Ρ. ήταν κάτοχος με λευκή οπισθογράφηση, ενώ περαιτέρω κατά τις ίδιες παραδοχές παρέδωσε την επιταγή αυτή στην αναιρεσίβλητη, εισπράττοντας από το ταμείο της εταιρείας το ποσό των 50.000 ευρώ, με αποτέλεσμα τη διακοπή της άμεσης σύνδεσης μεταξύ της εκδότριας της επιταγής και της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η Αρεοπαγίτης - Εισηγήτρια Αγαθή Δερέ, είχε την άποψη ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες στήριξε το απορριπτικό της αγωγής πόρισμα ως προς το ποσό των 50.000,00 ευρώ, διότι κατά τις παραδοχές η Κ. Ρ. παρέδωσε την παραπάνω επιταγή στην αναιρεσίβλητη και εισέπραξε από την τελευταία το ποσό των 50.000,00 ευρώ, χωρίς να διαλαμβάνεται η αιτία της συναλλαγής αυτής με την αναιρεσίβλητη, και, συνεπώς, κατά την αυτή μη κρατήσασα άποψη ο από τον αρ. 19 λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αλλά και το άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠοινΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 ΚΠΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας", με το νόμο 4586/2019.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορούμενου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορούμενου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Το τεκμήριο αθωότητας σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορούμενου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορούμενου).
Το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, και προσέτι λέξεις και εκφράσεις, και ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια πρόσθετων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1187/2021).
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της ποινικής απόφασης, με την οποία η διαχειρίστρια της αναιρεσείουσας, Α. Χ., αθωώθηκε για την πράξη της υπεξαίρεσης, φερόμενης ως τελεσθείσας κατά το διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2008, ποσού 100.300,00 ευρώ, το οποίο αποτελούσε μέρος μεγαλύτερου ελλείματος στο ταμείο της ανωτέρω αναιρεσείουσας ε.π.ε., καθόσον διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη μεταξύ των εταίρων της αναιρεσείουσας σχετικής συμφωνίας διανομής μελλοντικών κερδών και την, σε εκτέλεση αυτής, από την αναιρεσείουσα έκδοση και παράδοση στην αναιρεσίβλητη, εκπροσωπούμενη από την διευθύνουσα σύμβουλο αυτής, Κ.
Ρ., ως μέτοχο της αναιρεσείουσας κατά ποσοστό 50%, των αναφερόμενων παραπάνω τραπεζικών επιταγών και μετρητών, δεν παραβίασε ευθέως και πλαγίως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και 28 Σ. Και τούτο διότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση εφαρμογής του, από τις ανωτέρω διατάξεις, θεσπιζόμενου τεκμηρίου αθωότητας της ύπαρξης συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της ένδικης αστικής δίκης.
Ειδικότερα, στην ποινική δίκη κατηγορουμένη για την πράξη της υπεξαίρεσης, ύψους 100.300,00 ευρώ, ήταν η αθωωθείσα Α. Χ., η δε αναιρεσίβλητη, εκπροσωπούμενη νόμιμα από την Κ. Ρ. υποστήριξε την κατηγορία, ως εταίρος της ε.π.ε., ενώ η προκείμενη δίκη αφορά εμπορική διαφορά που ήχθη προς δικαστική κρίση με αγωγή της αναιρεσείουσας, ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 2 του ν. 3190/1955, κατά της αναιρεσίβλητης - εταίρου της, για επιστροφή μη πραγματοποιηθέντων μελλοντικών κερδών που φέρονται ότι της προκατέβαλε, μεταξύ άλλων, με τις ένδικες επιταγές και μετρητά, ήτοι πρόκειται για εν μέρει διάφορο βιοτικό συμβάν, για το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έγινε δεκτό το παραπάνω προδικαστικό της ποινικής απόφασης ζήτημα.
Όμως, κατά τη μείζονα σκέψη, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το δευτεροβάθμιο πολιτικό δικαστήριο, εξετάζοντας παρεμπίπτον στην ποινική απόφαση συμβάν, κωλυόταν να καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί αυτό ως μέρος του αιτιολογικού της ποινικής αθώωσης της διαχειρίστριας της αναιρεσείουσας και να θέσει αυτό ως βάση στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και η γενόμενη από αυτό συνεκτίμηση, όπως είχε υποχρέωση, της αθωωτικής ποινικής απόφασης ισοδυναμεί με δέσμευσή του από το αιτιολογικό της απόφασης αυτής για την παραδοχή ότι οι ένδικες τραπεζικές επιταγές και τα μετρητά εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη δια της διευθύνουσας συμβούλου - νόμιμης εκπροσώπου της εταίρου.
Επί πλέον δε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη ύπαρξης συμφωνίας των διαδίκων ούτε των εταίρων της αναιρεσείουσας για τη διανομή μελλοντικών κερδών και περί έκδοσης και παράδοσης από την αναιρεσείουσα των ανωτέρω τραπεζικών επιταγών και των μετρητών στην Κ.
Ρ., όχι ως νόμιμη εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, αλλά ατομικά, στο πλαίσιο προσωπικών δοσοληψιών αυτής και της Α. Χ., μετά από αποδείξεις και πλήρως αιτιολογημένα, χωρίς να αποδώσει στη νόμιμη εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, Α. Χ., την πράξη της υπεξαίρεσης του ποσού των 100.300,00 ευρώ και χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της αθωωτικής απόφασης ως προς τους λόγους απαλλαγής της Α.
Χ., διαχειρίστριας της αναιρεσείουσας ή να αποφανθεί άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή της, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά την αστική ευθύνη της αναιρεσίβλητης για επιστροφή απ' αυτήν φερόμενων εισπραχθέντων μελλοντικών κερδών τα οποία δεν πραγματοποιήθηκαν από την αναιρεσείουσα, ούτε και εξέτασε την κρίση του ποινικού δικαστηρίου και τα αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη και, επίσης, δεν χρησιμοποίησε χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αθωωτική αυτή κρίση, αλλά αντίθετα, παρέμεινε μέσα στα όρια της πολιτικής δίκης, αξιολογώντας μόνο τα στοιχεία που μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της ύπαρξης ή μη σύμβασης μεταξύ των διαδίκων (ή εταίρων της αναιρεσείουσας) για διανομή μελλοντικών κερδών της αναιρεσείουσας και είσπραξη αυτών από την αναιρεσίβλητη, και περιορίστηκε ρητά μόνον σ` αυτά, δεχόμενο, με επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ότι τις επιταγές έλαβε και εισέπραξε και τα λοιπά χρηματικά ποσά έλαβε η Κ.
Ρ. ατομικώς, και όχι ως διευθύνουσα σύμβουλος - νόμιμη εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, και ως εκ τούτου, δεν υπήρξε αμφισβήτηση του παραγόμενου από την αθωωτική ποινική απόφαση τεκμηρίου αθωότητας της διαχειρίστριας της αναιρεσείουσας ε.π.ε. για την πράξη της υπεξαίρεσης των 100.300,00 ευρώ, για την οποία αυτή, με την ανωτέρω ιδιότητα κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".
Με το ανωτέρω άρθρο, καθ` ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από το ΚΠολΔ ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1142/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, επικαλούμενη ότι: 1) δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες καταθέσεις των μαρτύρων Κ. Ρ. και Κ. Χ., που περιέχονται στα πρακτικά της με αριθμ. 47, 332, 893/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πάτρας, καθώς και το σκεπτικό αυτής, παρόλο που τα επικαλέστηκε και τα προσκόμισε στο δικαστήριο ουσίας, και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της υπόθεσης, και 2) δεν αντέκρουσε αιτιολογημένα το σκεπτικό της ποινικής υπόθεσης, και επέτρεψε να δημιουργηθούν αμφιβολίες για την ποινική αθώωση της νόμιμης διαχειρίστριας της αναιρεσείουσας, και, επίσης, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το έκτο σκέλος αυτού, ότι: 1) δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε, τις ομολογίες, δικαστικές και εξώδικες της αναιρεσίβλητης, των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, και 2) με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε την αγωγή και επέτρεψε να δημιουργηθούν αμφιβολίες για μη δίκαιη δίκη.
Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθώς η αναιρεσείουσα προσδιορίζει στο αναιρετήριο τους λόγους παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ στην ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και στη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, δηλαδή σε πλημμέλειες που ελέγχονται από τους αρ. 19 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης.
Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021).
Τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και η ομολογία (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1306/2021, ΑΠ 66/2018). Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων ή από την εκτίμηση των εγγράφων, ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 1058/2020). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 59/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους παρακάτω, από τους αρ. 8α και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα, τις πλημμέλειες, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ισχυρίζεται, με τους όγδοο και δέκατο λόγους αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, αντίστοιχα, 1) ότι η με αριθμ. ...
επιταγή, ποσού 50.000,00 ευρώ εισπράχθηκε από την αναιρεσίβλητη, διότι αφορούσε τα κέρδη 2006 και 2007, τα οποία, προηγουμένως, δεν είχαν καταβληθεί σ' αυτήν, και 2) ότι τις δεκατρείς από τις δεκατέσσερις επιταγές καθώς και το ποσό των 24.020,00 ευρώ, έλαβε η Κ. Ρ. στο πλαίσιο προσωπικών δοσοληψιών με την Α. Χ., "την οποία ενίοτε διευκόλυνε με την χορήγηση προσωπικού δανείου", και με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, ότι το ποσό των 24.020 ευρώ αποτελούσε απόδοση από την Α.
Χ., με μετρητά της αναιρεσείουσας, χρημάτων που η Κ. Ρ. είχε διαθέσει, στις ..., ποσό 13.020,00 ευρώ μαζί με άλλες 11.000,00 ευρώ, στην Α. Χ., με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσείουσας. Οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, αναφορικά με τους αρνητικούς της ιστορικής βάσης της αγωγής ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ως προς την ύπαρξη συμφωνίας διανομής μελλοντικών κερδών.
Περαιτέρω, ο από τους αρ. 8β και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο σκέλος (κατά το οικείο υποσκέλος αυτού), ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό της ισχυρισμό ότι τα φυσικά πρόσωπα που εισέπραξαν τις αναφερόμενες επιταγές είναι συνεργάτες της αναιρεσίβλητης, άλλως τους απέρριψε χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, διότι όπως σαφώς συνάγεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που περιέχεται στην ιστορική βάση της αγωγής, και τον αντέκρουσε αναλυτικώς, απορρίπτοντας αυτόν ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που προεβλήθησαν από την αναιρεσείουσα για την στοιχειοθέτησή του, κατέληξε δε στη σχετική παραδοχή του ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των νομίμως προσκομισθέντων και επικληθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στις πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ πλημμέλειες.
Επίσης, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, ότι:
α) μοναδικοί εταίροι της αναιρεσείουσας, με ποσοστό συμμετοχής 50%, ήταν η Α. Χ., που τύγχανε και νόμιμη εκπρόσωπος - διαχειρίστρια της, και η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με νόμιμη εκπρόσωπο την Κ. Ρ., β) η από ... απόδειξη αφορούσε εταιρικές επιταγές της αναιρεσείουσας ε.π.ε., με την πληρωμή των οποίων μειώθηκαν τα ταμειακά της διαθέσιμα, και όχι προσωπικές της Α.
Χ., γ) εκδότης και αρχειοθέτης της απόδειξης ήταν η λογίστρια της αναιρεσείουσας, δ) η Κ. Ρ. μόνο με την ιδιότητα της νόμιμης εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης μπορούσε να συναλλαχθεί απευθείας με το λογιστήριο της αναιρεσείουσας, ε) ότι τις παραπάνω επιταγές η Κ. Ρ. τις παρέλαβε μετά από συνάντηση και ενημέρωση αυτής, ως νόμιμης εκπροσώπου, για τη χρήση της αναιρεσείουσας, από την Α.
Χ., διαχειρίστρια - νόμιμη εκπρόσωπο - εταίρο της τελευταίας, και οι συναντήσεις - εκκαθάριση θεμάτων γινόταν ανά ακαδημαϊκή χρήση της εταιρείας αυτής, στ) η αναιρεσίβλητη ομολόγησε ότι οι επιταγές και το ποσό των 24.020,00 ευρώ ήταν δαπάνες παράστασης (δαπάνες διαφήμισης με παροχή δώρων) με τα οποία επιβαρύνονταν και οι δύο εταιρίες, ζ) τα λογιστήρια των δύο εταιριών ήταν συνδεδεμένα και η αναιρεσίβλητη και η Κ.
Ρ. γνώριζε όλες τις ενέργειες και διανομές σε πραγματικό χρόνο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτέλεια και δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, αλλά αναφέρονται σε επίκληση αποδεικτικών μέσων και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των αγωγικών ισχυρισμών τους και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος, διότι όπως σαφώς συνάγεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που συγκροτούν, ουσιαστικά, και την ιστορική βάση της αγωγής, και τους αντέκρουσε αναλυτικώς, απορρίπτοντας αυτούς με ειδικές, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως κατ' ουσίαν αβασίμους, με την παραδοχήν ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που προεβλήθησαν από την αναιρεσείουσα για την στοιχειοθέτησή τους.
Περαιτέρω, με τον δέκατο, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτού, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα δέχθηκε ότι δόθηκαν οι επίμαχες δεκατρείς επιταγές και το χρηματικό ποσό ατομικά στην Κ.
Ρ. στο πλαίσιο προσωπικών δοσοληψιών που είχε με την Α. Χ., ότι και οι δύο έκαναν χρήση των διαθεσίμων της ενάγουσας για προσωπικούς τους λόγους και ότι ως άνω δοσοληψίες της Κ. Ρ. σαφώς εκφεύγουν των πλαισίων της οργανικής εξουσίας της εκπροσώπησης της εναγομένης. Ωστόσο, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ανωμοτί εξέταση διαδίκων, ένορκη βεβαίωση, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τεχνικές εκθέσεις καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, δεν απαιτείται δε να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Επομένως, στις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2005).
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 675/2021, 478/2021, ΑΠ 967/2020).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, περί συναγωγής ή μη ομολογίας ή από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, συναγωγή εξώδικης ομολογίας αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 33/2021, ΑΠ 201/2021, ΑΠ 991/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους παρακάτω λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11γ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη αυτά, τα οποία, ως εφεσίβλητη, νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή υπήρξε συμφωνία των διαδίκων ή των εταίρων της αναιρεσείουσας για απόληψη μελλοντικών κερδών, ανεξάρτητα από το ότι δεν ήταν επιτρεπτή από το νόμο και ότι η αναιρεσίβλητη εισέπραξε τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, και, ειδικότερα: 1:
με τους τρίτο λόγο, έκτο λόγο (κατά το πέμπτο σκέλος), όγδοο λόγο (κατά το τρίτο σκέλος), ένατο λόγο (κατά το τέταρτο σκέλος) και δέκατο λόγο (κατά το οικείο μέρος αυτού), ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη: α) τη με αριθμ. 47, 332, 893/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, στο αιτιολογικό αθώωσης της οποίας διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ότι "...
η διαχείριση της ως άνω εταιρίας (Α. Δ. Ε. ΕΠΕ) από την πρώτη κατηγορουμένη διαχειρίστρια (Α. Χ.) γινόταν κατά τρόπο λογιστικά επίμεμπτο. Ειδικότερα, μεταξύ των εταίρων τουλάχιστον από το έτος 2004 είχε συμφωνηθεί να προβαίνουν σε αμοιβαίες αναλήψεις από το Ταμείο της εταιρίας έναντι μελλοντικών κερδών, χωρίς τούτο να αποτυπώνεται στα λογιστικά βιβλία, καθώς η διανομή των κερδών από τους εταίρους αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 2 α του ν. 3190/1955 "περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης" παράνομη διαχειριστική πράξη και ταυτόχρονα απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής η Κ. Ρ. παρέλαβε από την πρώτη κατηγορουμένη τις ακόλουθες επιταγές ...", μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες παραπάνω, ενώ κατατέθηκε στον λογαριασμό της Κ. Ρ. το ποσό των 24.020,00 ευρώ, β) την ανώμοτη κατάθεση της Κ. Ρ., ως νόμιμης εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης - υποστηρίζουσας την κατηγορία στην ποινική δίκη, στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της ανωτέρω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών (31ο φύλλο της εμπρόσθιας σελίδας), η οποία κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "...
Στις ... επιταγές των 180.000 της ΕΠΕ, τις παρέλαβα ως Ρ., που μου τα χρωστούσε η Χ.. Όχι ως ΕΠΕ, αλλά ως Ρ.. Οι επιταγές αυτές δεν γράφουν τίνος εκδόσεως είναι. Οι επιταγές ήταν εκδόσεως της ΕΠΕ, αλλά γράφει "εμού του ίδιου", με τη δικής της υπογραφή πρώτα. Είναι προσωπικές και δε μπορούσε να τις πάρει ο οποιοσδήποτε.
Τις παρέλαβα και εισέπραξα γιατί τις είχε οπισθογραφήσει. Έχω εισπράξει, γιατί την δάνειζα όταν χρειαζόταν και τα επέστρεφε. Ναι έπαιρνα κέρδη. Αποδεικτικά στοιχεία ότι τη δάνειζα, ναι έχω, και θα τα φέρω στο Δικαστήριο στην επόμενη συνεδρίαση" και στο 32ο φύλλο οπίσθια σελίδα "Έχω πάρει χρήματα, αλλά δεν θυμάμαι πόσα.
Δεν θυμάμαι αν είναι 864.000,00 €, σας λέω δεν θυμάμαι το ποσό!!!. Αποδεικτικά έγγραφα ότι τη δάνειζα, όχι δεν έχω κρατήσει, γιατί υπήρχε κλίμα εμπιστοσύνης...", από την οποία δεν συνήγαγε εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι "Ναι έπαιρνα κέρδη", γ) την ένορκη κατάθεση του Κ. Χ. (46ο φύλλο της οπίσθιας σελίδας) "...
Η Ρ. πήρε 800.000,00 €" έναντι μελλοντικών κερδών και άλλα τόσα πήρε η Χ., αλλά οι δοσοληπτικοί λογαριασμοί αναφέρουν 450.000,00 €, (μόνον)...", 2. με τον πέμπτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος και κατά το οικείο υποσκέλος αυτού : α) του ισολογισμούς της ε.π.ε. για τις χρήσεις 2006 και 2007 με τα αντίστοιχα πρακτικά των ετήσιων τακτικών γενικών συνελεύσεων έγκρισης των ισολογισμών των ετών αυτών, από τα οποία φέρεται να αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη α.ε.
ήταν ενήμερη και συμφωνούσε τη διανομή μελλοντικών κερδών τα οποία εισέπραττε, β) τους ισολογισμούς της ε.π.ε. για τις χρήσεις 2008 και 2009, από τα οποία φέρεται να προκύπτει ότι η ε.π.ε. για τα δύο έτη είχε (προ φόρων) κέρδη 700.000,00 ευρώ, που αποτελούσαν τις κατά τα έτη 2006 και 2007 προβλέψεις της για τα μελλοντικά κέρδη. 3.
με τον έκτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, ότι δεν έλαβε υπόψη, καίτοι επικαλέστηκε στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις, ως εφεσίβλητη, α) την ομολογία της αναιρεσίβλητης, που αναφέρεται στην έφεσή της, κεφ. 2 σελίδα 28 "η μεθοδολογία κατασκευής επίδικων οφειλών, ενότητα Α "Η ανύπαρκτη οφειλής της Α.
Α.Ε. για ποσό 204.020,00 € " σελ. 37 παρ. 2.10.1 "Τέτοιες ήταν και οι δαπάνες εξόδων παραστάσεως με τα οποία επιβαρύνονταν και η Δ. Ε." ομολογεί δηλαδή ότι οι επιταγές αυτές χρησιμοποιήθηκαν από την αναιρεσίβλητη και για λογαριασμό της ίδιας, αν και αορίστως και αβασίμως ότι χρησιμοποιήθηκαν και για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, β) την ομολογία της αναιρεσίβλητης, σχετικά με τις επιταγές συνολικής αξίας 101.421 ευρώ, απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό της (αναιρεσίβλητης) ότι "...οι επιταγές αυτές παραδόθηκαν από την Κ.
Ρ. στις προαναφερθείσες επιχειρήσεις προς εξόφληση ειδών της εμπορίας τους, τα οποία αγοράστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για την διαφήμιση τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγομένης, υπό τη μορφή παροχών προς τους συνεργάτες και επιφανείς καλεσμένους των εταιρειών και τα παραπάνω ποσά ενσωματώνουν το ποσό της διαφημιστικής δαπάνης που αναλογούσε στην ενάγουσα", δηλαδή ότι οι επιταγές αυτές, όπως και οι λοιπές που εισπράχθηκαν από ιδιώτες, στους οποίους τις παρέδωσε η αναιρεσίβλητη, χρησιμοποιήθηκαν και για την τελευταία, και γ) δεν συνήγαγε ομολογία από τη μη αμφισβήτηση από την αναιρεσίβλητη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι τα φυσικά πρόσωπα που εμφάνισαν τις παραπάνω επιταγές και εισέπραξαν αυτές ήταν συνεργάτες της, και, συνεπώς, ότι τα χρήματα εισέπραξε η αναιρεσίβλητη, 4.
με τον έβδομο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον έκτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ότι δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητης, την ομολογία της αναιρεσίβλητης, που αναφέρεται στην έφεσή της, κεφ. 2 σελίδα 28 "η μεθοδολογία κατασκευής επίδικων οφειλών, ενότητα Α "Η ανύπαρκτη οφειλής της Α.
Α.Ε. για ποσό 24.020,00 €" σελ. 37 παρ. 2.10.1 δια της παραδοχής της "τέτοιες ήταν και οι δαπάνες ... παραστάσεως με τα οποία επιβαρύνονταν και η Α. Δ. Ε.", ισχυριζόμενη ότι πληρώθηκαν διάφορες δαπάνες διαφήμισης δια παροχής δώρων, δηλαδή ομολόγησε ότι και το ποσό των 24.020,00 ευρώ χρησιμοποιήθηκε για λογαριασμό της, 5. με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, α) το επικληθέν και προσκομισθέν, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την αναιρεσίβλητη δισέλιδο φάξ (fax), που είχε αποστείλει η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, το οποίο περιείχε σε φωτοτυπία τα σώματα των επιταγών με αριθμ. ..., ...
προκειμένου η αναιρεσίβλητη να εφοδιάσει την αναιρεσείουσα με απόδειξη παραλαβής αυτών, β) δεν συνήγαγε ομολογία από τη μη αντίκρουση του ανωτέρω φαξ ότι η αναιρεσίβλητη παρέλαβε τις ανωτέρω μεταχρονολογημένες επιταγές σε εκτέλεση της σχετικής συμφωνίας ως μελλοντικά κέρδη, 6. με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, ότι δεν έλαβε υπόψη α) τις προκύπτουσες από την έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, έγγραφες διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα ότι η αναιρεσίβλητη εξέδωσε τις με αριθμ. ...
αποδείξεις πληρωμής των κερδών 2006 και 2007, και τη σχετική εγγραφή, αρ. ..., στα βιβλία της αναιρεσίβλητης, που ακυρώνουν το αντίθετο πόρισμα του πραγματογνώμονος και β) δεν συνήγαγε ομολογία ότι η επιταγή με αριθμ. ... - 4 επιταγή, ποσού 50.000,00 ευρώ εισπράχθηκε από την αναιρεσίβλητη, για το λόγο ότι δεν πρόβαλε ισχυρισμό, ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι εισέπραξε το ποσό αυτό για προγενέστερα μη εισπραχθέντα πραγματικά κέρδη 2006 και 2007, 7.
με τον ένατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικεία σκέλη και υποσκέλη αυτού, α) δεν συνήγαγε ομολογία, από την έφεσή της, ότι οι εμφανίσαντες τις με αριθμ. ... επιταγές προς πληρωμής, ήτοι εταιρία "R." Χ. Κ. και Ε. Χ., αντίστοιχα, είχαν σχέση με την αναιρεσίβλητη: 1) από τη μη ειδική αμφισβήτηση από την αναιρεσίβλητη ότι έχουν σχέση με την αναιρεσίβλητη, 2) από το γεγονός ότι και οι τρείς παραπάνω επιταγές εισπράχθηκαν από τα ίδια καταστήματα ειδών ένδυσης, δώρων, από τα οποία εισπράχθηκαν και οι επιταγές για τις οποίες ισχυρίστηκε η αναιρεσίβλητη στην έφεση, στην παρ. 2.1.
σελ. 39-10 "...Κατά το έτος 2008 η Κ. Ρ. πλήρωσε για λογαριασμό της Α. Α.Ε. αγορές επιχειρηματικών δώρων, συνολικής αξίας 101.421,00 ευρώ ... που ήταν και η μοναδική συνεισφορά της Α. Δ. Ε. στις δαπάνες προβολής ..." και στην παρ. 2.2. "Επίσης η Κ. Ρ. κατέβαλε επ' ονόματι και δια λογαριασμό της Α. Δ. Ε., το ποσό των 50.000,00 ευρώ στην Ι.
Μ. Γ....2.3 Ήτοι με βάση τα προαναφερθέντα η Κ. Ρ. κατέβαλε κατά το έτος 2008, το συνολικό ποσό των 151.421 ευρώ", και 3) και από το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές αυτές συμπεριλαμβάνονται στις συνολικές δαπάνες των 209.258,00 ευρώ από τις οποίες για το ποσό των 57.837,00 ευρώ δεν έδωσε εξηγήσεις και για τις λοιπές ομολόγησε ότι έγιναν για δαπάνες προβολής της αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, 8.
με τον ένατο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ότι δεν συνήγαγε ομολογία από την έφεσή της, ότι οι με αριθμ. ... και ... επιταγές έχουν άμεση σχέση με την αναιρεσίβλητη, 8. με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τέταρτο σκέλος, ότι δεν έλαβε υπόψη: α) τις συναγόμενες δικαστικές ομολογίες που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσίβλητης ότι τόσο με το ποσό των 154.020,00 ευρώ όσο και με το ποσό των 209.528,00 ευρώ καθώς και με το χρηματικό ποσό των 24.020,00 ευρώ πληρώθηκαν δαπάνες της αναιρεσίβλητης, β) δεν συνήγαγε ομολογία από το δικόγραφο της έφεσης, σελ. 37, στοιχείο 2.10.2.
κατά το οποίο "Στο τέλος κάθε χρήσης συναντώντο η Κ. Ρ. και η Α. Χ., η οποία αφού την ενημέρωνε για τα όσα προέκυψαν από τη χρήση ...", και, συνεπώς, ότι οι συναντήσεις τους γινόταν με την αντίστοιχη ιδιότητα της νόμιμης εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας και ότι με αυτήν την ιδιότητα παραλάμβανε τις επιταγές η Κ.
Ρ., για την εκκαθάριση των εταιρικών θεμάτων, γ) την από ... απόδειξη παραλαβής των αναφερόμενων επιταγών συνολικής αξίας 180.000,00 ευρώ, το δισέλιδο φαξ παραλαβής από την αναιρεσίβλητη των αναφερόμενων επιταγών αποσταλέντων σ' αυτήν από την αναιρεσείουσα με εταιρία ταχυμεταφοράς, δ) την εξώδικη ομολογία άλλως δεν συνήγαγε ομολογία από την από ...
προσθήκη - αντίκρουση της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, επί της με αριθμ. ... αίτησης, από την οποία προκύπτει εξώδικος ομολογία, ότι η Κ. Ρ. ήταν "εισπράκτορας" των κερδών που αναλογούσαν στην αναιρεσίβλητη, η οποία ήταν εταίρος της αναιρεσείουσας, και η βούληση της αναιρεσίβλητης υλοποιείτο από τη νόμιμη εκπρόσωπό της Κ.
Ρ., και μία φορά το έτος η Α. Χ. και η Κ. Ρ. εκκαθάριζαν τις οφειλές της αναιρεσείουσας προς την ε.π.ε., προκειμένου να αποδοθούν σ' αυτήν τα οφειλόμενα "στα πλαίσια των εκκαθαρίσεων αυτών με τις επιταγές αυτές αποδίδονταν εκτός των άλλων οφειλών και τα κέρδη των προηγούμενων χρήσεων", 9. με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο σκέλος αυτού δεν έλαβε υπόψη την απολογία της ..., στην ποινική δίκη, που διαλαμβάνεται στα πρακτικά - απόφαση με αριθμ. 47,332,893/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών.
Οι ανωτέρω λόγοι, καθό μέρος προσάπτεται με αυτούς ότι το Εφετείο δεν συνήγαγε ομολογία, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, και εξώδικη ομολογία από τα αναφερόμενα, αντιστοίχως, έγγραφα, είναι απαράδεκτοι, καθόσον η σχετική κρίση αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 991/2021), ενώ καθό μέρος η αναιρεσείουσα μέμφεται με αυτούς την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα, αντίστοιχα, ομολογία είναι αβάσιμος, καθόσον τα φερόμενα ως αναγνωριζόμενα από την αναιρεσίβλητη επιβλαβή γι` αυτήν γεγονότα δεν αναφέρονται αμέσως στο αντικείμενο της διαφοράς, ήτοι στην κατάρτιση συμφωνίας διανομής μελλοντικών κερδών και την είσπραξη αυτών και, συνεπώς, δεν συνιστούν το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας για τη μη λήψη υπόψη του οποίου αιτιάται η αναιρεσείουσα, αλλά αποτελεί απλώς βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο ως άνω γεγονός (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 115/2007).
Περαιτέρω, από τη σχετική βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ήτοι "Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, της ανωμοτί εξέτασης των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού,(...), που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου,..., την με αριθμό ...
ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρης Δρακούδη - Δήμα, που λήφθηκε επιμελεία της εκκαλούσας μετά από νόμιμη κλήτευση της αντίδικου της, ... και χρησιμοποιήθηκε σε έτερη δίκη μεταξύ των διαδίκων, την με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο πραγματογνώμονας Π. Κ., που ορίστηκε ως πραγματογνώμων με τη με αριθμό 230/2017μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, πραγματογνωμοσύνη, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο ..., την από ...
τεχνική έκθεση του διορισθέντος από την εφεσίβλητη, με την από ... δήλωσή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού και έλαβε αριθμό κατάθεσης ..., τεχνικού συμβούλου Γ. Κ., την από ... τεχνική έκθεση του διορισθέντος από την εκκαλούσα με την από ... δήλωσή της που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού και έλαβε αριθμό κατάθεσης ...
τεχνικού συμβούλου Ν. Γ. (...), όλων των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και χρησιμεύουν είτε για πλήρη απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις ομολογίες των διαδίκων, και τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :.. ", έστω και χωρίς να γίνεται μνεία όλων και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι ουδέποτε υπήρξε προφορική άτυπη συμφωνία των διαδίκων ούτε των εταίρων της αναιρεσείουσας για τη διανομή μελλοντικών κερδών και ότι δεν έλαβε τέτοια κέρδη η αναιρεσίβλητη - εταίρος της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, ανεξαρτήτως του ότι με το σύνολο των ανωτέρω αιτιάσεων, πλήττεται, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 KΠολΔ η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη, ή ενώπιον του εισηγητή δικαστή που διεξάγει τις αποδείξεις, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη.
Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της ομολογίας, και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 159/2010), χωρεί δε αναίρεση από τον αρ. 11γ αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του ή από τον αρ. 11β αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 719/2020, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 365/2017).
Στην τελευταία περίπτωση για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει από την ανύπαρκτη ομολογία να έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκε πραγματικό γεγονός, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επέδρασε, δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασής του (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 31/2021). Αν, όμως, το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς στην ομολογία, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνον η τελευταία αιτιολογία (ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 1072/2015), ενώ αλυσιτελείς είναι και οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 713/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πέμπτο, κατά το δεύτερο σκέλος, και δέκατο, κατά το πέμπτο σκέλος, λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 11β και 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία της αναιρεσείουσας, που επέδρασε ουσιωδώς στο να απορριφθεί ο αγωγικός ισχυρισμός περί συμφωνίας μεταξύ των εταίρων για τη διανομή μελλοντικών κερδών, δεχόμενο συγκεκριμένα ότι "Η Α.
Χ. προέβαινε σε χρήση των διαθεσίμων του ταμείου της αναιρεσείουσας, καλύπτοντας ακόμα και προσωπικές βιοτικές ανάγκες, γεγονός που συνομολογεί, με την ανοχή της Κ. Ρ. και παράλληλα επέτρεπε και στην τελευταία να κάνει χρήση των διαθεσίμων αυτών", μολονότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε την ομολογία αυτής της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα μόνο στην επικαλούμενη ανύπαρκτη ομολογία της αναιρεσείουσας αλλά σχημάτισε την κρίση του από το σύνολο των αποδείξεων, ενώ δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, διότι το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του ως άνω αναιρετικού λόγου, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν απαραίτητο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να γίνει επίκληση της δικαστικής ομολογίας από τον αντίδικο του ομολογούντος, η αναφορά δε στην ομολογία της αναιρεσείουσας και της νόμιμης εκπροσώπου της, στην πραγματικότητα αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου για την ενίσχυση της κρίσης του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων ή των εταίρων της αναιρεσείουσας συμφωνίας διανομής μελλοντικών κερδών.
Επίσης, ο δέκατος, κατά το τέταρτο σκέλος, επίσης από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι δήθεν με την παραλαβή από την Κ. Ρ. δεκατριών (13) επιταγών της αναιρεσείουσας έγινε επιστροφή δανεικών που έλαβε η Α.
Χ. προς την Κ. Ρ., τον οποίο, όμως, η αναιρεσίβλητη δεν πρότεινε, ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αναιρεσίβλητης. Ομοίως, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια, ως μη αυτοτελής, ο προταθείς στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι τα λογιστήρια των δύο εταιριών ήταν συνδεδεμένα και εντεύθεν η αναιρεσίβλητη γνώριζε όλες τις διανομές και τα τεκταινόμενα στο λογιστήριο της αναιρεσείουσας σε πραγματικό χρόνο και ότι η Κ.
Ρ. "διαφέντευε" την αναιρεσείουσα, και, συνεπώς, ο σχετικός δέκατος λόγος αναίρεσης, κατά το έκτο σκέλος αυτού, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο έβδομος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο υποσκέλος αυτού, από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως καταθετήριο στην τράπεζα, απόδειξη είσπραξης από την Ρ.
ποσού 13.020,00 ευρώ από την αναιρεσίβλητη, τα οποία δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, πλην της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης στην οποία αναφέρονται, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης όταν το αποδεικτικό μέσο του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση αναφέρεται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη και προσκόμιση, όπως σε έκθεση πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 394/2012, ΑΠ 561/2012), στην οποία, κατά τα το αναιρετήριο αναφέρονται τα δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 368/2021, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 47/2020).
Δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που αναφέρεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι οι περί απόδειξης κανόνες των άρθρων 432, 445 , 446 και 457 Α.Κ. (ΑΠ 535/2021, ΑΠ 621/2019, ΑΠ 1930/2013), ενώ η θέσπιση δικονομικών κανόνων για την αποδεικτική δύναμη των επιμέρους αποδεικτικών μέσων δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη (ΑΠ 1267/2022, ΑΠ 703/2021, ΑΠ 147/2019, ΑΠ 1930/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος και το οικείο υποσκέλος αυτού, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι απέδωσε σε σχέση με όλα τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα βιβλία της αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρίας, δεχόμενο ότι η μη κατάρτιση της συμφωνίας διανομής μελλοντικών κερδών αποδεικνύεται από τη μη καταχώριση στα βιβλία της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι, συνεπώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη.
Περαιτέρω, ο αυτός παραπάνω λόγος αναίρεσης και το οικείο υποσκέλος αυτού, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται παράλληλα η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της δίκαιης δίκης, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ είναι αβάσιμος, διότι ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης αφορά παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων 432, 445 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος και το οικείο υποσκέλος αυτού, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, της με αριθμ. ... επιταγής, της με αριθμ. 49/25-10-2006 απόδειξης είσπραξης αξιογράφων και της με αριθμ. 156/26-10-2006 απόδειξης πληρωμής μετρητών της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος : 1) σε σχέση με το από το άρθρο 424 ΑΚ τεκμήριο υπέρ του κατόχου αυτού, διότι με το τεκμήριο δεν καθιερούται αυξημένη αποδεικτική δύναμη του κατόχου του εγγράφου αλλά η κατανομή του βάρους απόδειξης της βάσης θεμελίωσης αξίωσης (αγωγής, ένστασης), και 2) λόγω αοριστίας, διότι δεν γίνεται επίκληση αποδεικτικού μέσου αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 510/2022, ΑΠ 505/2022, ΑΠ 1038/2019).
Περαιτέρω, ο από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όγδοος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι απέρριψε και δεν προσέδωσε την οριζόμενη από το νόμο αποδεικτική δύναμη στη συναγόμενη ομολογία της αναιρεσίβλητης από τη μη αντίκρουση του φαξ παραλαβής από την αναιρεσείουσα των αναφερόμενων σ' αυτό τεσσάρων επιταγών (..., ... ...
και ...), δηλαδή ότι αυτές παραλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη ως μελλοντικά κέρδη αυτής, είναι απαράδεκτος, καθόσον αντιφάσκει με τον ανωτέρω εξετασθέντα όγδοο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης, από τον αρ 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο της ουσίας, ταυτόχρονα και να μην έλαβε υπόψη του ένα αποδεικτικό μέσο, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ και να προσέδωσε ή να μη προσέδωσε στο ίδιο αυτό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, καθόσον, αφού δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, είναι αδύνατον να του προσέδωσε ή να μη του προσέδωσε την οικεία από το νόμο αποδεικτική του δύναμη (βλ.
ΑΠ 436/2020). Επί πλέον δε διότι, ως ήδη εξετέθη, η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει από τις προτάσεις του διαδίκου ομολογία ή άρνηση συγκεκριμένου ισχυρισμού, ως περί πραγμάτων κρίση δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Ομοίως, οι έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος και το οικείο υποσκέλος, όγδοος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ένατος λόγος πρώτο σκέλος αυτού κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν προσέδωσε στη σύνθετη ομολογία της αναιρεσίβλητης, ότι με τις επιταγές συνολικού ποσού 101.421,00 ευρώ έγιναν πληρωμές για δαπάνες διαφήμισης αόριστου ύψους και της αναιρεσίβλητης, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, καθόσον στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι συνάγεται ομολογία της αναιρεσίβλητης από τις προαναφερθείσες περικοπές, και σε κάθε περίπτωση, ως αλυσιτελείς, καθώς κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία ενώπιον του δικαστηρίου, επειδή δεν είναι σαφής και συγκεκριμένη, όπως απαιτείται (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1124/2017, ΑΠ 964/2013) και ειδικότερα το φερόμενο ως αναγνωριζόμενο από την αναιρεσίβλητη επιβλαβές γι` αυτήν γεγονός δεν αναφέρεται αμέσως στο αμφισβητηθέν αντικείμενο της διαφοράς, ήτοι την διανομή μελλοντικών κερδών και είσπραξη αυτών, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει, διότι το αορίστως επικαλούμενο ομολογούμενο γεγονός αποτελεί απλώς βάση δικαστικού τεκμηρίου, για το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 403/2017 (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 115/2007).
Επίσης, ο όγδοος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο υποσκέλος αυτού, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, δια της Κ. Ρ., στην ποινική δίκη ότι έλαβε κέρδη είναι αβάσιμος διότι η εξώδικη ομολογία κατά τις διατάξεις του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελευθέρως και, επομένως, δεν έχει την επαυξημένη αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας (άρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 572/2014).
Περαιτέρω, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη συναγόμενη ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι αυτή έλαβε και τις επιταγές (... ..., ... και ...), τις οποίες μεταβίβασε σε επιχειρήσεις που συνεργαζόταν (κατάστημα L.
P. κλ.π.) για να αγοράσει εμπορεύματα για την αναιρεσίβλητη και αναιρεσείουσα, αλλά αποφάνθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ουδεμία σχέση έχει με τις επιταγές, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν συνήγαγε ομολογία, αλλά και ως αλυσιτελής, καθώς κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δεν αποτελεί δικαστική ομολογία ενώπιον του δικαστηρίου, επειδή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι σαφής και συγκεκριμένη αποδοχή αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, και, συνεπώς, δεν έχει την αυξημένη κατά το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές και σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχονται πλην άλλων το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 351/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018), ενώ το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, καθώς δεν επιδρούν αυτοτελώς στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 775/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι η Κ. Ρ. ενεργούσε ατομικά και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ως μη έχουσα εξουσία εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης για την κατάρτιση της αγωγικής σύμβασης και τη διαχείριση των ένδικων τραπεζικών επιταγών και χρηματικού ποσού, είναι απαράδεκτος, διότι αφορά αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, και δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης.
Περαιτέρω, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δέκατος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτους τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, ως ασαφείς και αντιφατικούς, ενόψει του γεγονότος ότι σε κάθε πράξη της αναιρεσείουσας συμμετείχε η αναιρεσίβλητη με την Κ.
Ρ., συναινούσε στις αγορές και δωρεές χρημάτων, τους ισχυρισμούς ότι τις επιταγές και χρηματικά ποσά η Κ. Ρ. παρέλαβε ατομικά, ότι μ' αυτές πλήρωνε υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας προς τρίτους, χωρίς να κατονομάζει τους τρίτους και τις υποχρεώσεις και τον ισχυρισμό ότι οι επιταγές αφορούσαν προσωπικές δοσοληψίες μεταξύ της Κ.
Ρ. και της Α. Χ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού πρόκειται για αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής που δεν επιδρούν αυτοτελώς στο διατακτικό της απόφασης και, επιπλέον, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε το απαράδεκτο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο, ώστε να προκύπτει ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα ή αν δεν προτάθηκε, ότι συντρέχει μια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1020/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, που περιέρχεται στο Δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, αν προκύψει από τη δίκη που έγινε, ότι αν και το γνώριζαν (1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή (2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας.
Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης.
Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου. Η απαρίθμηση όμως αυτή είναι ενδεικτική και πρέπει να γίνει δεκτό ότι, από το όλο πνεύμα και το σκοπό της διάταξης, καταλαμβάνει κάθε μορφής αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Ως προφανώς αβάσιμο, κατά την έννοια της διάταξης, νοείται το μέσο προστασίας που ασκήθηκε, ενώ ήταν απαράδεκτο ή νομικώς ή ουσιαστικώς αβάσιμο ή ισχυρισμός που προτάθηκε ήταν αναληθής.
Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με την μορφή αμέσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή βαριά αμέλεια (ΑΠ 489/2016, ΑΠ 1443/2014, ΑΠ 738/2012). Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ' ουσίαν αβασίμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης (ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 602/2016, ΑΠ 1443/2014, ΑΠ 738/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις - υπόμνημα, επικαλούμενη ότι η αναιρεσείουσα εν γνώσει της και ενσυνειδήτως και προσπαθώντας να δημιουργήσει σύγχυση και εσφαλμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο, αφενός επικαλείται αποσπασματικά και κατά το δοκούν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε προβάλλει αλυσιτελείς, αόριστους και απαράδεκτους λόγους αναίρεσης, που είτε δεν προκύπτουν από το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και τα δικόγραφα της αναιρεσίβλητης είτε προσβάλλουν απαραδέκτως τις, ανέλεγκτες αναιρετικά, ουσιαστικές κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ εκ τρίτου "δημιουργεί" λόγους αναίρεσης με την αναληθή επίκληση δήθεν "ομολογιών" της αναιρεσίβλητης, που ουδέποτε υπήρξαν, είτε ρητά είτε σιωπηρά, αναφέροντας ενδεικτικά ως λόγο αναίρεσης περί δήθεν αοριστίας ισχυρισμού του αναφερόμενου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ισχυρίζεται εν γνώσει της ψευδέστατα για να στηρίξει αβάσιμες αιτιάσεις το αποδεικτικό μέσο ανύπαρκτης ομολογίας της αναιρεσίβλητης και, εν γνώσει του ψεύδους, κατασκευάζει, με παραποίηση των περιεχομένων στα δικόγραφα της αναιρεσίβλητης, δήθεν ομολογίες της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται καθ' ολοκληρίαν άσκηση παρελκυστικών λόγων αναίρεσης ούτε ότι ενήργησε με άμεσο δόλο και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε κωλυσιεργεία της αναιρεσείουσας στην προκείμενη δίκη που αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιδίκαση σε βάρος της αναιρεσείουσας χρηματικής ποινής.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά πλειοψηφίαν, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ... αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ. Ε. Ε. ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" για αναίρεση της με αριθμ. 98/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ